Ο Βίος του Χριστού

Part 18

Chapter 18 2 words Public domain Markdown

Περί δε τον αυτόν χρόνον και οι Απόστολοί Του επέστρεψαν εκ της αποστολής των, και διηγήθησαν Αυτώ πάντα όσα έπραξαν και εδίδαξαν. Είχον κηρύξει μετάνοιαν· είχον εκβάλη δαιμόνια· είχον χρίσει ελαίω τους ασθενείς και ιατρεύσει αυτούς. Παρ' όσα εν μέρει κατώρθωσαν, εφαίνετο ως εάν η αδοκάμαστος πίστις των είχεν αποδειχθή μέχρι τούδε ανεπαρκής διά το υψηλόν έργον το επιβληθέν αυτοίς.

Και μικρώ ύστερον, νέα φήμη έφθασεν εις τον Ιησούν· ότι ο φονεύς ο τετράρχης εξήταζε περί Αυτού, επεθύμει να Τον ίδη· ίσως θα έστελλε να ζητήση την παρουσίαν Του άμα θα επέστρεφεν εις το νεόδμητον παλάτιόν του, εις την πόλιν Τιβεριάδα. Επειδή η αποστολή των Δώδεκα είχε συντείνει μάλλον παρά ποτε, όπως διαδοθή η φήμη Αυτού μεταξύ του λαού, και αι εικοτολογίαι περί Αυτού ήσαν εν ακμή. Όλοι παρεδέχοντο ότι είχεν υψίστας αξιώσεις διά να επισύρη την προσοχήν. Άλλοι έλεγον ότι ήτο ο Ηλίας, άλλοι, ο Ιερεμίας και άλλοι, είς των Προφητών· αλλ' ο Ηρώδης προέβαλε την παραδοξοτάτην λύσιν του προβλήματος. Λέγουν ότι, όταν ο Θεοδώριχος διέταξε τον φόνον του Συμμάχου, εβασανίζετο «και τέλος παρεφρόνησεν από το φάντασμα του τεθνεώτος γέροντος, επιφαινόμενον αυτώ όναρ και ύπαρ· ουδ' ηδύνατο άλλως να έχη το πράγμα ως προς τον Ηρώδην τον Αντίπαν. «Εν μέσω των τρυφώντων η κεφαλή του νηστεύοντος παρετέθη». Επί της τραπέζης του συμποσίου του εκομίσθη η κεφαλή ανδρός τον οποίον, εις τα βάθη της ψυχής του ησθάνετο άγιον και δίκαιον· και είχεν ιδεί, με την επίσημον αγωνίαν του θανάτου αποτυπωμένην ακόμη επ' αυτών, τους αυστηρούς χαρακτήρας εφ' ους πολλάκις μετά φόβου είχε προσβλέψει· «Σιγάν σου μεν την γλώσσαν υπέλαβεν ο Ηρώδης· η δε, και σίγησα, πλέον ελέγχει». Δεν εξήρχετο ο έλεγχος από τα παγωμένα εκείνα χείλη, μεγαλοφωνότερον ακόμη και τρομερώτερον, ή όταν εκείνος έζη; Μη οι τόνοι οίτινες επρόφεραν, «Ουκ έξεστί σοι έχειν αυτήν», επάγωσαν εις σιωπήν, ή εφαίνοντο να εξέρχωνται μεθ' υπερφυούς θερμότητος από των ψυχρών χειλέων; Εάν δεν ατώμεθα, η αποτετμημένη εκείνη κεφαλή σπανίως έλειπεν από τούδε από της τεταραγμένης φαντασίας του Ηρώδου μέχρι της ημέρας του θανάτου του. Και όταν, μετά βραχύ, ήκουσε την ακοήν άλλου Προφήτου, Προφήτου απείρως ισχυροτέρου και θαυματουργού, η ένοχος συνείδησίς του ερρίγησεν υπό δεισιδαίμονος φρίκης, και εις τους οικείους του ήρχισε να ψιθυρίζη μετά τρόμου: «Ούτος εστιν Ιωάννης ο Βαπτιστής, ον εγώ απεκεφάλισα· αυτός ηγέρθη από των νεκρών, και διά τούτο αι δυνάμεις ενεργούσιν εν αυτώ». Μη ο Ιωάννης επανήλθεν ούτω αιφνιδίως εις την ζωήν διά να επιβάλη φοβεράν τιμωρίαν; μη θα ήρχετο εις τας επάλξεις και τους πύργους του άγων μέγα πλήθος εις αγρίαν αποστασίαν; ή θα επαρουσιάζετο τρομερός, το μεσονύκτιον, εις το παλάτιόν του, με την ρομφαίαν της εκδικήσεως;

Καθώς ο ζέων θυμός της Ηρωδιάδος υπήρξεν η μάστιξ της ειρήνης του συζύγου της, ούτω και η μωρά φιλοδοξία της εγένετο ύστερον η άμεσος αιτία της καταστροφής του. Όταν ο αυτοκράτωρ Γάιος (Καλιγούλας) ήρχισε να σωρεύη χάριτας επί τον Ηρώδην Αγρίππαν Α' η Ηρωδιάς, έκφρων εκ φθόνου και αδημονίας, παρεκίνησε τον Αντίπαν να πλεύση μετ' αυτής εις Ρώμην, και να αξιωθή εκεί μερίδος τινός της ευνοίας της δοθείσης εις τον αδελφόν της. Προ παντός επεθύμει ίνα ο σύζυγος της επιτύχη τον τίτλον του βασιλέως, αντί να εξακολουθή φέρων τον ταπεινότερον, του τετράρχου.

Μάτην ο δειλός και φίλος της ραστώνης Αντίπας υπέδειξεν αυτή τον κίνδυνον εις τον οποίον θα ηδύνατο να εκτεθή διά τοιαύτης αιτήσεως. Αύτη τον ηνόχλησε τόσον διά των απαιτήσεών της, ώστε εκείνος, εναντίον της ιδίας κρίσεως του, εβιάσθη να ενδώση. Τα πράγματα εδικαίωσαν τας κακάς υπονοίας του. Η αγάπη δεν εβασίλευε μεταξύ των πολυαρίθμων θείων και ανεψιών και ετεροθαλών αδελφών της οικογενείας του Ηρώδου, και ή εκ πολιτικού συμφέροντος ή εξ αντιζηλίας ο Αγρίππας ου μόνον επολέμησε τα σχέδια της αδελφής του και του θείου του, καίτοι ούτοι τον είχον βοηθήσει εις τας ιδίας ατυχίας του, αλλ' έπεμψε τον απελεύθερόν του Φορτουνάτον εις Ρώμην όπως κατηγορήση τον Αντίπαν διά προδοτικά σχέδια. Ο τετράρχης δεν εδυνήθη ν' απαλλάξη εαυτόν της κατηγορίας ταύτης, και τω 39 έτος μ Χ. εξωρίσθη εις Λούγδουνον της Γαλλίας. Η Ηρωδιάς τον ηκολούθησεν εις την εξορίαν, κ' εκεί αμφότεροι εν αφανεία και ατιμία απέθανον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ'. Ο χορτασμός των πεντακισχιλίων και ο περίπατος επί της θαλάσσης

Το πεινών πλήθος. — Το θαύμα των πέντε άρτων. — Ο Ιησούς εις το όρος — Οι μαθηταί εν τη τρικυμία. — «Εγώ ειμι». — Τόλμη του Πέτρου και αποτυχία. — Φύσις του θαύματος.

Η τροφή των πεντακισχιλίων είνε έν των ολίγων θαυμάτων τα οποία μας διηγούνται και οι τέσσαρες Ευαγγελισταί. Αι ασυμφωνίαι μεταξύ των είνε μικραί και ασήμαντοι. «Όσον ακριβέστερον, παρατηρεί είς νεώτερος κριτικός, δύο αφηγηταί του αυτού γεγονότος συμφωνούσι προς αλλήλους, τόσον ύποπτοι γίνονται. Δύο άνθρωποι δεν βλέπουσι ποτέ τα πράγματα με τους αυτούς οφθαλμούς, ούτε διευθύνουσι την προσοχήν των ακριβώς εις τας αυτάς περιστάσεις. Όσον ακριβής και εμβριθής και αν είνε ο Θουκιδίδης, θα έχωμεν δύο πολύ διαφέρουσας ιστορίας του Πελοποννησιακού πολέμου, εάν και άλλος παρατηρητής κριτικός επίσης είχεν αφιερώσει την προσοχήν του εις τα αυτά συμβεβηκότα». Αι μικραί ασυμφωνίαι των Ευαγγελιστών χρησιμεύουν εις το ν' αποκαταστήσωσιν κατά τον μάλλον ευχάριστον τρόπον την ουσιώδη ανεξαρτησίαν της τετραπλής μαρτυρίας.

Κατά την βορειανατολικήν γωνίαν της λίμνης, μικρόν περαιτέρω του μέρους όπου ο Ιορδάνης εμβάλλει, υπήρχε δευτέρα τις Βηθσαϊδά (η λέξις σημαίνει οίκον αλιείας), η καλουμένη προς διαστολήν Ιουλιάς. Προς νότον δε της πολίχνης ήτο η χλοερά και στενή κοιλάς Ελ Βατιχά, ακατοίκητος και τότε όπως σήμερον. Προς τα εκεί διευθύνθη το πλοιάριον το φέρον τον Ιησούν και τους μαθητάς Του, επιζητούντας ανάπαυσιν από των κόπων. Αλλ' όσον κατ' ιδίαν και αν εγένετο η αναχώρησις, δεν παρήλθεν απαρατήρητος. Απέχει μόνον έξ μίλια διά θαλάσσης από της Καπερναούμ η ερημική παραλία προς την οποίαν διευθύνοντο. Το μικρόν πλοίον, προφανώς υστερήσαν από αντιπνόους ανέμους, εβραδοπλόει εις ουχί μεγάλην απόστασιν από της όχθης, και μέχρις ου φθάση εις το τέρμα, ο σκοπός της αναπαύσεως διά τους Αποστόλους εματαιώθη. Τινές εκ του πλήθους είχον προτρέξει του πλοίου, και πλήθος ήδη ίστατο εις την όχθην όταν το πλοίον προσήγγισε προς αποβίβασιν, ενώ απωτέρω εφάνησαν αι πολυάριθμοι ομάδες των προσκυνητών διά το Πάσχα, οίτινες προσειλκύσθησαν έξω από τον δρόμον των υπό της αυξανούσης φήμης του αγνώστου προφήτου. Ο Ιησούς εκινήθη εις συμπάθειαν προς αυτούς, «ότι ήσαν ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα». Δυνάμεθα να εικάσωμεν εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, ότι αποβάντες εις την ξηράν, Αυτός και οι Απόστολοί Του ανέβησαν την κλιτύν του όρους, κ' εκεί επερίμειναν επί βραχύ άχρις ου το πλήθος συναθροισθή. Είτα καταβάς πλησίον των εδίδαξεν αυτούς πολλά, κηρύττων αυτοίς την βασιλείαν των ουρανών, και θεραπεύων τους ασθενείς των.

Η ημέρα έκλινε, και μετ' ολίγον θα επήρχετο νυξ, αλλ' όμως το πλήθος προσεκαρτέρει ακόμη, θελγόμενον από την θείαν εκείνην φωνήν και από τα ιερά λόγια. Η νυξ θα επήρχετο, και το περιπλανώμενον πλήθος, το οποίον εν τη εξάψει του είχεν ολιγωρήσει των αναγκών του βίου, θα ευρίσκετο εις το σκότος πειναλέων και μακράν πάσης ανθρωπίνης κατοικίας. Οι μαθηταί ήρχισαν ν' ανησυχώσι μήπως η ημέρα αποβή εις καταστροφήν τινα, ήτις θα έδιδε νέαν λαβήν εις τους λυσσώντας ήδη εχθρούς του Κυρίου. Αλλ' η συμπάθειά Του είχε προλάβει την αγωνίαν των, και είχεν υποδείξει την δυσχέρειαν εις το πνεύμα του Φιλίππου. Μικρόν συμβούλιον εγένετο τότε. Διά ν' αγοράσωσι και ανά ένα βλωμόν άρτου διά τοσούτον πλήθος, θα εχρειάζοντο τουλάχιστον διακόσια δηνάρια, και επί τη υποθέσει ότι είχον το ποσόν τούτο εις το κοινόν βαλάντιόν των, ούτε χρόνος ούτε ευκαιρία υπήρχε διά ν' αγοράσωσιν. Εκεί ο Ανδρέας ανέφερεν ότι υπήρχεν έν παιδάριον έχον πέντε κριθίνους άρτους και δύο μικρά οψάρια· αλλά τούτο είπε μόνον με απελπιστικόν τρόπον, και όπως δείξη το άκρως ανεπαρκές της μόνης προσφυγής ήτις συνέβη να είνε γνωστή αυτώ.

Ο Χριστός διέταξε τότε τους Αποστόλους να είπουν εις τους ανθρώπους να καθίσωσι κάτω ως προς δείπνον. Εν θαυμασμώ και προσδοκία οι Απόστολοι εκέλευσαν το πλήθος ν' ανακλιθώσιν επί της πρασίνης χλόης. Τους έταξαν εις ομάδας ανά πεντήκοντα και εκατόν. Οι άνθρωποι «ανέπεσαν πρασιαί πρασιαί» ή «συμπόσια συμπόσια», κατά τας γραφικάς εκφράσεις των Ευαγγελιστών. Τότε σταθείς εις το μέσον των ξένων Του, χαίρων τη καρδία επί τω έργω του ελέους όπερ ήθελε να πράξη, ο Ιησούς ύψωσε τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν, ευχαρίστησεν, ευλόγησε τους πέντε άρτους, τους έκοψεν εις τεμάχια, και ήρχισε να τους διανέμη εις τους μαθητάς Του, και αυτοί προς το πλήθος· ομοίως και τα δύο οψάρια. Ήτο ταπεινόν, αλλ' αρκετόν και προς πεινώντας οδοιπόρους ηδονικόν δείπνον. Και όταν όλοι αφθόνως εχορτάσθησαν, ο Ιησούς, όχι μόνον όπως δείξη εις τους μαθητάς Του το μέγεθος και την έκτασιν του γενομένου, αλλ' όπως διδάξη αυτούς ότι η σπατάλη, ακόμη και της θαυματουργού δυνάμεως, είνε όλως ξένη προς την θείαν οικονομίαν, παρήγγειλεν αυτοίς να συναθροίσωσι τα τεμάχια όσα έμενον, όπως μηδέν χαθή. Οι φαγόντες ήσαν άνδρες πεντακισχίλιοι, χωρίς γυναικών και παιδίων, και όμως δώδεκα κόφινοι εγέμισαν από τα περισσεύματα των κλασμάτων.

Το θαύμα προυξένησε βαθείαν εντύπωσιν. Ήτο ακριβώς εις συμφωνίαν με την υπάρχουσαν προσδοκίαν, και τα πλήθος ήρχισαν να ψιθυρίζουν προς αλλήλους ότι ούτος χωρίς άλλο θα είνε «ο Προφήτης ο ερχόμενος εις τον κόσμον». Ο άρχων της διά του Ιακώβ ευλογίας, το άστρον της προρρήσεως του Βαλαάμ, ο Προφήτης εις ον ώφειλον ως εις τον Μωυσήν να υπακούσωσιν, ο Ηλίας και ο Ιερεμίας ίσως, ο επανερχόμενος εις τον κόσμον ίνα αποκαλύψη την κρύπτην της Κιβωτού. Ο Ιησούς παρετήρησε τον απροκάλυπτον θαυμασμόν των, και κατενόησε τον κίνδυνον ότι ο ενθουσιασμός των θα ηδύνατο να επιταχύνη τον θάνατον Του δι' αποστασίας εναντίον της Ρωμαϊκής κυβερνήσεως, εν τη αποπείρα του να κάμωσιν Αυτόν διά βίας βασιλέα. Κατείδε προσέτι ότι οι μαθηταί Του εφαίνοντο συμμεριζόμενοι την εγκόσμιον ταύτην και επικίνδυνον έξαψιν. Ο καιρός ήλθεν άρα προς στιγμιαίαν ενέργειαν. «Ηνάγκασε» τους μαθητάς Του να εισέλθωσιν εις το πλοίον, και να διαβώσι την λίμνην προ Αυτού κατά την Καπερναούμ ή την δυτικήν Βηθσαϊδά. Ολίγος ήπιος εξαναγκασμός εχρειάζετο, διότι δεν ήθελον να Τον αφήσουν μεταξύ του εξημμένου πλήθους επί της ερημικής εκείνης όχθης, και αν μέγα τι έμελλε να συμβή εις Αυτόν, ησθάνοντο δικαίωμα να είνε παρόντες. Αφ' ετέρου ήτο ευκολώτερον δι' Αυτόν ν' αποπέμψη το πλήθος, όταν θα έβλεπον ότι οι ίδιοι φίλοι και μαθηταί Του απεπέμφθησαν.

Όθεν καθώς επήρχετο το σκότος, βαθμηδόν έπεισε το πλήθος να Τον αφήση, και όταν όλος σχεδόν πλην των ενθουσιωδεστέρων απήλθαν εις τας οικίας ή εις τας συνοδίας των, αιφνιδίως κατέλιπε τους λοιπούς, και έφυγεν επ' αυτών εις την κορυφήν του όρους μόνος διά να προσευχηθή. Είχε συνείδησιν ότι κρίσις είχεν επέλθη της Παρουσίας Του επί της γης, και δι' επικοινωνίας με τον ουράνιον Πατέρα Του ήθελε να ενισχύση την ψυχήν Του, καθόσον είχε περιβληθή την ανθρωπίνην ασθένειαν, διά το έργον της επαύριον, καθό θέλων να γείνη υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού. Ήδη άλλοτε είχε διέλθη εν τη μονώσει του όρους μία νύκτα προσευχής, αλλά τότε ήτο προ της εκλογής των Αποστόλων Του. Πολύ διάφορα ήσαν τα αισθήματα με τα οποία ο Μέγας Αρχιερεύς, ο καθίσας εν δεξιά του θρόνου της μεγαλωσύνης εν υψηλοίς, ο όσιος, άκακος, αμίαντος, ο μη έχων ανάγκην υπέρ των ιδίων αμαρτιών να προσφέρη θυσίας, «τούτο γαρ εποίησεν εφάπαξ Εαυτόν ανενέγκας», ανέβαινε τώρα τα βραχώδη υψώματα του μεγάλου όρους. Η σφαγή του πεφιλημένου Προδρόμου Του έφερε πλησιέστερον εις την ψυχήν Του την σκέψιν του θανάτου· ουδ' επλανάτο από την βραχείαν λάμψιν της προσκαίρου δημοτικότητος, την οποίαν κατά την επομένην ενόει να σβύση. Η καταιγίς ήτις ήρχισε τώρα ορμητική να πνέη επί τα όρη, οι άνεμοι οίτινες εφύσων κάτω εις τας φάραγγας, η λίμνη της οποίας τα κύματα ήρχισαν να ταράττωνται και ν' αφρίζουν, το πλοιάριον το οποίον, καθώς η σελήνη προέκοπτε στιγμιαίως διά μέσου των τρεχόντων νεφών, έβλεπε να κινδυνεύη και ν' αγωνιά εις τα κύματα, όλα ήσαν λίαν καταφανή εμβλήματα της μεταβληθείσης προσόψεως του επιγείου βίου Του. Αλλ' εκεί επί της ερήμου κορυφής του όρους, κατά την νύκτα εκείνην της τρικυμίας, ηδύνατο ν' ανακτήση ισχύν και ειρήνην ανεκλάλητον· διότι εκεί ήτο μόνος μετά του Θεού. Και ούτω επί της μορφής της κυπτούσης εις ερημικήν δέησιν επί των ορέων, και επί των εργατών εκείνων επί της τεταραγμένης λίμνης, το σκότος έπιπτε και οι μεγάλοι άνεμοι έπνεον.

Ώραι και ώραι παρήρχοντο. Ήτο ήδη τετάρτη φυλακή της νυκτός, ήτοι μεταξύ της τρίτης και της έκτης ώρας προς την πρωίαν· το πλοίον είχε διανύσει μόλις το ήμισυ της πορείας του· ήτο σκότος και ο άνεμος ήτο αντίπνους, και τα κύματα απειλητικά, κ' εκείνοι εκοπίαζον προσπαθούντες με τας κόπας. Δεν ήτο πλέον μετ' αυτών ουδείς ικανός να καταπραΰνη και να σώση, επειδή ο Ιησούς ήτο μόνος εις την ξηράν. Μόνος εις την ξηράν, κ' εκείνοι ηγωνίων εις την κινδυνώδη θάλασσαν. Πλην Εκείνος ουχ ήττον τους είδε και τους ώκτειρε, και τέλος, εν τη εσχάτη αδημονία των είδον μίαν ακτίνα εις το σκότος, και μίαν φοβεράν μορφήν, και έν κυματίζον ιμάτιον, και Είς ήρχετο προς αυτούς πατών επί των αφριζόντων κυμάτων της θαλάσσης, αλλ' εφαίνετο ως να ήθελε να παρέλθη αυτούς. Εκραύγασαν εκ τρόμου εις το θέαμα, νομίσαντες ότι ήτο φάντασμα το περιπατούν επί των κυμάτων. Αλλά διά μέσου της τρικυμίας και του σκότους προς αυτούς, καθώς συχνά και προς ημάς, όταν, εν μέσω του σκότους της ζωής μας, ο ωκεανός φαίνεται τόσον μέγας και τα ακάτιά μας τόσον μικρά, ήχησεν η φωνή εκείνη, της ειρήνης ήτις έλεγεν: «Εγώ ειμι· μη φοβείσθε».

Η φωνή εκείνη κατεσίγασε τον τρόμον των, και ήσαν πρόθυμοι να Τον λάβωσιν εις το πλοίον αλλ' η ορμητική του Πέτρου αγάπη, ο σφοδρός πόθος εκείνου όστις εν τη απεγνωσμένη αυτοσυνειδησία του είχε κράξει ποτέ, «Έξελθε απ' εμού!» τώρα δεν δύναται ουδέ να περιμένη την προσέγγισιν Του, και περιπαθώς κράζει:

«Κύριε, ει Συ ει, κέλευσόν με του ελθείν προς Σε επί του ύδατος».

«Ελθέ».

Παρά το πλευρόν του πλοίου επί των τεταραγμένων κυμάτων επήδησε, κ' ενόσω το όμμα του ήτο προσηλωμένον προς τον Κύριον, ο άνεμος δυνατόν να ερρίπιζε την κόμην του, και ο αφρός δυνατόν να έβρεχε τα κράσπεδά του, πλην όλα είχον καλώς· αλλ' όταν, με σαλευομένην πίστιν, μετέφερε το βλέμμα απ' Αυτού προς τα μανιώδη κύματα, και προς την βύθιον μελανότητα την κάτω αυτών, ήρχισε να βυθίζεται (ω, πόσον ανόμοιον με πλάσμα ή με μύθον είνε τούτο), και με τόνον απογνώσεως, ασθενώς εφώνησε, «Κύριε, σώσον με!» Ο δε Ιησούς, με οίκτρου μειδίαμα, έτεινε την χήρα Του, και έδραξε την χείρα του πνιγομένου μαθητού Του, ειπών, «Ολιγόπιστε, εις τι εδίστασας;» Και ούτω αμφότεροι ανέβησαν εις το πλοίον. Και ο άνεμος εκόπασε, και έφθασαν εις την όχθην. Και όλοι κατελήφθησαν υπό βαθυτέρας εκπλήξεως, καί τινες τούτων έκραξαν, «Αληθώς, Συ ει ο Υιός του Θεού».

Ας σταθώμεν προς στιγμήν επί της θαυμασίας διηγήσεως, ίσως εξ όλων των άλλων της δυσκολωτέρας διά την ασθενή πίστιν μας και την κατάληψίν μας. Προσεπάθησάν τινες διά ποικίλων μεθόδων να εξηγήσωσι το θαυμάσιον του χαρακτήρος της· εκοπίασαν όπως αποδείξωσιν ότι το ε π ί τ η ν θ ά λ α σ σ α ν (Ιω. ΣΤ'. 15) (ίσως η αρίστη γραφή είνε επί της θ α λ ά σ σ η ς, καθώς φέρεται και παρά τοις άλλοις Ευαγγελισταίς) δυνατόν να σημαίνη ότι ο Ιησούς περιεπάτησεν επί της όχθης της παραλλήλου προς την όχθην του πλοίου· ή ότι εις το σκότος ίσως οι Απόστολοι υπέλαβον κατ' αρχάς ότι περιεπάτει επί της θαλάσσης. Τοιαύτα σοφίσματα είνε μάταια και περιττά. Εάν τις βλέπει ότι αδυνατεί να πιστεύση εις τα θαύματα, πλατεία κέλευθος, και «έκαστος έχει τον κρίνοντα αυτόν». Καθώς είπον ήδη, εάν πιστεύοντες εις Θεόν, πιστεύομεν εις θείαν Πρόνοιαν επί της ζωής των ανθρώπων — και πιστεύοντες εις την θείαν εκείνην Πρόνοιαν πιστεύομεν εις το θαυμάσιον — και πιστεύοντες εις το θαυμάσιον, δεχόμεθα ως αληθή την ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού — και πιστεύοντες εις την ανάστασιν εκείνην, πιστεύομεν ότι ήτο όντως ο Υιός του Θεού — τότε, όσον βαθέως και αν ακριβώμεν το ομοιόμορφον των φυσικών νόμων, έτι βαθύτερον κατανοούμεν την δύναμιν Εκείνου όστις τηρεί τους νόμους τούτους εις την παλάμην Αυτού την ακήρατον. Δι' ημάς το θαυμάσιον, όταν είνε ούτω μεμαρτυρημένον, ουδαμώς θα είνε εκπληκτικώτερον ή το φυσικόν, ούτε θα υπολάβωμεν ως αδύνατον έννοιαν ότι Εκείνος όστις απέστειλε τον Υιόν Αυτού επί της γης ίνα αποθάνη δι' ημάς, έδωκε πάσαν την εξουσίαν εις την χείρα Του.

Όθεν ούτω, εάν, ως ο Πέτρος, προσηλώμεν τους οφθαλμούς μας επί του Ιησού, και ημείς δυνάμεθα να περιπατήσωμεν θριαμβεύοντες επί των ογκουμένων κυμάτων της απιστίας, και ατρόμητοι εν μέσω των εγειρομένων άνεμων της αμφιβολίας· αλλ' εάν αποσπάσωμεν τα όμματα μας απ' Αυτού, εάν, καθώς συχνά δελεαζόμεθα να πράττωμεν, αποβλέπωμεν μάλλον προς την ορμήν και την μανίαν των καταστρεπτικών εκείνων στοιχείων ή εις Αυτόν τον δυνάμενον να βοηθήση και να σώση, τότε και ημείς αφεύκτως θα βυθισθώμεν. Ω, εάν αισθανώμεθα πάλιν και πολλάκις ότι τα πλημμυρούντα κύματα απειλούσι να μας πνίξωσι, και ο βυθός να καταπίη την χειμαζομένην ναυν της Εκκλησίας και της Πίστεως ημών, είθε πάλιν και πολλάκις να δοθή ημίν ν' ακούσωμεν εν μέσω της τρικυμίας και του σκότους, τας δύο εκείνας γλυκυτάτας του Σωτήρος εκφράσεις:

«Μη φοβού. Μόνον πίστευε».

«Εγώ ειμι. Μη φοβού».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'. Αι ομιλίαι εις Καπερναούμ

Το πλήθος ζητεί σημείον. — Απάντησις του Ιησού. — Ο άρτος της ζωής. — Υλοφροσύνη των πολλών. — Θλιβερά ερώτησις των μαθητών.

Η ηώς της ημέρας εκείνης επανέτειλεν εις έν των θλιβερωτάτων επεισοδίων της ζωής του Σωτήρος. Διδάσκων την ημέραν εν τη Συναγωγή εις Καπερναούμ εσκεμμένως διεσκέδασε τους ατμούς της νόθου εκείνης δημοτικότητος, την οποίαν το θαύμα των Πέντε Άρτων συνήγαγε περί το πρόσωπόν Του, και έθεσεν ου μόνον τους επιπολαίους οπαδούς Του, αλλά καί τινας των εγγυτέρων μαθητών του εις δοκιμασίαν, υφ' ην η προς Αυτόν αγάπη των τελείως εξέλιπεν. Ο λόγος ούτος εν τη Συναγωγή αποτελεί σημαντικήν κρίσιν εις το στάδιόν Του. Μετ' αυτόν επήλθον εκδηλώσεις εκπλήξεως και απαρεσκείας, αίτινες υπήρξαν οι πρώτοι μυκηθμοί της τρικυμίας εκείνης του μίσους ήτις έμελλε τουντεύθεν να εκραγή κατά της θείας κεφαλής Του.

Είδομεν ήδη ότι τινές εκ του πλήθους, εμπλησθέντες αορίστου θαυμασμού και απλήστου περιεργείας, είχον προσκαρτερήσει επί της μικράς κοιλάδος της παρά την Βηθσαϊδά την Ιουλιάδα όπως παρακολουθήσωσι τας κινήσεις του Ιησού, και μετάσχωσι των ωφελημάτων και των θριάμβων των οποίων προσεδόκων ταχείαν την φανέρωσιν. Τον είχον ιδεί αποπέμποντα τους μαθητάς Του, και ίσως τον ανεκάλυψαν διά των οφθαλμών καθώς ανέβαινε μόνος εις το όρος· είχον παρατηρήσει ότι ο άνεμος ήτο εναντίος, και ότι ουδέν άλλο πλοίον ειμή το των Αποστόλων είχεν αποπλεύσει. Εβεβαιώθησαν άρα ότι θα τον εύρισκον κάπου επί των υψωμάτων, άνωθεν της κοιλάδος. Αλλ' όμως όταν η πρωία ανέτειλε, δεν είδον ίχνος Αυτού ούτε επί της κοιλάδος ούτε επί των λόφων. Εν τω μεταξύ πλοιάρια τινα, ίσως εξωσθέντα υπό της αυτής τρικυμίας ήτις είχεν επιβραδύνει τον πλουν τον μαθητών, είχον φθάσει εκ Τιβεριάδος. Επέβησαν εις ταύτα όπως περαιωθώσιν εις Καπερναούμ· κ' εκεί, λίαν πρωί, Τον εύρον, μεθ' όλους τους κόπους και τας συγκινήσεις της χθες, κατόπιν της νυκτός της μονώσεως, και της προσευχής, και της τρικυμίας, γαλήνιον καθήμενον, και ατάραχον διδάσκοντα εν τη συνήθει Συναγωγή.

«Ραββί, πότε ήλθες ώδε;» είνε η έκφρασις της φωτινής εκπλήξεώς των· αλλ' Εκείνος σιωπά. Το θαύμα του περιπάτου επί του ύδατος ήτο θαύμα ανάγκης και ελέους· δεν απέβλεπεν αυτούς, ουδ' εγένετο δι' αυτούς· ούτε απλώς ως ποιητής θαυμάτων ο Χριστός ήθελε να πείση και να προσελκύση αυτούς. Και διά τούτο, αναγινώσκων εις τας καρδίας των, γνωρίζων ότι Τον εζήτουν μ' εκείνο το πνεύμα το οποίον Αυτός δεν ηγάπα, ηρέμα ανέσυρε τον πέπλον της ίσως ημιασυνειδήτου υποκρισίας ήτις απέκρυπτε τούτους αφ' εαυτών, και τους ήλεγξεν ότι τον εζήτουν, όχι διότι είδον σημεία, αλλά διότι έφαγον εκ των άρτων και εχορτάσθησαν. Αλλά προς χάριν των προσέθηκε το αιώνιον μάθημα: «Εργάζεσθε μη διά την βρώσιν την απολλυμένην, αλλά διά την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον, ην δώσει υμίν ο Υιός του Ανθρώπου, ότι Αυτόν εσφράγισεν ο Πατήρ, ο Θεός».

Κατ' αρχάς εκείνοι συνεκινήθησαν και ησχύνθησαν. Είχεν αναγνώσει εις τας καρδίας των ορθώς, όθεν τον ηρώτησαν: «Τι ποιήσωμεν ίνα εργαζώμεθα τα έργα του Θεού;»

Τούτό εστι το έργον του Θεού ίνα πιστεύητε είς Ον απέστειλεν».

Αλλά ποίον σημείον θα τους έδιδεν ο Ιησούς ίνα πιστεύσωσιν εις Αυτόν; Οι πατέρες των έφαγον το μάννα εν τη ερήμω, το οποίον ο Δαυίδ ωνόμασεν άρτον εξ ουρανού.

Το συμπέρασμα ήτο κατάδηλον. Ο Μωυσής τους είχε δώσει μάννα εξ ουρανού· ο Ιησούς άχρι τούδε, υπηνίσσοντο, τους έδωκε μόνον κριθίνους άρτους εκ της γης. Εφαντάζοντο ότι, εάν ήτο ο αληθής Μεσσίας, έμελλε, σύμφωνα με τας παραδόσεις του έθνους των, να τους πλουτίση και να τους στεφανώση, και να τους σιτίση με καρπούς εκ της Εδέμ, και με κρέατα Βεεμώθ και Λεβιάθαν, και με άμπελον ερυθρού οίνου. Δεν ηδύνατο ο ίδιος ψαλμός τον οποίον ανέφερον να τους διδάξη πόσον ανωφελές θα ήτο αν ο Ιησούς τους έδιδε μάννα, το οποίον υπέθετον ότι ήτο αγγέλων τροφή; Δεν δεικνύει ρητώς ο ψαλμωδός ότι το να χαρίση τις τοιαύτα ευεργετήματα σημαίνει να κάμη τους ανθρώπους να ζητώσιν απλήστως πλείονα; Εάν ο Θεός είχε δώσει εις τους πατέρας των πλείονα, ήτο μόνον διότι «ουκ επίστευσαν επί τον Θεόν, και ουκ έθεντο επ' Αυτώ την ελπίδα αυτών». Αλλ' «έτι της βρώσεως ούσης εν τω στόματι αυτών, και οργή Θεού ανέβη επ' αυτούς, και επάταξε τους ισχυρούς αυτών, και τους ισχυρούς του Ισραήλ κατέβαλε». Και δεν διδάσκει ο ψαλμός ότι μεθ' όλην την οργίλην εκείνην δωρεάν την γενομένην προς αυτούς εις το πλήρες των επιθυμιών της καρδίας αυτών, αντί να πιστεύσωσι και να ταπεινωθώσιν, επί μάλλον και μάλλον ημάρτησαν κατ' Αυτού και Τον ηθέτησαν; Εάν δεν απεδείκνυεν όλη η ιστορία του έθνους των ότι η πίστις πρέπει να εδράζηται επί ισχυροτέρων θεμελίων ή επί σημείων και θαυμάτων, και ότι η πονηρά καρδία της απιστίας πρέπει να ελαύνηται υπό ευγενεστέρων συγκινήσεων ή της εκπλήξεως προς την τεταμένην χείρα και τον βραχίονα τον κραταιόν;

Αλλ' ο Ιησούς πάραυτα τους ωδήγησεν εις υψηλοτέρας σφαίρας ή τας των ιστορικών παραδειγμάτων. Εκείνος όστις τους έδωκε το μάννα ήτο όχι ο Μωυσής αλλ' ο Θεός· και ότι το μάννα ήτο μόνον κατά ποιητικήν μεταφοράν άρτος ες ουρανού· αλλ' ότι ο Πατήρ Του, ο αληθής δοτήρ, τους δίδει τον αληθή άρτον τον εκ του ουρανού τώρα, τον άρτον του Θεού, τον εκ του ουρανού καταβάντα, και παρέχοντα ζωήν τω κόσμω.

Το πνεύμα των εισέτι προσεκολλάτο εις απλάς υλικάς εικόνας. Έσπευσαν να Του ζητήσουν τον άρτον τούτον τον εκ του ουρανού, τόσον απλήστως όσον η Σαμαρείτις είχε ζητήσει το ύδωρ το οποίον σβύνει πάσαν δίψαν. «Κύριε, δος ημίν τον άρτον τούτον».

Ο Ιησούς είπεν αυτοίς, «Εγώ ειμι ο άρτος της ζωής. Ο ερχόμενος προς Με ου μη πεινάσει, και ο πιστεύων εις Εμέ ου μη διψήσει εις τον αιώνα». Προσέθηκε δε ότι Αυτός ήλθεν ίνα ποιήση το θέλημα του Πατρός, και ότι το θέλημα Αυτού ήτο ίνα οι ερχόμενοι προς τον Υιόν Του έχωσι ζωήν αιώνιον.

Τότε οι οργίλοι γογγυσμοί εξερράγησαν πάλιν, όχι από τον πολύν όχλον, αλλ' από τους παλαιούς πολεμίους του, τους άρχοντας των Ιουδαίων: Πώς ηδύνατο να λέγη ότι κατήλθεν εκ του ουρανού; πώς ηδύνατο να ονομάζη τον Εαυτόν του άρτον της ζωής; «Ουχ ούτος εστιν Ιησούς, ο υιός Ιωσήφ του τέκτονος, ο από Ναζαρέτ;»

Ο Ιησούς ουδέποτε απήντησεν εις τους μυρμυρισμούς τούτους περί της υποτιθεμένης γενεαλογίας Του και του τόπου της γεννήσεως Του, αποκαλύπτων εις τα κοινά πλήθη το υψηλόν μυστήριον της επί γης παρουσίας Του. «Ουχ' αρπαγόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ». Δεν έσπευδε να διεκδικήση την θεότητά Του, ή ν' απαιτήση την προσκύνησιν την οφειλομένην Αυτώ. Ήθελε ν' αφήση την λάμψιν της θείας φύσεως Του, να επιφυτίση εις τους ανθρώπους βαθμηδόν, όχι κατ' αρχάς ως φως της μεσημβρίας, αλλά πραέως ως φως της πρωίας διά του λόγου και των έργων Του. Κατά πληρεστάτην και βαθυτάτην έννοιαν, «Εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών».