Ο Βίος του Χριστού

Part 20

Chapter 20 2 words Public domain Markdown

Ο χορτασμός των πεντακισχιλίων και η ομιλία εν τη Συναγωγή της Καπερναούμ συνέβησαν αμέσως προ του Πάσχα. Ουδείς εκ των Ευαγγελιστών διηγείται τα συμβάντα, τα αμέσως επακολουθήσαντα. Αν παρευρέθη ο Ιησούς εις το Πάσχα τούτο, θα το έκαμεν όλως κατ' ιδίαν, και ουδέν συμβεβηκός της επισκέψεώς Του απεμνημονεύθη. Είνε δε πιθανώτερον ότι ο κίνδυνος και η αντίδρασις την οποίαν είχε συναντήσει εν Ιερουσαλήμ ήρκεσαν να επιφέρωσι την αποχήν του, «έως αν παρέλθη τυραννία». Δυνατόν εντοσούτω, αν δεν απήλθεν αυτοπροσώπως, τινές των μαθητών Του να εξεπλήρωσαν την εθνικήν ταύτην υποχρέωσιν και δυνατόν ίσως η επιτήρησις της διαγωγής των, συνδυαζομένη προς το μίσος το οποίον είχεν εμπνεύσει το πρόσταγμά Του προς τον παράλυτον όπως άρη τον κράββατον εν Σαββάτω, να έπεισε τους Γραμματείς και Φαρισαίους της Ιερουσαλήμ να πέμψωσί τινας εκ των ιδικών των προς ιχνηλάτησιν των διαβημάτων Του, και κατασκόπευσιν των πράξεων Του, και παρά τας όχθας της αγαπητής Του λίμνης. Βέβαιον είνε ότι από τούδε, εις πάντα σταθμόν του σταδίου Του, εις τους αγρούς, εις τας Συναγωγάς, εις τας εορτάς, εις τας οδοιπορίας, εις Καπερναούμ, εις Μάγδαλα, εν Περαία, εν Βηθανία, πανταχού Τον βλέπομεν να επιτηρήται, να στενοχωρήται, να επιτιμάται, να επερωτάται, να πειράζηται, να υβρίζηται, υπό των σκευωρών τούτων, των αντιπροσώπων των αρχόντων του έθνους Του, περί των οποίων επανειλημμένως μας λέγουν οι Ευαγγελισταί ότι δεν ήσαν εγχώριοι, αλλά «ελθόντες τινές από Ιεροσόλυμα. Η πρώτη εν Γαλιλαία προσβολή προήλθεν εκ της περιστάσεως ότι, διερχόμενοι διά των σπορίμων εν ημέρα Σαββάτου (ο Λουκάς έχει την φράσιν «εν Σαββάτω δευτεροπρώτω», το οποίον κατά τινα εικασίαν ίσως σημαίνει, εν Σαββάτω πρώτω του μηνός του δευτέρου), οι μαθηταί Του πεινάσαντες, έκοψαν στάχυας, έτιλαν αυτούς εις τας παλάμας των χειρών των, εφύσησαν το άχυρον, και έφαγον. Αναντιρρήτως, τούτο ήτο μέγιστον σφάλμα, θανάσιμον μάλιστα, εις τους οφθαλμούς των νομοφυλάκων. Το θερίζειν και το αλωνίζειν εν Σαββάτω βεβαίως ήσαν απηγορευμένα, αλλ' οι Ραββίνοι απεφάνθησαν ότι το να κόψη τις στάχυν είνε το αυτό ως να θερίση, και το να τίλη το στάχυν με την χείρα, το αυτό ως ν' αλωνίση! Ίσως οι κατάσκοποι ούτοι Φαρισαίοι έχον ακολουθήσει τον Ιησούν κατά το Σάββατον τούτο διά να επιτηρήσωσιν αν θα εβάδιζε περισσότερον ή την κεκανονισμένην Σαββάτου οδόν, ήτοι περί τους δισχιλίους πήχεις. Αλλ' εκεί έσχον το ευτύχημα ν' ανακαλύψωσιν έν πολύ χειρότερον σκάνδαλον· μίαν πράξιν των μαθητών ήτις, κατά την τεχνικήν ερμηνείαν του νόμου, καθίστα αυτούς ενόχους θανάτου διά λιθοβολισμού. Αυτός ο Ιησούς δεν υπήρξε συναυτουργός εις το πταίσμα. Φαίνεται εκ των εκφράσεων του ευαγγελιστού Μάρκου ότι περιεπάτει κατά μήκος των εσπαρμένων αγρών διά της συνήθους οδού, υποφέρων την πείναν Του όσον ηδύνατο, ενώ οι μαθηταί Του ήνοιξαν δρόμον αναμέσων των σταχύων, κόπτοντες αυτούς καθόσον προυχώρουν. «Εγένετο παραπορεύεσθαι Αυτόν διά των σπορίμων, και ήρξαντο οι μαθηταί Αυτού οδόν ποιείν τίλλοντες τους στάχυας». Δεν υπήρχε δε ουδέν κακόν εις το τίλλειν τους στάχυας· τούτο ου μόνον εκυρούτο διά των εθίμων, αλλά ρητώς επετρέπετο υπό του Μωσαϊκού Νόμου, (Δευτερονομ. ΚΓ'. 25). Αλλά το έγκλημα συνίστατο εις το ότι τούτο εγίνετο εν Σαββάτω! Πάραυτα οι Φαρισαίοι περικυκλούσι τον Κύριον, και δεικνύουσι τους μαθητάς ερωτώντες οργίλως, «Ίδε, τι ποιούσιν, ο ουκ έξεστι ποιείν εν Σαββάτω;»

Μετά θείας ετοιμότητος, με το βάθος εκείνο της οξυνοίας και το εύρος της γνώσεως, το οποίον εχαρακτήριζε τας αποκρίσεις Του εις τας εξαφνικωτέρας ερωτήσεις, ο Ιησούς υπεράσπισε τους μαθητάς Του. Επειδή η κατηγορία την φοράν ταύτην δεν απηυθύνετο κατ' Αυτού αλλά κατά των μαθητών Του, ο τρόπος της υπερασπίσεως Του, διαφέρει εξ ολοκλήρου από εκείνον τον οποίον, ως είδομεν, είχε μεταχειρισθή εν Ιερουσαλήμ. Εκεί εστήριξε την υποτιθεμένην αθέτησιν του Νόμου επί της προσωπικής Του εξουσίας· εδώ, ενώ ακόμη εκήρυττεν Εαυτόν Κύριον του Σαββάτου, ηρύσθη από την ιστορίαν των και από τον Νόμον των παράδειγμα το οποίον απέλυε πάσης μομφής τους μαθητάς Του. «Ουκ ανέγνωτε, (είπε, μετά τινος ίσως λεπτής ειρωνείας) πως ο Δαυίδ, ου μόνον εισήλθεν εις τον Οίκον του Θεού εν Σαββάτω, αλλ' έφαγε τους άρτους της Προθέσεως, ους ουκ έξεστι φαγείν ειμή τοις ιερεύσι μόνοις;» Εάν ο Δαυίδ, ο ήρως των, ο ευνοούμενός των, ο άγιός των, φανερώς ούτω παρέβη το γράμμα του Νόμου, και όμως έμεινεν ανεύθυνος λόγω ανάγκης υπερτέρας πάσης λειτουργικής διατάξεως, πως ήσαν άξιοι μομφής οι μαθηταί διά την αθώαν πράξιν ότι εθεράπευον την πείναν των; Και πάλιν αν οι ραββίνοι διετύπωσαν ότι δεν υπάρχει Σαββατισμός εν τω Ναώ, και οι ιερείς ανάπτουσι πυρ και σφάζουσι τα θύματα εν τω Ναώ κατά το Σάββατον, και ο Νόμος όστις θεσπίζει το Σάββατον τους συγχωρεί, δεν ηδύνατο μείζον τι του Ναού να συγχωρήση τούτους; Και υπήρχε Τις μείζων του Ναού ενταύθα. Και είτα πάλιν τους υπομιμνήσκει ότι ο έλεος είνε κρείττων της θυσίας. Το Σάββατον επίτηδες εθεσπίσθη δι' έλεον, και διά τούτο ου μόνον δύνανται όλαι αι πράξεις του ελέους αμέμπτως να επιτελώνται εν αυτώ, αλλά τοιαύται πράξεις θα είνε αρεστοτέραι τω Θεώ ή όλαι αι αυτάρεσκοι λεπτολογίαι, αίτινες μετέβαλον πλούσιον ευεργέτημα εις φόρτον και εις παγίδα. Το Σάββατον έγεινε διά τον άνθρωπον, όχι ο άνθρωπος διά το Σάββατον, και διά τούτο, «Κύριος εστιν ο Υιός του Ανθρώπου και του Σαββάτου.

Εις έν των παλαιών χειρογράφων, των ευρισκομένων εν τη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Καντεβριγίας, φέρεται εν τω κειμένω του Ευαγγελιστού Λουκά, μετά το εδάφιον 5 του ΣΤ' κεφαλαίου, αξιοσημείωτος προσθήκη. Κατ' αυτήν, ο Χριστός την ιδίαν ημέραν, ιδών τινα εργαζόμενον εν Σαββάτω, είπεν αυτώ ότι, εάν μεν γνωρίζη τι κάμνει, θα είνε ευλογημένος, εάν δε όχι, θα είνε επικατάρατος και παραβάτης του νόμου. Η προσθήκη είνε προδήλως απόκρυφος και υποβολιμαία. Πλην, όπως και αν έχη, η ιδέα δεν φαίνεται απορριπτέα. Και ο Άγιος Αυγουστίνος λέγει, ότι καλλίτερον ν' αροτριά τις παρά να χορεύη.

Περί την δείλην της αυτής ημέρας, ο Κύριος εισήλθεν εις την Συναγωγήν. Άνθρωπός τις (η παράδοσις λέγει ότι ήτο κτίστης, πηρωθείς ένεκα ατυχήματος εν τη εργασία, όστις παρεκάλεσε τον Χριστόν να τον θεραπεύση διά να μη βιασθή να επαιτή) εκάθητο εν τη Συναγωγή. Η παρουσία του, και ο σκοπός της παρουσίας του ήσαν γνωστά εις όλους· και εις τας πρώτας έδρας εκάθηντο Γραμματείς, Φαρισαίοι και Ηρωδιαναί, των οποίων το κακόβουλον βλέμμα ήτο προσηλωμένον προς τον Ιησούν, διά να ίδωσι τι θα έπραττεν, όπως τον κατηγορήσωσιν. Εκείνος δεν τους άφησεν επί μακρόν εν τη αμφιβολία. Πρώτον εκάλεσε τον άνθρωπον με την ξηράν χείρα να σταθή εις το μέσον. Και τότε ανέφερεν εις την κρίσιν της ιδίας συνειδήσεώς των το ζήτημα τα οποίον ήτο εις τας καρδίας των, διατυπώσας μόνον αυτό κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να τους δείξη την αληθή σημασίαν του. «Έξεστιν (είπεν) εν Σαββάτω αγαθοποιείν ή κακοποιείν; ζωοποιείν (ως Εγώ πράττω δηλ) ή αποκτείνειν (ως υμείς εν ταις καρδίαις υμών μελετάτε να πράξητε);» Μία μόνον απάντησίς θα υπήρχεν εις τοιούτον ερώτημα, αλλ' εκείνοι δεν είχον έλθη εκεί διά να ζητήσωσιν ή διά να είπωσι την αλήθειαν. Ο μόνος σκοπός των ήτο να επιτηρήσωσι τι Αυτός θα έπραττε, και να στηρίζωσιν επί τούτου κατηγορίαν ενώπιον του Συνεδρίου, ή τουλάχιστον να Τον στηλιτεύσωσιν από τούδε με το στίγμα καταλύτου του Σαββάτου. Εις την ερώτησιν έμειναν βωβοί και ανάλγητοι. Αλλ' Εκείνος δεν ήθελε να τους επιτρέψη να διαφύγωσι την κρίσιν της ιδίας αυτών συνειδήσεως, ήθελε να τους δείξη ότι είνε αυτοκατάκριτοι, και διά τούτο εδικαιώθη εκ της ιδίας πρακτικής πείρας των ως και εκ της αδυναμίας των εις το ν' αποκριθώσιν. Είνε τις εξ υμών, ηρώτησεν, όστις, εάν έν μόνον πρόβατον εμπέση εις λάκκον ύδατος, δεν θα το δράξη διά να τα εξαγάγη εκείθεν; Πόσον καλλίτερος είνε ο άνθρωπος από έν πρόβατον; Το επιχείρημα ήτο ακαταμάχητον, αλλ' όμως η σιωπή των εξηκολούθει ακόμη. Εκείνος τους εθεώρησε μετ' οργής και αγανακτήσεως. Και είτα, καταστείλας την πικράν συγκίνησίν Του, διά να εκτελέση την πράξιν του ελέους Του, είπε προς τον άνθρωπον: «Έκτεινόν σου την χείρα». Δεν ήτο η χειρ εξηραμμένη; Πώς ηδύνατο να την εκτείνη; Το ρήμα του Χριστού έδωκε την δύναμιν προς εκτέλεσιν του προστάγματός Του· την εξέτεινε, και η χειρ ιάθη όλη.

Ούτω κατά πάντα τρόπον οι εχθροί Του ηττώντο· ηττώντο εις τα επιχειρήματα, κατησχύνοντο εις σιωπήν, εκωλύοντο εις τας προσπαθείας των όπως εύρωσιν αφορμήν τινα προς κατηγορίαν επί εγκλήματι. Διότι ιατρεύσας τον άνθρωπον ο Χριστός ουδέν έπραξε το οποίον και η ασπονδοτέρα έχθρα των θα ηδύνατο να διαστρέψη εις αθέτησιν της εντολής του Σαββάτου. Ούτε έθιξε τον άνθρωπον, ούτε τον εξήτασε, ούτε τον διέταξε να εκτελέση ασκήσεις· μόνον έν ρήμα είπε, και ουδέ Φαρισαίος ηδύνατο να ισχυρισθή ότι το να είπη τις έν ρήμα ήτο αθέτησις του Σαββάτου, και αν ακόμη τούτο συνωδεύετο υπό θαυματουργού ευλογίας! Πρέπει να ησθάνθησαν πόσον κατακράτος ενικήθησαν, αλλά τούτο μόνον ηρέθησεν επί μάλλον την λύσσαν των. Ήσαν έμπλεοι «ανοίας, πωρώσεως, και σκληροκαρδίας», και ανεκοίνουν προς αλλήλους τι ηδύναντο να πράξωσι προς τον Ιησούν. Μέχρι τούδε ήσαν εχθροί των Ηρωδιανών, τους εθεώρουν σχεδόν ως αποστάτας, αφού ούτοι ησπάζοντο την Ρωμαϊκήν κυριότητα, εμιμούντο τα έθιμα των εθνικών, απεδέχοντο τας δοξασίας των Σαδδουκαίων, και τόσον εκολάκευον τον βασιλεύοντα οίκον, ώστε είχον προσπαθήσει βλασφήμως να παραστήσωσιν Ηρώδην τον Μέγαν ως τον επηγγελμένον Μεσσίαν. Αλλά τώρα αι παλαιαί εχθροπάθειαί των διηλλάγησαν εν τη μανιώδει λύσση των εναντίον του κοινού εχθρού. Κάτι τι, ίσως ο φόβος του Αντίπα, ίσως πολιτική υποψία, ίσως το φυσικόν μίσος των φιλοκόσμων και αποστατών εναντίον διδασκαλιών καταισχυνουσών τον βίον των, είχε προσφάτως προσθέσει τους Ηρωδιανούς τούτους εις τον αριθμόν των διωκτών του Σωτήρος. Επειδή η Γαλιλαία ήτο το κύριον κέντρον της ενεργείας του Χριστού, οι Φαρισαίοι των Ιεροσολύμων έχαιρον να καρπωθώσι βοήθειαν τινα παρά του Γαλιλαίου τετράρχου και των οπαδών του· έλαβον δε κοινόν συμβούλιον πώς θα ηδύναντο να καταστρέψωσι βία τον Προφήτην, ον δεν ηδύναντο ούτε διά συλλογισμών ν' αναιρέσωσιν ούτε διά νόμων να συλλάβωσιν εις τα δίκτυά των.

Η έχθρα αύτη των αρχόντων δεν είχεν ακόμη αποξενώσει από του Χριστού τα πνεύματα των πολλών. Κατέστη όμως ευκταίον δι' αυτόν να μεταβή εις άλλον τόπον, επειδή δεν είχεν έλθη ακόμη ο καιρός του Πάθους Του. Αλλά προ της αναχωρήσεώς Του συνέβησαν σκηναί βιαιοτέραι ακόμη, και εκρήξεις μανίας εναντίον Του ακόμη σημαντικώτεραι και κινδυνωδέστεραι. Αναγκαιότερον οσημέραι καθίστατο όπως δεικνύη ότι η ρήξις μεταξύ Αυτού και των θρησκευτικών αρχόντων του έθνους Του ήτο βαθεία και οριστική· αναγκαιότερον οσημέραι απέβαινεν όπως εκθέτη το ανειλικρινές των δογμάτων των, και την λεπτολόγον θεατρικότητα ήτις ήτο μόνον το άνθος της βαθυρρίζου υποκρισίας των.

Η πρώτη φανερά καταγγελία Του κατά των αρχών εφ' ων εβασίζετο το Φαρισαϊκόν σύστημα, έλαβεν αφορμήν έκ τινος νέας αποπείρας των εν Ιεροσολύμοις γραμματέων, όπως βλάψωσι την θέσιν των μαθητών Του. Μια των ημερών παρετήρησαν ότι οι Απόστολοι είχον καθίσει εις δείπνον χωρίς να νίψωσι πρώτον τας χείρας των. Οι Ιουδαίοι των μεταγενεστέρων χρόνων διηγούντο μετά μεγάλου θαυμασμού, πως ο ραββίνος Αχίβας, όταν ήτο φυλακισμένος και επρομηθεύετο δι' ύδατος τοσούτου μόνον ώστε να μη αποθάνη εκ δίψης, επροτίμησε ν' αποθάνη εκ πείνης μάλλον ή να φάγη χωρίς να πλύνη τας χείρας. Οι Φαρισαίοι λοιπόν ερχόμενοι προς τον Ιησούν εν σώματι, ως συνήθως, Τον ερωτώσι, με αίσθημα πεφυσιωμένης σοβαρότητος επί τω δικαίω της μομφής των. «Διατί οι μαθηταί Σου παραβαίνουσι την παράδοσιν των πρεσβυτέρων; ου γαρ νίπτουσι τας χείρας εν τω εσθίειν».

Έν ραββινικόν βιβλιάριον πραγματευόμενον περί παραθέσεως τραπέζης, περιέχει εικοσιέξ προσευχάς δι' ων οι Φαρισαίοι συνώδευον την πλύσιν των χειρών. Το να ολιγωρή τις την Φαρισαϊκήν παράδοσιν ήτο ως να εφόνευεν άνθρωπον, και συνεπήγετο απώλειαν της αιωνίου ζωής. Και όμως οι μαθηταί του Χριστού ετόλμων να δειπνώσι με ανίπτους τας χείρας!

Ως συνήθως, ο Κύριος υιοθέτησε την συμπεριφοράν των μαθητών Του, και δεν τους άφησεν, εν τη απλότητι και τη αμαθεία των, να τρομάξωσιν από τους δεινούς Φαρισαίους. Εις την ερώτησίν των απήντησε δι' άλλης σοβαρωτέρας. Διατί σεις, είπεν, αθετείτε την εντολήν του Θεού διά των παραδόσεων των ιδικών σας; Η εντολή του Θεού ήτο: «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου», αλλ' η ιδική σας ερμηνεία είνε ότι, αντί να δίδη τις εις τον πατέρα του, και την μητέρα του, δύναται να δίδη εις τον κορβανάν. «Υποκριταί! καλώς αθετείτε την εντολήν του Θεού διά των παραδόσεων υμών· και καλώς προεφήτευσεν Ησαΐας λέγων: Ο λαός ούτος τοις χείλεσί με τιμά, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ' εμού· αλλά μάτην λατρεύουσί μοι, διδάσκοντες διδασκαλίας εντάλματα ανθρώπων».

Τούτο ήτο φανερά επιτίμησις ενός λαμβάνοντος υπερτέραν εξουσίαν. Ήτο η αποδοκιμασία του Χριστού καθ' όλου του προφορικού νόμου, όστις είχε καταντήσει να τιμάται περισσότερον από την Πεντάτευχον. Η ουσία του συστήματος τούτου ήτο να θυσιάζηται το πνεύμα εις το γράμμα. Εμυθολόγουν δε οι Ιουδαίοι, ότι ο Θεός διά στόματος παρέδωκε τον προφορικόν τούτον νόμον εις τον Μωυσήν, και διά στόματος ούτος μετεβίβασεν εις τους νεωτέρους μέχρι των εσχάτων. Επί τούτου θεμελιούται το Ταλμούδ (ήτοι «διδασκαλία») το οποίον συνίσταται από την Μισνά («επανάληψιν») και την Γεμάρα («συμπλήρωσιν»). Και τόσον άμετρος κατέστη ο σεβασμός ο προς το Ταλμούδ, ώστε ελέγετο ότι ήτο, εν σχέσει προς τον Νόμον, ως οίνος προς ύδωρ. Ο Θεός ο ίδιος, κατά τους μωροτέρους των Ραββίνων, ασχολείται αναγινώσκων το Ταλμούδ!

Και όλον εκείνο το κολοσσιαίον πλήθος των σχολίων, των μικρολογιών και των μύθων, ο Χριστός το κατεδίκαζε! Και δεν ήτο μόνον τούτο. Μη αρκούμενος να διασαλεύη τας βάσεις της θρησκοληψίας των, εδίδασκεν εις τα πλήθη διδασκαλίας αίτινες υπενόμευον όλον το κύρος των, και εδυσφήμουν την ανεγνωρισμένην σοφίαν των. Το αποφασιστικόν της αποδοκιμασίας Του ήτο εις ακριβή αναλογίαν προς το απεριόριστον των ιδίων των αγερώχων αξιώσεων. Και στραφείς απ' αυτών, ως εάν ήσαν απεγνωσμένοι, εκάλεσε το πλήθος, και είπε προς πάντας τας ολίγας και βαρυσημάντους ταύτας λέξεις:

«Ου τα εισερχόμενα εις το στόμα κοινοί τον άνθρωπον· αλλά τα εξερχόμενα του στόματος κοινοί τον άνθρωπον».

Οι Φαρισαίοι πικρώς προσεβλήθησαν εκ του λόγου τούτου. Καταδικαστική όπως ήτο της κοινής ιερατικής οιήσεως η έκφρασις εκείνη του Ιησού, έμελλε να είνε ο επιθανάτιος κώδων της περισσείας του τελετουργικού, δι' ην είς των πατέρων της Εκκλησίας έπλασε την αμίμητον λέξιν «εθελοπερισσοθρησκεία». Οι μαθηταί Του δεν εβράδυναν να Τον πληροφορήσουν περί της αγανακτήσεως την οποίαν επροξένησαν οι λόγοι Του, διότι πιθανώς μετείχον ου μικράν μερίδα εκ της λαϊκής ευλαβείας προς την κορυφαίαν των Ιουδαϊκών αιρέσεων. Αλλ' η απάντησις του Ιησού υπήρξεν έκφρασις γαληνίου αδιαφορίας προς πάσαν επίγειον κρίσιν, και τελευταία παραπομπή εις μόνον το κριτήριον του Θεού. «Πάσα φυτεία ην ουκ εφύτευσεν ο Πατήρ Μου ο Ουράνιος εκριζωθήσεται. Άφετε αυτούς είνε τυφλούς τυφλών οδηγούς. Και ει τυφλός τυφλόν οδηγεί, ουκ εις βόθρον πεσούνται αμφότεροι;»

Ολίγω ύστερον, ενώ ήσαν εν οικία και μόνοι, ο Πέτρος έσπευσε να Τον ερωτήση αιτών εξήγησιν των λόγων ους είχεν εκφέρει εμφαντικώς προς το πλήθος. Ο Ιησούς είπε τότε ότι εκ της καρδίας εκπορεύονται πονηροί λογισμοί, μοιχείαι, πορνείαι, φόνοι, κλοπαί, αρπαγαί, ανομίαι, απάτη, ακολασία, βασκανία, βλασφημία, υπερηφανία, μωρία. Ταύτα εστι τα κοινούντα τον άνθρωπον· το δε εσθίειν ανίπτους χερσίν ου κοινοί τον άνθρωπον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'. Η λύσσα των εχθρών Του

Η Κυριακή προσευχή. — Ο τυφλός και κωφός δαιμονιζόμενος. — Η διαβολή των Γραμματέων. — Ο Βεελζεβούλ — Απόκρισις του Ιησού. — Νουθεσία εναντίον της αργολογίας. — Τίνες οι μακάριοι; — «Διδάσκαλε, θέλομεν σημείον ιδείν». — «Το σημείον Ιωνά του Προφήτου». — Επέμβασις των συγγενών Του.

Έμελλε να επέλθη και άλλη ημέρα εναντιότητος, πικροτέρας επικινδυνωτέρας, απηνεστέρας, ημέρα φανεράς και τελειωτικής ρήξεως μεταξύ του Ιησού και των Φαρισαίων κατασκόπων των από Ιερουσαλήμ, πριν ή υποχωρήση προς καιρόν εις το θανάσιμον μίσος των εχθρών Του, και αποσυρθή όπως εύρη εις χώρας ειδωλολατρών την αναψυχήν την οποίαν δεν ηδύνατο πλέον να εύρη εις τα πλούσια πεδία και τους χλοάζοντας λόφους της Γεννησαρέτ. Ολίγαι υπήρξαν ημέραι της επιγείου ζωής Του αίτινες να διήλθον διά τοσαύτης δοκιμασίας και εξάψεως, όσης εκείνη ην θα περιγράψωμεν νυν.

Ο Ιησούς προσηύχετο κατά μόνας, πιθανώς περί όρθρον, εν μια των πόλεων της Γαλιλαίας. Ενόσω Τον έβλεπαν ιστάμενον με τους οφθαλμούς ανατεταμένους προς τον ουρανόν (διότι η ορθοστασία και όχι η κλίσις των γονάτων ήτο και είνε ακόμη η κοινή ανατολική στάσις εν τη προσευχή) οι μαθηταί έμενον μετά σεβασμού εις απόστασιν· αλλ' όταν αι δεήσεις Του ετελείωσαν, ήλθον προς Αυτόν παρακαλούντες να τους διδάξη να προσεύχωνται, όπως και ο Ιωάννης εδίδαξε τους μαθητάς του. Αυτός παραχρήμα εχαρίσθη εις το αίτημά των, και εδίδαξεν αυτούς την τελειοτάτην εκείνην προσευχήν, ήτις εγένετο έκτοτε η εκλεκτοτάτη κληρονομία πάσης χριστιανικής λειτουργίας, και το πρότυπον και υπόδειγμα προς ό πάσα άλλη προσευχή οφείλει να συμμορφούται. Ουδέποτε υπήρξε τοιαύτη προσευχή, συνδυάζουσα παν ό,τι η καρδία του ανθρώπου, διδασκομένη υπό του Πνεύματος του Θεού, ευρίσκει αναγκαιότατον προς θεραπείαν των αληθεστάτων πόθων της. Εν τη μεμιγμένη μετά σεβασμού αγάπη μεθ' ης διδάσκει ημάς να προσερχώμεθα εις τον Πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς, εν τη πνευματικότητι εν ή οδηγεί ημάς να ζητώμεν πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, εν τω πνεύματι της καθολικής αγάπης και της συγγνώμης την οποίαν εμφυτεύει, εν τω πληθυντικώ αριθμώ δι' ου θέλει να μας δείξη ότι πάσα ιδιοτέλεια πρέπει να είνε εσαεί αποκεκλεισμένη από των προσευχών μας, και ότι ουδείς άνθρωπος δύναται να προσέλθη προς τον Θεόν ως Πατέρα του χωρίς ν' αναγνωρίζη ότι και οι χείριστοι εχθροί του είνε ομοίως τέκνα του Θεού· εν τω γεγονότι ότι εκ των επτά αιτημάτων της έν και μόνον έν είνε διά τας επιγείους ανάγκας, και τούτο διά την απλουστέραν τούτων μορφήν· εν τω τρόπω μεθ' ου αποβάλλει πάσαν ματαίαν επανάληψιν και βαττολογίαν εν τη εξαιρέτω εκείνη βραχύτητι, είνε πράγματι ότι οι πατέρες την ωνόμασαν, Σύνοψις του Ευαγγελίου, και το κειμήλιον των προσευχών.

Όχι ολιγώτερον θεσπέσια ήσαν τα ένθερμα και απλά λόγια τα οποία την ηκολούθησαν, και τα οποία εδίδαξαν τους μαθητάς ότι οι άνθρωποι οφείλουν πάντοτε να προσεύχωνται και να μη ραθυμώσιν, επειδή, αν η οχληρία κρατεί εν τη ιδιοτελεία του ανθρώπου, η προθυμία πρέπει να είνε πανσθενής εν τη δικαιοσύνη του Θεού. Ο Ιησούς ενετύπωσεν εις αυτούς το μάθημα ότι, εάν η ανθρωπίνη φιλοστοργία δίδει μόνον ωφέλιμα και αγαθά δώρα, πολλώ μάλλον η αγάπη του Μεγάλου Πατρός όστις όλους μας αγαπά θα δώση το άριστον και υψηλότατον δώρον του, αυτήν την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, εις πάντας τους αιτούντας Αυτόν.

Και μετά ποίας ζωηράς χάριτος εκφέρονται τα μαθήματα ταύτα! Εάν απηγγέλλατο με το ξηρόν, μονότονον, διδακτικόν ύφος των συνήθων ηθικών διδασκαλιών, πώς θα ηδύναντο να συγκινήσουν τας καρδίας, ή να θερμάνουν τας φαντασίας, ή να εντυπωθώσιν ανεξιτήλως εις την μνήμην των ακροωμένων; Αλλ' αντί να ενδύωνται με φορτικήν σχολαστικότητα, εξεφέροντο εν σχήματι παραβολής βασιζομένης επί κοινοτάτων συμβάντων καθημερινής ζωής πλήρους απλότητος και πτωχείας. Οδοιπορών διά νυκτός όπως αποφεύγη τον πνιγηρόν καύσωνα, άνθρωπός τις φθάνει εις την οικίαν φίλου. Ο ξενίζων είνε πτωχός και δεν έχει τίποτε δι' αυτόν· αλλ' όμως, επειδή με όλον το παράωρον δεν θέλει να παραβλέψη τα χρέη της ξενίας, εγείρεται, και μεταβαίνει εις την οικίαν άλλου φίλου όπως δανεισθή τρεις άρτους. Πλην ο άλλος ούτος είνε επί της κλίνης· τα τέκνα του είνε μετ' αυτού· η θύρα του είνε κλειστή και μανδαλωμένη. Εις την έκθυμον ικεσίαν του φίλου απαντά αποτόμως. Δεν επιστρέφει την προσηγορίαν, φ ί λ ε. «Μη μοι κόπους πάρεχε· η θύρα κέκλεισται, ου δύναμαι», απαντά ένδοθεν. Αλλ' ο φίλος του γνωρίζει ότι ήλθε διά καλόν θέλημα, επιμένει δε κρούων την θύραν, εωσότου τέλος, εκ της πολλής επιμονής του, βαρυνθείς ο φίλος εγείρεται και του δίδει το αιτούμενον. Ούτω (παρετήρησέ τις λίαν καλώς) και όταν η καρδία, ήτις ήτο ως εν οδοιπορία, αίφνης εν μέση νυκτί, επιστρέφει προς ημάς, τουτέστιν έρχεται εις εαυτήν και αισθάνεται πείναν, και δεν έχομεν τίποτε όπως την παρηγορήσωμεν, ο Θεός απαιτεί παρ' ημών τολμηράν και οχληράν πίστιν. Εάν τοιαύτη επιμονή νικά την απέχθειαν απροθύμου ανθρώπου, πόσω περισσότερον θα κρατή πλησίον Εκείνου όστις μας αγαπά καλλίτερον ή ημείς ημάς αυτούς, και είνε προθυμότερος να επακούσή ή ημείς να δεηθώμεν!

Καλώς παρετηρήθη ότι η διήγησις του βίου του Χριστού επί της γης είνε πλήρης φωτός και σκιάς. Βραχείαι περίοδοι του βίου τούτου ιστορούνται εν τοις Ευαγγελίοις, πλείσται δε και μακρόταται αποσιωπώνται. Δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι, κατά την διάρκειαν του κηρύγματός Του, δεν έπαυσεν εις τας κατ' ιδίαν διατριβάς να διδάσκη και να εξασκή τους μαθητάς εις την μοναδικήν εν τω κόσμω διακονίαν και αποστολήν δι' ην τους είχε προορίσει. Μακάριοι όντως ήσαν εκείνοι υπέρ βασιλείς και προφήτας, μακάριοι υπέρ άπαντας τους ποτέ ζήσαντας, εν τω πλούτω του προνομίου των, επειδή ηδύναντο να συμμερίζωνται τας ενδομύχους σκέψεις Του, και να παρακολουθώσι το καθημερινόν θέαμα του αναμαρτήτου βίου του θείου προσώπου Του. Αλλ' εάν η μακαριότης αύτη εδόθη ιδία εις αυτούς, τούτο δεν έγεινε προς χάριν αυτών των ιδίων, αλλά χάριν αυτού του κόσμου ον είχον αποστολήν να εγείρωσιν από της απογνώσεως και ανομίας εις καθαρότητα και αλήθειαν· χάριν των αγίων εκείνων καρδιών αίτινες έμελλον τουντεύθεν ν' απολαύσωσι παρουσίας εγγυτέρας, καίτοι πνευματικής, ή αν μετά των Αποστόλων είχον ανέλθη συν Αυτώ εις τα ερημικά όρη, ή είχον συμπεριπατήσει μετ' Αυτού καθώς εβάδιζε την εσπέραν πλησίον της λίμνης της διαυγούς.

Η ημέρα ήτις είχεν αρχίσει με το μάθημα εκείνο της προσευχής της πλήρους αγάπης και εμπιστοσύνης δεν ήτο προωρισμένη να προβή ούτω γαληνίως. Ολίγαι ημέραι της ζωής Του κατά τους χρόνους εκείνους δυνατόν να παρήλθον χωρίς να έλθη εις θλιβεράν επαφήν με τα γνωρίσματα της αμαρτίας και της ταλαιπωρίας· αλλά την ημέραν εκείνην το θέαμα παρέστη ενώπιόν Του εν τη αγριωτέρα μορφή. Άνθρωπός τις τυφλός και κωφάλαλος και δαιμονιζόμενος προσήχθη έμπροσθέν Του. Ο Ιησούς δεν ηθέλησε να τον αφήση εις την εξουσίαν του πονηρού. Διά του βλέμματος και του λόγου Του απήλλαξε τον πάσχοντα από της φρικώδους τυραννίας, τον κατεπράυνε και τον εθεράπευσεν, ώστε ο τυφλός και βωβός και έβλεπε και ελάλει.

Φαίνεται εκ των υστέρων λόγων του Κυρίου ότι υπήρχον παρά τοις Ιουδαίοις τύποι τινές εξορκισμών, οίτινες μέχρι τινός ήσαν λυσιτελείς· αλλ' υπάρχουσιν ενδείξεις ότι αι ούτως επιτευχθείσαι ιάσεις εγένοντο μόνον εις ηπιωτέρας μορφάς νοσημάτων. Η διάλυσις τόσον βδελυράς γοητείας ως εκείνη ήτις είχε δεσμεύσει τον άνθρωπον τούτον, η δύναμις του μεταδούναι φως εις τον εσκοτισμένον οφθαλμόν, φθόγγον εις την παραλελυμένην γλώσσαν, νουν εις την εξηγριωμένην ψυχήν, ήτο τι το οποίον οι λαοί ποτέ άλλοτε δεν είχον ιδεί. Το θαύμα επροξένησε ρίγος εκπλήξεως, έκρηξιν θαυμασμού απροκαλύπτου. Διά πρώτην φοράν φανερά συνεζήτουν αν Εκείνος όστις τοιαύτην είχε δύναμιν ηδύνατο να είνε άλλος παρά τον πρεσδοκώμενον λυτρωτήν των. «Μη τι ούτος εστιν ο υιός Δαυίδ;»