Ο Βίος του Χριστού

Part 28

Chapter 28 2 words Public domain Markdown

Η απόκρισις του Κυρίου προς αυτούς είνε λίαν συνεπτυγμένη παρά τω Λουκά, αλλ' έτεινε να δείξη ότι άλλο πράγμα είνε το εύσχημον ή το ευυπόληπτον του βίου, και άλλο η ειλικρίνεια της καρδίας. Εν τη νέα βασιλεία, διά την οποίαν ο Ιωάννης είχε προετοιμάσει την οδόν, οι ταπεινότεροι του κόσμου προάγουσι, και βιάζουσιν αυτήν, και γίνονται δεκτοί προ αυτών· το Ευαγγέλιον απερρίφθη υπ' αυτών, καίτοι τούτο δεν ήτο η κατάλυσις αλλ' η υψίστη πλήρωσις του Νόμου. Ου μόνον δε, αλλά (τοιαύτη φαίνεται να είνε η έννοια του ασυναρτήτου κατά το φαινόμενον εδαφίου περί διαζυγίου το οποίον έπεται), και προς τον Νόμον αυτόν, του οποίου ουδέ κεραία θα εκπέση, απιστούσι, καθόσον συνεπινεύουσιν εις την αθέτησιν και των εναργεστέρων διατάξεών του. Εις την μεμονωμένην παρατήρησιν ταύτην υπηνίσσετο κατά πάσαν πιθανότητα, τας σχέσεις των προς Ηρώδην τον Αντίπαν, τον οποίον αυτοί προθύμως εκολάκευον, και προς τον οποίον ουδείς εξ αυτών είχε τολμήσει να μετέλθη την γενναίαν γλώσσαν του ελέγχου, την οποίαν είχε λαλήσει Ιωάννης ο Βαπτιστής, καίτοι, διά των σαφεστάτων διατάξεων του Νόμου, τον οποίον επηγγέλλοντο ότι σέβονται, το διαζύγιόν του από της θυγατρός του Αρέτα ήτο παράνομον, και ο γάμος του μετά της Ηρωδιάδος ήτο μοιχεία άμα και αιμομιξία.

Αλλ' όπως τρανώτερον αναδείξη την άμεσον αλήθειαν την οποίαν εξηγεί, είπεν αυτοίς την παραβολήν του Πλουσίου και του Λαζάρου. Όπως όλαι αι Δεσποτικαί παραβολαί, είνε και αύτη πλήρεις εννοίας, και είνε πολλαπλής ερμηνείας δεκτική· αλλ' εκείνοι τουλάχιστον δεν ηδύναντο να μη εννοήσωσι την μίαν καταφανή εφαρμογήν της, ότι η απόφασις του μέλλοντος κόσμου πολλάκις θα ανατρέψη την εκτίμησίν ης τυγχάνουσιν οι άνθρωποι εν τω παρόντι· ότι ο Θεός δεν είνε προσωπολήπτης· ότι η καρδία οφείλει να κάμη την εκλογήν της μεταξύ των αγαθών του βίου τούτου κ' εκείνων τα οποία τα έξωθεν του βίου τούτου δεν παραβλάπτουσι. Και ό,τι δύναται να ονομασθή ο επίλογος της παραβολής ταύτης περιέχει μάθημα ακόμη σοβαρώτερον, ότι τα μέσα της χάριτος τα οποία το έλεος του Θεού απονέμει εις πάσαν ψυχήν ζώσαν είνε δαψιλή διά τον φωτισμόν και την απελευθέρωσίν της· ότι εάν ταύτα ολιγορηθώσιν, ουδέν θαύμα θα γείνη όπως αποσπάση την απερροφημένην ψυχήν από των εγκοσμίων συμφερόντων της· ότι, «ει Μωσέως και των Προφητών ουκ ήκουσαν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται». Δι' ακοής πίστεως σωζόμεθα, ουχί διά φασμάτων.

Η συχνή μνεία της ζωής ως χρόνου δοκιμασίας, και της Μεγάλης Κρίσεως, οπότε η μόνη λέξις «Δεύτε» ή «Πορεύεσθε», υπό του Κριτού εκφερομένη, θα λύση διά πάντοτε όλας τας διαμάχους και τα ζητήματα, φυσικά έστρεψε τας σκέψεις πολλών ακροατών εις τα βαρυσήμαντα ταύτα υποκείμενα. Αλλ' υπάρχει σταθερά τάσις εις τα πνεύματα όλων ημών του να παραπέμπομεν τα τοιαύτα ζητήματα εις την θέσιν ετέρων μάλλον ή ημών αυτών, του να καθιστώμεν ταύτα ζητήματα περιεργείας μάλλον κατά θεωρίαν ή πρακτικής σπουδαιότητος; Και αι τοιαύται τάσεις, αίτινες απογυμνούσι την ηθικήν διδασκαλίαν πάσης αρτιότητος, και μεταβάλλουσι τα διδάγματά της εις προφάσεις προς ανελεημοσύνην, αείποτε κατεδικάζοντο υπό του Κυρίου.

Ιδιαιτέρα αφορμή εδόθη Αυτώ προς τούτο εν μια των ημερών τούτων εν αις επορεύετο ανά τας πόλεις και κώμας διδάσκων και οδεύων εις Ιεροσόλυμα. Ωμίλει περί των μικρών αρχών και περί της μεγάλης αυξήσεως της βασιλείας των ουρανών εν τε τη ψυχή και τω κόσμω· και είς των ακροατών ετόλμησεν εκ περιεργείας να Τον ερωτήση, «Κύριε, ει ολίγοι σώζονται;» Η απάντησις του Κυρίου ενείχεν αποδοκι[μα]σίαν της ερωτήσεως, και υπεδείκνυεν ότι τα τοιαύτα ζητήματα κατ' άλλον τρόπον πρέπει να τα πραγματεύηταί τις. Ολίγοι ή πολλοί είνε σχετικοί όροι. Μη σπαταλάτε τας πολυτίμους ευκαιρίας της ζωής εις ματαίαν απορίαν, αλλ' αγωνίζεσθε. Διά της στενής πύλης ουδείς, και αν είνε χιλιάκις εκ του σπέρματος του Αβραάμ, δύναται να εισέλθη άνευ συντόνου προσπαθείας. Ουδέ αξίωσις παλαιάς γνωριμίας θ' Αναγνωρισθή τότε, και πολλοί οίτινες νομίζουσιν ότι κάλλιστα εγνώριζον τον Κύριον θ' ακούσωσι την φοβεράν καταδίκην, «Ουκ οίδα υμάς». Διότι πολλοί θα εισέλθωσι πανταχόθεν της οικουμένης, και όμως συ, ο υιός του Αβραάμ, δυνατόν ν' αποκλεισθής. Και ιδού, πάλιν σοι λέγω, δυνατόν να φαίνεται παράδοξον εις σε, άλλ' όμως ούτως έχει, «οι πρώτα έσονται έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι».

Ούτω πάσα ανόητος διακοπή, πάσα αυθάδης επίκρισις, πάσα σφαλερά ερώτησις, παν σύμβαμα αίσιον ή θλιβερόν, εγίνετο υπό του Ιησού καθ' όλην την πορείαν ταύτην αφορμή όπως διδάσκη εις τους ακροατάς Του, και δι' αυτών εις όλον τον κόσμον, τα προς ειρήνην συμβάλλοντα. Και πάλιν ούτω έπραξεν οπότε νομικός τις προσήλθε πειράζων Αυτόν και ηρώτησεν, όχι όπως λάβη οδηγίαν, αλλ' όπως εύρη αφορμήν προς αντιλογίαν, το βαρυσήμαντον ερώτημα, «Τι ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;» Ο Ιησούς, βλέπων την πονηράν πρόθεσιν του ανθρώπου, τον παρέπεμψεν εις τον Νόμον και τας δύο μεγάλας εντολάς, την περί της αγάπης προς τον Θεόν και την περί της αγάπης προς τον πλησίον. Αλλά σοφιστευόμενος ο νομικός απηύθυνε δεύτερον ερώτημα, «Και τις ο πλησίον;» Τότε ο Ιησούς έλαβεν αφορμήν να είπη μίαν των λαμπροτάτων παραβολών Του.

Άνθρωπός τις κατέβαινε την βραχώδη φάραγγα την από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, έπεσε δε εις χείρας ληστών, οίτινες, αφού τον εγύμνωσαν τον άφησαν καθημαγμένον και ημιθανή. Ιερεύς τις διαβαίνων, τον είδε και αντιπαρήλθε. Λευίτης διερχόμενος, τον είδε και αντιπαρήλθε. Αλλά Σαμαρείτης τις όστις ωδοιπόρει προς εκείνο το μέρος (καλός Σαμαρείτης, αντίτυπον του Θείου εκείνου Ομιλητού τον οποίον οι άνθρωποι απέρριπτον, αλλ' όστις είχεν έλθη να θεραπεύση τα αιμάσοντα τραύματα της ανθρωπότητος, διά τα οποία δεν υπήρχε φάρμακον ούτε εις τον λειτουργικόν ούτε εις τον ηθικόν νόμον) ήλθε προς τον πάσχοντα, τον ώκτειρεν, επέδεσεν αυτού τας πληγάς, επέχεεν οίνον όπως τας καθαρίση και έλαιον όπως τας πραΰνη, τον ανεβίβασεν επί του ιδίου υποζυγίου του, και δεν τον άφησεν ειμή αφού τον εξησφάλισε και γενναιοφρόνως πρυνόησε διά τας ανάγκας του τας μελλούσας. Τις εκ των τριών τούτων, ηρώτησεν ο Ιησούς τον νομικόν, «δοκεί σοι πλησίον γεγονέναι τω περιπεσόντι εις ληστάς;» Ο νομικός δεν ήτο τόσον αμβλύς τον νουν ώστε να μη εννοήση· αλλ' όμως, συνειδώς ότι αυτός θ’ απέκλειε τους Σαμαρείτας και τους Εθνικούς από του καθ' εαυτόν ορισμού του «πλησίον», δεν έχει το άδολον θάρρος να είπη διαρρήδην «ο Σαμαρείτης», αλλά μεταχειρίζεται την πενιχράν περίφραση», «ο ποιήσας το έλεος μετ' αυτού». «Πορεύου και συ, είπεν ο Ιησούς, και ποίει ομοίως». Εγώ, ο φίλος των τελωνών και αμαρτωλών, φέρω το παράδειγμα του Σαμαρείτου τούτου προς σε. Ηρώτησας, τις ο πλησίον; Σ' εδίδαξα πως πας έκαστος δύναται να γείνη ο πλησίον σου.

Δεν πρέπει όμως να υποθέσωμεν ότι η δίμηνος αύτη αποστολική πορεία καταναλώθη όλη εις διδασκαλίαν, και εις ενστάσεις και αντιλογίας πολλάκις αλγεινάς· υπήρξαν πολλαί περιστάσεις αίτινες πρέπει να ενέπλησαν ευφροσύνης την ψυχήν του Σωτήρος.

Προέχουσα εν αυταίς υπήρξεν η επάνοδος των εβδομήκοντα. Δεν δυνάμεθα, ως εικός, να υποθέσωμεν ότι επέστρεψαν εν σώματι, αλλ' ότι από καιρού εις καιρόν, ανά δύο, καθώς ο Κύριος επλησίαζεν εις τας διαφόρους πόλεις και κώμας όπου τους είχε πέμψει, είρχοντο όπως δώσωσιν Αυτώ λόγον της διακονίας των. Και η κατόρθωσίς των υπήρξε τόση ώστε να εμπλήση εκπλήξεως και χαρμονής τας απλοϊκάς καρδίας των. «Κύριε, ανέκραζον, και τα δαιμόνια υπακούουσιν ημίν εν τω ονόματί σου.» Καίτοι δεν είχε δώσει αυτοίς ωρισμένην εντολήν να ιατρεύωσι δαιμονιζομένους, καί τοι άλλοτε και οι Δώδεκα είχον αστοχήσει εις την απόπειραν ταύτην, όμως ούτοι εξέβαλον ήδη δαιμόνια εν τω ονόματι του Διδασκάλου των. Ο Ιησούς συμμετέσχε της χαράς των, αλλά περιέστειλε τον τόνον της εκστατικής αγαλλιάσεως, ή μάλλον έστρεψε τούτον επί αγιωτέρου εδάφους. «Εθεώρουν, είπε, τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα». Έδωκεν αυτοίς εξουσίαν να πατώσιν επάνω όφεων και σκορπίων και ον ήτο τούτο, πάλιν θα προσέβλεπον εις τα οπίσω, μετά βαθυτέρας ακόμη επιθυμίας άμα και λύπης, προς αυτό το παρελθόν, προς αυτάς τας ημέρας του Υιού του Ανθρώπου, εν οις έβλεπον και αι χείρες των εψηλάφων τον Λόγον της Ζωής. Εν εκείναις ταις ημέραις δεν έπρεπε να πλανηθώσιν ούτε πυρετωδώς να σπαταλήσωσι τον εύθετον καιρόν του βίου. Διότι η έλευσις εκείνη του Υιού του Ανθρώπου θα είνε λαμπρά, αιφνιδία, τρομερά, παγκόσμιος, ακαταμάχητος ως η φλέγουσα αστραπή· αλλά προ της ημέρας εκείνης θα πάθη και θα Τον αθετήσωσι. Περιπλέον η φλοξ εκείνη της δευτέρας παρουσίας Του θα λάμψη «ταύτη τη νυκτί», ήτοι εν νυκτί ραγδαίως επερχομένη και ως παρούση ήδη νοουμένη, επί σαρκικής και αμελούς γενεάς, καθ' ον τρόπον ο εξολοθρευμός επήλθεν εν ύδατι εν ταις ημέραις του Νώε, και Κύριος έβρεξε πυρ παρά Κυρίου εν γη Σοδόμων και Γομόρρας. Ουαί εις εκείνους οίτινες εν τη ημέρα εκείνη θα ρίπτωσι βλέμματα λύπης εις κόσμον προωρισμένον να παρέλθη εν φλογί! Διότι καίτοι αι εμπορίαι και αι κοινωνίαι του βίου θα εξακολουθώσιν έως τότε, και όλοι της εργασίας ή της φιλίας οι εταιρισμοί, η νυξ εκείνη θα είνε νυξ φοβερού και τελευταίου χωρισμού δι' όλους.

Οι μαθηταί εξεπλάγησαν υπό των λόγων τούτων της παραδόξου επισημότητος. Πού, Κύριε; ερωτώσιν εν ταραχή. Αλλ' εις το π ο ύ ηδύνατο να δοθή τόση απάντησις όση και εις το π ό τ ε, και η έλευσις της βασιλείας του Θεού είνε τόσω ολίγον γεωγραφική όσω και χρονολογική. «Όπου το σώμα, λέγει, εκεί και οι αετοί συναχθήσονται». Η μυστική Αρμαγεδδών δεν είνε χώρα της οποίας η θέσις δύναται να ορισθή κατά μήκος ή πλάτος. Όπου ατομική ανομία, όπου κοινωνική έκλυσις, όπου εθνική διαφθορά, εκείσε οι αετοί οι τιμωροί απεσταλμένοι της θείας Δίκης διευθύνουσι μακρόθεν την πτήσιν των. Η Ιερουσαλήμ, ως και όλον το Ιουδαϊκόν έθνος ταχέως έπιπτεν εις την διάλυσιν την προερχομένην εκ σήψεως εσωτερικής· και ήδη ο κτύπος των πτερύγων του αρπακτικού ορνέου ηκούετο εις τον αέρα. Όταν δε ο κόσμος πέση εις κατάστασιν ατιμίας νοσηράς, τότε θ’ ακουσθή και πάλιν η ειρεσία των φοβερών εκείνων πτερύγων.

Δεν είνε όλη η ιστορία έν διεξοδικόν σχόλιον εις όλας ταύτας τας προρρήσεις; Εις τας τύχας των εθνών και των φυλών, δεν επανήλθεν ο Χριστός πάλιν και πάλιν, προ της μεγάλης τελευταίας Παρουσίας Του, ίνα ελευθερώση ή ίνα κρίνη;

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'. Η εορτή των Εγκαινίων

Η Μάρθα και Μαρία. — «Ενός εστι χρεία». — Ο Ιησούς περικυκλούται. — «Ο Πατήρ Μου και Εγώ έν εσμεν». — Ζητούσι να Τον λιθοθολήσωσι. — Έκκλησις του Ιησού εις τον βίον και τα έργα Του. — Εις Βηβανίαν πέραν του Ιορδάνου.

Ουδαμού, κατά πάσαν πιθανότητα, διήγαγεν ο Ιησούς καλλιτέρας ώρας ή εν τη ησύχω οικία της μικράς εκείνης οικογενείας εν Βηθανία, την οποίαν, ως μας λέγει ο Ιωάννης, ηγάπα. Η οικογένεια, εφ' όσον γνωρίζομεν, συνίστατο εκ της Μάρθας, της Μαρίας και του αδελφού των Λαζάρου. Ότι η Μάρθα ήτο χήρα, ότι ο σύζυγος της ήτο ή υπήρξε Σίμων ο Λεπρός, ότι ο Λάζαρος είνε ο αυτός με τον πράον ραββίνον του ονόματος τούτου τον μνημονευόμενον εν τω Ταλμούδ, είνε εικασίαι αίτινες δύνανται να είνε ή να μη είνε αληθείς. Αλλά βλέπομεν εκ των Ευαγγελίων ότι ήσαν οικογένεια οπωσούν εύπορος, και ικανής αξιοπρεπείας ώστε να εφελκύη μεγάλην προσοχήν ου μόνον εν τω χωρίω των, τη Βηθανία, αλλά και εν Ιεροσολύμοις. Το μικρόν τερπνόν χωρίδιον, εγγύς της Ιερουσαλήμ κείμενον, πρέπει να είχε διά την ψυχήν του Ιησού μέγα θέλγητρον, και καθ' εαυτό, και ένεκα της αγάπης και της ευλαβείας ην έτρεφον προς Αυτόν οι φίλοι οίτινες Τον εφιλοξένουν. Εκεί Τον ευρίσκομεν κατά την παραμονήν της εορτής των Εγκαινίων, ήτις εσημείωσε το πέρας της δημοσίας εκείνης πορείας, της προορισθείσης προς πλήρη και οριστικήν ανακήρυξιν της ερχομένης βασιλείας Του.

Ήτο φυσικόν ότι συγκίνησίς της θα ήτο εν τη οικία επί τη αφίξει τοιούτου Ξένου, και η Μάρθα, η πολυμέριμνος, πρόθυμος και αφωσιωμένη ξενίζουσα, έτρεχεν άνω κάτω, και «περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν», φιλοτιμουμένη να ετοιμάση καλώς τα προς εστίασιν. Και η αδελφή της Μαρία ομοίως επεθύμει να Τον δεξιωθή καταλλήλως, αλλ' αι γνώσεις της περί της ευλαβείας της οφειλομένης Αυτώ ήσαν διαφόρου είδους. Γινώσκουσα ότι η αδελφή της ήτο προθυμοτάτη να κάμη ό,τι έπρεπε να γείνη διά την υλικήν ευμάρειαν, αυτή, εν βαθεία ταπεινώσει, εκάθισε παρά τους πόδας Του, και ήκουε τους λόγους Του.

Η Μαρία δεν ήτο αξία μομφής, διότι η αδελφή της προφανώς έχαιρε με το έργον το οποίον είχεν εκλέξει όπως φροντίση διά τα χρέη της φιλοξενίας, και ήτο λίαν ικανή, άνευ βοηθείας, να ετοιμάση παν το απαιτούμενον. Ουδέ η Μάρθα ήτο αξία μομφής διά την ενεργόν υπηρεσίαν της· το μόνον σφάλμα της υπήρξεν ότι, εν τη εξωτερική ταύτη δραστηριότητι, έχασε την αναγκαίαν ισορροπίαν προς εσωτερικήν γαλήνην. Καθώς εκοπίαζε και εφρόντιζε πώς να Τον υπηρετήση, μικρά τις νύξις ζηλοτυπίας διετάραξε την ειρήνην της, καθώς είδε την ήσυχον αδελφήν της να κάθηται («εν οκνηρία», δυνατόν να εσκέφθη) παρά τους πόδας του μεγάλου Επισκέπτου, και ν' αφήνη όλην την φροντίδα εις αυτήν. Εάν ελάμβανε καιρόν να σκεφθή, δεν θα ηδύναντο ειμή ν' αναγνωρίση ότι δυνατόν να υπήρχε καί τις περίσκεψις εις την διαγωγήν της Μάρθας· αλλά το να είνε τις δίκαιος είνε πάντοτε δύσκολον, ούτε είνε δυνατόν όταν μικροπρεπής ζηλοτυπία υπεισέλθη εις την ψυχήν. Ούτω, εν τη πρώτη εξάψει της αδημονίας της, η Μάρθα, αντί να παρακαλέση ηπίως την αδελφήν της να την συνδράμη, εάν ήτο ανάγκη συνδρομής (πρόσκλησις την οποίαν, αν ορθώς κρίνομεν περί της Μαρίας, παρευθύς θα ήκουεν αύτη), σχεδόν ανυπομόνως εισέρχεται και αποτείνεται προς τον Ιησούν: «Κύριε, ου μέλει Σοι ότι η αδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονείν; Ειπέ ουν αυτή ίνα μοι συναντιλάβηται».

Μία ατελής ψυχή, βλέπουσα τι το καλόν, αλλ' αστοχούσα εν τη προσπαθεία του να το φθάση, τείνει να είνε σκληρά εις τας κρίσεις της περί των μικρών ελλείψεων των άλλων. Αλλά θεία και υψηλή ψυχή — πάσα ψυχή ήτις εγγύτερον έφθασεν εις το μέτρον του αναστήματος του τελείου ανθρώπου — λαμβάνει πλατυτέραν και γαληνιωτέραν άποψιν των μικρών εκείνων αδυναμιών τας οποίας δεν δύναται ή καθημερινώς να βλέπη. Όθεν η απόκρισις του Ιησού, αν ήτο μεμπτική, ήτο όμως τρυφερωτάτη, και ικανή να καθάρη αλλ' όχι να λυπήση την πιστήν καρδίαν της πολυασχόλου και φιλοστόργου οικοδεσποίνης προς ην απηυθύνετο. «Μάρθα, Μάρθα», είπε (και καθώς ακούομεν την φυσικωτάτην ταύτην προσαγόρευσιν, δεν δυνάμεθα άρα να φαντασθώμεν το ημιθλιβερόν και ημιπαιγνιώδες, αλλά κατά το όλον ευμενές και πραϋντικόν μειδίαμα το οποίον ανέτειλεν εις το πρόσωπον Του;) «μεριμνάς και τυρβάζης περί πολλά, ενός δε εστι χρεία· Μαρία δε την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ' αυτής».

Αμφότερα, και το πρακτικόν και το θεωρητικόν δύνανται να είνε αναγκαία, αμφότερα δύνανται να συνδυάζωνται. Το πνευματικόν, ως εικός, υπερέχει, και είνε η αγαθή μερίς. Αλλ' αμφότερα δύνανται να συνυπάρξωσιν. Ο Παύλος, ρέκτης ένθερμος και έκθυμος, είχεν ουχ ήττον την διάπυρον θεωρητικότητα της Μαρίας· και ο Ιωάννης, με το εκστατικώτερον πνεύμα της θεωρίας του, μετείχε της πρακτικότητος της Μάρθας. Ο Ιησούς δεν ενόει, υποθέτω, ν' αποδοκιμάση την ετοιμασίαν την γινομένην προς χάριν Του, αλλά μόνον το πνεύμα της εσωτερικής μερίμνης και της εξωτερικής τύρβης, την μη λήψιν αναψυχής, την επίδειξιν περιττής φιλοξενίας εν τούτω· και έτι μάλλον την ροπήν εκείνην εις αποδοκιμασίαν και επέμβασιν εις τα των άλλων, την οποίαν τόσον συχνά βλέπομεν παρά Χριστιανοίς προθύμοις μεν ως η Μάρθα, μηδόλως δε μετέχουσι της αγίας εμπιστοσύνης και της αταραξίας της Μαρίας.

Είνε πιθανόν ότι η Βηθανία ήτο η κατοικία του Ιησού κατά τας εις Ιεροσόλυμα επισκέψεις Του, εκείθεν δε βραχύς και τερπνός περίπατος διά του Όρους των Ελαιών θα Τον έφερεν εις τον Ναόν. Ήτο ήδη χειμών και οι Ιουδαίοι είχον την εορτήν των Εγκαινίων. Κατά τους υπολογισμούς των εντριβών εις τα τοιαύτα, έπεσε κατά το έτος εκείνο εις την εικοστήν Δεκεμβρίου. Είχεν ιδρυθή υπό Ιούδα του Μακκαβαίου προς τιμήν του καθαρισμού του Ναού κατά το έτος 164 π. Χ., έξ και ήμισυ έτη μετά την φοβεράν βεβήλωσίν του υπό Αντιόχου του Επιφανούς. Καθώς το Πάσχα και η Σκηνοπηγία, διήρκει οκτώ ημέρας, και ετελείτο εν μεγάλη χαρά και ευφροσύνη. Εκτός του Ελληνικού ονόματος, τα Εγκαίνια, είχον και δεύτερον ελληνικόν όνομα, τα Φώτα· χαρακτηριστικόν δε της εορτής ήτο γενική φωταψία προς εορτασμόν του περιαδομένου θαύματος της θαυμασίας επί οκτώ ημέρας αυξήσεως του ιερού ελαίου, το οποίον είχεν ευρεθή υπό Ιούδα του Μακαβαίου εν μια στάμνω εσφραγισμένη διά της σφραγίδος του Αρχιερέως. Η παρουσία του Κυρίου εις τοιαύτην εορτήν κυροί το δικαίωμα εκάστης Εκκλησίας όπως θεσπίζη τας ιδίας τελετάς και λειτουργίας της, και δεικνύει ότι δεν επέβλεπε μετ' αποδοκιμασίας εις τον φαιδρόν ενθουσιασμόν της εθνικής φιλοπατρίας.

Το ανατολικόν πρόστωον του ναού διετήρει ακόμη το όνομα «η Στοά του Σολομώντος», επειδή, αν όχι άλλο, ήτο κτισμένον από τα υλικά τα οποία είχον αποτελέσει μέρος του αρχαίου Ναού. Εδώ, εις την λαμπράν ταύτην κιονοστοιχίαν, την κεκοσμημένην διά την εορτήν με στίλβοντα τρόπαια, ο Ιησούς περιεπάτει άνω και κάτω, και ως φαίνεται άνευ συνοδίας, ενίοτε προσβλέπων ίσως πέραν της κοιλάδος των Κέδρων εις τους λευκάζοντας τάφους των Προφητών, όσους γενεαί Εβραίων είχον σφάξει, και απολαύων του αβρού ηλιασμού του χειμώνος, τότε δε, ως διά προμελετημένου κινήματος, οι Φαρισαίοι Τον περιεκύκλωσαν και ήρχισαν να Τον ερωτούν. Ίσως αυτός ο χώρος όπου περιεπάτει, ανακαλών τας αναμνήσεις του αρχαίου κλέους των, ίσως και αι αναμνήσεις της εορτής την οποίαν ήγον, ως επετείου απελευθερώσεως κατορθωθείσης υπό δρακός γενναίων ανδρών οίτινες ανέτρεψαν κολοσσαίαν τυραννίαν, ενέπνευσαν την ερώτησίν των. «Έως πότε τηρείς τας ψυχάς μας εις αλγεινόν μετεωρισμόν; Εάν είσαι πράγματι ο Μεσσίας, ειπέ μας τούτο εν πεποιθήσει· Ειπέ μας εδώ, εις την Στοάν του Σολομώντος, τώρα, ενώ η θέα των ασπίδων τούτων και των χρυσών στεφάνων, και η μελωδία των κινυρών τούτων και των κυμβάλων, αναμιμνήσκουσι την δόξαν Ιούδα του Ασμοναίου, θα είσαι Συ ισχυρότερος Μακκαβαίος, ενδοξότερος Σολομών; Αυτά τα κίτρα και τα βαΐα και οι φοίνικες, τα οποία αίρομεν προς τιμήν της νίκης της ημέρας ταύτης, θα αρθώσι μίαν ημέραν διά Σε;» Η έκκλησις ήτο παράδοξος, ορμητική, ανυπόμονος, και είνε μεστή σημασίας. Συνεπιφέρει δε την αυτοκαταδίκην των ερωτώντων, διότι δεικνύει ότι Εκείνος είχε λαλήσει ρήματα και εκτελέσει πράξεις αίτινες θα παρείχον υπόστασιν εις τοιαύτην αξίωσιν, εάν είχεν αποφασίσει οριστικώς να την διεκδικήση. Και είνε πιθανόν ότι θα Τον προσηγόρευον με θομβώδεις ανευφημίας.

Εάν τώρα ο προς ον ωμίλουν ήτο ψευδομεσσίας τις, θα εδελεάζετο από τας επικλήσεις των, θα προελάμβανε μάλιστα ταύτας — και τότε θα προεξωφλείτο κατά πολλάς δεκάδας ενιαυτών η καταστροφή η υπό του Τίτου, ως και η καταστροφή η επί του ψευδομεσσίου Β α ρ Κ ο χ ε β ά.

Αλλ' η ημέρα προς πολιτικάς απελευθερώσεις είχε παρέλθη· η ημέρα προς υψηλοτέραν, βαθυτέραν, αιωνιωτέραν απελευθέρωσιν είχεν έλθη. Εκείνοι το πρώτον επόθουν, το δεύτερον απέρριπτον. Εμπαθώς αξιούντες τον Ιησούν ως εγκόσμιον Μεσσίαν, μετ' απεχθείας Τον απέρριπτον ως τον Υιόν του Θεού, τον Σωτήρα του Κόσμου. Ότι ήτο ο Μεσσίας των κατ' έννοιαν πολύ υψηλοτέραν ή όσον είχόν ποτε ονειροπολήσει, η γλώσσα Του πάλιν και πολλάκις είχεν υποδείξει· αλλά Μεσσίας καθ' ην έννοιαν απήτουν δεν ήτο ουδέ ήθελε να είνε. Και διά τούτο δεν τους αποπλανά λέγων, Εγώ είμαι ο Μεσσίας σας, αλλά τους παραπέμπει εις εκείνην την επανειλημμένην διδασκαλίαν ήτις έδειξε πόσον σαφώς τοιαύτη είχεν υπάρξει η αξίωσίς Του, και εις τα έργα τα οποία εμαρτύρουν περί της αξιώσεως ταύτης, Εάν ήσαν πρόβατα της ποίμνης Του (κ' εδώ τους υπενθυμίζει την μεγάλην εκείνην ομιλίαν την οποίαν είχεν απαγγείλη εν τη εορτή της Σκηνοπηγίας δύο μήνας πρότερον), θα ήκουον της φωνής Του, και τότε Αυτός θα τους έδιδε ζωήν αιώνιον, και θα ήσαν ασφαλείς υπό την φύλαξίν Του· διότι κανείς τότε δεν θα ηδύνατο να τους αποσπάση από την χείρα του Πατρός Του, προσέθηκε δε πανηγυρικώς· «Εγώ και ο Πατήρ Μου έν εσμεν».

Η έννοια των λόγων Του ήτο κατάδηλος. Ηξίου όχι μόνον ότι είνε ο Μεσσίας, αλλ' ότι είνε Θείος. Εάν η μετά του Πατρός ενότης, την οποίαν αντεποιείτο, δεν ήτο τίποτε περισσότερον ειμή η υποτακτική ένωσις της πίστεως και της υπακοής, ήτις υφίσταται μεταξύ όλων των αγίων ψυχών και του Δημιουργού των, οι λόγοι Του δεν θα προσέβαλλον περισσότερον ή όσον πολλά λόγια των βασιλέων και προφητών των. Αλλά «ιδού οι Ιουδαίοι ενόησαν ό,τι δεν εννοούν οι Αρειανοί· καθώς λέγει είς των Λατίνων πατέρων. Είδον παραχρήμα ότι oι λόγοι εσήμαινον κάτι ασυγκρίτως περισσότερον. Πάραυτα έκυψαν μανιώδεις να λάβωσί τινας εκ των βαρέων λίθων, των εσκορπισμένων εκεί εκ των ατελειώτων κτιρίων του Ναού, και αν είχεν έλθη η ώρα Του, δεν θα διέφευγε τον ταραχώδη θάνατον όστις ακολούθως έλαχεν εις τον Πρωτομάρτυρά Του. Αλλά το ατάραχον μεγαλείον Του τους αφώπλισε με μίαν λέξιν «Πολλάς αγαθάς πράξεις έδειξα υμίν παρά του Πατρός Μου· διά τίνα αυτών Με λιθάζετε;» Όχι δι' αγαθήν τινα πράξιν, απήντησαν, αλλά διά βλασφημίαν, και διότι Συ, άνθρωπος ων, ποιείς Σεαυτόν Θεόν. Η απόκρισις του Ιησού απολάμπει εκ του αρρήτου εκείνου φωτισμού, τον οποίον συχνά επιχύνει εν τη ερμηνεία των Γραφών. Δεν είνε γεγραμμένον εις τον Νόμον σας, τους ηρώτησεν, «Εγώ είπα θεοί εστε;» Εάν ωνόμασε τούτους θεούς προς ους ο Λόγος του Θεού ήλθε, και ούτω φαίνεται εις τας υμετέρας Γραφάς, λέγετε εις Εκείνον ον ο Πατήρ ηγίασε και απέστειλεν εις τον κόσμον, «Βλασφημείς», επειδή είπα, Ειμί ο Υιός του Θεού. Εμαρτύρετο δε τον βίον και τα έργα Του, ως αναμφήριστα τεκμήρια της μετά του Πατρός ενότητός Του. Εάν το αναμάρτητον και τα θαύματά Του δεν ήσαν απόδειξις ότι δεν ηδύνατο να είνε θρασύς βλάσφημος οίον εζήτουν να λιθοβολήσωσι, ποία εκ περισσού απόδειξις ηδύνατο να δοθή; Αυτοί εφαντάζοντο τον Θεόν ως πόρρω, αλλ' ο Θεός είνε εγγύς, και παρέχει θείαν έλλαμψιν εις τας καρδίας των αγαπώντων Αυτόν. Εκείνος όστις ήλθε να πληρώση τον Νόμον και να θέση Νόμον υψηλότερον κατ' αυτού, περί Ου όλοι οι Προφήται είχον μαρτυρήσει, δι' Ον ο Ιωάννης είχεν ετοιμάσει την οδόν, ο Λαλών ως ουδέποτε άνθρωπος ελάλησεν, όστις εποίησεν έργα οία ουδείς άλλος εποίησεν από καταβολής κόσμου, όστις εκύρου όλους τους λόγους Του και παρείχε σημασίαν εις όλας τας πράξεις Του διά της αμώμου καλλονής αναμαρτήτου βίου, όντως την αλήθειαν ελάλει όταν έλεγεν ότι είνε έν μετά του Πατρός και ότι είνε Υιός του Θεού.

Η έκκλησις ήτο ακαταμάχητος. Δεν ετόλμησαν να Τον λιθοβολήσωσιν· αλλ’ επειδή ήτο μόνος και ανυπεράσπιστος εν τω μέσω αυτών απεπειράθησαν να Τον συλλάβωσιν. Αλλά δεν ηδυνήθησαν. Η παρουσία Του τους κατετρόμαζε. Ηδυνήθησαν μόνον ν' ανοίξωσι δίοδον δι' Αυτόν και να εκτοξεύσωσι βλέμματα μίσους επ' Αυτόν ως διήρχετο εν μέσω των. Αλλά και πάλιν ιδού ενταύθα απόδειξις ότι πάσα διδασκαλία μεταξύ αυτών ήτο αδύνατος. Ηδύνατο τόσον ολίγον να κατέλθη εις τας ιδέας των περί Μεσσίου, όσον εκείνοι ηδύναντο ν' ανέλθωσιν εις την ιδικήν Του. Το να διατρίβη μεταξύ αυτών εσήμαινε να εκθέτη την ζωήν Του προ της ώρας. Η Ιουδαία άρα εκλείσθη δι' Αυτόν ως είχε κλεισθή η Γαλιλαία. Εφαίνετο ότι έν μόνον μέρος υπήρχε το οποίον να είνε ασφαλές δ’ Αυτόν εν τη γενεθλίω χώρα Του, και τούτο ήτο η Πέραν του Ιορδάνου. Απεχώρησε λοιπόν εις την άλλην Βηθανίαν, την Βηθανίαν πέραν του Ιορδάνου, όπου ο Ιωάννης το πάλαι εβάπτιζε, και διέτριβεν εκεί.

Ποία τα συμβάντα της τελευταίας ταύτης διατριβής, ως και πόσον χρόνον διήρκεσεν αύτη, αγνοούμεν. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέγει εν τούτοις ότι πολλοί ήρχοντο προς Αυτόν ενταύθα, και επίστευον εις Αυτόν, και εμαρτύρουν ότι ο Ιωάννης, τον οποίον είχον ως Προφήτην, αν και δεν είχε τελέσει θαύματα, είχε φέρει εμφαντικήν μαρτυρίαν περί του Ιησού εν αυτώ τω τόπω, και ότι πάντα όσα είχε μαρτυρήσει ήσαν αληθή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'. Πέραν του Ιορδάνου

Ζήτημα περί διαζυγίου. — Απλή λύσις του ζητήματος. — Ο Μωυσής προσκαίρως επέτρεψε το διαζύγιον. — Η διαφθορά της γενεάς. — Διδασκαλία περί ηθικής αγνότητος. — Γάμος και αγαμία. — Ο Ιησούς ευλογεί τα παιδία. — «Διδάσκαλε αγαθέ». — Το εκατονταπλάσιον των αμοιβών. — Οι εργάται της Αμπέλου.

Όπου το κήρυγμα του Ιησού ήτο και κατ’ ελάχιστον βαθμόν δημόσιον, πανταχού ευρίσκομεν τους Φαρισαίους επιτηρούντας, ελλοχεύοντας δι' Αυτόν, πειράζοντας Αυτόν, προσπαθούντας να παγιδεύσωσιν Αυτόν είς τινα σφαλεράν κρίσιν ή ολεθρίαν απόφασιν. Πλην ίσως η κακοβουλία των ουδέποτε εσχεδίασεν ερώτημα η εις ό απάντησις ήτο τόσον έμπλεως κινδύνου ως όταν ήλθον να Τον πειράξωσι διά του προβλήματος, «Έξεστιν ανδρί απολύειν την γυναίκα αυτού κατά πάσαν αιτίαν;»