Ο Βίος του Χριστού

Part 13

Chapter 13 0 words Public domain Markdown

Εκηρύττετο, κατά την περίστασιν, επί της κλιτύος του όρους, ή πλησίον της λίμνης ή εις τας οδούς, ή εν τη οικία του Φαρισαίου, ή κατά το συμπόσιον του Τελώνου· ουδέ ήτο γλυκυτέρα ή υψηλοτέρα όταν απηυθύνετο εν τη Βασιλείω Στοά προς τους διδασκάλους του Ισραήλ ή όταν οι μόνοι ακροαταί της ήσαν οι αμαθείς όχλοι, τους οποίους οι αλαζόνες Φαρισαίοι εθεώρουν ως επικαταράτους. Και επραγματεύετο όχι περί τελετών και καθαρμών και τύπων, αλλά περί της ανθρωπίνης ψυχής, και προορισμού και ζωής ανθρωπίνης, περί Ελπίδος και Αγάπης και Πίστεως. Δεν υπήρχον ορισμοί εν αυτή ή εξηγήσεις ή σχολαστικά συστήματα ή φιλοσοφικαί θεωρίαι, αλλά λεπτοτάτη εισχώρησις εις τα βάθη της ανθρωπίνης καρδίας, άμεσος δε έκκλησις εις τας συνειδήσεις μετ' ακαταμαχήτου απλότητος, και μετ' απολύτου δεσποτείας επί των καρδιών. Πηγάζουσα από του βυθού αγίων συγκινήσεων, διεπέρα την ύπαρξιν παντός του ακροωμένου ως δι' ηλεκτρικής φλογός. Ενί λόγω, το κύρος της ήτο το κύρος του Σαρκωθέντος Θεού. Ήτο η θεία φωνή ομιλούσα δι' ανθρωπίνων χειλέων· και η αυστηρά καθαρότης της ήτο εμβαπτισμένη με τρυφεροτάτην συμπάθειαν, και η φοβερά αυστηρότης της με αγάπην ανέκφραστον.

Ήτο, διά να δανεισθώ την εικόνα του σοφωτάτου των Λατίνων πατέρων (του Αυγουστίνου) μεγάλη θάλασσα της οποίας η μειδιώσα επιφάνεια θραύεται εις τους πόδας των μικρών και των ασθενών, αλλ' εις τον βυθόν της τον ανεξερεύνητον και ο σοφώτερος πρέπει να προσβλέπη με το ρίγος του θάμβους και με τον τρόμον της αγάπης.

Και ημείς οίτινες δυνάμεθα να παραβάλωμεν την διδασκαλίαν του Χριστού με παν ό,τι ο κόσμος έχει κάλλιστον και μέγιστον εν τη φιλοσοφία, τη ρητορική και τω άσματι, δεν πρέπει και ημείς να προσθέσωμεν, με βαθυτέραν ακόμη έμφασιν, ότι, διδάσκων ως εξουσίαν έχων, ελάλει ως ουδέποτε άνθρωπος ελάλησε; Και άλλοι διδάσκαλοι εξέφεραν ρήματα σοφίας, αλλ' εις ποίον εξ αυτών εδόθη ν' αναγεννήση την ανθρωπότητα; Τι θα ήτον ο κόσμος τώρα εάν δεν είχεν ειμή τους ξηρούς αφορισμούς και τους εφεκτικούς δισταγμούς του Κομφυκίου, ή τας αμφιβόλους αρχάς και τας επικινδύνους παραχωρήσεις του Πλάτωνος; θα είχε κατορθώσει η ανθρωπότης την ευρείαν ηθικήν πρόοδον την οποίαν κατώρθωσεν, εάν μηδείς μέγας Προφήτης εκ των άνω είχε προμηθεύσει αυτή τίποτε καλλίτερον από την θλιβεράν ελπίδα του Βούδδα περί νιρβάνας, δυναμένης να επιτευχθή δι' αστόργου σκληραγωγίας, ή από την κυνικήν υπό του Μωάμεθ κύρωσιν της πολυγαμίας και του δεσποτισμού;

Δυνατόν ο Χριστιανισμός να εξέπεσεν εν πολλοίς από του αρχαίου και μεγάλου ιδεώδους· δυνατόν να έχασε κάτι εκ της παρθενικής αγνότητός του. Η ερίζουσα και διηρημένη Εκκλησία της σήμερον δυνατόν να εξέκλινε κατά τους μακρούς αιώνας από της λαμπρότητος της Καινής Ιερουσαλήμ της καταβαινούσης εκ του ουρανού από του Θεού· αλλά δεν είνε η Χριστιανοσύνη καλλιτέρα από ό,τι κατήντησε το πάλαι η Ελλάς, και από ό,τι είναι η Τουρκία και η Αραβία και η Κίνα; Μήτοι ο Χριστιανισμός εκτείνει τα έθνη τα ασπασθέντα αυτόν διά της ατροφίας του Βουδδισμού ή διά του μαρασμού του Ισλάμ; Και ως ηθικόν σύστημα — καίτοι είναι ασυγκρίτως υπέρτερος ηθικού συστήματος — δεν παραδεχόμεθα ότι ο Χριστιανισμός είναι κοινόν τι· και μάλιστα ισχυριζόμεθα ότι ουδέποτε πίστις κατώρθωσεν ως αυτή να διασείση τας καρδίας των ανθρώπων. Αι άλλαι θρησκείαι είναι αποδεδειγμένως πλημελείς και σφαλεραί· η ημετέρα απεδείχθη πάντοτε πλήρης και τελεία· άλλα συστήματα ήσαν εσωτερικά και αποκλειστικά, το δε ημέτερον απλούν και παγκόσμιον· άλλα πρόσκαιρα και δι' ολίγους, το ημέτερον αιώνιον και δι' όλον το ανθρώπινον γένος. Ο Κουγκ, ο Φουτσέ, ο Σακιά, ο Μωάμεθ, ουδ' εδυνήθησαν να συλλάβωσι ποτέ το ιδεώδες κοινωνίας χωρίς να πέσωσιν εις οικτράν πλάνην· ο Χριστός καθίδρυσε το πραγματικόν αιωνίας και ενδόξου βασιλείας, της οποίας η ιστορία εν τω κόσμω αποδεικνύει ότι είναι, ό,τι αρχήθεν ήτο, η βασιλεία των Ουρανών, η βασιλεία του Θεού.

Και όμως πόσον εκτάκτως απλή και καθαρά είναι η γλώσσα του Χριστού εν συγκρίσει προς πάσαν άλλην διδασκαλίαν ήτις ενηχήθη ποτέ εις τας ακοάς του κόσμου. Ούτε επιστήμη υπάρχει εν αυτή ούτε τέχνη ούτε πομπή αποδείξεως, ούτε επιμέλεια κατασκευής, ούτε τέχνασμα ρητορικόν, ούτε η από των σχολών σοφία. Ευθείαι ως βέλη επί τον σκοπόν, αι εντολαί Του βάλλουσιν εις τα βάθη της ψυχής και του πνεύματος. Το παν είναι βραχύ, σαφές, εναργές, πλήρες αγιότητος, έμπλεων των κοινών εικόνων του καθημερινού βίου. Σχεδόν δεν υπάρχει σκηνή ή αντικείμενον σύνηθες εις την Γαλιλαίαν των χρόνων εκείνων, το οποίον ο Ιησούς να μη μετεχειρίσθη ως ηθικόν εξεικόνισμα λαμπράς τινος Επαγγελίας ή ηθικού νόμου. Ομίλησε περί χλοαζόντων αγρών, περί ανθούντων κρίνων, περί εαρινής βλάστης δένδρων· περί ανατολής ηλίου και δύσεως, περί ανέμου και βροχής, περί νυκτός και καταιγίδος· περί νεφών και αστραπής, περί ποταμού και χειμάρρου· περί αστέρων και λύχνων, περί μέλιτος και άλατος· περί σειομένων καλάμων και περί καύσεως ζιζανίων· περί όφεων και περιστερών, περί μαργαριτών και νομισμάτων, περί δικτύων και ιχθύων. Οίνος και άλευρον, σίτος και έλαιον, επιστάται και φύλακες, εργάται και εργοδόται, βασιλείς και ποιμένες, οδοιπόροι και λησταί και ιερείς και Λευίται, μεγιστάνες εν χλιδή και πλούτω και νύμφαι με νυμφικάς αμφιέσεις, όλα ταύτα ευρίσκονται εις τους λόγους Του. Εγνώριζεν όλην την ζωήν και είχεν εμβλέψει εις αυτήν με ευμενές όπως και με βασιλικόν όμμα. Ηδύνατο να συμπαθή εις τας τέρψεις της, όπως ηδύνατο και να ιατρεύη τους πόνους της, και οι οφθαλμοί οίτινες εβράχησαν τοσάκις με δάκρυα καθώς είδον τας κακοπαθείας των πενθούντων πλησίον της επιθανατίου κλίνης, έλαμψαν ομοίως με ευμενέστερον βλέμμα καθώς παρηκολούθουν τας παιδιάς των ευτυχών μικρών της γης εις τους χλοάζοντας αγρούς και τας οδούς τας πολυανθρώπους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'. Άλλα θαύματα

Ο λεπρός. — Η αθέτησις του γράμματος. — Διατί η δημοσιότης απηγορεύετο. — Η αίτησις του εκατοντάρχου. — Η επέμβασις των συγγενών.

Τα εγκαίνια της Μεγάλης Διδασκαλίας επηκολούθουν και εκύρουν μεγάλα θαύματα. Ο Ιησούς, λέγει ο Άγιος Ευθύμιος, μετέβαινεν από της διδασκαλίας εις τα θαύματα. Αφού εδίδαξεν ως εξουσίαν έχων, προέβη να επιβεβαιώση την εξουσίαν ταύτην διά συμμόρφων πράξεων.

Ο Κύριος ημών δεν απεσύρθη προς ανάπαυσιν μετά τόσους κόπους, και αι κατόπιν ημέραι υπήρξαν ημέραι συνεχούς και ανενδότου εργασίας. Αφού η διδαχή ετελείωσε, το άπειρον πλήθος διεσπάρη, κ' εκείνοι των οποίων αι κατοικίαι ήσαν εις την πεδιάδα της Γεννησαρέτ θα ηκολούθησαν βεβαίως τον Ιησούν διά του χωρίου Αττίν και πέραν του στενού οροπεδίου, και είτα, αφού κατήλθον την φάραγγα, θ' άφησαν τα Μάγδαλα προς τα δεξιά και διά της Βηθσαϊδά έφθασαν εις Καπερναούμ.

Καθώς κατήλθε το όρος και εισήρχετο ήδη εις μίαν πολίχνην, οικτρόν θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Του. Αίφνης με εναγώνιον ικεσίαν, πίπτων γονυπετής ενώπιόν του, είτα πρηνής καταγής, παρουσιάζεται είς λεπρός, πάσχων, ο δύστηνος, εκ του χειρίστου είδους της τρομεράς νόσου, θα εχρειάζετο εκ μέρους του αθλίου καταπληκτική πίστις διά να πείση εαυτόν ότι ο νέος Προφήτης ο εκ της Ναζαρέτ θα ήτο ικανός να εξαλείψη παρ' αυτώ την ανίατον νόσον. Και όμως η συγκεντρωμένη ελπίς της ζωής του ερράγη εις την κραυγήν: «Κύριε, εάν θέλης, δύνασαί με καθαρίσαι».

Ταχεία ως ηχώ ήλθεν η απάντησις εις την πίστιν του: «θέλω· καθαρίσθητι».

Όλα τα θαύματα του Χριστού υπήρξαν άμα και αποκαλύψεις. Ενίοτε, όταν αι περιστάσεις το απήτουν, ανέβαλλε την απάντησίν Του εις την παράκλησιν του πάσχοντος. Αλλά δεν εβράδυνε ποτέ όταν λεπρός τις έκραζε προς Αυτόν. Οι ραββίνοι εδείκνυον, ως λέγεται, μεγάλην απέχθειαν προς τα δυστυχή πλάσματα, και έρριπτον λίθους κατ' αυτών· αλλ' ο Ιησούς ποτέ δεν είδε τας ζώσας ταύτας παραβολάς της καταστροφής άνευ αμέτρου συμπαθείας. Η λέπρα ήτο ανεγνωρισμένος τύπος της αμαρτίας, και ο Χριστός θα μας εδίδασκεν ότι η εγκάρδιος δέησις του αμαρτωλού όπως πληθή και καθαρισθή τυγχάνει πάντοτε αμέσου υποδοχής. Όταν ο Δαυίδ, ο τύπος των αληθώς μετανοούντων, έκραζε μετά μεγάλης συντριβής, «Ήμαρτον εναντίον Κυρίου», ο Νάθαν ηδυνήθη να διαβιβάση εν ακαρεί εις αυτόν την παρά του Θεού άφεσιν: «Κύριος αφείλε την αμαρτίαν σου· ου μη αποθάνης».

Πάραυτα εκτείνας την χείρα, ο Κύριος έψαυσε το λεπρόν, και ούτος εκαθαρίσθη.

Ήτο λαμπρά αθέτησις του γράμματος του Νόμου, όστις επιτάττει αυστηρόν αγνισμόν εις πάσαν επαφήν του λεπρού· αλλ' ήτο συγχρόνως λαμπρά έξαρσις του πνεύματος του Νόμου, το οποίον ήτο ότι ο έλεος είνε ανώτερος της θυσίας. Η χειρ του Ιησού δεν εμολύνθη διά της επαφής του λεπρού, αλλά του λεπρού όλον το σώμα εκαθαρίσθη διά της προσψαύσεως της αχράντου χειρός. Καθ' όμοιον τρόπον ήψατο και της αμαρτωλού ανθρωπίνης φύσεως, και εκοινώνησεν αυτής, και όμως έμεινεν άνευ κηλίδος ή αμαρτίας.

Εν τω βάθει και τω αυθορμήτω της ανθρωπίνης συγκινήσεώς Του ο Κύριος έθιξε τον λεπρόν και κατέστησεν αυτόν υγιή. Αλλ' η επιθυμία του ήτο νυν να τηρήση τον Μωσαϊκόν νόμον εν πλήρει υπακοή· και άμα προς απόδειξιν του θαύματος, και εκ προνοίας χάριν του πάσχοντος, και συμφώνως με την Λευιτικήν διάταξιν, εκέλευσε τον λεπρόν και υπάγη και δείξη τον εαυτόν του εις τον ιερέα, «εις μαρτύριον αυτοίς», να κάμη τας συνήθεις προσφοράς, και να λάβη το νόμιμον πιστοποιητικόν ότι εκαθαρίσθη. Προσέτι το διέταξεν αυστηρώς να μη είπη εις άλλον κανένα τίποτε. Φαίνεται εκ τούτου ότι το αιφνίδιον μεθ' ου το θαύμα επετελέσθη ετήρησε τούτο μυστικόν από πάντων πλην ίσως ολίγων εκ των αμέσων ακολούθων του Κυρίου, καίτοι συνέβη εν μέση ημέρα, και σύνεγγυς πόλεως και ου μακράν από του ακολουθούντος πλήθους. Αλλά διατί ο Κύριος εις αυτήν και εις πολλάς άλλας περιστάσεις συνέστησεν εις τας αξιουμένους θαυμάτων μυστικότητα την οποίαν σπανίως ετήρουν; Πλήρη τον λόγον ίσως ουδέποτε θα γνωρίσωμεν. Άπαξ μάλιστα συνέστησεν εις ένα να δημοσιεύση το έλεος του οποίου ηξιώθη. Πλην ίσως ήθελε να διδάξη ότι ώφειλον να τον θεωρούν οποίος πράγματι ήτο, όχι απλώς ως θαυματουργόν και ιατρόν των σωμάτων, αλλ' ως Σωτήρα των ψυχών εξ αποκαλύψεως και διά της χάριτος.

Οποίοι και αν ήσαν οι γενικοί λόγοι, φαίνεται ότι εις την περίπτωσιν ταύτην υπήρξε λόγος τις ιδιαζούσης σπουδαιότητας. Ο Μάρκος ο Ευαγγελιστής, αντανακλών δι' ημάς τας εντόνους και ισχυράς εντυπώσεις του Πέτρου, μας δεικνύει ότι η αποπομπή του λεπρού εγένετο μετά τινος σφοδράς συγκινήσεως. Το «εμβριμησάμενος αυτώ» ο Ευθύμιος ο Ζιγαδηνός ερμηνεύει: «αυστηρώς εμβλέψας και επισείσας την κεφαλήν». Ποίον το αίτιον της αυστηράς ταύτης διαταγής, της στιγμιαίας ταύτης αποπομπής; Ίσως ήτο το ότι θίξας τον τυφλόν [λεπρόν ;], καίτοι η επαφή ήτο ιατήριος, θα εθεωρείτο υπό πολλών ως λειτουργικώς ακάθαρτος. Ότι δε τούτο συνέβη πράγματι δύναται να υποτεθή εκ του ρητώς μνημονευομένου γεγονότος, ότι δεν ηδύνατο να εισέλθη εις πόλιν, αλλ' ήτο έξω, εις τας ερήμους. Παραπλησίαν περίστασιν μνημονεύει ο Λουκάς, καίτοι χωρίς να δώση ιδιάζοντα λόγον δι' αυτήν, και προσθέτει ότι ο Ιησούς διετέλει προσευχόμενος. Εάν εν τοσούτω, η διασάλπισις της ιστορίας του λεπρού συνεπέφερε την ανάγκην βραχείας περιόδου αποκλεισμού, είνε προφανές ότι το πλήθος μικράν έδωκε προσοχήν εις την κατά Λευίτας ακαθαρσίαν, διότι, και εις τα ερημικά μέρη όπου κατέφυγεν ο Ιησούς, συνέρρευσαν προς Αυτόν πανταχόθεν.

Αν η ίασις του δούλου του εκατοντάρχου συνέβη προ ή μετά την αποχώρησιν ταύτην είνε αβέβαιον· αλλ' εκ του γεγονότος ότι και ο Ματθαίος και ο Λουκάς το θέτουσιν εν στενή συναφεία με την επί του Όρους Διδασκαλίαν, δυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι, όσον και αν απεχώρησεν εις έρημον τόπον δεν ηδυνήθη να ικανοποιήση τας απαιτήσεις των άγαν αυστηρών ζηλωτών του νόμου διά της απομακρύνσεως ταύτης.

Μόλις ο Κύριος έφθασεν εις την πόλιν Καπερναούμ, και τον συνήντησε πρεσβεία εξ Ιουδαίων πρεσβυτέρων της πρωτίστης Συναγωγής, ερχομένη να μεσιτεύση πλησίον Του προς χάριν του κεντυρίωνος, του οποίου ο πιστός και ηγαπημένος οικέτης, έκειτο εν αγωνία και κινδύνω παράλυτος, Θα ηδύνατο ίσως να φανή παράδοξον ότι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι έλαβον τόσον ενδιαφέρον δι' άνθρωπον όστις, ρωμαίος ή όχι, ήτο βεβαίως εθνικός, και δεν ήτο καν ούτε προσήλυτος. Εξήγησαν εν τοσούτω ότι, όχι μόνον ηγάπα το έθνος των — πράγμα σπανιώτατον παρ' εθνικώ, διότι οι Εβραίοι εν γένει εμισούντο — αλλά και ιδία δαπάνη είχε κτίσει Συναγωγήν δι' αυτούς ωραίαν και μεγαλοπρεπή. Απλούν το γεγονός ότι απηυθύνθησαν προς τον Ιησούν δεικνύει ότι το συμβεβηκός τούτο ανήκει εις τους πρώτους χρόνους της διδασκαλίας Του, οπότε μυριάδες απέβλεπον προς Αυτόν μετ' εκπλήξεως και ελπίδος, και πριν αρχίση ο θανάσιμος διωγμός των ύστερον χρόνων. Ο Χριστός πάραυτα ενέδωκεν εις το αίτημά των. Αλλά καθ' οδόν τον συνάντησαν άλλοι απεσταλμένοι από του ταπεινόφρονος και ευλαβούς εκατοντάρχου, και τον ικέτευσαν να μη ενοχληθή να εισέλθη υπό την αναξίαν και ακάθαρτον στέγην ενός εθνικού, (ο ίδιος δεν έκρινεν εαυτόν άξιον της τιμής ταύτης — «Κύριε, ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης»), αλλά να σώση από του θανάτου τον πάσχοντα δούλον, καθώς είχε σώσει τον υιόν του βασιλικού, δι' απλού μόνον λόγου. Καθώς ο κεντυρίων ήχεν υπ' αυτόν ανθρώπους, οίτινες εξετέλουν τας διαταγάς του, ούτω δεν ηδύνατο και ο Χριστός να πέμψη αοράτους αγγέλους να εκτελέσωσι το θέλημά Του, χωρίς ο Ίδιος να λάβη τον κόπον; Ο Κύριος εξεπλάγη από την τόσην πίστιν, μεγαλειτέραν από όσην εύρεν εν τω Ισραήλ. Και εξήγαγεν εκ της περιστάσεως ταύτης το συμπέρασμα, το οποίον ήχησε τόσον ψυχρόν και δυσάρεστον εις τα ιουδαϊκά ώτα, ότι, όταν πολλοί εκ των υιών της βασιλείας θα ριφθώσιν εις το σκότος το εξώτερον, πολλοί θα έλθωσιν από ανατολών και δυσμών, και θα καθίσωσι μετά του Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών. Αλλ' οι απεσταλμένοι Του εκατοντάρχου εύρον άμα επιστρέψαντες ότι το ιατήριον ρήμα υπήρξε τελεσφόρον, και ότι ο πιστός δούλος είχε γίνη υγιής.

Δεν είναι παράδοξον ότι, μετά ημέρας τόσον θαυμασίας ως αύται, αδύνατον υπήρξε διά τον Ιησούν να εύρη ανάπαυσιν. Από όρθρου βαθέος επί της κορυφής του όρους, μέχρι οψίας νυκτός εις ήντινα οικίαν είχεν εκλέξει προς διανυκτέρευσιν, τα πλήθη ήρχοντο πυκνά περί Αυτόν, μη σεβόμενα το άσυλόν Του, μη αναλογιζόμενα τον κάματόν Του, απλήστως έρχοντα να τον ίδωσι, να μετάσχωσι των θαυμάτων Του, να ακούσωσι τους λόγους Του. Δεν έμενε καιρός ουδέ όπως φάγη άρτον. Τοιαύτη ζωή είνε όχι μόνον εις άκρον καματηρά και πολύπονος, αλλά λεπτοφυά και υψίχορδον φύσιν, χαίρουσαν τη μονώσει, ευρίσκουσαν την καθαρωτάτην ολβιότητα εν κατά μόνας προσευχή, η αδιάλειπτος αύτη δημοσιότης, η ανένδοτος εργασία αποβαίνει απλώς φρενοπλήκτις, εκτός αν το πνεύμα θάλπεται δι' απεριορίστου συμπαθείας και αγάπης. Αλλ' η καρδία του Σωτήρος ούτως εθάλπετο, κατά το ανθρώπινον.

Είνε πιθανόν ότι εις την περίοδον ταύτην ανήκει το αξιοσημείωτον ανέκδοτον, το οποίον απεμνημονεύθη δι' ημάς υπό του Ευαγγελιστού Μάρκου. Οι συγγενείς και οικείοι του Χριστού, μαθόντες όσα έπραττεν, ήλθον από της οικίας των, ίσως εις Κανά ή εις Καπερναούμ, όπως «κρατήσωσιν Αυτού» και Τον περιωρίσωσι. Οι πληροφορήσαντες αυτούς παρενόησαν την έξαψιν την κατάδηλον εις όλους τους λόγους και τας πράξεις Του, την ισχυράν λάμψιν της συμπαθείας, την καίουσαν φλόγα της αγάπης· εθεώρησαν ταύτην ως υπερβάλλουσαν έξαψιν, ως υπέρμετρον ευαισθησίαν, ως αυτόν τον λήρον της ευποιίας και του ζήλου.

Εν τω κόσμω υπήρξε πάντοτε ροπή τις εις το συγχέειν την ζέσιν του ενθουσιασμού με το έξαλλον ατάκτου μεγαλονοίας. «Παύλε, μέμηνας», υπήρξε το μόνον σχόλιον το οποίον το πάθος του Αποστόλου και η εξηρμένη αυτού ευγλωττία ενέπνευσεν εις τον Ρωμαίον προκουράτορα «Δαιμόνιον έχει», ετόλμων να συμπεραίνωσί τινες των παχυλών και σαρκικών ακροατών, ύστερον από μίαν των τρυφερωτάτων και θειοτάτων ομιλιών του Κυρίου. Παραπλησία, καίτοι ουχί τόσον βάναυσος, ήτο η σκέψις ήτις ενέπλητε το πνεύμα των διαπορούντων συγγενών του Χριστού, οπόταν ήκουσαν περί της αιφνιδίας ταύτης και καταπληκτικής δραστηριότητος μετά την γαλήνιον μόνωσιν τριάκοντα άγνωστων και αμνημονεύτων ετών. Μέχρι τούδε ήσαν σχεδόν ασυμπαθείς προς Αυτόν· δεν Τον εγνώριζον, δεν επίστευον εν πλήρει εις Αυτόν· έλεγον ότι ήτο εκτός Εαυτού. Αναγκαίον δε ήτο να διδαχθώσιν από τούδε διά πολλών αποφασιστικών αποδείξεων, ότι δεν ήτο ως είς εξ αυτών· ότι δεν ήτο πλέον ο τέκτων, «ο αδελφός Ιακώβου και Ιωσή και Ιούδα και Σίμωνος», αλλ' ο υιός του Θεού, ο Σωτήρ του κόσμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'. Ο Ιησούς εις Ναΐν

Πώς ανέστησε τον υιόν της χήρας. — Αποστολή παρά Ιωάννου του Βαπτιστού. — Απόκρισις του Ιησού. — Λαμπρός έπαινος του Ιωάννου. — «Ο ελάχιστος εν τη βασιλεία των Ουρανών».

Μετά τα συμβάντα ταύτα, ως διηγείται ο Λουκάς, ο Κύριος ημών απήλθεν από Καπερναούμ εις Ναΐν. Η Ναΐν, την σήμερον άθλιον χωρίον, απέχει εικοσιπέντε μίλια από της Καπερναούμ, και κείται επί της βορυοδυτικής κλιτύος του Ιεβέλ ή μικρού Ερμών. Το όνομα, όπερ διατηρεί εισέτι, σημαίνει «ωραίος», και η θέσις της παρά το Ενδώρ, απέναντι του Θαβωρίου όρους και των υψωμάτων της γης Ζαβουλών, δικαιολογεί το εύφημον του τίτλου. Αναχωρήσας, ως πάντοτε ποιούσιν οι Ανατολίται, πρωί με την αύραν την δροσεράν, ο Ιησούς έπλευσε, κατά πάσαν πιθανότητα εις το μεσημβρινόν της λίμνης, και είτα κατήλθε την κοιλάδα του Ιορδάνου, οπόθεν, αφήσας το Θαβώρ δεξιόθεν, θα έφθασεν εις το μικρόν χωρίον ολίγον μετά την μεσημβρίαν.

Κατά την λαμπράν ταύτην περίοδον του κηρύγματός Του, συνοδεύετο ου μόνον υπό των μαθητών Του, αλλά και υπό χαίροντος πλήθους. Και καθώς η φραιδρά αύτη προπομπή, η τόσω πλήρης υψιφρόνων ελπίδων και πλανητικών πίστεων περί του ερχομένου Βασιλέως, ανέβαινε την στενήν και πετρώδη ανωφέρειαν την άγουσαν εις την πύλην της Ναΐν, συνήντησεν άλλην και θλιβεράν συνοδίαν, εξερχομένην όπως θάψη αποθανόντα νέον τινά έξω των τειχών. Υπήρχε περιπάθεια βαθυτέρα του συνήθους εις το θέαμα, και διά τούτο πιθανώς, παρά τη εκπαθεί εκείνη φυλή, πένθος αγριώτερον και ειλικρινέστερον ή οι συνήθως οδυρμοί. Διότι ο νέος ήτο, κατά το ύφος το απλούν και παθητικόν, το οποίον ησθάνοντο και βαθύτερον τα Ιουδαϊκά ώτα, «Μονογενής τη μητρί αυτού, και αυτή χήρα».

Η θέα της τρομεράς ταύτης λύπης συνεκίνησεν ακαθέκτως την υπερφιλούσαν καρδίαν του Σωτήρος. Σταθείς μόνον διά να είπη εις την μητέρα, «Μη κλαίε», επλησίασε, και ολιγωρήσας πάλιν των τελετουργικών διατάξεων, έψαυσε την σωρόν εν ή έκειτο ο νεανίας. Πρέπει να υπήρξε στιγμή προσδοκίας και συνοχής της πνοής απερίγραπτος. Απρόσκλητοι, αλλ' έμπλεοι αορίστου φόβου, οι βαστάζοντες την λάρνακα εστάθησαν. Και τότε διά των καρδιών των εμπλήκτων θρηνολόγων, και διά των καρδιών του σιωπώντος πλήθους, ήχησε γαλήνιος η φωνή: «Νεανία, έγειραι»!

Άρά γε φοβερόν τούτον μονοσύλλαβον (αραμαϊστί κ ο υ μ) θα διεπέρα και τας μυστηριώδεις μοναξίας του θανάτου; Διεπέρασε τάχα τα αδιάτρητα σκότη τα οποία απέκρυψαν πάντοτε από της ανθρωπίνης όψεως τον κόσμον τον πέραν του τάφου; Ναι, τα διεπέρασεν. Ο νεκρός ηγέρθη, και ήρχισε να ομιλή· κ' Εκείνος τον παρέδωκεν εις την μητέρα του.

Ουδέν άπορον αν μέγας φόβος επέπεσεν επί πάντας. Δυνατόν ν' ανελογίσθησαν τον Ηλιού και την χήραν της Σαραφθίας· τον Ελισσαιέ και την Σουνναμίτιδα. Κ' εκείνοι, οι μέγιστοι των Προφητών, απέδωκαν εις τας πτωχάς γυναικάς τους αποθανόντας μονογενείς των. Αλλ' εκείνοι το έπραξαν με αγωνίαν και με κόπους και ικασίας, με προσευχάς και με εμφυσήσεις και εκτάσεις χειρών και μελών επί του νεκρού· ο δε Ιησούς έπραξε το θαύμα γαληνίως, περιστατικώς, στιγμιαίως, εν τω ιδίω ονόματι, διά της ιδίας εξουσίας Αυτού, δι' απλής λέξεως. Ηδύναντο οι παρεστώτες να κρίνωσιν άλλως ή ότι «ο Θεός επεσκέψατο τον λαόν Αυτού;»

Ήτο περί τον χρόνον τούτον, ίσως την αυτήν ημέραν, ότε ο Ιησούς εδέχθη βραχύ αλλά τεταραγμένον μήνυμα από τον μέγαν Πρόδρομόν του, τον Βαπτιστήν Ιωάννην. Αυτή η βραχύτης του επηύξανε την έννοιαν της αμφιβολίας και της θλίψεως ήτις τον διέπνεε. «Συ ει ο ερχόμενος, ηρώτα, ή άλλον προσδοκώμεν;»

Ήτο τούτο μήνυμα από εκείνον όστις πρώτος είχεν αναγνωρίσει και είχε δείξει τον Αμνόν του Θεού; από εκείνον όστις, εν τη εκστάσει της οπτασίας, είχεν ιδεί τον ουρανόν ανεωγμένον και το Πνεύμα ωσεί περιστεράν κατερχόμενον επί τον Ιησούν;

Δυνατόν. Εφαντάσθησάν τινες εντοσούτω ότι η ερώτησις μόνον σκοπόν είχε να θεραπεύση τας αμφιβολίας των ζηλοτύπων και αποκαρδιωμένων οπαδών του Βαπτιστού· άλλοι, ότι το ερώτημα εσήμαινε μόνον. «Είσαι τω όντι ο Ιησούς περί ου εμαρτύρησα; άλλοι ότι το μήνυμα δεν εμπεριείχε λανθάνοντα δισταγμόν, αλλ' ήτο ως δειλή εισήγησις ότι ο καιρός είχεν έλθη ήδη διά τον Ιησούν να φανερωθή ως ο Μεσσίας των θεοκραταιών ελπίδων του έθνους Του· ίσως δε ενείχε και ηπίαν επιτίμησιν προς Αυτόν διότι επέτρεπεν ώστε ο φίλος και πρόδρομός Του να τήκηται εν φυλακή, και δεν εξήσκει προς χάριν Του την θαυματουργόν δύναμιν την οποίαν διασάλπιζεν η φήμη. Πλην όλαι αύται αι υποθέσεις είνε όλως αστήρικτοι, και αναιρούνται εξ αυτών των εκφράσεων της αφηγήσεως. Ο Άγ. Ιωάννης ο Βαπτιστής, με το ηρωικόν μεγαλείον του, δεν έχει ανάγκην των οικτηρμόνων συνδιασμών μας· συμπεραίνομεν εκ των ρητών λόγων Εκείνου, όστις κατ' αυτήν την κρίσιν απήγγειλε περί αυτού τον λαμπρότατον έπαινον ον προήνεγκόν ποτε ανθρώπινα χείλη, ότι ο μέγας προφήτης είχεν εύρη πράγματι λίθον προσκόμματος εις την πίστιν του εξ όσων ήκουε περί του Χριστού.

Και μη τούτο είνε αφύσικον; είνε τι το οποίον ο γνωρίζων την ανθρωπίνην καρδίαν θα καταδικάση; Το στάδιον του μεγίστου των προφυτών υπήρξε βραχύ και τραγικόν, θλιβερόν ημερολόγιον συμφοράς και εκλείψεως. Καίτοι οι λαοί συνέρρεον παμπληθείς ν' ακούσωσι τον πύρινον κήρυκα της ερημίας, η πραγματική εντύπωσις επί το πνεύμα του έθνους ούτε βαθεία υπήρξεν ούτε διαρκής. «Τις ήκουσε την φωνήν του (λέγει Σκώτος ποιητής); Μόνον η ηχώ από τα άντρα των ορέων απήντα: Μετανοείτε! μετανοείτε!»

Και πριν εξέλθη ο Ιησούς εν τω πληρώματι της εξουσίας Του, η ισχύς και η δύναμις του Ιωάννου είχεν ωχριάσει ως αστήρ προ της ανατολής. Πρέπει να ησθάνθη τάχιστα — και τούτο είνε πικρόν διά πάσαν ανθρωπίνην καρδίαν να το αισθανθή — ότι η αποστολή του εν τη παρούση ζωή, είχε λήξει· ότι ουδέν αξιόλογον έμενεν αυτώ να πράξη. Παρόμοιαι στιγμαί καρδιοβόρου μελαγχολίας επήλθον ήδη εις τον βίον των μεγάλων των προ αυτού, του Μωυσέως και του Ηλία. Αλλά δεινοτέρα ακόμη ήτο η περίστασις διά τον Βαπτιστήν. Διότι αν και ο φίλος και ο Σωτήρ του έζη, και δεν απείχε πόρρω απ' αυτού, ήτο δε εν τη ακμή της δυνάμεως Του, και ετέλει καθ' ημέραν τα θαύματα της αγάπης τα οποία εμαρτύρουν την αποστολήν Του, όμως ο Ιωάννης δεν είδε πλέον τον φίλον και τον Σωτήρα τούτον επί της γης. Ο δε Ηρώδης ο Αντίπας, ο ευτελέστατος ούτος των τυράννων και ασθενέστατος, θυμωθείς διότι ο Ιωάννης τον ήλεγχε διά τον αθέμιτον γάμον του μετά της Ηρωδιάδος, εκράτησε τον Ιωάννην και τον έρριψεν εις την φυλακήν.

Ο Ιώσηπος λέγει, ότι η φυλακή αύτη ήτο εις το φρούριον Μακώρ, παρά την εσχατιάν την γείτονα της έρημου, προς βορράν της Νεκράς Θαλάσσης και εγγύς των μεθορίων της Αραβίας. Διά πνεύμα ελεύθερον, δι' άνδρα ζήσαντα εν τη αγριότητι της ερήμου, καθώς ο Ιωάννης, χειροτέρα του θανάτου ήτο η φυλακή. Και αυτό το όμμα του προφητικού αετού επόμενον ήτο να θολώση εις τον κλοβόν εκείνον.