Ο Βίος του Χριστού

Part 15

Chapter 15 1 words Public domain Markdown

Ολίγα γεγονότα και χαρακτήρες της ζωής Του δύνανται εδώ καταλλήλως να παρεντεθώσι.

Πρώτον, η ζωή Του ήτο ζωή πτωχείας. Τινές των αρχαίων περί Μεσσίου προφητειών, τας οποίας οι Ιουδαίοι εν γένει παρενόουν, είχον ήδη προϋποδείξει την εκουσίαν υποταγήν Του εις ταπεινόν κλήρον. «Πλούσιος υπάρχων, δι' ημάς καθ' ημάς επτώχευσεν». Εγεννήθη εν τω σπηλαίω, τω σταύλω των αλόγων, ελικνίσθη εν τη φάτνη. Η μήτηρ Του προσέφερε προς καθαρισμόν της τας περιστεράς, την προσφοράν των πτωχών. Η φυγή εις Αίγυπτον αναμφιβόλως είχε πολλάς ταλαιπωρίας, και όταν υπέστρεψεν έμελλε να ζήση ως τέκτων και υιός τέκτονος εις το περιφρονούμενον μικρόν χωρίον. Ως πτωχός περιπλανώμενος διδάσκαλος, ακτήμων, περιήρχετο την χώραν. Με τας λέξεις, «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», ήρχισε την επί του Όρους διδαχήν Του· και έκαμεν ως πρώτον σημείον της αρχομένης Διαθήκης ότι εις τους πτωχούς το Ευαγγέλιον εκηρύττετο. Το δε συμπλήρωμα της πτωχείας Του υπήρξεν ότι μετά τρία έτη του δημοσίου κηρύγματός Του επωλήθη αντί τριάκοντα αργυρίων υφ' ενός των ιδίων μαθητών Του, τα οποία ήσαν το τίμημα του ευτελεστάτου δούλου. «Ως δούλον φυγάδα απεμπολεί».

Και η απλότης του βίου Του ανταπεκρίνετο εις την εξωτερικήν πτωχείαν της. Ουδέποτε δι' όλης της ζωής του έσχε στέγην, την οποίαν να δύναται να ονομάση ιδικήν Του. Η ταπεινή οικία της Ναζαρέτ ήτο κοινή εις πολλούς «αδελφούς» και οικείους. Και η οικία η εν Καπερναούμ, την οποίαν τόσον συχνά επεσκέπτετο δεν ήτο κτήμα Του· εδανείσθη Αύτω υφ' ενός των μαθητών Του. Ουδέποτε ανήκεν εις Αυτόν ενός ποδός πλάτος επί της γης την οποίαν ήλθε να σώση. Δεν εμάθομεν αν τις εκ των επαιτών οίτινες είνε τόσον πολυάριθμοι εις πάσαν ανατολικήν χώραν, και τόσον οχληροί Του εζήτησέ ποτε ελεημοσύνην. Εάν τούτο εγίνετο, θα ηδύνατο ν' απαντήση μετά του Πέτρου, «Αργύριον και χρυσίον ουκ έχω, ό έχω, τούτο σοι δίδωμι». Η τροφή του ήτο λιτή. Ήτο πρόθυμος εντοσούτω όταν εκαλείτο, να μετέχη της αθώας χαράς του Σίμωνος, του Λευί, της Μάρθας ή το νυμφίου του εν Κανά γάμου. Αλλ' η συνήθης τροφή Του ήτο τόσον απλή όσον η του ταπεινωτάτου των αγροτών· κρίθινος άρτος, οψάρια αλιευόμενα εν τη λίμνη και οπτιόμενα επί της άμμου, και ενίοτε τεμάχιον «μελισσίου κηρίου» ή μελόπηττας, ίσως εκ του αγρίου μέλιτος, οποίον ευρίσκετο τότε άφθονον εν Παλαιστίνη. Και όμως οι εχθροί Του έλεγον, «Ίδε, άνθρωπος φάγος και οινοπότης!» Εντοσούτω ο Ιησούς, καίτοι πτωχός, δεν ήτο επαίτης. Ουδέποτε υπεστήριξε τον επαιτικόν βίον, ουδ' είπε λέξιν ήτις να δύναται να διαστραφή εις σύστασιν υπέρ της επαιτείας, την οποίαν ως τελειοποίησιν της ευσεβείας ανεκήρυξαν θρησκευτικοί τινες μεταρρυθμισταί. Ουδέποτε εδέχθη ελεημοσύνην. Αυτός και η μικρά συνοδία Του έζων από τας νομίμους κτήσεις των, ή από το πρωιόν της εργασίας των, είχον δε και γλωσσόκομον ιδικόν των, προς τε ιδίαν χρήσιν και διά τα ελέη τα εις άλλους. Εκ τούτου εφρόντιζον διά τα απλούστερα τα αναγκαιούντα εις το Πασχάλιον γεύμα, και διένεμον ό,τι ηδύναντο εις τους πτωχούς. Πλην ο Χριστός δεν φαίνεται ο ίδιος να έδωκε χρήματα εις τους πτωχούς, επειδή τους έδιδε πλουσιώτερα δώρα υπέρ το χρυσίον και το αργύριον. Όταν δε «οι τα δίδραχμα συλλέγοντες» διά την υπηρεσίαν του ναού ήλθον προς τον Πέτρον, ούτε αυτός ούτε ο Διδάσκαλος του είχον πρόχειρον το μικρόν ποσόν· ο Υιός του Ανθρώπου δεν είχεν επιγείους κτήσεις ειμή τα ενδύματα τα οποία εφόρει.

Ήτο δε, ως είδομεν, και ζωή εργασίας και καμάτου· καμάτου κατ' αρχάς διά να βοηθήση διά της εργασίας των χειρών τους οικείους Του, και καμάτου ύστερον διά να σώση τον κόσμον. Είδομεν ότι «περιήρχετο αγαθοποιών», και ότι τούτο αποτελεί την υψίστην πρωτοτυπίαν της ανθρωπίνης ζωής Του. Εις πάσαν στιγμήν ήτο έτοιμος εις πάσαν πρόσκλησιν, είτε από αιτούντα όστις επόθει να διδαχθή, είτε από πάσχοντα όστις είχε πίστιν ίνα ιαθή. Διδάσκων, κηρύττων, οδοιπορών, ποιών έργα ελέους, υπομένων μακροθύμως την φορτικην ανυπομονησίαν των σκληροτραχήλων και αμαθών, υποφέρων αγογγύστως την ιδιοτελή καταπίεσιν του πλήθους, εχάριζεν όλην την ενεργητικότητά του εις την εργασίαν ταύτην. Οι Ευαγγελισταί διηγούνται ουχί άπαξ, ότι τοσούτοι ήρχοντο και απήρχοντο, ώστε δεν έμενε καιρός «ουδέ δειπνήσαι». Δι' Εαυτόν εφαίνετο μη ζητών άλλην αναψυχήν ειμή τας ησύχους ώρας της νυκτός, οπότε συχνά απεχώρει ίνα προσευχηθή εις τον ουράνιον Πατέρα Του εν μέσω της μοναξίας του όρους την οποίαν τόσον ηγάπα.

Ήτο δε η ζωή Του και ζωή υγιείας. Εν μέσω των πολλών θλίψεων και δοκιμασιών της η αρρωστία έλειπεν. Ακούομεν ότι εθεράπευσε πλήθη ασθενών· αλλ' ουδέποτε ηκούσαμεν ότι ο ίδιος ησθένησεν. Είνε αληθές ότι ο Ησαΐας προφητεύει: «Αυτός ήνεγκε τας θλίψεις ημών και εβάστασε τας οδύνας ημών· και ελογισάμεθα Αυτόν εν πληγή από Θεού και εν θλίψει. Αυτός δε ετραυματίσθη διά τας αμαρτίας ημών και μεμωλώπισται διά τας ανομίας ημών· παιδεία ειρήνης ημών επ' Αυτόν, και τω μώλωπι Αυτού ημείς ιάθημεν». Αλλ' η αρίστη ερμηνεία της περικοπής ταύτης εδόθη ήδη εκ του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, ότι συνέπασχε μετ' εκείνων ους έβλεπε πάσχοντας. Συνεκινείτο από την αίσθησιν των αδυναμιών μας· η θεία συμπάθειά Του έκαμνε τα παθήματα ταύτα ως ιδικά Του. Βέβαιον είνε ότι η ιστορία της ζωής και του θανάτου Του δεικνύει εκτάκτους δυνάμεις σημαντικής αντοχής. Ουδείς όστις να μη ήτο πεπροικισμένος με εντελή ευρωστίαν θα ηδύνατο να επαρκέση εις τας βαρείας απαιτήσεις τοιούτου πολυμόχθου βίου, οίον περιγράφουσι τα Ευαγγέλια, υπέρ παν άλλο φαίνεται να είχε το δώρημα εκείνο του ευκόλου ύπνου, όστις είνε το φυσικόν αντίδοτον του καμάτου, και το άριστον δραστικόν προς καταπράυνσιν του κεκμηκότος πνεύματος. Και επί του μικρού καταστρώματος του αλιευτικού πλοιαρίου, καθώς ελικνίζετο τούτο υπό των κυμάτων της τρικυμιώδους θαλάσσης, εδυνήθη να κοιμηθή. Και συχνά εις τας νύκτας εκείνας τας υπό τον έναστρον ουρανόν εις την ερημίαν, δεν θα είχεν άλλην στρωμνήν παρά την χλόην, ουκ' άλλο σκέπασμα παρά το ίδιον ιμάτιον. Και θα ίδωμεν εις την τελευταίαν θλιβεράν σκηνήν πως η αυτή ευρωστία και ζωτικότης, μεθ' όσα υπέφερε, Τον έκαμαν να βαστάση, ύστερον από νύκτα αϋπνίας, επί δεκαπέντε ώρας δίκης και βασάνου, και την μακράν αγωνίαν του πικρού θανάτου.

Και πάλιν, πρέπει η ζωή Του να ήτο ζωή οδύνης, διότι ορθώς απεκλήθη ο Άνθρωπος των Οδυνών. Αλλ' όμως νομίζομεν, ότι δυνατόν να υπάρξη πλάνη εδώ. Οι όροι λ ύ π η και χ α ρ ά, είνε λίαν σχετικοί, και ειμπορούμεν να είμεθα βέβαιοι ότι εάν υπήρχεν υπερβάλλουσα λύπη, η λύπη της συμπαθείας προς τους πάσχοντας (εκ των Ευαγγελιστών ο Ματθαίος, ο Μάρκος και ο Λουκάς μαρτυρούσιν ότι ε σ π λ α χ ν ί ζ ε τ ο, πάλιν ο Μάρκος ότι σ υ ν ε λ υ π ε ί τ ο, πάλιν ο Λουκάς ότι έ κ λ α υ σ ε, και ο Ιωάννης ότι ε σ τ έ ν α ξ ε ν, ε ν ε β ρ ι μ ή σ α τ ο τ ω π ν ε ύ μ α τ ι, εδάκρυσε), η λύπη της απορρίψεως υπ' εκείνων ους ηγάπα, η λύπη του ότι εμισείτο υπ' εκείνων ους ήλθε να σώση, αι λύπαι του Αίροντος τας αμαρτίας του κόσμου, αι λύπαι της τελευταίας αγωνίας Του επί του σταυρού, όταν εφάνη ως εάν και ο ουράνιος Πατήρ Του Τον εγκατέλιπε — βεβαίως όμως υπήρχε και χαρά άφθονος. Διότι η χειρίστη όλων των θλίψεων, ήτις είνε η συνείδησις της αποξενώσεως από του Θεού, η αίσθησις του αίσχους και της ενοχής και της εσωτερικής ευτελείας, η φρενίτις της αυτοαπεχθείας, δι' ης ως διά πυρίνης μάστιγος η εγκαταλελειμμένη ψυχή εξωθήται εις ανήκεστον απόγνωσιν, αυτή έλειπεν ολοσχερώς· και αφ' ετέρου, η χαρά της ασπίλου συνειδήσεως, η ευφροσύνη μιας ψυχής απείρως απεχούσης από πάσης σκιάς ποταπότητος και πάσης ενοχής, η χαρμονή μιας υπάρξεως εντελώς αφιερωμένης εις την υπηρεσίαν του Θεού και την αγάπην του ανθρώπου, τούτο πάντοτε παρίστατο Αυτώ πληρέστατα. Βεβαίως τούτο δεν είνε ό,τι ο κόσμος χαράν ονομάζει· δεν ήτο η ευθυμία της κουφότητος, δεν ήτο ο γέλως της μωρίας· εκ του είδους τούτου της χαράς ελάχιστα έχει ο βίος δι' άνθρωπον τι πράγματι σημαίνει ο βίος. Αλλά καθώς λέγει ο Λατίνος πατήρ η αληθής χαρά έγκειται εις τα σοβαρά πράγματα, και εκ της βαθείας πηγής της ζωής ήτις κείται εις την καρδίαν των πραγμάτων, και ο Άνθρωπος των Οδυνών ηδυνήθη μεγάλας σταγόνας να πίη. Καίτοι δε οι Ευαγγελισταί δεν μας λέγουν ότι εγέλασεν, ενώ μας λέγουν ότι εστέναξε, και έκλαυσε, και εδάκρυσεν, αφ' ετέρου μας διηγούνται ότι, «Εν εκείνη τη ώρα ο Ιησούς ηγαλλιάσατο τω πνεύματι». Μη τούτο άπαξ μόνον συνέβη;

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ'. Μεγάλα θαύματα του Ιησού

Αι παραβολαί. — Η παραβολή του σπορέως. — Η ανατολική όχθη. — Η τρικυμία. — «Ποδαπός εστιν ούτος»; — Η χώρα των Γεργεσηνών. — Ο γυμνός δαιμονιζόμενος από τους τάφους. — «Λεγεών όνομά μοι». — Ο πνιγμός των χοίρων.

Ευθύς μετά την προειρημένην αποστολικήν πορείαν, ο Λουκάς προσθέτει ότι, όταν ο Ιησούς είδεν ότι μέγα πλήθος Τον περιεστοίχιζεν εκ πάσης πόλεως, ωμίλησεν εν παραβολή. Εκ των δύο άλλων Ευαγγελιστών μανθάνομεν ότι αύτη ήτο η πρώτη φορά καθ' ην ωμίλησεν εν παραβολαίς, και ότι ελάλει προς το πλήθος το πληρούν την όχθην ενώ ο Κύριος ημών εκάθητο επί του προσφιλούς Αυτώ άμβονος του πλοίου, το οποίον ετηρείτο δι' Αυτόν εν τη λίμνη.

Η παραβολική μορφή της διδασκαλίας δεν ήτο καινοφανής. Οι Ιουδαίοι ήσαν συνειθισμένοι εις τας παραβολάς, πολλαί δε υπάρχουσι και εν τη Παλαιά Διαθήκη. Αλλά το πνεύμα των παραβολών του Χριστού ήτο εις ύπατον βαθμόν μοναδικόν και απαράμιλλον. Τίποτε το οποίον να πλησιάζη εις το βάθος και την δύναμίν των, εις το σύντομον και εις το εξόχως σοφόν και υψηλόν δεν υπάρχει ούτε εις την Παλαιάν Διαθήκην ούτε εις όλην την φιλολογίαν της ανθρωπότητος.

Ο Χριστός αντί παντός προοιμίου έλεγεν «Ακούσατε». Ήθελε διά τούτου να επιστήση την προσοχήν, όχι απλήν την περιέργειαν ή και το ενδιαφέρον να κινήση, αλλ' ηξίου προ πάντων την προσοχήν, και υπεδείκνυε την ευθύνην, των μη θελόντων ν' ακούσωσι και να ωφεληθώσιν.

Και διά να δείξη εις αυτούς, ότι ο μόνος αληθής καρπός της αγαθής διδασκαλίας είνε η αγιότης του βίου, και πολλά υπήρχον τα δυνάμενα να παρεμποδίσωσι την επίτευξίν της, διηγήθη την πρώτην παραβολήν Του, την παραβολήν του Σπείροντος. Τα χρώματα ταύτης ελήφθησαν ως συνήθως από τα αμέσως προ των οφθαλμών Του αντικείμενα· τους εσπαρμένους αγρούς της Γεννησαρέτ, τους αυξομένους αστάχυς, τον πεπατημένον δρομίσκον όστις διήρχετο δι' αυτών· τα αναρίθμητα πετεινά του ουρανού τα οποία περιίπτανται επ' αυτών, κτλ. Δι' ημάς τους παιδιόθεν αναγνόντας την παραβολήν παραλλήλως με αυτήν του Χριστού την ερμηνείαν, η έννοια είνε σαφεστάτη και εναργεστάτη. Αλλά δεν ήτο τόσον εύκολος δι' εκείνους οίτινες την ήκουσαν. Αυτοί οι μαθηταί επεφυλάχθησαν να ερωτήσωσι τον Ιησούν κατ' ιδίαν περί της εννοίας της. Άλλας παραβολάς είπε, την ημέραν εκείνην ή ύστερον, την περί του κόκκου του σινάπεως, την περί της ζύμης, περί του κρυπτού θησαυρού, του μαργαρίτου, της σαγήνης κτλ.

Μέθοδος διδασκαλίας τόσον σπανία, τόσον ελκυστική και πλήρης ενδιαφέροντος, μέθοδος ήτις, εις το απρόσιτον κάλλος και την τελειότητά της, είνε μοναδική εις τα χρονικά του ανθρωπίνου λόγου, αναμφιβόλως θα έτεινε ν' αυξήση πέρα παντός μέτρου τα πλήθη, τα οποία συνέρρεον διά ν' ακούσωσι. Και καθ' όλην την δείλην εξηκολούθει να διδάσκη αυτούς, μόλις κατορθώσας να τους απολύση την εσπέραν. Τότε κόπωσις και ανάγκη μοναξίας και ύπνου φαίνεται ότι κατέλαβε τον Κύριον, ήτις ίσως επεταχύνθη εκ της προσπαθείας της μητρός Του και των οικείων Του να έλθωσι προς Αυτόν, μη δυνηθέντες να πλησιάσωσιν εκ του συνωθισμού του πλήθους. Ο Κύριος επί μάλλον ησθάνθη τότε την ανάγκην της μονώσεως. Αφού απέπεμψε το πλήθος, οι μαθηταί τον επεβίβασαν «ως είχεν» εις το πλοίον. Επόθησε την ήρεμον μοναξίαν της ανατολικής όχθης. Και η δυτική όχθη είνε ερημική την σήμερον, αλλ' η ανατολική όχθη είνε η μοναξία αυτή. Ούτε δένδρον ούτε χωρίον ούτε ψυχή ανθρωπίνη ούτε κατοικία απλή φαίνεται, ειμή μόνον η σειρά των λόφων των χθαμαλουμένων βαθμηδόν προς την όχθην. Εις τους χρόνους του Κυρίου, η αντίθεσίς της αραιώς κατοικουμένης ταύτης πλευράς προς τας πολυανθρώπους πόλεις τας κειμένας επί της πεδιάδος Γεννησαρέτ θα ήτο πολύ μεγάλη· καίτοι δε ο διεσπαρμένος πληθυσμός της Περαίας συνίστατο εν μέρει εξ εθνικών, Τον ευρίσκομεν ουχί σπανίως διαπλέοντα την λίμνην διά ν' απομακρυνθή από του πλήθους.

Αλλά πριν αναχθή το πλοίον, άλλη αξιοσημείωτος διακοπή επήλθε. Τρεις των ακροατών Του αλλεπάλληλοι, εκπλαγέντες ίσως υπό της δυνάμεως της νέας μεθόδου της διδασκαλίας Αυτού, έκθαμβοι δε εκ της άκρας δημοτικότητός Του, επεθύμησαν, ή εφαντάσθησαν ότι επεθύμησαν, να προσκολληθώσιν εις Αυτόν ως διαρκείς μαθηταί Του. Ο πρώτος ήτο είς των Γραμματέων, όστις, νομίσας αναμφιβόλως ότι ο επίσημος βαθμός του θα τον καθίστα οπαδόν ευπρόσδεκτον, έκραξε: «Κύριε, ακολουθήσω Σοι όπου αν υπάγης». Αλλ' Εκείνος όστις εκάλεσε τον μισούμενον τελώνην, απεθάρρυνε τον ευυπόληπτον Γραμματέα, επειδή εγνώριζεν, ότι η επιθυμία του δεν ήτο σταθερά. «Αι αλωπεκές, είπε, φωλεούς έχουσι, και τα πτηνά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε Υιός του Ανθρώπου ουκ έχει πού την κεφαλήν κλίνη».

Ο δεύτερος ήτο ήδη εν μέρει μαθητής, αλλ' επεθύμει να γείνη εντελής ακόλουθος, μόνον ότι είχεν ανάγκην να θάψη τον πατέρα του. «Ακολούθει μοι, απήντησεν Εκείνος, και άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς». Ο Θεοφύλακτος ερμηνεύει ότι το αίτημα του ανθρώπου ήτο να μείνη κατ' οίκον μέχρι του θανάτου του πατρός του, και είτα ν' ακολουθήση τον Χριστόν.

Άλλοι δε παρετήρησαν ότι, αν είχεν αποθάνη πράγματι ο πατήρ του, δεν θα ηδύνατο, ως ακάθαρτος, κατά τας λευιτικάς διατάξεις να πλησιάση εις το πλήθος. Όπως και αν έχη η έννοια της απαντήσεως του Χριστού είνε ανάλογος με το «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ Εμέ ουκ έστι Μου άξιος».

Και η απάντησις εις τον τρίτον δεν ήτο ανόμοιος. Ούτος εζήτει άδειαν ν' αποχαιρετίση τους οικείους του κατ' οίκον. «Ουδείς επιβαλών την χείρα αυτού επί το άροτρον (είπεν ο Χριστός) και εμβλέπων εις τα οπίσω εύθετος εστιν εις την βασιλείαν των ουρανών». Με τους λόγους τούτους του Χριστού πόσοι άγιοι της Εκκλησίας, πόσοι όσιοι Ερημίται, να παρηγορήθησαν διότι εγκατέλιπον τους οικείους των και έκοψαν πάντα γήινον δεσμόν!

Ούτω παρήλθον και αι νέαι αύται βραδύτητες, και το πλοιάριον ανεπέτασσε τα ιστία διά τον πλουν. Αλλά και τώρα ο Ιησούς παρηκολουθείτο υπό οπαδών, διότι ως διηγείται ο Μάρκος και άλλα πλοία έπλεον μετ' Αυτού. Αλλά ταύτα κατά πάσαν πιθανότητα εσκορπίσθησαν, ή επόδισαν πτοηθέντα από τα σημεία της συναγομένης τρικυμίας. Ο δε Ιησούς ανέκλινε την κεφαλήν επί το προσκεφάλαιον, ήτοι το βόρσινον κάθισμα του πηδαλιούχου, και εκοιμήθη τον βαθύν ύπνον του κεκμηκότος, τον γαλήνιον ύπνον εκείνων, οίτινες είνε εν ειρήνη μετά του Θεού.

Και αυτός ο ύπνος ο τόσον αναγκαίος, ήτο προωρισμένος ταχέως και βιαίως να διαταραχθή. Όλοι οι περιηγηταί εκ συμφώνου μαρτυρούσι πόσον βίαιαι και αιφνίδιαι γίνονται εις την λίμνην εκείνην αι μαρτυρίαι. Τοιαύτη λαίλαψ ανέμου μεγάλη κατέβη τότε εις την λίμνην, ως διηγώνται οι ιεροί Ευαγγελισταί. Εν ακαρεί σφοδρότητος ανεμοστρόβιλος ενέσκηψε, και τα κύματα ωρχούντο μανιωδώς. «Το πλοίον εκαλύπτετο υπό τον κυμάτων. Αυτός δε εκάθευδε». Τα κύματα έπεσον επ' Αυτόν τον Ιησούν, αλλ' Αυτός δεν εξύπνα. Έως τώρα οι μαθηταί δεν ετόλμησαν να τον εξυπνήσουν. Αλλ' ήδη το πλοίον ήρχισε να βυθίζεται, «Κύριε, σώσον ημάς, απολλύμεθα», έκραξαν τότε οι μαθηταί. Η φοβερά τρικυμία ήτις κατετρόμαξε τους μαθητάς δεν ετάραξε τον Ιησούν. Χωρίς κανέν σημείον συγχύσεως, ο Χριστός υπηγέρθη επί του αγκώνος, και πρώτον επράυνε την τρικυμίαν της ψυχής των μαθητών.

«Ινατί δειλοί εστε, ολιγόψυχοι;» τους είπεν.

Είτα εγερθείς, και σταθείς με όλην την γαλήνην φυσικού μεγαλείου επί της πρύμνης, ενώ ο ανεμοστρόβιλος έσεισεν επί μίαν στιγμήν μόνον τα κυματίζοντα ενδύματά Του και την κόμην Του, ενέβλεψεν εις το σκότος, και η Φωνή Του ηκούσθη εν μέσω του ρόχθου και του μυκηθμού των τεταραγμένων στοιχείων, λέγουσα (το αμετάφραστον εκείνο εις πάσαν άλλην γλώσσαν):

«&Σιώπα! πεφίμωσο!&»

Και εν ακαρεί ο άνεμος εκόπασε, και έγεινε γαλήνη. Και καθώς τα άστρα ήρχισαν ν' αντανακλώνται ακόμη επί των γαληνιασάντων κυμάτων, όχι μόνον οι μαθηταί, αλλά και οι ναύται εψιθύριζον προς αλλήλους: «Τις εστιν ούτος;»

Ω, το μεγαλείον του «Γενηθήτω φως» είνε ακαταλήπτου Θεού καταληπτόν μεγαλείον· αλλά το μεγαλείον του Θεού, γενομένου ανθρώπου, επιτιμώντος την τρικυμίαν, μ' εκείνο το «Σιώπα πεφίμωσο!» είνε πολύ καταπληκτικώτερον.

Τούτο είνε καταπληκτικόν θαύμα, έν εξ εκείνων δι ων δοκιμαζόμεθα, αν τω όντι πιστεύωμεν εις το πιστευτόν του θαυμασίου ή όχι· έν των θαυμάτων εκείνων των κραταιών, τα οποία δεν δύνανται, όπως πολλά θαύματα ιάσεων, να εξηγηθώσι διά των υφισταμένων νόμων. Ο σκοπός μου δεν είνε εις το βιβλίον τούτο να πείσω τους απίστους, ή να λογομαχήσω με τους αμφιβάλλοντας. Ουδέν ήττον, ας μοι συγχωρηθή να είπω ολίγας λέξεις. Ηρώτησάν τινες αν πρέπει να εξηγηθή το θαύμα τούτο κατά γράμμα, ή αν πρέπει να ερμηνευθή καθώς ερμηνεύουσιν άλλοι τα θαύματα ονομαστών Αγίων, ως του Αγ. Νικολάου, φέρ' ειπείν — ότι δηλ. η γαλήνη και η αταραξία του Χριστού μετέδωκε την γαλήνην και αταραξίαν εις τα πνεύματα των μαθητών Του, και ότι εν τω μεταξύ η τρικυμία εκόπασεν εκ φυσικών αιτίων(!!). Αποκρίνομαι ότι, εάν τούτο ήτο το μόνον θαύμα εν τω βίω του Χριστού· εάν τα Ευαγγέλια ήσαν ανακριβή και αμάρτυρα· εάν υπήρχέ τι εκ των προτέρων απίστευτον εις το υπερφυσικόν· εάν δεν υπήρχον προβλέψεις του Θεού κατά τους δεκαεννέα τούτους αιώνας προς επιμαρτυρίαν του έργου και της θεότητος του Χριστού, τότε ίσως δεν θα υπήρχε δυσχέρεια εις τοιαύτην ερμηνείαν. Αλλ' εάν πιστεύωμεν ότι ο Θεός διέπει τα σύμπαντα· εάν πιστεύωμεν ότι ο Χριστός ηγέρθη· εάν έχωμεν λόγους να διατηρώμεν, μεταξύ των βαθυτάτων πεποιθήσεων της υπάρξεώς μας, την βεβαιότητα ότι ο Θεός δεν μετεβίβασε την κυριαρχίαν Του ή την πρόνοιάν Του εις την άνουν, άψυχον, ανηλεή υπουργίαν των υλικών δυνάμεων· εάν βλέπωμεν εις πάσαν σελίδα των Ευαγγελιστών την ήρεμον απλότητα φιλαλήθων και πιστών μαρτύρων· εάν βλέπωμεν εις παν έτος της μετέπειτα ιστορίας και εις πάσαν εμπειρίαν του ατομικού βίου επιβεβαίωσιν της μαρτυρίας την οποίαν εκείνοι έδωκαν, τότε οφείλομεν μήτε να προσκολλώμεθα εις ορθολογιστικάς ερμηνείας, μήτε πολύ να σκανδαλιζώμεθα αν άλλοι προαιρούνται αυτάς. Όστις πιστεύει, όστις γνωρίζει το λυσιτελές της προσευχής, όστις ησθάνθη πως η φωνή του Σωτήρος, από γενεάς εις γενεάν ακουσθείσα, επράυνε και πραΰνει πολύ αγριωτέρας τρικυμίας από εκείνας αίτινες ετάραξάν ποτε τους κόλπους της λίμνης της Γαλιλαίας· όστις βλέπει εν τω προσώπω του Λυτρωτού γεγονός πολύ καταπληκτικώτερον και μεγαλειότερον ή όλας εκείνας τας παρατηρηθήσας σχέσεις, τας οποίας οι άνθρωποι προικίζουσι με φανταστικήν παντοδυναμίαν και προσκυνούσιν υπό το όνομα των Νόμων της φύσεως — δι' αυτόν τουλάχιστον δεν θα είνε ούτε δυσκολία ούτε δισταγμός ίνα υποθέση ότι ο Χριστός, επιβαίνων του βυθιζομένου ήδη πλοιαρίου, εξέφερε το πρόσταγμά Του, και ότι ο άνεμος και η θάλασσα υπήκουσαν· ότι ο λόγος Του υπήρξεν όντως ισχυρότερος μεταξύ των κοσμικών δυνάμεων από μίλια ταραττομένου ύδατος ή από λεύγας πνέοντος ανέμου.

Υπάρχει άφατος δύναμις και ζωηρότης εις το «Σιώπα, πεφίμωσο», του Μάρκου, και ο παρακείμενος της προστακτικής σημαίνει, ότι το αποτέλεσμα ώφειλε να είνε ακαριαίον και αποφασιστικόν.

Ούτε εις την απωτέραν όχθην έμελλε να εύρη ο Ιησούς ησυχίαν και ανάπαυσιν. Μόλις έφθασεν εις το μέρος εκείνο της Περαίας, το οποίον καλείται υπό του Ματθαίου «η χώρα των Γεργεσηνών», και τον συνήντησε δείγμα της ανθρωπίνης μανίας και εκπτώσεως πολύ τρομερώτερον από την λύσσαν της τεταραγμένης θαλάσσης. Μόλις είχεν αποβιβασθή ότε ένδοθεν των μνημείων ή πετρίνων τάφων ώρμησεν ενώπιόν του είς άνθρωπος δαιμονισμένος. Δεν υπήρχον τότε ούτε φρενοκομεία ούτε σωφρονιστήρια ούτε άσυλα, και οι δυστυχείς επικίνδυνοι μανιακοί απηλαύνοντο και περιωρίζοντο εις έρημα και ακατοίκητα μέρη. Υπάρχει δε αφθονία βραχωδών σπηλαίων και άντρων εν Παλαιστίνη, και ταύτα εχρησίμευον συνήθως ως τάφοι. Η κατοικία δε την οποίαν εύρισκον εκεί οι παράφρονες τους έκαμνε να χειροτερεύσουν, και ο περί ου ο λόγος είχε καταντήσει εις το μη περαιτέρω της μανίας. Πολλάκις είχον αποπειραθή να τον δέσουν, αλλ' ούτος εν τω παροξυσμώ της μανίας του είχεν εξασκήσει την υπεράνθρωπον εκείνην δύναμιν, την οποίαν μετέδιδαν αυτώ τα πονηρά πνεύματα, και είχε κόψει τας αλύσεις και τα δεσμά. Και τώρα, ημέραν και νύκτα, τα άντρα αντήχουν από τους ολολυγμούς του, και ήτο αφόρητος εις τον ίδιον εαυτόν του και εις τους άλλους.

Αυτή η φρικώδης μορφή του γυμνού μανιακού συνήντησε τον Κύριον ημών ευθύς ως απέβη εις την όχθην περί όρθρον. Ο είς των Ευαγγελιστών αναφέρει ενταύθα δύο δαιμονιζομένους, αλλά τούτο ουδόλως βλάπτει. Έτερον εστι, λέγει ο θείος Χρυσόστομος, το διαφόρως ειπείν και το μαχομένως ειπείν. Η παρουσία, το βλέμμα, η φωνή του Χριστού, και πριν ομιλήση ακόμη εις τους πάσχοντας τούτους, φαίνεται ότι τους εξήπτε πάντοτε και τους κατετρόμαζε, και ούτος ο δαιμονισμένος της χώρας των Γεργεσηνών δεν απετέλεσεν εξαίρεσιν του κανόνος. Αντί να επιπέση κατά των μαθητών, με λίθους και με αγρίας κραυγάς, καθώς έπραττε κατά των άλλων ανθρώπων, έτρεξε προς τον Ιησούν από μακρόθεν, και έπεσε προ Αυτού εις θέσιν προσκυνήσεως. Ενώσας την φωνήν του με την των κατεχόντων αυτόν δαιμόνων, παρεκάλει μετ' αυτών τον Ιησούν να μη τους βασανίση προ καιρού, μήτε να τους στείλη εις την άβυσσον.

Ποίον είνε το όνομά σου; Τον ηρώτησεν ο Ιησούς. Εκείνος ή τα δαιμόνια απήντησαν: — «Λεγεών όνομά μοι, ότι πολλοί εσμεν». Ο άνθρωπος είχε χάσει το ατομικόν όνομά του. Είχε χωθή τούτο ανάμεσα εις το πλήθος εκείνο των δαιμόνων. Και πάλιν παρεκάλεσε να μη τους κλείση εις την άβυσσον, αλλά να τους επιτρέψη να εισέλθουν εις την αγέλην των χοίρων.

Η επακολουθούσα διήγησις είνε δύσληπτος δι' ημάς. Δεν έχομεν την κλείδα της αληθούς σημασίας της. Η αφήγησις του Λουκά έχει ως εξής: Ην δε εκεί αγέλη πολλών χοίρων βοσκομένη· και ικέτευσαν αυτόν όπως επιτρέψη αυτοίς, εις τούτους εισελθείν. Και επέτρεψεν αυτοίς. Τότε εξήλθον τα δαιμόνια από του ανθρώπου και εισήλθον εις τους χοίρους. Και έπεσε πάσα η αγέλη επί τον κρημνόν και απεπνίγησαν».

Η μόνη δυσκολία συνίσταται ενταύθα εις το να εννοηθή, διατί ο Ιησούς να επιτρέψη τον πνιγμόν των ζώων εκείνων. Η δε πιθανωτέρα εξήγησις των αρχαίων πατέρων της εκκλησίας είνε ότι ηθέλησε να δείξη ότι ηδύνατο και εγνώσμιον ζημίαν να κάμη εις τους ανθρώπους τους αμαρτωλούς, μη ανεχθείς δε να βλάψη λογικόν πλάσμα, απέδειξε την δύναμιν ταύτην εις τους πνιγέντας χοίρους και εις την ξηρανθείσαν συκήν(5).

Ότι όλη η σκηνή υπήρξε βιαία και τρομακτική φαίνεται εκ του γεγονότος ότι οι φυλάσσοντες τους χοίρους έφυγον εις την πόλιν και ανά την χώραν. Ο λαός των Γεργεσηνών και των Γαδαρηνών και όλων των περιχώρων έτρεξε να ίδη τον Ισχυρόν Ξένον όστις ούτω πως επεσκέφθη η επέσκηψεν επί τας όχθας των. Ποίον πειστικώτερον τεκμήριον της ισχύος Του και της αγαθοποιίας Του ηδύναντο να ίδωσιν, ειμή το θέαμα του ιαθέντος ανθρώπου, «ιματισμένου και σωφρονούντος», καθημένου παρά τους πόδας του Ιησού;

«Και εφοβήθησαν» — εφοβήθησαν περισσότερον εκείνην την Αγίαν Παρουσίαν ή τας προλαβούσας μανίας του ενεργουμένου. Ο άνθρωπος εσώθη· αλλά τι προς αυτούς αφού δισχίλιοι εκ των χοίρων των επνίγησαν! Τα πολύτιμα θρέμματά των ήσαν προφανώς εις κίνδυνον. Η πλεονεξία και απληστία παντός αποστάτου Ιουδαίου και παντός χαμερπούς εθνικού διεκυβεύετο με το να δέχωνται εις την χώραν των τοιούτον άνθρωπον, οποίος τους εφάνη ο Ιησούς. Μετ' επονειδίστου ομοθυμίας τον παρεκάλεσαν ν' απέλθη το ταχύτερον από τα μέρη των. Εθνικοί άμα και Ιουδαίοι είχον αναγνωρίσει ήδη την αλήθειαν ότι ο Θεός ενίοτε απαντά εις τας κακάς παρακλήσεις εν τη βαθυτάτη οργή Του. Αυτός ο Ιησούς είχε διδάξει τους μαθητάς Του να μη δίδωσι τα άγια εις τους κύνας μηδέ να βάλλωσι τους μαργαρίτας έμπροσθεν των χοίρων. Είχε διαβή πέραν της λίμνης προς ησυχίαν και ανάπαυσιν, επιθυμών να μεταδώση και προς τους ημιεθνικούς εκείνους τα ευεργετήματα της βασιλείας του Θεού. Αλλ' εκείνοι ηγάπων τας αμαρτίας των και τους χοίρους των, απέρριψαν δε τας ευεργεσίας Του, και Τον παρεκάλεσαν ν' απέλθη.

Εκείνος απήλθεν, αλλ' ουχί εν οργή. Είχε πράξει έν έργον ελέους· είς αμαρτωλός είχε σωθή· από μίαν ψυχήν είχον εξέλθη τα ακάθαρτα πνεύματα. Και ο πρώην δαιμονιζόμενος παρεκάλει να μένη μετ' Αυτού πάντοτε. Αλλ' ο Ιησούς παρήγγειλεν αυτώ να υπάγη εις τους οικείους του να διηγηθή, πως ο Κύριος τον εσπλαγχνίσθη και εποίησε μέγα σημείον επ' αυτόν, και ούτως απήλθεν από της χώρας των Γεργεσηνών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ' Εις την οικίαν του Ματθαίου