Part 3
Μολονότι η Σφαγή των ακάκων βρεφών διήγειρε την δυσπιστίαν, συμφωνεί όμως πληρέστατα με τας πληροφορίας τας οποίας έχομεν περί του χαρακτήρος του Ηρώδου. Τα δεσπόζοντα πάθη του επιτηδείου και μοχθηρού εκείνου ηγεμόνος ήσαν αχαλίνωτος φιλοδοξία και υπέρμετρος ζηλοτυπία, φθάνουσα μέχρι θηριωδίας. Η ζωή του όλη είχε βαφή με το αίμα φόνων. Είχε σφάξει ιερείς και ευγενείς· είχεν αποδεκατίσει το Συνέδριον· είχεν αναγκάσει τον Αρχιερέα, τον γαμβρόν του, τον νεαρόν και ευγενή Αριστόβουλον, να πνιγή κατά τινα δήθεν παιδιάν προ των ομμάτων του· είχε διατάξει τον στραγγαλισμόν της ευνοουμένης συζύγου του, της ωραίας ηγεμονίδος Μαριάννης της Μακκαβαίας, αν και αύτη φαίνεται να υπήρξε το μόνον πλάσμα το οποίον εμμανώς ηγάπησεν. Οι υιοί του Αλέξανδρος, Αριστόβουλος και Αντίπατρος, ο θείος του Ιωσήφ, ο Αντίγονος και ο Αλέξανδρος, θείος και πατήρ της συζύγου του, η πενθερά του Αλεξάνδρα, ο συγγενής του Κοτσόβαρος, οι φίλοι του Δοσίθεος και Γαδίας, ήσαν ολίγοι εκ των πολλών, οίτινες έπεσαν θύματα της θυριωδίας του, της φιλυποψίας του και τον ενόχων φόβων του. Ο αδελφός του Φερόρας και ο υιός του Αρχέλαος μόλις διέφυγαν τον θάνατον, τον υπ' εκείνου διαταχθέντα. Ούτε η ανθούσα νεότης του Αριστοβούλου, ούτε αι λευκαί τρίχες του βασιλέως Υρκανού, επροστάτευσαν αυτούς από την ύπουλον και την προδοτικήν μανίαν του. Θάνατοι διά στραγγαλισμού, θάνατοι διά του πυρός, θάνατοι διά καθείρξεως και απομονώσεως εντός απαισίων δεσμωτηρίων, θάνατοι διά κρυφίων δολοφονιών, ανεκλαλήτως ωμά και απάνθρωπα βασανιστήρια, στολίζουν τα χρονικά μιας βασιλείας, ήτις, υπήρξε τόσον σκληρά, ώστε κατά την έντονον γλώσσαν τον εβραίων πρεσβευτών προς τον Αυτοκράτορα Αύγουστον, οι επιζόντες ήσαν περισσότερον άθλιοι από τους παθόντας και βασανισθέντας. Και όπως συνέβη εις τον Ερρίκον Η', παν σκοτεινόν και άγριον ένστικτον εφαίνετο ωσάν να απέκτα νέαν δύναμιν δροσερωτέραν καθόσον προσήγγιζεν εις το τέρμα του βίου του. Κατατρυχόμενος αεννάως από τα φάσματα της δολοφονηθείσης συζύγου του και των θανατωθέντων υιών του, με την αγρίαν πάλην ήτις διεδραματίζετο μέσα του, πάλην μεταξύ συνειδήσεως και αίματος, το ανοικτίρμον τέρας, όπως αποκαλεί αυτόν ο Ιώσηπος, κατελήφθη εις τας τελευταίας ημέρας του βίου του από μαύρην αγριότητα μεγαλειτέρας εντάσεως, ήτις εξέσπασε καθόλων εκείνων με τους οποίους ήρχετο εις συνάφειαν. Ουδεμία ευνόητος δυσκολία υπάρχει να υποθέσωμεν ότι τοιούτος άνθρωπος — είς άγριος βάρβαρος με ζωηράν φλέβα διαφθοράς, με ένα λεπτόν επίχρισμα πολιτισμού, — προσηνέχθη ακριβώς καθ' ον τρόπον περιγράφει ο Ματθαίος· και η επί το γεγονός πεποίθησις ενισχύεται και από διαφόρους άλλας πηγάς αξιοπίστους. «Όταν ο Αύγουστος επληροφορήθη», λέγει ο Μακρόβιος, «ότι μεταξύ των παιδίων των από διετούς και κατωτέρω, άτινα διέταξε να σφαγούν ο Ηρώδης ο Μέγας εν Συρία, συνεθανατώθη και ο ίδιος αυτού υιός είπεν, ότι «κάλλιον είνε τινα υν Ηρώδου ή υιόν». Μολονότι ο Μακρόβιος είνε μεταγενέστερος συγγραφεύς και περιέπεσεν εις το σφάλμα να υποθέτη, ότι ο υιός του Ηρώδου Αντίπατρος, όστις εθανατώθη κατά την εποχήν της Σφαγής των Ακάκων, είχε συμπεριληφθή και αυτός εις την σφαγήν ταύτην, είνε όμως βέβαιον ότι η παρατιθεμένη ευφυολογία του Αυγούστου υπαινίσσεται ζοφεράν τινα ανάμνησίν της σφαγής ταύτης.
Αλλά διατί λοιπόν, ερωτώσι μερικοί, δεν μνημονεύει ο Ιώσηπος μίαν τόσον άτιμον ωμότητα; Ίσως διότι εξετελέσθη τόσον μυστικώς και κρυφίως, ώστε ούτε καν να την μάθη ηδυνήθη. Ίσως διότι εις τας τρομεράς εκείνας ημέρας, ο θάνατος εικοσάδος παιδίων, εξ αφορμής μιας απλής υπονοίας εθεωρείτο εντελώς ασήμαντος εις τον κατάλογον των σφαγών του Ηρώδου. (2) Ίσως διότι το γεγονός παρεσιωπήθη από τον Νικολάον τον Δαμασκηνόν, όστις γράφων συμφώνως προς το πνεύμα των ελληνιζόντων εκείνων αυλικών, οίτινες προσεπάθουν πάντοτε να παριστάνουν ως πολιτικούς Μεσσίας τυράννους διεφθαρμένους και αιμοσταγείς, εμεγαλοποίησε τας αρετάς του αυθέντου αυτού και απέκρυψεν ή εμετρίασε το μέγεθος των εγκλημάτων του. Αλλ' ο πιθανώτερος λόγος είνε ότι ο Ιώσηπος, τον οποίον παρ' όλας τας φιλολογικάς προς αυτόν υποχρεώσεις μας, δυνάμεθα να θεωρώμεν ως αρνησίθρησκον και συκοφάντην, δεν έκρινε καλόν να υπαινιχθή γεγονότα τα οποία μάλιστα δεν συνεδέοντο στενώς με τον βίον του Χριστού. Το μόνον χωρίον, εις το οποίον ο Ιώσηπος κάμνει λόγον περί του Χριστού, βρίθει προσθηκών από τους αντιγραφείς, αν δεν είναι εντελώς υποβολιμαίον, και ουδεμία αμφιβολία ότι η σιωπή του εις το ζήτημα του χριστιανισμού είνε όσον εσκεμμένη τόσον και απαίσχυντος.
Αλλά μολονότι ο Ιώσηπος δεν κάμνει σαφή μνείαν του γεγονότος, πάσα όμως λεπτομέρεια, την οποίαν μας χορηγεί διά την περίοδον ταύτην του βίου του Ηρώδου, υποστηρίζει το πιθανόν αυτού. Κατ' εκείνους ακριβώς τους χρόνους, δύο ευφράδεις Ιουδαίοι διδάσκαλοι, ο Ιούδας και ο Ματθαίος, είχον παρορμήσει τους μαθητάς των να καταρρίψουν τον μέγαν χρυσούν αετόν, τον οποίον ο Ηρώδης είχε τοποθετήσει υπεράνω της μεγάλης πύλης του Ναού.
Ο Ιώσηπος συνδέει την τολμηράν ταύτην απόπειραν με προώρους τινάς θρύλους περί του θανάτου του Ηρώδου· η εικασία όμως του Λάρδνερ ότι η απόπειρα εκείνη ενεθαρρύνθη από τας περί του νέου Μεσσίου ελπίδας τας νεωστί αναζωπυρηθείσας υπό των Μάγων, φαίνεται απαράδεκτος. Η απόπειρα εν τούτοις απέτυχε, και ο Ιούδας και ο Ματθαίος, μετά τεσσαράκοντα μαθητών, εκάησαν ζώντες. Τοιαύτα εγκλήματα έχων υπ' όψει του, ο Ιώσηπος πιθανώς να ηγνόει την μυστικήν δολοφονίαν ολίγων θηλαζόντων έτι Νηπίων εις μικρόν τι χωρίον. Το αίμα των ήτο μία μικρά σταγών εις εκείνον τον ερυθρούν ποταμόν εις τον οποίον ο Ηρώδης είχε βουτηχθή μέχρι του λαιμού.
Ο Ηρώδης απέθανεν ολίγον χρόνον μετά την βρεφοκτονίαν. Πέντε ημέρας προ του θανάτου του προέβη εις παράφορον απόπειραν αυτοκτονίας, και διέταξε την αποκεφάλισιν του πρεσβυτέρου υιού του Αντιπάτρου. Το τέλος του υπήρξε φρικαλέως τραγικόν, βεβαιούται δε ότι απέθανεν εξ αηδεστάτου νοσήματος, εκ φθειριάσεως, ήτις σπανίως μνημονεύεται εν τη ιστορία, εκτός όταν πρόκειται περί ανθρώπων οίτινες διεκρίθησαν διά την ωμότητα και τους διωγμούς αυτών, όπως ο Αντίοχος ο Επιφανής, Σύλλας, ο Μαξιμιανός, ο Διοκλητιανός, ο Ηρώδης Αγρίππας κλπ. Εις την επιθανάτιον κλίνην του, μίαν κλίνην αφορήτου αγωνίας, εν τω μεγαλοπρεπεί και πλουσίω ανακτόρω του, όπερ είχε κτίσει υπό τους φοίνικας της Ιεριχούς, οιδαλέος εκ της νόσου και φλογιζόμενος υπό της δίψης, με τας σάρκας περιτρωγομένας από έλκη αηδώς πυορροούντα, περιστοιχιζόμενος υπό συνομωτούντων υιών και κλεπτών υπηρετών, τους πάντας βδελυσσόμενος και υφ' όλων μισούμενος, καλών τον θάνατον ως την υστάτην παρηγορίαν και την υστάτην ανακούφισιν από του δεινού άλγους του σωματικού, και όμως φοβούμενος αυτόν ως απαρχήν μεγαλειτέρων βασάνων, κατατρυχόμενος υπό τύψεων, αλλά και διψών ακόμη φόνους και αίμα και κακουργίας, — βδέλυγμα εις όλους τους περί αυτόν, αλλ' εν τη ενόχω συνειδήσει του χειρότερος τρόμος δι' εαυτόν, — φθίνων εκ προώρου σωματικής αποσυνθέσεως, κατατρωγόμενος από σκώληκας, ως να τον είχε πλήξει καταφανώς η οργή του Θεού ύστερον από εβδομήκοντα ετών επιτυχείς κακουργίας, — ο άθλιος γέρων, τον οποίον οι άνθρωποι είχον ονομάσει Μέγαν, κατέκειτο εις μίαν αγρίαν αλλοφροσύνην αναμένων την τελευταίαν ώραν του. Και επειδή εγνώριζεν ότι ουδείς θα έχυνεν έστω και έν δάκρυ χάριν αυτού, απεφάσισε να τους κάμη να κλαύσουν δι' εαυτούς και διέταξε να προσέλθουν αμέσως εις Ιεριχώ επί ποινή θανάτου αι μεγαλείτεραι οικογένειαι του βασιλείου και οι αρχηγοί των φυλών. Όταν δε εκείνοι ήλθον, τους ενέκλεισε πάντας εις το ιπποδρόμιον και διέταξε κρυφίως την αδελφήν του Σαλώμην να σφαγώσιν ανηλεώς κατά την στιγμήν του θανάτου του. Και ούτω, πνιγμένη όπως ήτο εις το αίμα, και σφαγάς επιτάσσουσα εις το ύστατον αυτής παραλήρημα, η ψυχή του Ηρώδου απήλθεν εις το σκότος.
Εν πορφύραις εγκεκαρδυλημένος, με το στέμμα και με το σκήπτρον το βασιλικόν, καταγλαϊζόμενος εξ' αδαμάντων, ο νεκρός ετέθη εις μεγαλοπρεπές φέρετρον και προεπέμφθη εν στρατιωτική πομπή, μέσω νεφών θυμιάματος, μέχρι του εν Ηρωδείω τάφου του, όχι μακράν του μέρους όπου ο Χριστός εγεννήθη. Αλλ' η γοητεία της Ηρωδείου δεσποτείας είχε λυθή, και ο λαός είδε πόσον ψευδής ήτο η απαστράπτουσα επιφάνειά της. Η ημέρα του θανάτου του τυράννου εθεωρήθη ως εορτή, όπως και αυτός είχε προΐδει. Αι τελευταίαι θελήσεις του ημφισβητήθησαν, η βασιλεία του κατηρειπώθη, η ύστατη διαταγή του δεν εξετελέσθη· οι πλείστοι των υιών του απέθανον αθλίως εν εξορία· η κατάρα του Θεού είχε πέσει επί τον οίκον του, και μολονότι είχεν αποκτήσει από τας δέκα συζύγους του και τας πολλάς παλλακίδας του, εννέα υιούς και πέντε θυγατέρας, εντός εκατόν ετών η γενεά του Ιεροδούλου της Ασκάλωνος εξέλιπε μέχρις ενός, και ουδείς διεσώθη απόγονος, όπως διαιωνίση το όνομά του.
Αν η είδησις του θανάτου του Ηρώδου εγνώσθη ταχέως εις τον Ιωσήφ, η εν Αιγύπτω διαμονή θα υπήρξε βεβαίως πολύ βραχεία και ουδόλως θα επέδρασεν εις την ανάπτυξιν του Κυρίου ημών ως ανθρώπου. Τούτο ίσως είνε και ο λόγος διά τον οποίον ο Λουκάς αντιπαρέρχεται εν σιγή τα της διαμονής ταύτης.
Κατ' αρχάς φαίνεται ότι ο Ιωσήφ εσκόπευε να εγκατασταθή εν Βηθλεέμ. Ήτο η πόλις των προγόνων του, μία πόλις ιερά, πλήρης ωραίων και ηρωικών αναμνήσεων, θα ηδύνατο ευκόλως να εξοικονομή τα προς το ζην, εξασκών το επάγγελμά του. Είνε αληθές ότι ο Ανατολίτης σπανίως εγκαταλείπει την εστίαν του, αλλ' όταν αναγκασθή υπό των περιστάσεων να πράξη τούτο, εγκαθίσταται ευκόλως οπουδήποτε αλλού. Διαταχθείς να επιστρέψη εις Βηθλεέμ, ο Ιωσήφ θα μετέβαινεν εκεί τόσω μάλλον προθύμως, όσον η μικρά πόλις εγειτνίαζε με την Ιερουσαλήμ. Αλλά καθ' οδόν ήκουσεν ότι εβασίλευε της Ιουδαίας ο Αρχέλαος αντί του πατρός αυτού Ηρώδου. Ο λαός μετά μεγάλης αγαλλιάσεως θα έβλεπεν εξολοθρευομένην ολόκληρον την φυλήν των Ιδουμαίων· εν πάση περιπτώσει θα επροτίμα τον Αντίπαν από τον Αρχέλαον. Αλλ' ο Αύγουστος έκλινεν απροσδοκήτως υπέρ του Αρχελάου, όστις καίτοι νεώτερος του Αντίπα, ήτο ο κληρονόμος ο ενδειχθείς διά τελευταίας βουλήσεως του πατρός του· και ως να επεθύμει τρόπον τινά να δείξη ότι ήτο αληθής υιός του γεννήτορος, ο Αρχέλαος, προτού ακόμη η ανάρρησις επικυρωθή υπό του Αυτοκράτορος, έδωκε κατά τον Ιώσηπον, εις τους υπηκόους του δείγμα των αρετών του, διατάξας μίαν σφαγήν 3,000 συμπολιτών του εν τω Ναώ. Ήτο φανερόν ότι υπό τοιαύτην κυβέρνησιν δεν ηδύνατο να υπάρξη ούτε ελπίς ούτε σωτηρία· και ο Ιωσήφ, υπακούων εις νέαν προσταγήν του Θεού, ανεχώρησεν εις τα μέρη της Γαλιλαίας, όπου αφανής, προστατευομένη από την πενίαν της και από την ασημότητά της, η Ιερά Οικογένεια ηδύνατο να ζήση ασφαλώς υπό το σκήπτρον ενός άλλου υιού του Ηρώδου, του εξ ίσου ασυνειδήτου, αλλά πλέον ανεξικάκου και μάλλον αδιαφόρου Αντίπα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'. Η παιδική ηλικία του Ιησού
Γεωγραφία της Παλαιστίνης. — Γαλιλαία. — Ναζαρέτ. — Η φιλαλήθεια των Ευαγγελίων εν αντιθέσει προς τας Αποκρύφους Παραδόσεις. — Η ζωή των χωρικών της Γαλιλαίας. — Φαντασία και πράγματα. — «Ότι Ναζωραίος κληθήσεται».
Η φυσική γεωγραφία της Παλαιστίνης είνε ίσως ευκρινέστερον ωρισμένη πάσης άλλης χώρας του κόσμου. Κατά μήκος της ακτής της Μεσογείου, διήκει η παραθαλασσία πεδιάς, διακοπτωμένη μόνον υπό του όρους Καρμήλου· παράλληλος προς τούτο είνε μία μακρά σειρά λόφων, στρογγυλών και αμόρφων ως προς τα χαρακτηριστικά των· οι λόφοι ούτοι προς ανατολάς βυθίζονται εντός της κοιλάδος του Ιορδάνου· και άνωθεν ταύτης διήκει η ευθυτενής, η αδιάκοπος, η πορφυρόχρους γραμμή των ορέων Μωάβ και Γαλαάδ. Η όλη επομένως χώρα από βορρά προς νότον διαιρείται εις τέσσαρας τρόπον τινά μεγάλας ταινίας, — την ακτήν, την ορεινήν χώραν, την κοιλάδα του Ιορδάνου, και την βουνοσειράν την πέραν του Ιορδάνου.
Η ορεινή, ήτις καταλαμβάνει όλον τον χώρον τον μεταξύ της παραλίας και της βαθείας κοιλάδος του Ιορδάνου, τέμνεται εις δύο μεγάλα μέρη υπό του αγρού της Ιεσράελ. Το μεσημβρινόν μέρος ήτο άλλοτε η Ιουδαία, το βόρειον η Γαλιλαία.
Η λέξις Γαλίλ εβραϊστί σημαίνει «κύκλον», και η ονομασία αυτή εδίδετο αρχικώς εις την περιφέρειαν του Κηδές-Νεφθαλείμ, την οποίαν ο Σολομών εχάρισεν εις τον Χειράμ, βασιλέα της Τύρου, διότι τον εβοήθησεν εις την ανέγερσιν του ναού με ξύλα κέδρου και με ξύλα πεύκης και με χρυσίον, και ην ούτος απεκάλεσε περιφρονητικώς «Γην Καβούλ». Ούτω φαίνεται ότι ήτο πάντοτε μοιραίον να περιφρονήται η Γαλιλαία· και η περιφρόνησις αυτή υπετρέφετο εις τα πνεύματα των Ιουδαίων εκ του γεγονότος, ότι το διαμέρισμα εκείνο είχε καταστή από παλαιοτέρων χρόνων το κέντρον αναμίκτου πληθυσμού και εχαρακτηρίζετο διά της ονομασίας «Γαλιλαία των Εθνών.» Όχι μόνον υπήρχον πολλοί Φοίνικες και Άραβες εις τας πόλεις της Γαλιλαίας, αλλ' επί της εποχής του Ιησού ήσαν ωσαύτως και πολλοί Έλληνες, και η Ελληνική γλώσσα ωμιλείτο και εννοείτο ευχερώς.
Οι λόφοι οι αποτελούντες το βορεινόν όριον της πεδιάδος Ιεσραέλ, διήκουν από της κοιλάδος του Ιορδάνου μέχρι της Μεσογείου και αι μεσημβριναί κλιτύες των περιελαμβάνοντο εις την κληροδοσίαν της φυλής Ζαβουλών.
Σχεδόν εν τω κέντρω της λοφοσειρής ταύτας υπάρχει έν αλλόκοτον ρήγμα ή μάλλον χαράδρα τις βαθεία από άνω έως κάτω, αποτελούσα είσοδον εις μακράν τινα κοιλάδα. Ο οδοιπόρος εγκαταλείπων την πεδιάδα, ανέρχεται διά στενής και αποτόμου ατραπού, χλοοφύτου και ανθοστολίστου, και έχει προ αυτού άποψιν, ήτις δεν είνε επιβάλλουσα και μεγαλοπρεπής, αλλ' απείρως ωραία και γραφική. Κάτωθεν αυτού, προς τα αριστερά, η κοιλάς ευρύνεται βαθμηδόν αποκτώσα ένα πλάτος ημίσεως περίπου μιλίου. Η λεκάνη της κοιλάδος κατατέμνεται από φράκτας υψηλούς κάκτων εις μικρούς αγρούς, και εις κήπους, οίτινες κατά την εποχήν των εαρινών βροχών, παρουσιάζουν μίαν όψιν απεριγράπτου γαλήνης, με το θάλλος των το πράσινον και την ζωηράν σπαργήν των. Πλησίον της στενής ατραπού, εις μικράν απόστασιν αλλήλων, υπάρχουν δύο φρέατα, και αι γυναίκες αι ιδρευόμεναι εκείθεν είνε πολύ ωραιότεραι, και οι ροδοκόκκινοι και ζωηρόφθαλμοι μικροί βοσκοί, οι οποίοι κάθηνται ή παίζουν πλησίον των φρεάτων, με τας ανοικτοχρόμους ανατολικάς ενδυμασίας των, αποτελούν μίαν φυλήν, ευτυχεστέραν και ζωηροτέραν της οποίας ουδαμού αλλού της γης βλέπει ο περιηγητής.
Βαθμηδόν η κοιλάς διευρυνομένη σχηματίζει μικρόν φυσικόν αμφιθέατρον εκ λόφων, το οποίον υποθέτουν τινές ότι είνε ο κρατήρ εσβεσμένου ηφαιστείου· επί του αμφιθεάτρου τούτου απλούνται αι οικίαι και αι στεναί οδοί μικράς τινος ανατολικής πόλεως. Υπάρχει μία μικρά εκκλησία· η ογκώδης οικοδομή ενός μοναστηρίου· ο υψηλός μιναρές ενός τζαμιού· μία διαυγής, άφθονος πηγή· λευκαί οικίαι λιθόκτιστοι, και κήποι χλοεροί μεταξύ αυτών, σκιαζόμενοι από συκάς και ελαίας, ένα αιώνιον χαμόγελον λευκών και ερυθρών ανθέων πορτοκαλλεών και ροιών. Την άνοιξιν τουλάχιστον τα πάντα έχουν μίαν απερίγραπτον απαλότητα, ένα άρρητον θέλγητρον· αι περιστεραί τρύζουν εις τα δένδρα· αι μέλισσαι πτερυγίζουν εις ακαταπόνητον δραστηριότητα· ο λαμπρός κυανόχρους κολοιάτης, το κοινότερον και ερασμιώτερον πτηνόν της Παλαιστίνης περιίπταται ως ζωντανός σάπφειρος υπέρ τους αγρούς τους απείρως διηνθισμένους. Και η μικρά αύτη πόλις είνε η Ναζαρέτ, όπου ο Υιός του Θεού, ο Σωτήρ του ανθρωπίνου Γένους, κατηνάλωσε τριάκοντα περίπου έτη του θνητού βίου του. Ήτο πραγματικώς το χωρίον, οπού διέμεινε καθ' όλην την ζωήν του, εκτός τριών ή τεσσάρων ετών· το χωρίον, ούτινος το επονείδιστον τότε όνομα περιελήφθη εις την επιγραφήν, την επί του σταυρού του χαραχθείσαν· το χωρίον το οποίον δεν απηξίωσε να μνημονεύση, όταν οραματικώς ωμίλησεν εις τον διώκοντα Σαούλ (Πρ. Απ. 22, 8). Και κατά μήκος της στενής ατραπού του βουνού, την οποίαν περιέγραψα, οι πόδες Του πολλάκις θα επάτησαν, διότι είνε το μόνον μέρος, δι' ου επιστρέφων προς βορράν από Ιερουσαλήμ, ηδύνατο να φθάση εις τον τόπον της νηπιακής, της νεανικής και της ωρίμου ηλικίας του.
Ποίος ήτο ο τρόπος του βίου του, καθ' όλην εκείνη την τριακονταετίαν;
Εκ των τεσσάρων Ευαγγελιστών, ο Ιωάννης, ο επιστήθιος μαθητής και ο Μάρκος, ο φίλος και «υιός» του Πέτρου, αντιπαρέρχονται τα τριάκοντα ταύτα έτη εις απόλυτον, εις άλυτον σιγήν. Ο Ματθαίος αφιεροί έν ολόκληρον κεφάλαιον εις την επίσκεψιν των Μάγων και εις την φυγήν εις Αίγυπτον και είτα προχωρεί εις το κήρυγμα του Βαπτιστού. Μόνον ο Λουκάς, εκτός της περιγραφής των επεισοδίων της εισαγωγής εις το Ιερόν, διασώζει και έν ανεκτίμητον ανέκδοτον της παιδικής ηλικίας του Σωτήρος και ένα πολύτιμον εδάφιον περιγραφικόν της αυξήσεως αυτού μέχρι της συμπληρώσεως του δωδεκάτου έτους της ηλικίας. Και ο στίχος ούτος δεν εμπεριέχει τι ικανοποιούν την περιέργειάν μας· δεν μας χορηγεί πληροφορίαν τινά περί της ζωής του, δεν αποκαλύπτει περιπετειώδες τι ανέκδοτον· μας λέγει μόνον πως εις την γλυκείαν και ιεράν παιδικότητά του «ηύξανε το παιδίον, και εκραταιούτο πνεύματι, πληρούμενον σοφίας· και χάρις Θεού ην επ' αυτό». Εις την περίοδον ταύτην του βίου του δυνάμεθα να εφαρμόσωμεν και το επόμενον εδάφιον: «Και Ιησούς προέκοπτε σοφία και ηλικία, και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις». Η ανάπτυξίς του ήτο καθαρώς ανθρωπίνη ανάπτυξις. Δεν ήλθεν εις τον κόσμον πεπροικισμένος με απειρίαν γνώσεων, αλλ' ως μας λέγει ο Λουκάς προέκοπτε βαθμηδόν σοφία. Δεν ήτο θωρακισμένος διά σιδηράς δυνάμεως, ησθάνετο όλους τους πειρασμούς της αδυναμίας και της ατελείας της ανθρωπινής φύσεως. Ηύξησεν όπως και οι άλλοι άνθρωποι, και η παιδική του ηλικία είχεν ένα ακηλίδωτον και αναμάρτητον κάλλος, όπως την άνοιξιν τα άνθη των ρόδων και όπως τα κρίνα παρά τα ύδατα.
Τα Ευαγγέλια όθεν τηρούσι βαθυτάτην σιωπήν διά την περίοδον ταύτην του βίου του Ιησού· αλλ' οία ευγλωττία εν τη σιωπή ταυτή! Εν πρώτοις δυνάμεθα να την ερμηνεύσωμεν ως δείγμα και ως επιβεβαίωσιν της αξιοπιστίας των. Βλέπομεν εκ της σιωπής ταύτης ότι οι Ευαγγελισταί ήθελον να είπουν την απλήν και καθαράν αλήθειαν, και όχι να χαλκεύσουν απιθάνους ή ευλογοφανείς μύθους. Ότι ο Χριστός διήλθε τριάκοντα έτη του βραχυτάτου βίου του τού επιγείου εις έν άσημον χωρίον· ότι ηύξησε και ηνδρώθη όχι μόνον εις μίαν κατακτηθείσαν χώραν, αλλά και εις την μάλλον περιφρονημένην επαρχίαν της· ότι καθ' όλον το μακρόν χρονικόν διάστημα ουδέν εγένετο θαύμα αλλόκοτον και υπερφυσικόν, όπως αναγγείλη και αποκαλύψη και δοξάση τον ερχόμενον Βασιλέα, είνε πράγματα, τα οποία, ουδείς ηδύνατο να περιμένη και τα οποία ουδείς ηδύνατο να φαντασθή ή να εφεύρη.
Και όμως ούτω συνέβησαν και οι Ευαγγελισταί συνεπώς αφηγούνται αυτά όπως συνέβησαν· και το γεγονός ότι αντιφάσκουν προς παν ό,τι ηδυνάμεθα ημείς να φαντασθώμεν είνε μία επιπρόσθετος απόδειξίς της αληθείας των. Επιπρόσθετος απόδειξις, διότι οι Ευαγγελισταί ήσαν προδιατεθειμένοι να πιστεύουν όπως και ημείς το υπερφυσικόν και το απίθανον. Αν συνέβαινε τι θαυμαστόν και παράδοξον κατά την παιδικήν ηλικίαν του Κυρίου ημών δεν θα εδίσταζον φυσικώς να το αναγράψουν ως έντιμοι και ειλικρινείς μάρτυρες· αν ήσαν ψευδόλογοι και αναξιόπιστοι θα εφεύρισκον υπερβολάς και θαύματα, αν δεν συνέβαινον τοιαύτα.
Δεν έχομεν παρά να στραφώμεν εις τα Απόκρυφα Ευαγγέλια διά να ίδωμεν πόσον ριζικώς διαφέρει το ψευδές ανθρώπινον ιδεώδες από τα αληθή γεγονότα. Βλέπομεν εκ τούτων πως οι μυθολόγοι του χριστιανισμού, αιρετικοί εκ συστήματος, ακολουθούντες τας φυσικάς ροπάς των, τας ήκιστα πνευματικάς περιβάλλουν την παιδικήν ηλικίαν του Χριστού με θάμβος θαυμάτων και μας την παριστάνουν ως παντοδύναμον, τρομακτικήν, υπερφυσικήν. Απόδειξις του ότι οι Ευαγγελισταί εμφορούνται υπό του πνεύματος του θείου, αφηγούμενοι τον βίον Εκείνου, παρ' ω ο Θεός απεκαλύφθη εις άνθρωπον, είνε ότι όσον παρέρχεται ο χρόνος, τόσον ανακαλύπτομεν ότι τας γενικάς εκείνας γραμμάς της ιεράς αφηγήσεως δεν δύναται να τας θίξη μια βέβηλος και ασεβής χειρ, χωρίς να τας μολύνη και να τας διαστρεβλώση. Εάν οι συγγραφείς των αποκρύφων εσκόπευον να επιβάλουν εις τους μεταγενεστέρους τας παραδόσεις των ως αληθή ιστορίαν ή ως μυθολογίαν, είνε τουλάχιστον βέβαιον, ότι ως επί το πλείστον ήθελον να περιβάλουν το μέτωπον του Χριστού με φωτοστέφανον τιμής. Πόσον εν τούτοις αι ιστορίαι των τον σμικρύνουν και τον ατιμάζουν και τον παρανοούν! Πόσον είνε η ευγενής απλότης της ευαγγελικής εκείνης σιωπής απείρως ανωτέρα όλων των περί της παιδικής παντοδυναμίας του Χριστού μυθευμάτων, εκ των οποίων βρίθουν το Πρωτευάγγελον και ο ψευδο-Ματθαίος και το Αραβικόν Ευαγγέλιον της Νηπιακής Ηλικίας! Ήθελον να δοξάσουν τον Χριστόν αλλ' ουδείς μύθος δύναται να τον δοξάση· ο περί αυτού άλλα εκτός της αληθείας φανταζόμενος τον ταπεινόνει· ο Ιησούς αντιπροσωπεύει την ασθενή, την ατελή, την υπό πειρασμών κατατρυχομένην φύσιν του ανθρώπου μαζύ με την θείαν και άψογον υπόστασιν. Ο παιδικός Χριστός των Ευαγγελίων είνε απλοϊκός και γλυκύς, ευπειθής και ταπεινός· υπακούει εις τους Γονείς Του. Επιδίδεται εις τας ενασχολήσεις Του τας οικογενειακάς και εις τας ενασχολήσεις της ηλικίας Του· αγαπά όλους τους ανθρώπους, και όλοι οι άνθρωποι αγαπούν το αγνόν, το χαριτωμένον και ευγενές Παιδίον. Γνωρίζει ήδη ότι ο Θεός είνε ο Πατήρ Του, και του Θεού η χάρις καταλούει Αυτόν ηδέως ως το φως της ημέρας, ή ως η δρόσος του ουρανού, και καταλάμπει ως αδιόρατος φωτοστέφανος περί το παιδικόν και άγιον μέτωπόν του. Αόρατον με τας πτέρυγάς του τας αργυράς και με τα χρυσά πτερά του, το Πνεύμα το Άγιον κατήλθεν εν είδει περιστεράς και ανέλαβεν υπό την προστασίαν του το θείον Τέκνον. Πόσον όμως διαφορετικός είνε ο παιδικός Χριστός των Αποκρύφων Ευαγγελίων! Είνε κακοποιός, προπετής, οιηματίας, μνησίκακος, εκδικητικός. Μερικά εκ των θαυμάτων των αποδιδομένων εις αυτόν είνε άσκοπα και παιδαριώδη, — όπως όταν κομίζη το χυθέν ύδωρ εντός της εσθήτος του· ή μακραίνει την κοντήν σανίδα εις το απαιτούμενον μήκος· ή πλάσσει στρουθία με πηλόν και εμφυσά εις αυτά ζωήν και τα κάμνει να πετούν, ή ρίπτει όλα τα ενδύματα εντός της σκάφης του βαφέως και τα εξάγει κατόπιν έκαστον βαμμένον με το απαιτούμενον χρώμα. Μερικά όμως εξ άλλου είνε απλώς παράλογα και αηδή, ως όταν κακίζει και καταισχύνει και επιβάλλει σιωπήν εις τους θέλοντας να τον διδάξουν· ή επιπλήττει τον Ιωσήφ· ή μεταμορφόνει τους παιδικούς συντρόφους του εις ερίφια. Άλλα είνε πάλιν σκληρά και βλάσφημα, όπως όταν με μίαν μόνην κατάραν θανατόνει τα παιδία, τα οποία τον υβρίζουν ή τρέχουν κατόπιν του, μέχρις ότου, εγείρεται τέλος θύελλα λαϊκής αγανακτήσεως και η Μαρία φοβείται να τον αφήση να εξέλθη από την οικίαν. Εις μίαν επιμελή έρευναν και εξέτασιν όλων αυτών των δυσπέπτων, των ακαλαίσθητων και συχνάκις πονηρών μύθων, ευρίσκω έν μόνον ανέκδοτον εις ο υπάρχει δόσις τις αληθούς αισθήματος και πιθανότητος αληθείας· και τούτο μόνον μνημονεύω, διότι είνε οπωσδήποτε αβλαβές και ίσως βασίζεται επί πατροπαραδότου τινός γεγονότος. Είνε από το Αραβικόν Ευαγγέλιον της Νηπιακής ηλικίας του Χριστού, του οποίου την θαυμασίαν μετάφρασιν οφείλομεν εις τον κ. Χάρρις Κόουπερ, και έχει ως εξής:
«Εις το Όρος Αδάρ συνήθροισεν ο Ιησούς τα παιδία ως αν ήτο Βασιλεύς των· έστρωσαν τα ενδύματά των εις το έδαφος, και εκάθησεν επ' αυτών. Τότε έθεσαν εις την κεφαλήν του στέμμα εξ ανθέων, και ωσάν ακόλουθοι ευλαβείς προ Βασιλέως, εστάθησαν εν τάξει προ αυτού δεξιόθεν και αριστερόθεν. Και τα παιδία συνελάμβανον διά της βίας οιονδήποτε διερχόμενον εκείθεν και εκραύγαζον προς αυτόν: «Ελθέ και προσκύνησον τον Βασιλέα, έπειτα εξακολούθησον τον δρόμον σου!»