Ο Βίος του Χριστού

Part 21

Chapter 21 0 words Public domain Markdown

Οι εχθροί Του δεν ηδύναντο ν' αρνηθώσιν ότι μέγα θαύμα είχε γείνη, και αφού τούτο δεν τους έκαμνε να επιστραφώσι, μόνον τους εσκλήρυνεν. Αλλά πώς θα ηδύναντο να διασκεδάσωσι την βαθείαν εντύπωσιν την οποίαν είχεν εμποιήσει εις το πνεύμα των αυτοπτών; Οι Γραμματείς οίτινες είχον έλθει εξ Ιερουσαλήμ, πανουργότεροι και δεινότεροι από τους συναδέλφους των τους εν τη Γαλιλαία, επενόησαν νέαν λύσιν διά την δυσχέρειαν ταύτην. «Εν τω Βεελζεβούλ τω άρχοντι των δαιμονίων, εκβάλει τα δαιμόνια». Περίεργον ότι δεν ήλθεν εις παν στόμα η πρόχειρος απάντησις, ως συνέβη ύστερον είς τινας εις τα στόματά τινων οίτινες ήκουον την αυτήν κατηγορίαν φερομένην εναντίον Του εις Ιερουσαλήμ, ότι ταύτα δεν είνε λόγια δαίμονιζομένου. Αλλ' ο λαός της Γαλιλαίας ήτο εύπιστος και αμαθής· οι αιδέσιμοι εκείνοι ιερεξετασταί οι εκ της Αγίας πόλεως κατείχον κληρονομικήν υπεροχήν επί της απλής διανοίας του, και επειδή το πλήθος πολλάκις είχε προσβληθή από τους λόγους του Ιησού, τα πνεύματα των ανθρώπων εταράσσοντο από αμφιβολίας. Το φοβερόν της προσωπικής υπεροχής Του, η αισθητή παρουσία και μεθ' όλην την τρυφερωτάτην συγκατάβασίν Του τινός πλέον ή κατ' άνθρωπον, η δύναμίς Του του αναγινώσκειν λογισμούς καρδιών, η ακοίμητος ενέργεια της αγαθοποιίας Του, ο παράδοξος τρόμος τον οποίον ενέπνεεν εις τους δαιμονιζομένους· ο λόγος όστις πότε εξήρετο εις απαθή σφοδρότητα καταγγελίας και πότε, διά της ποιότητος και της καλλονής του, τους εκράτει ως παιδία γαλουχούμενα εις την θηλήν της μητρός· η διατάραξις των απίστων καρδιών των εναντίον του νέου εκείνου κόσμου των φόβων και των ελπίδων τον οποίον εκήρυττε προς αυτούς ως την βασιλείαν του Θεού· ενί λόγω, το ριγηλόν συναίσθημα ότι κατά τινα τρόπον η όψις και η παρουσία Του τους έθετεν εις εγγυτέραν σχέσιν ή όσον ποτέ υπήρξαν πρότερον προς τον Αόρατον Κόσμον· όλα ταύτα, επειδή δεν τους είχον παρασκευάσει προς αποδοχήν της αληθείας, έτεινον να τους αφήσουν υποχείρια θύματα του ιταμού, του βλασφήμου και αυθαιρέτου ψεύδους.

Και διά τούτο, δι' ολίγων αταράχων λέξεων, ο Ιησούς συνέτριψε το βδελυρόν σόφισμα εις κόνιν. Έδειξεν αυτοίς το βαναύσως παράλογον της υποθέσεως ότι ο Σατανάς ηδύνατο να εκβάλλη τον ίδιον Σατανάν. Δι' ακαταμαχήτου επιχειρήματος τους απεστόμωσεν αναφερόμενος εις τους ιδίους εξορκισμούς των, τους οποίους μετεχειρίζοντο τόσον συχνά αυτοί και οι μαθηταί των. Και αφού ούτως απέδειξεν ότι η δύναμις την οποίαν Αυτός εξήσκει πρέπει να ήτο άμα υπερτέρα του Σατανά και εναντία εις τον Σατανάν, άρα πνευματική και θεία, τους ενουθέτησε περί της τρομεράς αμαρτίας και του κινδύνου της βλασφημίας των ταύτης εναντίον του Αγίου Πνεύματος του Θεού. «Ος αν βλασφημήση κατά του Πνεύματος του Θεού ουκ αφεθήσεται αυτώ, ούτε εν τω νυν αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι».

Μετά την μυστηριώδη ταύτην νουθεσίαν, ομιλών τρανωτέρα τη γλώσση, είπε προς αυτούς ότι όταν ο καρπός είνε σαπρός και το δένδρον θα είνε σαπρόν, και ότι οι λόγοι και αι πράξεις των είνε πονηροί και ερπετοειδείς (Γεννήματα εχιδνών). Τέλος με τόνον νουθεσίας όστις ποτέ έκτοτε δεν έπαυσε να δονή και να πάλλη εις τας καρδίας είπεν αυτοίς, ότι οι λόγοι του ανθρώπου αποκαλύπτουσι την αληθή φύσιν της καρδίας (εκ του περισσεύματος της καρδίας το στόμα λαλεί) και ότι δι' αυτούς των τους λόγους ως και «διά παν αργόν ρήμα ό αν λαλήση άνθρωπος», θα δώσωσι λόγον εν ημέρα κρίσεως. Το φοβερόν και επίσημον της παραινέσεως ταύτης φαίνεται επί τινα καιρόν να έφερε τους Φαρισαίους εις σιωπήν, και να περιέστειλε την επανάληψιν της παραλόγου βλασφημίας των. Εν μέσω δε της επελθούσης σιωπής, γυνή τις εκ του όχλου, εν ακαθέστω εκρήξει θαυμασμού — συνειθισμένη να σέβηται τους μακροχίτωνας Φαρισαίους, με όλα τα κράσπεδα και τα φυλακτήριά των, αλλ' αισθανομένη εις το βάθος της καρδίας πόσον υψηλά υπεράνω αυτών ίστατο ο Λαλών — ύψωσε φωνήν και είπε προς Αυτόν.

«Μακάρια η κοιλία η βαστάσασά Σε και μαστοί ους εθήλασας».

«Αυτός δε είπε. — Μενούνγε: (Ναι μεν, αλλ' άρα) μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού, και φυλάσσοντες αυτόν».

Η γυνή, με την περιπαθή εκείνην στοργήν του φύλου της, έκραξε: Πόσον ευλογημένη πρέπει να είνε η μήτηρ τοιούτου Υιού! και βεβαίως ευλογημένη ήτο εν γυναιξί, και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας αυτής· μακαρία ήτο βεβαίως, και μακαρία διότι επίστευσεν· αλλ' όμως αυτής δεν ήτο αποκλειστική η μακαριότης· υπάρχει μακαριότης βαθυτέρα ακόμη και γενικωτέρα, η μακαριότης της υπακοής εις τον λόγον του Θεού. «Οπόσαι γυναίκες (λέγει ο ιερός Χρυσόστομος) την Παρθένον εμακάρισαν και επόθησαν τοιαύται γενέσθαι μητέρες! Τι το κωλύον; Ο Χριστός πλατείαν ημίν κατεσκεύασε της μακαριότητος την τρίβον, και ου μόνον γυναιξίν, αλλ' ανδράσιν έξεστιν αυτήν πορεύεσθαι· την της υπακοής οδόν τούτο μητέρα τοιαύτην ποιεί, ουκ αι ωδίνες του τοκετού».

Αλλ' οι Φαρισαίοι, καίτοι καταισχυνθέντες προς στιγμήν, δεν είχον διάθεσιν ν' αφήσωσι τον Ιησούν επί μακρόν εν ειρήνη. Είχεν ομιλήσει προς αυτούς εν γλώσση αυστηρού έλεγχου· προς αυτούς, τους αρχηγούς και θρησκευτικούς διδασκάλους του καιρού Του και της πατρίδος Του. Πόθεν είχε τόσην τόλμην Αυτός, ο τέκτων της αφανούς πολίχνης, και πώς εθρασύνετο να ομιλή ούτω προς αυτούς; Ας τους δώση τουλάχιστον σημείον, έν σημείον εξ ουρανού, όχι απλούν εξορκισμόν ή ιατρείαν, αλλά μέγα, αναντίρρητον, αποφασιστικόν σημείον της εξουσίας Του. «Διδάσκαλε, θέλομεν σημείον ιδείν παρά Σου».

Ήτο αυτό το αίτημα το οποίον είχον απευθυνθή προς Αυτόν εν αρχή του θείου κηρύγματός Του. «Ποίον σημείον δεικνύεις ημίν, επειδή ταύτα ποιείς;»

Προς τοιαύτας εκκλήσεις, γινομένας μόνον προς πειρασμόν και προς ύβριν, γινομένας υπ' ανθρώπων οίτινες, άπιστοι και αμάλακτοι, αρτίως είχον ιδεί μέγα σημείον, και είχον αποδώσιι αυτό ανερυθριάστως εις δαιμονικήν ενέργειαν, εκώφευε πάντοτε ο Ιησούς. Το θείον δεν κατέρχεται να περιορίση την εξάσκησιν των δυνάμεών του διά των όρων της πεπερασμένης κριτικής, ουδέ είνε σύμφωνον προς την βουλήν του Θεού το να κατορθώση την επιστροφήν τον ανθρωπίνων ψυχών δι' απλής πτοήσεως προς εξωτερικά σημεία. Εάν ο Ιησούς τους είχε δώσει σημείον εξ ουρανού, είνε πιθανόν ότι θα επέφερεν αποτέλεσμα επί των πνευματικών τέκνων προγόνων οίτινες, κατά την ιδίαν παραδεδεγμένην ιστορίαν των, εις την θέαν, και μάλιστα υπ' αυτούς τους κρημνούς του πυρπολουμένου όρους, εκάθισαν να φάγουν και να πίουν, και ηγέρθησαν διά να παίξουν; Θα είχε διαρκή τινα σημασίαν διά τους ηθικούς κληρονόμους εκείνων οίτινες ηλέγχθησαν υπό τον ιδίων προφητών των ότι έλαβον τα σκηνώματα Μολώχ και τον αστέρα του Θεού των Ρεμφάν, ενώ οδηγούντο υπό του πυρίνου στύλου και έπινον από της πληγείσης πέτρας; Σημεία είχον ιδεί και θαύματα άφθονα, και τώρα έβλεπον το υψηλότατον σημείον αναμαρτήτου βίου, και όμως απεστάτουν και εβλασφήμουν μάλλον. Σημείον δεν θα δοθή εις αυτούς άρα ειμή εν προφητείαις τας οποίας δεν ηδύναντο να εννοήσουν. «Γενεά πονηρά και μειχαλίς, έκραξε στραφείς προς το πλήθος, σημείον επιζητεί, και σημείον ου δοθήσεται αυτή, ειμή το σημείον Ιωνά του προφήτου». Σωθείς τριήμερος εν μέσω των σκοτεινών και τρικυμιωδών θαλασσών, εγένετο σημείον προς τους Νινευίτας· ούτω και ο Υιός του Ανθρώπου θα σωθή από της καρδίας της γης. Και οι Νινευίται εκείνοι άνδρες, οίτινες μετενόησαν προς το κήρυγμα του Ιωνά, και η βασίλισσα Σαβά, η ελθούσα από των περάτων της γης διά ν' ακούση την σοφίαν του Σολομώντος, θα εγερθώσιν εν τη κρίσει και θα καταδικάσωσι γενεάν ήτις απέρριπτε τον Μείζονα και του Ιωνά και του Σολομώντος. Διότι η γενεά αύτη είχε λάβη τόσα ευεργετήματα. Πλην, φευ! αγαθόν πνεύμα δεν προσεκλήθη να καταλάβη την κενωθείσαν θήκην, και τώρα ο παλαιός πονηρός κάτοχος επέστρεψε με επτά πνεύματα πονηροτέρα εαυτού, και τα έσχατα εγένοντο χείρονα των πρώτων.

Αιφνιδία διακοπή επήλθεν εις τους λόγους Του. Πάλιν οι οικείοι Του είχον λάβη είδησιν ότι Αυτός ήτο περικυκλωμένος υπό πλήθους πυκνού, και ελάλει προς αυτούς ρήματα παραδοξότερα έτι και τρομερώτερα ή όσα είχε ποτε λαλήσει· προ πάντων, ότι είχον αποκρούσει μετά περιφρονήσεως και κατακρίνει μετ' αγανακτήσεως τους μεγάλους διδασκάλους οίτινες είχον σταλή εις Ιερουσαλήμ διά να επιτηρώσι τους λόγους Του. Μεγάλη ανησυχία τους κατέλαβεν. Ίσως ο πληροφορών εψιθύρισε προς αυτούς την φοβεράν συκοφαντίαν ήτις είχε προκαλέσει τας αυστηράς επιτιμήσεις Του. Εκ των ολίγων τα οποία μανθάνομεν περί των νομιζομένων αδελφών Του, δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι ήσαν Εβραίοι εξ Εβραίων, και υποκείμενοι εις το να επηρεάζωνται σφόδρα εκ ραββινικών και ιερατικών εισηγήσεων· άχρι τούδε ή δεν επίστευον εις Αυτόν ή εθεώρουν λίαν υπερβολικάς τας αξιώσεις Του. Δεν ήτο καιρός να επεμβώσι και πάλιν; δεν θα ηδύναντο να σώσωσιν τον Ιησούν από τον ίδιον Εαυτόν του; δεν θα ηδύναντο να Τον σώσωσιν από τους κινδύνους εις ους το κήρυγμά Του Τον εξέθετε; Δεν θα ήτο δυνατόν να Τον πείσωσι ν' απομακρυνθή εις χώραν άγνωστον όπως σωθή; Αν δεν δυνηθώσι να Τον πλησιάσωσιν εκ του συνωθισμού του πλήθους, δεν θα εύρωσί τινα όστις να δώση Αυτώ είδησιν περί της παρουσίας των.

Αίφνης είς των ακροατών Τον πληροφορεί· «Ιδού, η μήτηρ Σου και οι αδελφοί Σου ίστανται έξω επιζητούντες λαλήσαι μετά Σου». Οίμοι! ακόμη δεν είχον μάθη ότι, εάν δεν ήθελον να εισέλθωσιν, η μόνη πρέπουσα θέσις των θα ήτο να ίστανται έξω; ότι η ώρα Του είχεν έλθη τώρα ίνα μεταβή πολύ πέραν του κύκλου της ανθρωπίνης συγγενείας, απείρως υπεράνω του ελέγχου των αδελφών εν ανθρώποις; Έπρεπε το τολμηρόν πνεύμα της επεμβάσεώς των να λάβη και άλλον περιορισμόν ακόμη; Ούτω συνέβη. Αλλ' ο περιορισμός έπρεπε να δοθή ηπίως, και ούτως ώστε να είνε μεγάλη παραμυθία εις άλλους. «Τις η μήτηρ Μου (είπε προς τον άνθρωπον τον ομιλήσαντα) καί τινες οι αδελφοί Μου;» Τότε δε εκτείνας την χείρα προς τους μαθητάς Του είπεν: «Ιδού η μήτηρ Μου και οι αδελφοί Μου! ος αν ποιή το θέλημα του Πατρός Μου του εν ουρανοίς, ούτος εστιν αδελφός Μου και αδελφή και μήτηρ!» Δεν υποβιβάζει την Μητέρα Του, παρατηρεί είς των κριτικών, αλλά τάσσει πρώτον τον Πατέρα Του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'. «Εγγύς μαχαίρας, εγγύς Θεού»

Μόνος μετά Φαρισαίων. — Φανερά ρήξις. — Κίνδυνος του Ιησού. — Καταδίκη της υποκρισίας. — Η παραβολή του Άφρονος Πλουσίου. — Η ερώτησις του Πέτρου. — Ο Ιησούς τεταραγμένος τω Πνεύματι.

Μέχρι του σημείου τούτου τα συμβεβηκότα της μεγάλης ταύτης ημέρας υπήρξαν αρκούντως ταραχώδη, πλην επηκολούθησαν περιστάσεις πολύ αλγεινοτέραι.

Η ώρα διά το μεσημβρινόν γεύμα είχε φθάσει, και είς των Φαρισαίων τον εκάλεσεν εις τον οίκον του. Μικρά ύπαρχε ξενία ή και φιλοφροσύνη εις την πρόσκλησιν. Εάν δεν εγένετο μάλλον προς έχθραν και παγίδευσιν, ως γνωρίζομεν ότι συνέβη εις άλλας Φαρισαϊκάς προσκλήσεις· η αφορμή της το πολύ θα ήτο η περιεργία, όπως ίδη καλλίτερον τον νέον Διδάσκαλον, ή κενοδοξία όπως έχη ξένον τόσον επιφανή. Και ο Ιησούς, άμα εισελθών, ευρέθη, ουχί εν μέσω τελωνών και αμαρτωλών, όπου θα ηδύνατο να διδάξη και να μαλάξη και να ευεργετήση, ουχί μεταξύ των πτωχών προς ους θα ηδύνατο να κηρύξη την βασιλείαν των ουρανών, ουχί μεταξύ φίλων και μαθητών οίτινες ηκροώντο μετά φιλοστόργου σεβασμού τους λόγους Του, αλλ' εν μέσω σκληρών, απειλητικών όψεων, εν μέσω των μορφασμών και της χλεύης φανερών εχθρών. Οι Απόστολοι δεν φαίνεται να προσεκλήθησαν. Δεν υπήρχεν η συμπάθεια του Θωμά όπως Τον υποστηρίξη, ούτε η πραότης του Ναθαναήλ όπως Τον ενθαρρύνη, ούτε η θερμότης Του Πέτρου όπως Τον υπερασπίση, ούτε ηγαπημένος Ιωάννης όπως κλίνη την κεφαλήν προς το στήθος Αυτού. Γραμματείς, Νομικοί και Φαρισαίοι, οι συνδαιτυμόνες επιδεικτικώς εξετέλεσαν τας περιτέχνους πλύσεις των, και τότε, έκαστος μετ' άκρας επιμελείας διά την ιδίαν πρωτοκαθεδρίαν του, εκάθησαν παρά την τράπεζαν. Άνευ τοιούτων επιτηδευμένων και φανταστικών διατυπώσεων, ο Ιησούς άμα «εισελθών ανέπεσε» παρά την τράπεζαν. Έξω συνέρρεεν ο λαός, πεινών και διψών ακόμη όπως ακούση τα ρήματα της αιωνίου ζωής. Το γεύμα θα ήτο σύντομον, πρόγευμα μάλλον. Δεν ηθέλησεν άρα να βραδύνη ο Ιησούς και υποθάλψη μάταια έθιμα διά πλύσεων, αίτινες κατά την στιγμήν εκείνην συνέβη να είνε περιτταί, και εις τας οποίας μωρά και ψευδοθρησκευτική σπουδαιότης απεδίδετο.

Πάραυτα η υψηλόφρων έκπληξις του ξενίζοντος εξεφράσθη διά της συμπεριφοράς του, και αι επηρμέναι οφρύες και αι αποδοκιμαστικαί χειρονομίαι των συνδαιτυμόνων έδειξαν όσον ετόλμων να δείξωσιν εκ της αποδοκιμασίας και της υπερφροσύνης των. Ελησμόνουν εντελώς τις ήτο Εκείνος και τι είχε πράξει. Κατάσκοποι και συκοφάνται εξ αρχής, εύρισκον τώρα ευκαιρίαν προς νέας σκευωρίας. Ο καιρός είχεν έλθη προς σαφεστέραν ακόμη γλώσσαν, και εφείσθη αυτών, ώκτειρε και εταλάνισε την υποκρισίαν των, τους παρωμοίασε με τάφους κεκονιαμένους, και προείπεν ότι επί της ενόχου ταύτης γενεάς θα έλθη το αίμα όλων των προφητών, από του αίματος του Άβελ μέχρι του αίματος του Ζαχαρίου.

Η αυτή ομιλία, αλλά πληρεστέρα και τρομερωτέρα, εξηνέχθη ύστερον υπό του Ιησού εν τω Ναώ της Ιερουσαλήμ κατά την τελευταίαν και μεγίστην εβδομάδα της επιγείου ζωής Του. Αλλά τώρα, εν τη Γαλιλαία, το γεύμα εν συγχύσει διεκόπη. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι απέβαλον το προσωπείον. Από προσποιητών φίλων και ενδιαφερομένων εξεταστών αιφνιδίως ανεπήδησαν υπό το αληθές σχήμα των, ως θανάσιμοι αντίπαλοι. Περιεκύκλωσαν τον Ιησούν, τον εστενοχώρησαν βιαίως, επιμόνως, σχεδόν απειλητικώς. Ήρχισαν να επιχύνωσιν επ' Αυτόν πλήμμυραν ερωτήσεων, να εξετάζωσι, να Τον κατηχώσι, να προσπαθώσιν όπως αποσπάσωσι λόγους απ' Αυτού, ελλοχώντες εις ενέδραν ως θηρευταί άπληστοι, ιχνηλατούντες μήπως ανακαλύψωσι παρ' Αυτώ και μικρόν αιρέσεως κόκκον, επί του οποίου να στηρίξωσι κατηγορίαν, όπως ποιήσωσιν Αυτόν εκποδών.

Εν τω μεταξύ μυριάδες λαού είχεν συναθροισθή έξω, και ίσως οργίλοι ψιθυρισμοί έδωκαν είδησιν εις τους Φαρισαίους εν καιρώ ότι επικίνδυνον θα ήτο να προβώσι πολύ μακράν, και ο Ιησούς εξήλθε προς το πλήθος, και απευθυνόμενος πρωτίστως προς τους μαθητάς Του, είτα δι' αυτών εις τας χιλιάδας των ακροατών ήρχισε: «Φυλάττεσθε από της ζύμης των Φαρισαίων, ήτις εστιν υποκρισία». Επληροφόρησεν αυτούς ότι υπήρχεν Είς, εις του οποίου το όμμα, μυρίων ηλίων λαμπρότερον, ουδέν μυστικόν υπάρχει. Παρήνεσεν αυτούς να μη φοβώνται άνθρωπον, αλλά να φοβώνται Εκείνον όστις ου μόνον ηδύνατο ν' αφανήση το σώμα, αλλά να εμβάλη την ψυχήν εις την Γέεναν του πυρός. Ο Θεός ο αγαπών αυτούς θα εμερίμνα προ αυτών· και ο Υιός του Ανθρώπου, ενώπιον των Αγγέλων του Θεού, θα ομολογήση εκείνους οίτινες Τον ομολογούσιν έμπροσθεν των ανθρώπων.

Ενώ ούτως ωμίλει, άνθρωπός τις κοινός εκ του πλήθους, απηύθυνε τον λόγον προς τον Ιησούν και είπε:

«Διδάσκαλε, είπε τω αδελφώ μου όπως διαμερίσηται την κληρονομίαν προς με».

Σχεδόν αυστηρά υπήρξεν η απάντησις του Ιησού. Ο άνθρωπος εκείνος φαίνεται, ότι ήτο είς εκ των πολλών χυδαίων και περιωρισμένων ανθρώπων, και εφαντάζετο ότι ο κύριος σκοπός της ελεύσεως του Μεσσίου θα ήτο όπως εξασφαλίση δι' αυτόν την μερίδα της κληρονομίας του, και δαμάση την δύστροπον γνώμην του αδελφού του. Ο Ιησούς παρευθύς διεσκέδασε τας παχυλάς προσδοκίας του, και είτα ενουθέτησεν αυτόν και όλους τους ακούοντας να μη προσκολλώνται τόσον εις τα επίγεια αγαθά. Πόσον βραχεία, και όμως πλήρης εννοίας, είνε η μικρά εκείνη παραβολή την οποίαν είπε προς αυτούς, περί του άφρονος πλουσίου όστις, εν τη απλήστω και επιλήσμονι του Θεού ιδιοτελεία του, εμελέτα να κατεδαφίση τας αποθήκας του και να τας κτίση μεγαλειτέρας, και, ως να μην υπήρχε θάνατος, εσκέπτετο μόνον τους καρπούς του, και τα αγαθά του, «και ερώ τη ψυχή μου· φάγε, πίε, ευφραίνου». Αλλ' εξ ουρανού, ως τρομερά ηχώ εις τους λόγους του, ήλθεν η φοβερά απόφασις. «Άφρον, άφρον, ταύτη τη νυκτί!....»

Είτα ο Κύριος και πάλιν τους ανέμνησε πως ο Θεός ενδύει, λαμπρότερον ή εν πάση τη δόξη του Σολομώντος, τα κρίνα του αγρού, και τρέφει τα πετεινά του ουρανού, τα οποία δεν σπείρουν ουδέ θερίζουν, και τους συνεβούλευσε να μη μετεωρίζωνται επί της τεταραγμένης θαλάσσης των μεριμνών και της τύρβης του βίου. Αι παρατηρήσεις απηυθύνοντο κυρίως προς τους μαθητάς, αλλά και το πλήθος τας ήκουεν. Ενταύθα η περιεργία εκυρίευσε τον Πέτρον, και έσπευσεν ούτος να ερωτήση αν η παραβολή απηυθύνετο προς αυτούς ή προς πάντας.

Εις την ερώτησιν ταύτην ο Κύριος δεν απήντησε, και η σιωπή Του ήτο η αρίστη απάντησις. Ευθύς δε τότε, εις την ιδέαν της φοβεράς κρίσεως της αναμενούσης τους ανθρώπους, ταραχή και αγωνία διήλθεν εις το πνεύμα του Χριστού. Ανελογίσθη την απορριπτομένην ειρήνην, την οποίαν Αυτός ήλθε να κτίση, οι δε υιοί του αιώνος τούτου την απέρριπτον και τότε φοβερός πόλεμος έμελλε να επέλθη. Ενταύθα αναμιμνησκόμεθα ενός των λογίων, των μη αναφερομένων εν τοις Ευαγγελίοις, όσα αποδίδονται εις τον Χριστόν, και το οποίον αναφέρει ο Δίδυμος εν τη ερμηνεία των Ψαλμών: «Ο εγγύς μου εγγύς του πυρός· ο δε μακράν απ' εμού μακράν από της βασιλείας».

Αλλ' από των θλιβερών τούτων σκέψεων και πάλιν συγκατέβη εις τας αμέσους ανάγκας του πλήθους. Από τους πυρακτουμένους και ερυθραίνοντας ουρανούς και από τα συναγόμενα νέφη ηδύναντο να προείπωσιν ότι βροχή θα πέση ή ότι θα πνεύση καυστικός άνεμος. Πώς δεν διέκρινον τα σημεία των καιρών; Ας επιληφθώσι της παρούσης ευκαιρίας όπως ποιήσωσιν ειρήνην προς τον Θεόν. Διά τους ανθρώπους και διά τα έθνη έρχεται ώρα, και είνε πολύ αργά.

Κ' εδώ φαίνεται να ετελείωσεν ο λόγος Του. Ήτο η τελευταία φορά διά πολλάς ημέρας καθ' ην θα ήκουον τους λόγους Του. Περικυκλούμενος υπό εχθρών οίτινες ου μόνον ισχυροί ήσαν, αλλά σφόδρα παρωργισμένοι ήδη, ύποπτος και δυσάρεστος εις τους αυλικούς του τετράρχου της Γαλιλαίας εις την κυριότητα του οποίου έζη, καταδιωκόμενος υπό του φανερού μίσους και των κρυφίων σκευωριών κατασκόπων τους οποίους το πλήθος είχε μάθη να σέβηται, αισθανόμενος ότι ο λαός δεν τον ενόει, και ότι εις τα πνεύματα των αρχηγών και των διδασκάλων του απόφασις θανάτου και καταδίκης είχεν ήδη εκδοθή κατ' Αυτού, έστρεψε προς καιρόν τα νώτα εις την γενέθλιον χώραν Του, και απήλθε να ζητήση εις ειδωλολατρικάς και αλλοτρίας πόλεις την ειρήνην και την ανάπαυσιν την οποίαν ηρνούντο Αυτώ εν τη πατρίδι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'. Μεταξύ των εθνικών

Αι χώραι Τύρου και Σιδώνος. — Η Συροφοίνισσα. — Η πίστις αυτής. — Αι χώραι των εθνικών. — Επιστροφή εις Δεκάπολιν. — Ο κωφάλαλος. — Υποδοχή υπό του πλήθους. — Ο χορτασμός των τετρακισχιλίων.

«Οι κατοικούντες εν χώρα και σκιά θανάτου, φως επέλαμψεν αυτοίς». (Ησαΐας).

«Τότε ο Ιησούς απήλθεν εκείθεν και ανεχώρησεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος». Τοιαύτη η βραχεία είδησις ήτις προλογίζει τας βραχείας εκθέσεις περί μιας περιόδου της ζωής Του, περί ης θα είχομεν βαθύ ενδιαφέρον όπως πλέον τι μάθωμεν. Αλλά μόνον έν απλούν συμβεβηκός της επισκέψεως ταύτης εις τους εθνικούς αναγράφεται. Ήθελε φανή ίσως ότι εις την μακρινήν εκείνην χώραν θα υπήρχε βεβαιότης, όχι ασφαλείας μόνον, αλλά και αναπαύσεως· αλλά δεν συνέβη ούτω. Είδομεν ήδη ενδείξεις ότι η φήμη των θαυμάτων Του είχε διαδοθή και μέχρι των παλαιών πόλεων της Φοινίκης, και μόλις έφθασεν εις τα σύνορά των, κατέστη γνωστόν ότι δεν ηδύνατο να μείνη κρυπτόμενος. Μία γυνή τον ανεζήτησε, και ηκολούθησε την μικράν συνοδίαν με παθητικάς ικεσίας. «Ελέησόν με, Κύριε, Υιέ Δαυίδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται».

θα ηδυνάμεθα να φαντασθώμεν ότι ο Κύριος ημών θ' απήντα εις τοιαύτην ικεσίαν δι' αμέσου ελέους, όσω μάλλον, παραχωρών αυτή το αίτημά Της, συμβολικώς θα παρίστα την επέκτασιν της βασιλείας Του εις τους τρεις μεγίστους κλάδους του ειδωλολατρικού κόσμου. Διότι η γυνή ήτο Χαναναία την καταγωγήν και Συροφοίνισσα· την θέσιν Ρωμαία υπήκοος· την δε γλώσσαν και την μόρφωσιν Ελληνίς. Και η επίκλησίς της προς έλεος εις τον Μεσσίαν του εκλεκτού λαού θα ηδύνατο κάλλιστα να φανή εις τα πρωτόλεια της συγκομιδής εν η το αγαθόν σπέρμα θα εβλάστανεν ύστερον εν Τύρω και Σιδώνι και Καρχηδόνι και Ελλάδι και Ρώμη. Αλλ' ο Ιησούς (και δεν είνε αύτη μία των αναριθμήτων ενδείξεων ότι ασχολούμεθα εδώ όχι με ψευδή παράδοσιν, αλλά με αληθή γεγονότα;) ο Ιησούς δεν απήντησεν αυτή λέξιν.

Εις ουδεμίαν άλλην περίστασιν δεν βλέπομεν παρομοίαν φαινομένην ψυχρότητα εκ μέρους του Χριστού. Ουδέ πληροφορούμεθα εδώ περί των αιτίων. Δύο δε αίτια φαίνονται πιθανά. Δυνατόν να ηθέλησε να δοκιμάση τα αισθήματα των μαθητών Του, οίτινες, εν τω στενώ πνεύματι της Ιουδαϊκής αποκλειστικότητος δυνατόν να ήσαν απαράσκευοι όπως Τον ίδωσι παρέχοντα τας ευεργεσίας Του, ου μόνον εις εθνικήν, αλλ' εις Χαναναίαν, και απόγονον της επαράτου φυλής. Είνε αληθές ότι είχε θεραπεύσει τον δούλον του εκατοντάρχου, αλλ' ούτος ήτο ίσως Ρωμαίος, βεβαίως δε ευεργέτης των Ιουδαίων, και κατά πάσαν πιθανότητα προσήλυτος. Αλλ' είνε πιθανώτερον ότι, γνωρίζων τι έμελλε να συμβή, επεθύμει να δοκιμάση περισσότερον την πίστιν της γυναικός. Και περιπλέον, δυνατόν να ήθελεν εις πάντε χρόνον να ενθαρρύνη ημάς εις τας προσευχάς και τας ελπίδας μας, και να μας διδάξη να προσκαρτερώμεν, και όταν θα εφαίνετο ότι το προσωπόν Του είνε αυστηρόν προς ημάς, ή ότι το ους Του είνε επιστραμμένον.

Βεβαρημένοι από την ενόχλησιν των κραυγών της, οι μαθηταί Τον παρεκάλεσαν να την αποπέμψη· Εκείνος δε είπε προς αυτούς, «Ουκ απεστάλην ειμή επί τα απολωλότα πρόβατα οίκου Ισραήλ».

Τότε η γυνή ήλθε και έπεσε παρά τους πόδας Του, και ήρχισε να Τον προσκυνή λέγουσα, «Κύριε, βοήθησόν μοι». Ηδύνατο να μένη αμάλακτος εις την λύπην εκείνην; Ηδύνατο ν' απορρίψη την ικεσίαν αυτήν; Και θα την άφηνε να επιστρέψη εις την ισόβιον αγωνίαν του να παρίσταται εις τους παροξυσμούς της δαιμονιζομένης παιδίσκης της; Γαληνίως και ψυχρώς εξήλθεν εκ των χειλέων εκείνων, τα οποία δεν απήντησαν ειμή λόγους ελέους και ευσπλαγχνίας εις την παράκλησιν παντός ικέτου, η απάντησις; «Ου καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις».

Τοιαύτη απάντησις θα ηδύνατο βεβαίως να ψυχράνη την καρδίαν της· και αν Εκείνος δεν προέβλεπεν ότη αυτή είχε την σπανίαν πίστιν, ήτις ηδύνατο να ίδη έλεος και αποδοχήν ακόμη και εν τη φαινομένη αρνήσει, δεν θα απήντα ούτω προς αυτήν. Πλην ουδέ όλαι αι χιόνες του Λιβάνου, του όρους της πατρίδος της, ηδύναντο να σβύσουν το πυρ της αγάπης, το οποίον έκαιεν εις το θυσιαστήριον της καρδίας της, και ταχεία ως ηχώ ήλθεν η λαμπρά απάντησις: — «Ναι, Κύριε· και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης»·

Τότε εκείνη εθριάμβευσεν. Ουδέ στιγμήν περισσότερον παρέτεινεν ο Κύριος την αγωνίαν της προσδοκίας της. «Ω γύναι, εφώνησε, μεγάλη σου η πίστις, γενέσθω σοι ως θέλεις». Και με την συνήθη γραφικήν απλότητα του, ο Ευαγγελιστής Μάρκος περαίνει την διήγησιν διά των συγκινητικών λέξεων: Και ότε ήλθεν εις την οικίαν, εύρεν εξεληλυθός το δαιμόνιον, και την παιδίσκην ανακεκλιμένην.

Πόσον έμεινεν ο Κύριος εις τας χώρας ταύτας, και εις ποίον μέρος διέτριψε, δεν γνωρίζομεν. Πιθανώς η αναχώρησίς Του επεταχύνθη διά της δημοσιότητος ήτις παρηκολούθει τας κινήσεις Του κ' εδώ. Εντεύθεν αναχωρήσας εστράφη ανατολικώς, και φθάσας εις τας πηγάς του Ιορδάνου οδοιπόρησε προς τας χώρας της Δεκαπόλεως.