Part 29
Το ζήτημα ήτο περιπεφραγμένον με δυσχερείας πανταχόθεν, και διά πολλούς λόγους. Πρώτον, ο θεσμός του Μωυσέως επί του υποκειμένου ήτο αμφιβόλου εκφράσεως. Τούτο δε είχε δώσει αφορμήν εις σφοδροτάτην αντίθεσιν γνωμών μεταξύ των δύο αξιολογωτέρων εκ των Ραββινικών σχολών. Η διαφορά των σχολών είχεν αποβή εις διαφοράν εις τα έθιμα του έθνους. Τελευταίον αι θεολογικαί, σχολαστικαί, ηθικαί και εθνικαί δυσχέρειαι επί μάλλον είχον περιπλακή διά πολιτικών δυσχερειών, διότι ο άρχων εις ου το κράτος είχε προβληθή το ερώτημα βαθέως διεφέρετο εις την απάντησιν, και είχε παραδώσει ήδη εις θάνατον τον μέγιστον των προφητών ένεκα της τολμηράς εκφράσεως γνώμης πολεμιωτάτης προς την ιδίαν πράξιν του. Ό,τι και αν έπραττον οι έρποντες Ραββίνοι της Γαλιλαίας, ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, τουλάχιστον, δεν είχεν αφήσει ουδέ σκιάν αμφιβολίας περί του πώς ηρμήνευεν αυτός τον Νόμον του Μωυσέως, και είχεν εκτίσει την ποινήν της ελευθεροστομίας του διά της ιδίας ζωής του.
Ο Μωυσής είχε διατυπώσει τον κανόνα ότι, όταν ανήρ τις ενυμφεύθη γυναίκα, «και αύτη, — δεν ευρίσκη χάριν εις τους οφθαλμούς του, διότι εύρε ρύπον τινά ή κηλίδα εν αυτή, τότε ας γράψη γραμμάτιον αποστασίου, και ας δώση τούτο εις την χείρα αυτής, και ας αποπέμψη αυτήν της οικίας. Και όταν απέλθη της οικίας του, δύναται να υπάγη να γείνη άλλου ανδρός σύζυγος»· Λοιπόν, εν τη ερμηνεία του κανόνος τούτου, το παν εξηρτάτο εκ της εννοίας της εκφράσεως ε ρ β ά θ δ α β β ά ρ, ή μάλλον εκ της εννοίας της απλής λέξεως ε ρ β ά θ. Εσήμαινεν εν γένει σπίλον ή άγος, ο δε Ιλλήλ μετά της σχολής του εξήγει το χωρίον με την έννοιαν ότι πας ανήρ δύναται να διαζευχθή την γυναίκα του διά πάσαν αηδίαν την οποίαν θα ησθάνετο προς αυτήν· καθώς, και αν έβλεπεν, ως είπεν ο ραββίνος Ακίβας, άλλην γυναίκα ήτις να του ήρεσκε περισσότερον· ενώ η σχολή του Σαμμαΐ ηρμήνευε τούτο ως σημαίνον ότι διαζύγιον ηδύνατο μόνον να δοθή εν περιπτώσει σκανδαλώδους ακολασίας. Εντεύθεν οι Εβραίοι είχον την παροιμίαν ότι ο Σαμμαΐ έδενε και ο Ιλλήλ έλυε.
Ο Σαμμαΐ είχεν ηθικώς δίκαιον και εξηγητικώς άδικον· ο Ιλλήλ εξηγητικώς δίκαιον και ηθικώς άδικον. Ο Σαμμαΐ ορθώς απεφαίνετο μόνον καθ' όσον έβλεπεν ότι το πνεύμα της Μωσαϊκής νομοθεσίας δεν καθίστα το διαζύγιον δικαιολογήσιμον εν τω κριτηρίω της συνειδήσεως πλην εν περιπτώσει καταφώρου ανηθικότητος· ο Ιλλήλ ορθώς έκρινεν εφ' όσον έβλεπεν ότι ο Μωυσής είχεν αφήσει μίαν θύραν ανοικτήν διά το διαζύγιον εν τω κριτηρίω του δημοσίου εις μικροτέρας περιπτώσεις παρ' αυτάς. Αλλ' όπως είχον τα πράγματα, το ν' αποφασίση τις προς χάριν της ετέρας των σχολών θα ήτο όχι μόνον θανάσιμος προσβολή κατά της ετέρας, αλλ' η μεγάλη αδημονία διά τους ακολάστους τους πολλούς, η μεγάλη βδελυγμία διά τους υψίφρονας τους ολίγους. Επειδή εις τας ημέρας εκείνας της διαφθοράς η πλειονότης έπραττε κατά την αρχήν την τιθεμένην υπό του Ιλλήλ όπως οι Ιουδαίοι εν τη Ανατολή εξακολουθούν μέχρι της σήμερον να πράττωσι. Τοιαύτη ήτο πράγματι η καθολική ροπή των χρόνων. Εν τω Εθνικώ και ιδίως τω Ρωμαϊκώ κόσμω η στενότης του δεσμού του γάμου τόσον αισχρώς είχε χαλαρωθή, ώστε ενώ επί της δημοκρατίας εκατονταετηρίδες είχον παρέλθη πριν παρουσιασθή έν μεμονωμένον παράδειγμα ελαφρού διαζυγίου, επί της αυτοκρατορίας, τουναντίον, το διαζύγιον ήτο ο κανών και η συζυγική πίστις η εξαίρεσις. Αι ημέραι των Βιργινιών και των Λουκρητιών και Κορνηλίων είχον παρέλθη. Τώρα ήτο η εποχή των Ιουλιών, και των Ποππαδών, των Μεσσαλινών και των Αγριππινών· αι ημέραι καθ' ας, ως λέγει ο Σενέκας, αι γυναίκες ηρίθμουν τα έτη των όχι κατά υπατείας, αλλά κατά τον αριθμόν των διαζυγίων των. Οι Ιουδαίοι είχον μιμηθή, το κακόν παράδειγμα, και αφού η πολυγαμία είχε πέσει εις αχρηστίαν, εθεράπευον ως έγγιστα την έλλειψιν διά της ευχερείας μεθ' ης απέπεμπον μίαν γυναίκα και ελάμβανον δευτέραν. Ο Ιώσηπος, Φαρισαίος μεταξύ των Φαρισαίων, διηγείται άνευ σκιάς απολογίας ότι η πρώτη γυνή του τον είχεν εγκαταλίπει, ότι διεζεύχθη την δευτέραν αφού είχε γεννήσει τρία τέκνα, και ενυμφεύθη τρίτην. Αλλ' εάν ο Ιησούς απεφαίνετο υπέρ της γνώμης του Σαμμαΐ, τότε θα εξέφραζε την κοινήν γνώμην ότι ο Ηρώδης Αντίπας ήτο διττώς μοιχός, μοιχός διά μοιχείας συναφθείς προς μοιχαλίδα.
Αλλ' ο Ιησούς ήτο αδιάφορος και προς την μήνιν των πολλών και προς την οφρύν του τυράννου. Η μόνη πρόθεσίς Του ήτο να δώση και προς τοιούτους εξεταστάς οποίοι αυτοί αποκρίσεις ικανάς να τους αναβιβάσωσιν εις κρείττονα σφαίραν. Το αξίωμά των, «έστι νόμιμον;» εάν ήτο ειλικρινές, θα εμπεριείχε την απάντησιν εις την ιδίαν ερώτησίν των. Ουδέν είνε νόμιμον προς πάντα άνθρωπον αμφιβάλλοντα περί της νομιμότητός του. Ο Ιησούς, αντί να τους απαντήση, τους παραπέμπει εις την πηγήν όπου ηδύνατο να ευρεθή η αληθής απάντησις. Αποκρινόμενος εις το «έστι νόμιμον;» διά του «ουκ ανέγνωτε;» υπομιμνήσκει αυτούς ότι ο Θεός, όστις εξ αρχής άρρεν και θήλυ είχε ποιήσει τον άνθρωπον, εσήμανε διά τούτου την θέλησίν Του ώστε ο γάμος να είνε η στενωτάτη και αδιαρρηκτοτάτη των σχέσεων υπερέχουσα και υπερβάλλουσα όλας τας λοιπάς.
«Διατί άρα, ερωτώσιν, έτοιμοι να τον περιπλέξωσιν εις αντίθεσιν προς τον Νόμον, διατί ο Μωυσής προσέταξε να δίδεται γράμμα αποστασίου, και ν' Αποπέμπητε αυτή; Ο τρόπος της ερωτήσεώς των εμπεριείχεν εν των ψευδών εκείνων σχημάτων των τόσω κοινών μεταξύ των λατρευτών του γράμματος, και επί του ψεύδους τούτου εθεμελίουν την ανεστραμμένην πυραμίδα των ψευδεστέρων συμπερασμάτων των. Ο Ιησούς τους διώρθωσε. «Μωσής διά την σκληροκαρδίαν υμών επέτρεψεν υμίν του απολύειν τας γυναίκας υμών· αλλ' απ' αρχής ουκ ην ούτω». Είτα προσθέτει φοβεράν και ρητήν την καταδίκην του Ηρώδου Αντίπα, χωρίς να τον ονομάση. «Όστις απολύει την γυναίκα αυτού και νυμφεύεται άλλην, παρεκτός λόγου μοιχείας, μοιχάται· και όστις νυμφευθή απολελυμένην, μοιχάται». Και η πράξις του Ηρώδου ήτο το χείριστον παράδειγμα αμφοτέρων των ειδών της μοιχείας, διότι, ενώ συνώκει με αθώαν και αδιάζευκτον γυναίκα, προσέλαβε την ένοχον αλλ' αδιάζευκτον εισέτι γυναίκα του Ηρώδου Φιλίππου, του αδελφού και ξένου του· και είχε πράξει τούτο, άνευ ίχνους δικαιολογίας, εξ ενόχου πάθους, οπότε το έαρ της ζωής και αυτού και της παλλακίδος του είχε παρέλθη.
Εάν οι Φαρισαίοι ήθελον να κάμουν χρήσιν της αποκρίσεως ταύτης όπως φέρωσι τον Ιησούν εις σύρραξιν προς τον Αντίπαν, και εφελκύσωσιν επί της θείας κεφαλής Του την τύχην του Βαπτιστού, δυνατόν να το έπραξαν· και αν ήθελον να δηλητηριάσωσι σφοδρότερον εναντίον Του τας σχολάς του Ιλλήλ και του Σαμμαΐ, αίτινες αμφότεραι εφαίνοντο ούτω εν πλάνη διατελούσαι (η μεν του Ιλλήλ δι' έλλειψιν ηθικής εμβαθύνσεως, η δε του Σαμμαΐ δι' απουσίαν εξηγητικής οξύτητος) δυνατόν να το έπραξαν. Αλλ' Εκείνος εν τω μεταξύ είχε ρίψει πλήμμυραν φωτός επί των δυσχερειών της Μωσαϊκής νομοθεσίας, δείξας ότι αύτη ήτο προσωρινή, όχι οριστική, παροδική, όχι αιωνία. Εκείνο το οποίον οι Εβραίοι, ακολουθούντες τον περίφημον Ιλλήλ των, εθεώρουν ως θείαν άδειαν, εφ' ή να σεμνύνωνται, ήτο τουναντίον κατ' ανοχήν υπάρχον κακόν, εφ' ω έπρεπε να αισχύνωνται· ήτο πράγματι μόνιμος μαρτυρία εναντίον της σκληροκαρδίας των και της απειθείας των.
Οι Φαρισαίοι, κατησχυμμένοι ως συνήθως, ευρέθησαν και αύθις αντιμέτωποι υψηλοτέρας σοφίας και θειοτέρας βαθυνοίας, και απεσύρθησαν όπως βυσσοδομήσωσι νέας σκευωρίας εξ ίσου κακοβούλους και εξ ίσου ματαίας. Αλλά τίποτε δεν δύνανται πληρέστερον να δείξη την αναγκαιότητα της του Χριστού διδασκαλίας ή το γεγονός ότι και οι μαθηταί εξεπλάγησαν και ηθύμησαν εκ τούτου. Εν τη κακή εκείνη γενεά, ότε η διαφθορά ήτο τόσον παγκόσμιος, ότε εν Ρώμη ο γάμος είχεν εκπέση εις τοσαύτην αχρηστίαν και καταφρόνησιν, ώστε εδέησε νόμος να ψηφισθή τιμωρών την αγαμίαν διά προστίμου, ενόμισαν την αυστηρότητα της εντολής του Κυρίου τόσον τραχείαν, ώστε η αγαμία εφάνη προκριτωτέρα· και την γνώμην ταύτην εξέφρασαν όταν ευρέθησαν και πάλιν μετ' Αυτού εν τη οικία. Οποία θανάσιμος πληγή θα κατεφέρετο κατά της ευημερίας του κόσμου και κατά της χρηστοηθείας του κόσμου, εάν Εκείνος συγκατένευεν εις το άφρον συμπέρασμά των! Και πόσον θαυμασία απόδειξις είνε της θεότητός Του ότι ενώ πας άλλος έξοχος της ηθικής διδάσκαλος, και οι άριστοι και μέγιστοι πάντων, εξέφρασεν ή ενέκρινε πολλάς κινδυνώδεις πλάνας, αίτινες συνετέλεσαν εις το να δηλητηριάσωσι τον βίον των εθνών, όλα τα ρήματα του Κυρίου Ιησού ήταν θεσπεσίως υγιά ρήματα.
Εν τη απαντήσει Του δεν δίδει την γενικήν εκείνην προτίμησιν εις την αγαμίαν, ήτις τόσον θα εξετιμάτο υπό των ασκητών και των μοναχών, και θα ετάραττε τας συνειδήσεις πολλών των οποίων η ένωσις εξ ουρανών ευλογήθη. Ηρνήθη να εκφέρη ως προς την κατάστασιν της αγαμίας τόσον απόλυτον κύρωσιν. Παν ό,τι είπεν υπήρξεν ότι αύτη η παρατήρησίς των ως προς το ασύμφορον του γάμου δεν έχει τόσον γενικήν εφαρμογήν· ότι είνε αδύνατον και απευκταίον διά τους πολλούς, και καλόν μόνον διά τους εκλεκτούς τους ολίγους. Τινές τω όντι είνε απροσφυείς διά τον ιερόν δεσμόν εκ των περιστάσεων της γεννήσεως ή της κατασκευής των· άλλοι πάλιν καθίστανται ακατάλληλοι διά των ατίμων, αλλά κοινών τότε, ωμοτήτων της δουλείας και του ανδραποδισμού· και άλλοι οίτινες απέχουσι πάσης σκέψεως περί γάμου διά θρησκευτικούς λόγους ή συνεπεία υψηλοτέρων αναγκών. Ούτοι είνε εκείνοι «οις δέδοται». Των μεν χρέος είνε να νυμφεύωνται, και να υπηρετώσι τω Θεώ εν τη εγγάμω καταστάσει· των δε χρέος δυνατόν να είνε να μη νυμφευθώσι, και ούτω να ευαρεστήσωσι τω Θεώ ως άγαμοι. Δεν υπάρχει εις τους λόγους τούτους του Χριστού όλη εκείνη η δυσχέρεια την οποίαν τινές εύρον εις τούτους. Αι εντολαί Του υπομνηματίζονται άριστα εν τω ζ' και τω θ’ κεφαλαίω της Προς Κορινθίους Πρώτης Επιστολής, και η έννοιά των η σαφής είνε ότι, εκτός των σπανίων παραδειγμάτων της φυσικής προς γάμον ανικανότητος, ολίγαι υπάρχουσιν άλλαι περιπτώσεις, και αύται σχετίζονται με την εις ειδικήν υπηρεσίαν του Θεού αφιέρωσιν και με υψηλήν διακονίαν.
Και ως συγκινητικόν σχόλιον εις τους υψηλούς τούτους λόγους, ως απόδειξις της θείας αποφάσεώς Του ότι ο γάμος είνε τίμιος εν πάσι και η κοίτη αμίαντος, επήλθεν η περίστασις ότι ο Κύριος έλαβε μέρος εις σκηνήν ήτις έμελλε να θέλγη διά πάντοτε τας φαντασίας των ποιητών και ζωγράφων. Εκείνος όστις ως πρώτον θαύμα Του εποίησε το να ευλογήση δι' αποτελεσματικού σημείου την αθώαν χαράν του γάμου, ως μίαν των τελευταίων πράξεων της επιγείου ζωής Του έσχε το να περιπτυχθή παιδία εις τας αγκάλας Του. Φαίνεται ότι είχε γνωσθή ανά την χώραν, την πέραν του Ιορδάνου, ότι ο καιρός της αναχωρήσεώς Του επλησίαζε· και εν συνειδήσει ίσως των λόγων τους οποίους αρτίως είχεν εκφέρει, πατέρες και μητέρες και οικείοι έφερον προς Αυτόν τους καρπούς των ιερών δεσμών, νεαρά παιδία και βρέφη, με σκοπόν να τα επιψαύση και να τα ευχηθή. Πριν ή καταλίπη εσαεί αυτούς, ήθελον να Τον αποχαιρετίσωσι πανηγυρικώς· ήθελον να καρπωθώσιν οιονεί την κληρονομίαν της ιδιαιτέρας ευλογίας Του διά την μέλλουσαν γενεάν. Οι μαθηταί έκριναν την διαγωγήν των προπετή και άκαιρον. Δεν επιθύμουν να ενασχολήται ο Διδάσκαλος των άνευ ανάγκης· δεν ηγάπων να διακόπτωνται εις τας υψηλάς συνδιαλέξεις των. Ηγανάκτουν διότι πολλαί απλοϊκαί γυναίκες και παιδία εισήρχοντο και παρεμπόδιζον σπουδαιότερα πρόσωπα και συμφέροντα. Αι γυναίκες δεν ετιμώντο ούτε τα παιδία ηγαπώντο κατά την αρχαιότητα όπως τώρα· ακτινωτός στέφανος ρωμαντισμού και τρυφερότητος δεν τας περιέβαλλε τότε· συχνότατα επεβάλλοντο εις επαισχύντους σκληρότητας και εις αλγεινήν ολιγωρίαν. Αλλ' εκείνος όστις ήλθε διά να είνε φίλος όλων των αμαρτωλών και βοηθός όλων των πασχόντων, ήλθεν ομοίως και διά να υψώση την γυναίκα εις την τιμήν την πρέπουσαν, εκατονταετηρίδας πριν το Τευτονικόν στοιχείον της νεωτέρας κοινωνίας αναφανή όλως, και διά να είνε προστάτης της αβοηθήτου παιδικότητος και της βρεφωσύνης της ακάκου. Και τα μη έχοντα ακόμη συνείδησιν νεογνά έμελλον να γίνωνται δεκτά εις την Εκκλησίαν Του διά του υψηλού μυστήριου Του του Βαπτίσματος, να γίνωνται δε μέλη Αυτού, και κληρονόμοι της βασιλείας Του. Έστρεψε την επιτίμησιν των μαθητών κατ' αυτών τούτων· εδυσφόρησε τόσον προς αυτούς, όσον εκείνοι προς τους γονείς και τα παιδία. «Άφετε τα παιδία», είπε, με λέξεις τας οποίας έκαστος των συνοπτιστών διετήρησεν ημίν εν τη αθανάτω αυτών τρυφερότητι, «Άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς Με, και μη κωλύετε αυτά, των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών». Και αφού τα περιεπτύχθη εις τους βραχίονάς Του, έθεσεν επ' αυτά τας χείρας και τα ευλόγησε, προσέθηκε πάλιν την συνεχώς αναγκαιούσαν, και διά τούτο συνεχώς επαναλαμβανομένην, νουθεσίαν, «ος αν μη δέξηται την βασιλείαν των ουρανών ως παιδίον, ου μη εισέλθη εις αυτήν».
Όταν η ωραία αύτη σκηνή παρήλθε, διηγείται ο Ματθαίος ότι ανεχώρησεν εις την οδόν Αυτού, πιθανώς διά την νέαν εκείνην επίσκεψιν εις την άλλην Βηθανίαν, περί ης θα είπωμεν εν τω επομένω κεφαλαίω· και καθ' οδόν συνέβη άλλο επεισόδιον, το οποίον ενετυπώθη τόσον βαθέως εις τα πνεύματα των θεατών, ώστε και τούτο απεμνημονεύθη υπό των Ευαγγελιστών εν τριπλή αφηγήσει.
Νέος τις μεγάλου πλούτου και υψηλής θέσεως φαίνεται αιφνιδίως να κατελήφθη υπό πεποιθήσεως, ότι είχε παραμελήσει μέχρι τούδε ευκαιρίαν ανεκτίμητον, και ότι Εκείνος όστις μόνος θα ηδύνατο να εξηγήση προς αυτόν την αληθή σημασίαν της ζωής ήτο ήδη εις δρόμον όπως απέλθη απ’ αυτών. Αποφασίσας άρα να μη υστερήση, ήλθε τρέχων, πνευστιών, εύθυμος, με τρόπον όστις εξέπληξε πάντας τους ιδόντας, και γονυπετών προ των ποδών του Ιησού εφώνησε: «Διδάσκαλε αγαθέ, τι ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;»
Ο Ιησούς απεκρίθη: «Τι με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός ειμή είς, ο Θεός.» Ήθελε τόσον να δεχθή τον τίτλον α γ α θ ό ς όσον ήθελε να δεχθή και τον τίτλον Μ ε σ σ ί α ς, διδόμενον με ψευδή έννοιαν. Όθεν εδείκνυε προς τον νεαρόν άρχοντα ότι, αφού ήρχετο προς Αυτόν ως προς ψιλόν άνθρωπον, η προσαγόρευσίς του, καθώς και η ερώτησίς του, ήτο εσφαλμένη. Ουδείς δύναται άλλον ακρογωνιαίον λίθον να θέση παρά τον κείμενον, όστις είνε ο Χριστός, είτα εξηκολούθησεν: «Ει θέλεις εις την ζωήν εισελθείν, τήρησον τας εντολάς».
Ο νέος δεν επερίμενε τόσον εναργή την απάντησιν. Δεν δύνατο να πιστεύση ότι παραπέμπεται απλώς εις τας Δέκα Εντολάς, όθεν ερωτά εν εκπλήξει, «Ποίας Εντολάς;» Ο Ιησούς, επειδή ο νεανίσκος κάτι επεθύμει να π ο ι ή σ η, αναφέρει αυτώ απλώς τας της Δευτέρας Πλακός, διότι, ως καλώς παρετηρήθη, ο Χριστός παραπέμπει τους υπερηφάνους εις τον Νόμον, και καλεί τους ταπεινούς εις το Ευαγγέλιον. «Διδάσκαλε, απήντησεν εν εκπλήξει ο νέος, ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου». Αναμφιβόλως κατά το γράμμα δυνατόν να είχε πράξει ούτω, όπως μυριάδες έπραξαν· αλλά προφανώς δεν εγνώριζε πώς ηρμήνευεν ο Χριστός τας εντολάς ταύτας. Και ο Ιησούς, βλέπων την ειλικρίνειάν του, τον εξετίμησε, και προέβαλεν αυτώ μίαν δοκιμασίαν. Ο νεανίσκος δεν ηρκείτο εις τα τετριμμένα· απέβλεπεν εις τα ηρωικά, ή μάλλον του εφαίνετο ότι απέβλεπε· διά τούτο ο Ιησούς του έδωκε μίαν ηρωικήν πράξιν να εκτελέση. «Έν έτι λείπεταί σοι», είπε, και τον προέτρεψε να υπάγη, να πωλήση τα υπάρχοντά του, να τα μοιράση εις τους πτωχούς, και ύστερον να έλθη να Τον ακολουθήση.
Τούτο ήτο παραπολύ. Ο νεαρός άρχων απήλθε περίλυπος, επειδή είχε πολλά κτήματα. Επροτίμησε τας ανέσεις της γης από τους θησαυρούς του ουρανού· δεν ήθελε ν' αγοράση τα αγαθά της αιωνιότητος παραιτούμενος τα εγκόσμια. Και ούτω εκλείπει από την Ευαγγελικήν ιστορίαν· ουδέ γνωρίζουσιν οι Ευαγγελισταί περιπλέον τι περί αυτού. Αλλ' η φαντασία η αυστηρά και μελαγχολική του ποιητού Δάντου τον παρακολουθεί, κ' ευρίσκει εκεί, εις τον άλλον κόσμον, μεταξύ άλλων ψυχών μαραμμένων και πλανωμένων ως φύλλα φθινοπωρινά, την σκιάν εκείνου «όστις εξ ανανδρίας έκαμε την μεγάλην άρνησιν».
Δυνάμεθα να ελπίσωμεν και να πιστεύσωμεν κρείττονα τελευτήν εις άνθρωπον προς τον οποίον ο Ιησούς, ως προσέβλεψεν, ησθάνθη συμπάθειαν. Αλλ' η απροθυμία του νεανίσκου εις το να υποστή την θυσίαν, ελύπησε τον Ιησούν, και περιβλέψας προς τους μαθητάς Του είπε: «Πώς δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν των ουρανών!» Οι λόγοι και πάλιν τους εξέπληξαν ως λίαν αυστηροί. Δεν ηδύνατο άρα αγαθός ανήρ να είνε πλούσιος, ουδέ πλούσιος να είνε αγαθός; Αλλ' ο Ιησούς μόνον απήντησε, μετριάζων το θλιβερόν και αυστηρόν των λόγων διά της φιλοστόργου προσφωνήσεως «παιδία». Παιδία, πόσον δύσκολον είνε να εισέλθη τις εις την βασιλείαν του Θεού! «Ευκολώτερόν εστι κάμηλον διά τρυμαλιάς ραφίδος διελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν.» Ηδύναντο βεβαίως να εκπλαγώσιν υπέρ το μέτρον. Δεν υπήρχε λοιπόν τότε ελπίς διά τον Νικόδημον, ούτε δι' Ιωσήφ τον από Αριμαθείας; Βεβαίως υπήρχε. Η διδασκαλία του Χριστού περί πλούτου ήτο τόσω ολίγον Εβιωνιτική όσον η διδασκαλία περί γάμου ήτο Εσσαϊκή. Τα φύσει αδύνατα είνε χάριτι δυνατά· τα αδύνατα παρ' ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ. Ο Χριστός ωμίλει μόνον περί του ανθρωπίνως αδυνάτου· και κατεδίκαζε κυρίως, την προσκόλλησιν εις τα χρήματα, την υπέρμετρον πεποίθησιν εις αυτά, όχι απλώς την κτήσιν των χρημάτων. Πλην είνε, ως μη ώφελεν, αληθές ότι η μεγάλη πλειονότης των πλουσίων προσκολλάται υπερμέτρως εις τα εγκόσμια αγαθά, εκπίπτει δε ή εις φιλοκοσμίαν και κενοδοξίαν μωράν, ή εις ρυπαράν φιλαργυρίαν.
Τότε μετά συγκινήσεως ο Πέτρος είπεν: «Ιδού ημείς κατελίπομεν πάντα και ηκολουθήσαμέν Σοι». Η απάντησις του Ιησού ήτο άμα μεγάλη εγκαρδίωσις και επίσημος νουθεσία. Η εγκαρδίωσις ήτο ότι δεν υπάρχει παράδειγμα αυτοθυσίας, ήτις, και εν τούτω τω κόσμω, και εν μέσω διωγμών, να μη λάβη την εκατονταπλασίαν αύξησίν της εν τω θερισμώ των πνευματικών ευεργετημάτων· και εις τον κόσμον τον μέλλοντα θ’ ανταμειφθή διά του αμυθήτου βραβείου της αιωνίας ζωής. «Εν τη παλιγγενεσία, καθίσετε επί θρόνων κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ». Η δε νουθεσία ήτο η συνήθης ην και πρότερον ήκουσαν, ότι πολλοί εκ των πρώτων έσονται έσχατοι, και οι έσχατοι πρώτοι. Και όπως εντυπώση επ' αυτούς ακόμη πληρέστερον ότι η βασιλεία των ουρανών δεν είνε υπόθεσις εμπορικού υπολογισμού ή ακριβούς ισοδυνάμου, ότι δεν ηδύνατο να γείνη διαπραγμάτευση προς τον Ουράνιον Οικοδεσπότην, ότι ενώπιόν του θείου οφθαλμού και της θείας κρίσεως οι εθνικοί δύνανται να γείνωσι δεκτοί προ των Ιουδαίων, οι Τελώναι προ των Φαρισαίων, και νέοι προσήλυτοι προ των γηραιών Αποστόλων, διηγήθη αυτοίς την Παραβολήν των Εργατών του Αμπελώνος. Η παραβολή αύτη, προς τοις άλλοις διδάγμασι, εμπεριείχε την αλήθειαν ότι, ενώ ουδείς ο υπηρετών τω Θεώ θα ψευσθή της δικαίας αμοιβής του, εν τω ουρανώ δεν δύναται να υπάρχωσι γογγυσμοί, φθόνοι, ούτε αντίζηλοι συγκρίσεις της αξίας εκάστου, ούτε ευτελείς περί πρωτοκαθεδρίας έριδες, ούτε οικτραί φιλονικίαι περί του τις πλείονα ειργάσθη, ή τις ελάχιστα έλαβε. «Φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης, αναπαύει τον της ενδεκάτης, καθάπερ και τον εργασάμενον από της πρώτης· κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται· και τα έργα δέχεται, και την γνώμην ασπάζεται· και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'. Η Έγερσις του Λαζάρου
Μήνυμα προς τον Ιησούν. — Δύο ημερών βραδύτης. — «Άγωμεν και ημείς ίνα αποθάνωμεν μετ' αυτού». — Η προϋπάντησις της Μάρθας. — «Εγώ ειμι η Ανάστασις και η Ζωή». — Αγωνία της Μαρίας. — Βαθεία συγκίνησις του Ιησού. — Σκηνή παρά τον τάφον. — «Λάζαρε, δεύρο έξω». — Η σιωπή των τριών Ευαγγελιστών. — Το συμβούλιον του Καϊάφα. — «Συμφέρει ίνα απολέσθαι».
«Έχω τας κλεις του άδου και του θανάτου». (Αποκάλ Α'. 18).
Αύται αι αποχαιριτιστήριοι ομιλίαι και διδασκαλίαι ίσως ανήκουσιν εις τας δύο ημέρας, τας μετά το μήνυμα το οποίον ο Ιησούς, ενώ ήτο ακόμη εν Βηθανία τη πέραν του Ιορδάνου, έλαβεν από την άλλην Βηθανίαν, όπου συχνά είχεν εύρη φιλοξενίαν. Το μήνυμα τούτο ήτο, «Κύριε, ον φιλείς ασθενεί». Ο Λάζαρος ήτο ο μόνος στενός φίλος τον οποίον είχεν ο Ιησούς έξω του κύκλου των Αποστόλων Του, και το επήγον άγγελμα ήτο προφανώς πρόσκλησις όπως έλθη Εκείνος ενώπιόν του οποίου, εφ' όσον γνωρίζομεν, δεν συνέβη επιθανάτιος σκηνή.
Αλλ' ο Ιησούς δεν ήλθεν. Ηρκέσθη μόνον, ενώ απησχολείτο εις σπουδαία έργα, να πέμψη το μήνυμα ότι «αύτη η ασθένεια δεν ήτο προς θάνατον, αλλά προς δόξαν Θεού», και έμεινε δύο ημέρας περισσότερον όπου ευρίσκετο. Εις το τέλος των δύο τούτων ημερών είπε προς τους μαθητάς Του:
«Άγωμεν εις την Ιουδαίαν και πάλιν». Οι μαθηταί υπέμνησαν Αυτώ, πως τελευταίον οι Ιουδαίοι εκεί είχον ζητήσει να τον λιθοβολήσωσι, και τον ηρώτησαν πώς θα ερριψοκινδύνευε να υπάγη πάλιν εκεί· αλλ' Αυτός απήντησεν ότι κατά τας δώδεκα ώρας της ημερησίας εργασίας Του ηδύνατο να περιπατή εν ασφαλεία, διότι το φως του έργου Του, το οποίον ήτο το θέλημα του Ουρανίου Πατρός Του, θα τον εφύλαττεν από παντός κινδύνου. Και είτα τους είπεν ότι, «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται, και πορεύομαι ίνα εξυπνίσω αυτόν». Τρεις εξ αυτών τουλάχιστον έπρεπε να ενθυμώνται πως, μίαν άλλην φοράν, είχεν ονομάσει ύπνον τον θάνατον· αλλ' ή εσιώπων ούτοι, άλλων λαλούντων, ή ήσαν λίαν βραδείς τη καρδία και δεν το ανελογίζοντο. Επειδή υπέθεσαν ότι ωμίλει περί συνήθους ύπνου, εδέησε να τους είπη καθαρά ότι ο Λάζαρος απέθανε, και έχαιρε δι' αυτούς, επειδή θα απήρχετο να τον επαναφέρη εις Την ζωήν. «Υπάγωμεν και ημείς, είπεν ο φιλόστοργος αλλά δύσθυμος Θωμάς, ίνα αποθάνωμεν μετ' αυτού»· ως εάν έλεγεν, είνε ανωφελές και επικίνδυνον το σχέδιον, αλλ' όμως ας υπάγωμεν.
Αναχωρήσας λίαν πρωί ο Ιησούς ευκόλως θα διήνυε την οδόν (περί τα είκοσι μίλια) προ της δύσεως του ηλίου. Αλλ' άμα φθάσας, εστάθη έξω του μικρού χωρίου. Η γειτνίασίς του προς τα Ιεροσόλυμα, οπόθεν απέχει ολιγώτερον των δύο μιλίων, και το εύπορον και η κοινωνική τάξις της οικογενείας, είχε προσελκύσει συρροήν γνωρίμων Ιουδαίων όπως συμπενθήσωσι και παρηγορήσωσι τας δύο αδελφάς· και ήτο ευχής έργον να ενεργώσι μετά προφυλάξεως ο Ιησούς και οι μαθηταί Του, παρακινδυνεύοντες εν μέσω τοιούτων αποφασιστικών εχθρών. Αλλ' ενώ η Μαρία, πιστή εις τας ερημικάς και θεωρητικάς διαθέσεις της, εκάθητο εν τη οικία αγνοούσα την προσέγγισιν του Κυρίου, η δραστηριωτέρα Μάρθα είχε λάβη είδησιν ότι ο Ιησούς έρχεται, και πάραυτα έτρεξεν εις προϋπάντησίν Του. (10)
Ο Λάζαρος είχε αποθάνη την αυτήν ημέραν ότε ο Ιησούς είχε λάβη το άγγελμα περί της ασθενείας του· δύο ημέραι είχον παρέλθη ενώ ηργοπόρει εις την Πέραν του Ιορδάνου, η τετάρτη κατηναλώθη εις την οδοιπορίαν. Η Μάρθα δεν ηδύνατο να εννοήση την θλιβεράν ταύτην βραδύτητα. «Κύριε, είπε, με τόνον παραπόνου, εάν ήσο εδώ, δεν θα απέθνησκεν ο αδελφός μου. Αλλ' όμως και τώρα...» φαίνεται να τρέφη αμυδράν ελπίδα ότι δυνατόν να επέλθη ανακούφισίς τις εις την στέρησίν των. Αι ολίγαι λέξεις αίτινες ακολουθούσιν είνε λέξεις τα μάλιστα αξιομνημόνευτοι· είνε δήλωσις του Ιησού ήτις επήνεγκε παραμυθίαν όχι εις την Μάρθαν μόνον, αλλ' εις εκατοντάδας μυριάδων έκτοτε, και θα εξακολουθή να παρηγορή τον κόσμον μέχρι συντελείας:
«Μη φοβού, αναστήσεται ο αδελφός σου».
Η Μάρθα δεν είχεν ονειροπολήσει ότι ο Λάζαρος θ’ αφυπνίζετο τώρα από τον ύπνον του θανάτου, και ηδυνήθη μόνον ν' απαντήση, «Οίδα ότι αναστήσεται εν τη αναστάσει, εν τη εσχάτη ημέρα».
Ο Ιησούς είπεν αυτή:
&«Εγώ ειμι η Ανάστασις και η Ζωή· ο πιστεύων εις Εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και ο ζων και πιστεύων εις Εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα&. Πιστεύεις τούτο;»
Δεν ήτο διά πνεύμα οποίον το της Μάρθας να διακρίνη τας εναλλασσούσας σκέψεις περί σωματικού και πνευματικού θανάτου, αίτινες ήσαν ηνωμέναι εν τη βαθεία ταύτη εκφράσει· αλλά χωρίς να σταθή και να εμβαθύνη, η πιστή αγάπη της έδωκε την απάντησιν: «Ναι, Κύριε, πιστεύω ότι Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο ερχόμενος εις τον κόσμον».