Part 12
Καθώς ήρχισε να ομιλή ο Ιησούς, το πλήθος — άλλοι εξ αυτών με την επιθυμίαν να μη χάσωσι λέξιν, και άλλοι με τον πόθον να τον προσψαύσωσι, και ούτω να ιαθώσιν από των νόσων αυτών — συνωθείτο περί αυτόν εγγύτερον επί μάλλον, παρεμποδίζον τας κινήσεις Του. Τούτου ένεκα ένευσεν εις τον Σίμωνα να επιβή του πλοίου του και το ωθήση προς την όχθην, όπως εισέλθη Αυτός κ' εκείθεν διδάξη. Καθίσας επί του αυτοσχεδίου τούτου άμβωνος, ασφαλής από της επαφής του πλήθους, τους εδίδαξεν από του πλοιαρίου, καθώς αυτά ελικνίζετο επί των κυμάτων, των φωσφοριζόντων εις τον πρωινόν ήλιον. Και όταν η διδαχή Του ετελείωσε, δεν εσκέφθη περί Εαυτού και του ιδίου Αυτού καμάτου, αλλά περί των πτωχών και ατυχησάντων μαθητών Του. Εγνώριζεν ότι είχον κοπιάσει εις μάτην. Είχε παρατηρήσει ότι, ενώ ωμίλει, ητοιμάζοντο διά νέαν επιχείρησιν και μετά συμπαθείας διέταξε τον Πέτρον να ωθήση το πλοίον εις τα βαθέα, και όλους να ρίψωσι και πάλιν τα δίκτυα. «Επανάγαγε... χαλάσατε τα δίκτυα». Ο Πέτρος ήτο εις διάθεσιν μελαγχολικήν αλλά το πρόσταγμα Εκείνου, τον οποίον βαθύτατα εσέβετο, και του οποίου την δύναμιν είχε γνωρίσει ήδη, ήρκεσε. Και η πίστις του αντημείφθη. Εν μια στιγμή αγέλη ιχθύων έπεσεν εις τα δίκτυα.
Ο Σίμων και ο Ανδρέας ένευσαν εις τον Ζεβεδαίον και τους υιούς του και τους βοηθούς αυτών να έλθωσιν εις το πλοίον των και τους βοηθήσωσι να σώσωσι και την λείαν και τα δίκτυα, τα οποία εσχίζοντο ήδη από το πλήθος των ιχθύων. Και τα δύο πλοιάρια εγέμισαν έως άνω από το φορτίον· και ευθύς ο Πέτρος ανεγνώρισε την δύναμιν του θαύματος. Πάραυτα, με την συνήθη ακράτητον ορμητικότητά του ερρίφθη εις τους πόδας του διδασκάλου του· τάχα διά να Τον ευχαριστήση; διά να Του προσφέρη από τούδε απόλυτον αφοσίωσιν· Όχι! και εδώ έχομεν τεκμήριον φιλαληθείας, το οποίον υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην δύναμιν φαντασίας και επινοίας· διά να φωνάξη:
«Έξελθε απ' εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι, Κύριε!»
Υπερφυής έλλαμψις απεκάλυψεν εν τω άμα εις αυτόν και την ιδίαν αυτού αμαρτωλόν αναξιότητα, και τις ήτο Εκείνος όστις ίστατο μετ' αυτού εις το πλοίον. Ήτο η πρώτη ορμή του φόβου, ήτις έμελλε να μεταβληθή εις ορμήν λατρείας, και αγάπης. Ο Σίμων δεν ενόει να φύγη απ' αυτού Εκείνος, ενόει μόνον, «Είμαι όλως ανάξιος να ίσταμαι πλησίον Σου, αλλ' όμως ας μείνω». Πολύ δε ανόμοιος υπήρξεν η κραυγή αύτη της περιπαθούς ταπεινώσεως προς τα κτηνώδη ληρήματα των ακαθάρτων πνευμάτων, τα οποία απήτουν από τον Κύριον να τ' αφήση ανενόχλητα, ή προς την πεπωρωμένην ευτέλειαν των ρυπαρών Γαδαρηνών, οίτινες προέκρινον της παρουσίας του Σωτήρος την ασφάλειαν των χοίρων των.
Και τότε ήλθε πραεία η απάντησις: «Μη φοβού· από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών». Μη φοβού, από τώρα και εις το εξής θα πιάνης ανθρώπους». Το ρήμα ζωγρείν σημαίνει συλλαμβάνειν τινά ζώντα.
Αν είχε παρατηρήσει τούτο ο κακοδαίμων Ιουλιανός ο Παραβάτης, δεν θα εξέφερε το ανούσιον σκώμμά του, ότι το συλλαμβάνειν ανθρώπους ούτω θα εσήμαινεν το φονεύειν αυτούς. Από τούδε και εις το εξής, ο αμαρτωλός εκείνος ανήρ, εκπλυνόμενος, απολυτρούμενος, και αγιαζόμενος, έμελλε να θηρεύη θήραμα το οποίον, εμπλεκόμενον εις την Ευαγγελικήν σαγήνην, δεν θ' απέθνησκεν, αλλά θα εσώζετο εις ζωήν αιώνιον. Και ο αδελφός του και οι δύο σύντροφοί των, κ' εκείνοι έμελλον να γείνωσιν αλιείς ανθρώπων. Η τελευταία αύτη κλήσις ήρκει δι' αυτούς. Είχον κληθή ήδη υπ' Αυτού παρά τας όχθας του Ιορδάνου· είχον ακούσει την μαρτυρίαν του Βαπτιστού. Αλλά δεν είχον αποφασίσει ακόμη να εγκαταλείπωσι τα πάντα και να ακολουθήσωσιν Αυτώ· δεν είχον εννοήσει ακόμη ότι όσον θα ηκολούθουν Αυτώ, ου μόνον θα ήσαν ασφαλείς υπό την αγίαν σκέπην Του, αλλά θα εύρισκον αιωνίαν ζωήν και δόξαν δι' Αυτού και εν Αυτώ.
Λέγουσιν οι παλαιοί άγιοι Πατέρες ότι ο Πέτρος είνε το σύμβολον της πρακτικής, ο δε Ιωάννης είναι το σύμβολον της θεωρίας, και συμπεραίνουσιν ότι ο πρακτικός βίος πρέπει να προηγήται του βίου του θεωρητικού. Είδομεν ήδη ότι εν αρχή του Κηρύγματός Του ο Κύριος προητοίμασεν έξ των Αποστόλων Του προς κλήσιν διά μέλλον υπούργημα. Τέσσαρες εκ τούτων ειλκύσθησαν κατά την περίστασιν ταύτην ώστε να παραιτήσωσιν όλα και ακολουθήσωσιν Αυτώ. Υπήρξε δε και άλλος εκ των Αποστόλων όστις έλαβεν χωριστήν κλήσιν, ο Άγ. Ματθαίος ο Ευαγγελιστής. Η πρόσκλησίς του συνέβη πιθανώς περί τον χρόνον τούτον. Παρά την Καπερναούμ ευρίσκετο έν κατάστημα τελωνείου.
Η πόλις κειμένη παρά το ζεύγμα των οδών της Τύρου, της Δαμασκού, της Ιερουσαλήμ, ήτο κέντρον εμπορίας και πρόσφορος τόπος προς συλλογήν των φόρων και δασμών. Ήσαν δε οι φόροι εις τους Εβραίους απεχθέστατοι. Και μόνον το ότι ώφειλον να τους πληρώσωσιν ήτο τραύμα εις την φυλοτιμίαν των. Ήσαν οι φόροι ούτοι ο κλοιός της δουλείας των, ήσαν το καθημερινόν σημείον ότι ο Θεός εφαίνετο ότι εγκατέλιπε τον λαόν Αυτού, και ότι αι ελπίδες περί Μεσσίου εξηνεμούντο από ημέρας εις ημέραν. Η πληρωμή των φόρων τούτων εφαίνετο σχεδόν ως αποστασία κατά του Θεού εις το λεπτολογούν πνεύμα του γνησίου Ιουδαίου.
Δεν είναι άρα άπορον αν οι υπάλληλοι ή οι ενοικιασταί οι εισπράττοντες τους φόρους τούτους, οι τελώναι εθεωρούντο μετά μίσους και βδελυγμίας υπό του λαού. Εάν δε οι κυρίως τελώναι, οι ενοικιασταί των φόρων, οίτινες ήσαν συνήθως ξένοι, εμισούντο, πόσω μάλλον οι εντόπιοι, οίτινες εγίνοντο όργανα και υπάλληλοί των εκ της εβραϊκής φυλής, τελώναι και ούτοι καλούμενοι.
Τοιούτος τελώνης ήτον ο Ματθαίος. Εις τους τοιούτους οι ραβίνοι ηρνούντο το δυνατόν της μετανοίας και της καταλαγής, και όταν είς μετανοήσας τελώνης, συνέβη να γείνη και αυτός ραββίς, οι αυστηρότεροι εκ τον συναδέλφων του τον απεστρέφοντο ακόμη. Ουχ ούτως έπραξεν ο Χριστός, ουδ' οι Απόστολοι Αυτού.
Εκείνος όστις ήλθε να ζητήση και σώση το απολωλός, όστις ηδυνήθη να εξαγάγη την Χριστιανικήν αγιότητα εκ μέσου της διαφθοράς των εθνικών, ηδύνατο να πλάση και εκ του εβραίου τελώνου ένα Απόστολον και τον πρώτον Ευαγγελιστήν νέας και ζώσης πίστεως. Η παρ' Αυτού εκλογή των Αποστόλων υπηγορεύθη από πνεύμα πόρρω απέχον παντός υπολογισμού και συνθηματικής φρονήσεως. Απέρριψε τον σεμνόν γραμματέα και εξέλεξε τον μισητόν και απεχθή τελώνην. Ήτο έργον θείας γνώσεως και θείου ελέους, και ο Ματθαίος εδείχθη άξιος τούτου γενόμενος ο πρώτος βιογράφος του Σωτήρος και Κυρίου του. Ο Λευί ο τελώνης μετεμορφώθη εις τον Ματθαίον, το «δώρον του Θεού».
Αναμφιβόλως ο Ματθαίος είχεν ακούσει τινάς εκ των λόγων, είχεν ιδή τινα εκ των θαυμάτων του Χριστού· Η καρδία του συνεκινήθη, και εις τα όμματα Εκείνου όστις ουδένα περιεφρόνει και περί ουδενός απήλπιζεν, ο τελώνης καθώς εκάθητο επί το τελώνιον, εφάνη πρόθυμος εις την πρόσκλησιν. Και μετά συγκινητικής ταπεινώσεως ονομάζει ο ίδιος τον εαυτόν του, εις τον κατάλογον των Αποστόλων, «Ματθαίος ο τελώνης». Μία λέξις ήρκεσε. Το «ακολούθει μοι», το οποίον έδειξεν εις τον Ματθαίον ότι ο Κύριός του τον ηγάπα, και ήτον έτοιμος να τον μεταχειρισθή ως εκλεκτόν όργανον προς διάδοσιν του Ευαγγελίου της βασιλείας του Θεού, ήρκεσε να διαρρήξη και καταβάλη τους πειρασμούς της φιλαργυρίας και τας έξεις του καθημερινού βίου. «Κατέλιπε πάντα, ηγέρθη, και ηκολούθησεν Αυτώ».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'. Οι δώδεκα και η επί του όρους διδασκαλία
— Νυξ προσευχής. — Η εκλογή των Δώδεκα. — Ιάκωβος και Ιωάννης — Ο Πέτρος. — Αντίθεσις προς τον Μωυσήν — Η επί του Όρους διδαχή. — «Ουχ ως οι γραμματείς». — «Ως εξουσίαν έχων» — Ο Χριστός και άλλοι διδάσκαλοι. — Τελειότης. — Κάλλος και απλότης.
Μετά τας ημέρας ταύτας της αγάπης και της αδιαλείπτου εργασίας, ο Ιησούς, ως εσυνήθιζεν, εύρε την ειρήνην εν τη προσευχή. «Εξήλθεν εις το όρος προσεύξασθαι», και διήγαγεν όλην την νύκτα εν προσευχή τω Θεώ. Υπάρχει τι το αμέτρως τρυφερόν και συγκινητικόν εν τη σκέψει των ωρών εκείνης της μοναξίας. Εν άκρα σιγή μη διακοπτομένη υπό των θορύβων του ανθρωπίνου βίου, αλλά μόνον υπό του ωρυγμού των θωών της ερήμου, υπό τους αστέρας ανατολικού ουρανού, να βλέπη τις νοερώς την μορφήν του Ωραίου Κάλλει παρά πάντας βροτούς· γονυπετούς επί του δροσοβρέκτου χόρτου, και ζητούντος ενίσχυσιν και παραμυθίαν εις την ανθρωπίνην ασθένειαν, ην εκουσίως περιεβλήθη, διά της επικοινωνίας προς τον Ουράνιον Πατέρα Του.
Η σκηνή όπου συνέβη και η μονήρης αύτη αγρυπνία και η επί του Όρους διδαχή, υπήρξε, κατά πάσαν πιθανότητα έν ύψωμα το οποίον ονομάζεται σήμερον αραβιστί Κουρν Χαττίν. Είναι ωραίος λόφος κατάλληλος και προς απομόνωσιν και προς συνάντησιν, και είναι το μόνον σχεδόν μέρος το οποίον υπάρχει κατά την δυτικήν πλευράν της λίμνης Γεννησαρέτ. Εκεί εθεάτο την καλλονήν των γραφικών τοπίων και της φύσεως, Εκείνος, όστις εποίησε την φύσιν και τα ωραία τοπία, «ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον», και κατεδέχετο να τέρπεται εκ του θεάματος Εκείνος, όστις «είδε πάντα όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν». Κ' εκεί την πρωίαν, ολιγότερον προσέχονται ή ο θείος Διδάσκαλός των εις τας πολλαπλάς καλλονάς της σκηνής, τα πλήθη Τον ηκολούθησαν, μη θέλοντα και προς καιρόν να στερηθώσι της ενθέου παρουσίας Του, άπληστα προς την ακρόασιν των χαριτοβρύτων λόγων του στόματός Του.
Ήτο λυκαυγές της ημέρας, και πριν ή συναχθή το πλήθος εκάλεσεν ο Κύριος ενώπιόν Του τους μαθητάς, τους οποίους βαθμηδόν συνήθροισε περί Αυτόν. Μέχρι τούδε η σχέσις η συνδέουσα τούτους προς το πρόσωπόν Του φαίνεται να υπήρξε χαλαρά και μερική· και είναι αμφίβολον αν κατενόουν ούτοι την πλήρη σημασίαν της. Αλλά τώρα η ώρα είχεν έλθη, και εκ του ευρυτέρου αθροίσματος των εν γένει οπαδών Του έκαμε την οριστικήν εκλογήν των Δώδεκα Αποστόλων Του. Ο αριθμός Των ήτο ασήμαντος εν συγκρίσει προς την πομπώδη ακολουθίαν των εκατοντάδων όσοι ωνόμαζον εαυτούς οπαδούς του Ιλλήλ ή του Γαμαλιήλ και η θέσις των εν τη κοινωνία ταπεινή και αφανής. Ο Σίμων Πέτρος και ο Ανδρέας υιοί του Ιωνά, και ο Ιάκωβος και Ιωάννης υιοί του Ζεβεδαίου, και ο Φίλιππος, ήσαν από την μικράν κώμην Βηθσαϊδά. Εάν ο Ματθαίος είναι ο ίδιος με τον Λευί, ήτο υιός του Αλφαίου, και επoμένως αδελφός του Ιακώβου του Μικρού, και του Ιούδα, αδελφού του Ιακώβου, όστις θεωρείται γενικώς ως ο αυτός με τον Λεββαίον ή Θαδδαίον. Ανήκον κατά πάσαν πιθανότητα εις Κανά της Γαλιλαίας ή εις Καπερναούμ, και αν η Μαρία η του Κλωπά ήτο αδελφή (= εξαδέλφη ή άλλως εξ αγχιστείας συγγενής) της Παρθένου, τότε πρέπει να θεωρήσωμεν τους δύο ή τρεις τούτους αδελφούς ως εξαδέλφους του Κυρίου. Ο Ναθαναήλ ή Βαρθολομαίος ήτο από Κανά της Γαλιλαίας. Ο Θωμάς και Σίμων ο ζηλωτής ήσαν ωσαύτως Γαλιλαίοι, Ιούδας ο Ισκαριώτης ήτο υιός Σίμωνός τινος, αλλ' αν ήτο ο Σίμων ούτος ο αυτός (;) με τον Σίμωνα τον Ζηλωτήν αδύνατον ν' αποφασισθή.
Τα ελληνικά ονόματα του Φιλίππου και του Ανδρέου, ομού με το γεγονός ότι προς τον Φίλιππον οι Έλληνες απηυθύνθησαν όταν ήθελον να ίδωσι τον Κύριον, και η υπ' αυτού ανακοίνωσις της αιτήσεως προς τον Ανδρέαν, δυνατόν να είναι ένδειξις ότι είχον ούτοι σχέσιν προς τους Ελληνιστάς. Περί του Θωμά, του καλουμένου και Διδύμου (όπερ είναι Ελληνιστί το αυτό όνομα), έχομεν πολλάς ενδείξεις, αίτινες δεικνύουσιν ευδιάκριτον χαρακτήρα, αφελή και απλούν, αλλά γενναίον και διάπυρον· πρόθυμον ν' αποθάνη, αλλά βραδύν εις το να πιστεύση. Περί του Ιούδα του Ισκαριώτου θα έχωμεν θλιβεράν αφορμήν να ομιλήσωμεν βραδύτερον· και δι' όλων των Ευαγγελίων συχνά στιγματίζεται διά του απαισίου χαρακτηρισμού, του τόσον τρομερού εν τη απλότητί του, «Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο και προδούς Αυτόν».
Ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης και ο Πέτρος ήσαν οι των εκλεκτών εκλεκτότεροι μεταξύ των οπαδών και φίλων του Κυρίου. Αυτοί μόνοι εγένοντο δεκτοί πλησίον Του όταν ανέστησε την θυγατέρα του Ιαείρου και κατά την Μεταμόρφωσιν Αυτού και κατά την αγωνίαν Του εν τω κήπω. Περί του Ιακώβου ολίγα γνωρίζομεν, ειμή ότι εις αυτόν έλαχεν η μεγάλη τιμή να γείνη ο πρώτος Μάρτυς εκ της αποστολικής χορείας. Αυτός και ο αδελφός του Ιωάννης, καίτοι αλιείς, φαίνεται ότι υπήρξαν κάπως εύποροι, ο δε Ζεβεδαίος ο πατήρ των είχεν ου μόνον πλοιάριον ιδιόκτητον, αλλά και μισθωτούς συνεργούς· και ο Ιωάννης μνημονεύει εν παρόδω εις το κατ' αυτόν Ευαγγέλιον ότι «ην γνωστός τω αρχιερεί». Εσημειώσαμεν ήδη ότι φαίνεται πιθανόν να διέτριβε το πλείστον εις Ιεροσόλυμα, κ' εκεί εφρόντιζε διά την μετακόμισιν και πώλησιν των ιχθύων από την θάλασσαν της Γαλιλαίας. Ούτω πως εξηγείται η εξ αυτοψίας και αυτηκοΐας γνώσις του περί πολλών συμβάντων του Κυρίου κατά το κήρυγμά Του εν τη Ιουδαία, τα οποία, ολοσχερώς παρελείφθησαν υπό των άλλων Ευαγγελιστών.
Ο Ιωάννης και ο Πέτρος, ο μεν το σύμβολον του θεωρητικού, ο δε του πρακτικού βίου, είνε αναντιρρήτως αι μέγισται και ελκυστικώται μορφαί εν τη αποστολική ταύτη χορεία. Του Ιωάννου ο χαρακτήρ πολλάκις παρενοήθη. Έμπλεως θείας στοργής, θεωρών ευρύτερον ή πώς άλλος των Αποστόλων το πλήρες βάθος και την σημασίαν της νέας του Κυρίου εντολής, πλούσιος εν τε τω Ευαγγελίω και ταις Επιστολαίς αυτού κατά την μελέτην και την θεωρίαν, προσφιλής όπως αείποτε υπήρξεν εις τας καρδίας των αγίων και των μυστών, όμως απήχεν ασυγκρίτως από του μαλακού και ήκιστα ανδρώδους τύπου υφ' όν τινες τον παρέστησαν.
Το όνομα Βοανεργές, ήτοι Υιοί Βροντής, το οποίον έδωκεν ο Κύριος εις αυτόν και τον αδελφόν του Ιάκωβον, η κοινή αίτησίς των περί πρωτοκαθεδρίας εν τη βασιλεία. του Θεού, η εμπαθής απαίτησίς των όπως κατέλθη πυρ εξ ουρανού και καύση το απιστούν χωρίον των Σαμαρειτών, η φλέγουσα ενέργεια του ιδιώματος εν ώ είνε γεγραμμένη η Αποκάλυψις, η ακάθεκτος φρίκη μεθ' ης, κατά την παράδοσιν, ο Ιωάννης έφυγε διά να μη ευρεθή υπό την αυτήν στέγην μετά του αιρετικού Γερίνθου, όλα δεικνύουσιν ότι εν αυτώ υπήρχε πράγματι η φύσις του αετού, όστις υπήρξεν αείποτε διά τους αγιογράφους το σύμβολόν του. Και επειδή ο ζήλος και ο ενθουσιασμός, αν και νεκρά και περιφρονούμενα εις τας ημέρας ταύτας της θρησκευτικής ψυχρότητος, υπήρξαν αείποτε απαραίτητα όργανα προς διάδοσιν της βασιλείας των ουρανών, αναντιρρήτως η ύπαρξις των στοιχείων τούτων εις τον χαρακτήρα Του, από κοινού μετά της στοργής και της αφοσιώσεως, τον κατέστησαν τόσω προσφιλή εις τον Διδάσκαλόν του και τον έκαμαν «τον μαθητήν ον ηγάπα ο Ιησούς». Το αξιοθαύμαστον βάθος της διανοίας του, ο σπάνιος συνδυασμός της θεωρίας και του πάθους, της δυνάμεως και της πραότητος εν τη αυτή ψυχή, η τελεία πίστις ήτις ενέπνευσε την αφοσίωσίν του, και η τελεία αγάπη, ήτις «έξω έβαλε τον φόβον», ταύτα ήσαν τα χαρίσματα και αι αρεταί αίτινες τον έκαμαν άξιον να πέση εις το στήθος του Διδασκάλου του.
Αλλά και ο φίλος του, ο Άγιος Πέτρος, δεν είναι ολιγώτερον περισπούδαστον μελέτημα. Θα λάβωμεν πολλάς αφορμάς να παρατηρήσωμεν τας γενναίας, ορμητικάς κλίσεις του και τας διστακτικάς και δειλάς άμα ορμάς της ανθρωπινοτάτης, αλλ' και λίαν αξιεράστου διαθέσεώς του. Δύσκολον θα ήτο να είπη τις, λέγει ο Αμιτών, αν το πολύ εκ της ζέσεως του επήγαζεν εκ του περισσεύματος της λατρείας, ή της ζωτικότητος. Το έμπλεων της καρδίας του προσέθετε δύναμιν και ταχύτητα εις παν κίνημά του. Έρχονται «κύνες πολλοί, συναγωγή πονηρευομένων», να συλλάβωσι τον διδάσκαλόν του; Η ζέσις του Πέτρου αναλάμπει εις την μάχαιράν του, και εις μίαν στιγμήν ο πορθεύς της Γαλιλαίας μεταμορφούται εις ατρόμητον πολεμιστήν! Φήμη διεδόθη περί εγέρσεως από το καινόν μνημείον του Ιωσήφ; Ο Ιωάννης με το ελαφρόν και γοργόν βήμα αφήνει οπίσω τον παλαιόν φίλον του· «ο άλλος» μαθητής προέδραμε τάχιον του Πέτρου και ήλθε πρώτος εις το μνημείον»· αλλ' η θερμότης του Πέτρου υπερβάλλει την γαλήνιον αγάπην του Ιωάννου, κ' ενώ ο δεύτερος έκυψε μόνον να ίδη, ο άλλος εισείλθεν εις τον κενόν τάφον. Είναι ο αναστάς Κύριος, του οποίου η θεία μορφή διαγράφεται εκεί την πρωΐαν επί της όχθης της λίμνης Γεννησαρέτ; Οι σύντροφοι στρέφουσι την πρώραν εις την ξηράν, αλλ' ο Σίμων Πέτρος ρίπτεται εις την θάλασσαν διά να φθάση πρώτος να πέση εις τους πόδας του Σωτήρος, ως διά ν' απαντήση εκ του προτέρου εις την ερώτησιν του Κυρίου του: «Σίμων Ιωνά αγαπάς με;» Και αύτη η ζέσις είναι η αρίστη ήτις δύναται να φθάση μέχρι θανάτου και Σταυρού χάριν του ποθουμένου. «Όθεν αξίως κατηξίωσαι σταυρωθήναι καθώς ο Δεσπότης σου»· και ήτις δύναται να συγκεντρωθή εις πράξεις ηρωικής αφοσιώσεως και αυτοθυσίας.
Τοιούτοι ήσαν οι κορυφαίοι των Αποστόλων, τους οποίους ο Χριστός συνήσωσε περί εαυτόν ότε εκάθισεν επί της πρασίνης κορυφής του όρους Κουρν Χαττίν. Δυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι εις μίαν των δύο κορυφών τούτων διήλθε την νύκτα εν προσευχή, κ' εκεί τον εύρον οι μαθηταί Του περί το λυκαυγές. Αν διά τινος εξωτερικού συμβόλου και ποίου ο Κύριος ετέλεσε την πρώτην ταύτην χειροτονίαν των Αποστόλων δεν γνωρίζομεν· πλην αναμφιβόλως η εκλογή αύτη εθεωρήθη ως τελεία και οριστική. Από τούδε δεν θα επέστρεφον εις το αλιευτικόν πλοιάριον ούτε εις το τελώνιον. Οι μαθηταί ώφειλον να συμμερίζονται τας περιπλανήσεις, τους κόπους του Ευαγγελικού κηρύγματος, το λιτόν της τροφής και το αβέβαιον της κατοικίας, και να υποφέρωσι μετ' Αυτού τον καύσωνα της ημέρας, και να κοιμώνται, ως Εκείνος, υπαίθριοι.
Ενώ δε εγίνετο η εκλογή, μέγα παμμιγές πλήθος είχεν αρχίσει να συναθροίζεται. Όχι μόνον από των πολυανθρώπων οχθών της θαλάσσης της Γαλιλαίας, αλλά και από της Ιουδαίας και των Ιεροσολύμων, ως και από των αποτέρων οχθών της Τύρου και Σιδώνος, είχον συρρεύσει διά να προσψαύσωσι το άτομόν Του και ακούσωσι τους λόγους Του. Από της κορυφής κατέβη εις το οροπέδιον, τον «πεδινόν τόπον», όπως λέγει ο Λουκάς, και κατ' αρχάς ησχολήθη εις τας ανθρωπίνους ανάγκας των απλήστων εκείνων ακροατών του, ιατρεύων τας νόσους, και αποδιώκων τα ακάθαρτα πνεύματα από των ψυχών. Είταν όταν το πλήθος εκάθισεν εν γαληνίω και σοβαρά προσοχή επί των χλοερών κλιτύων του τερπνού εκείνου φυσικού αμφιθεάτρου, «επάρας τους οφθαλμούς Αυτού» (η έκφρασις του Λουκά σημαίνει ίσως ότι τους είχε ταπεινώσει επί τινας στιγμάς εις ενδιάθετον προσευχήν), και «ανοίξας το στόμα Αυτού» (η έκφρασις του Ματθαίου υποδηλοί ίσως το πάνδημον και επίσημον της διδασκαλίας), απήγγειλε κατά πρώτον λόγον προς τους μαθητάς Του, αλλ' εννοών δι' αυτών ν' απευθύνεται προς το πλήθος, την αξιομνημόνευτον διδαχήν ήτις θα είναι εις τους αιώνας γνωστή υπό το όνομα «η επ' Όρους Διδασκαλία».
Και ο αμελέστερος αναγνώστης εκπλήττεται από την αντίθεσιν της μεταξύ της απαγγελίας του λόγου τούτου και της παραδόσεως του Νόμου επί του Σινά. Μας φαίνεται εκείνος, ως ο πύρινος νόμος, του οποίου η παράδοσις περικυκλούται δι' αστραπών και βροντών, και διά της φωνής της σάλπιγγος ηχούσης μακρόν και γεγωνοτέρας επί μάλλον γινομένης. Ούτος μας φαίνεται ως ν' αναβλύζη εν θειοτάτη μουσική εν μέσω της γαλήνης και της ηρεμίας της χαραυγής. Εκείνος κατήλθε φοβερώς εις έκπληκτον συνείδησιν από Αοράτου Παρουσίας· ούτος εξεφράσθη διά γλυκείας ανθρωπίνης φωνής συγκινούσης απαλώς την καρδίαν με ρήματα ειρήνης. Εκείνος εδόθη επί του ερήμου και πληττομένου από τας καταιγίδας όρους, ούτος επί της ανθοσπάρτου χλόης του πρασίνου λόφου του κατερχομένου ηρέμα προς την λίμνην την αργυράν. Εκείνος διέσειε την καρδίαν με φόβον και με ταραχήν, ούτος την κατεπράυνε με ειρήνην και αγάπην. Και όμως αι Νέαι εντολαί του Όρους των Μακαρισμών δεν ήσαν προωρισμέναι να καταλύσωσιν, αλλά μάλλον να συμπληρώσωσι τον Νόμον τον λαληθέντα από του Σινά προς τους αρχαίους. Ο ουρανός και η γη θα παρέλθωσιν, οι δε λόγοι του Χριστού δεν θα παρέλθωσι ποτέ, ουδέ ιώτα έν ή κεραία μία.
Η διδαχή ήρχισεν όχι με προστάγματα και απειλάς, αλλά με την λέξιν «Μακάριοι», και με μίαν οκτάδα μακαρισμών. Οι λαοί επερίμεναν Μεσσίαν όστις να διαρρήξη τον ζυγόν από του τραχήλου των, βασιλεύων με επίγειον λαμπρότητα και πομπήν, με προσκαίρους νίκας και εκδικήσεις. Αλλ' ο Χριστός αποκαλύπτει αυτοίς άλλον Βασιλέα, άλλον όλβον, τον πλούτον της πτωχείας, την βασιλείαν της πραότητος, την υψηλήν μακαριότητα του πένθους και του διωγμού. Και ο νέος ούτος Νόμος θα είνε άμα το φως, το φωτίζον τον κόσμον, το άλας, το ηδύνον την γην. Ο παλαιός Νόμος ήτο προσωρινός, ο νέος διαρκής· εκείνος τύπος και σκιά, ούτος χάρις και αλήθεια. Η εντολή «ου φονεύσεις» επεκτείνεται από τούδε μέχρι των οργίλων λόγων και των αισθημάτων των εχθρικών. Η ουσία της μοιχείας έγκειται εις έν βλέμμα επιθυμίας. Η απαγόρευσις της ψευδορκίας επεκτείνεται εις πάντα μάταιον και περιττόν όρκον. Ο νόμος των αντιποίνων εξετοπίσθη διά νόμου απολύτου αυτοθυσίας. Η προς τον πλησίον αγάπη εφηπλώθη και προς τον εχθρόν μας, Από τούδε οι υιοί της βασιλείας ώφειλον ν' αποβλέπωσιν εις το να είνε τέλειοι, καθώς τέλειος είνε ο Πατήρ των ο εν τοις ουρανοίς.
Η ελεημοσύνη πρέπει να δίδεται όχι μετά θορυβώδους επιδείξεως, αλλ' εν μετριόφρονι μυστικότητι. Αι προσευχαί οφείλουν ν' αναπέμπωνται όχι εν υποκριτική δημοσιότητι, αλλ' εν ιερά μοναξία. Η νηστεία οφείλει να εξασκήται όχι ως σκυθρωπή αρετή, αλλ' ως πρόθυμος αυτοθυσία. Και όλαι αύται αι πράξεις της αφοσιώσεως πρέπει να προσφέρωνται κατ' αναφοράν μόνον προς την αγάπην του Θεού, εν απλότητι μη επιζητούση αμοιβήν επίγειον, αλλά θησαυριζούση θησαυρούς ουρανίους και αφθάρτους. Αι μέριμναι του κόσμου και η τύρβη δεν πρέπει ν' αντιπερισπώσι την προσοχήν των τέκνων του Θεού. Ο Θεός προς ον πάσα αρετή και πάσα λογική θυσία απευθύνεται είναι Πατήρ, κ' Εκείνος όστις τρέφει τα πετεινά του ουρανού, τα μηδέποτε σπείροντα μηδέ θερίζοντα, και ενδύει εν βασιλική λαμπρότητι τα κρένα του αγρού, δεν θα παραλίπη ποτέ να τρέφη και να ενδύη τα τέκνα τα ζητούντα την δικαιοσύνην Του ως πρωτίστην επιθυμίαν.
Ποία δε θα είναι η βάσις της υπηρεσίας ταύτης; Η αυτοεξέτασις της συνειδήσεως εν πραότητι ήτις δεν σπεύδει να καταδικάση, εν αγάπη ήτις δεν είναι πρόθυμος να πιστεύση, εν απλότητι ήτις δεν γνωρίζει τα αμαρτήματα των άλλων· η πίστις ήτις ζητεί την ενίσχυσιν άνωθεν, και γνωρίζει ότι, ορθώς ζητούσα, θα επιτύχη· η αυταπάρνησις ήτις εν τη επιθυμία του να δοξάζη τον Θεόν και να συντελή εις την ευημερίαν των ανθρώπων ανευρίσκει τον μόνον οδηγόν των πράξεών της προς όλον τον κόσμον.
Στενή είναι η πύλη, και τεθλιμμένη η οδός, αλλ' άγει εις την ζωήν. Εκ της ζωής και των πράξεων θα κριθή αν η δικασκαλία είναι αληθής. Άνευ τούτων ούτε ρήματα ορθής δοξασίας θα ωφελήσωσιν, ούτε έργα δυνάμεως.
Τελευτών τους ενουθέτησεν ότι, όστις ακούει τα λόγια ταύτα και ποιεί αυτά ήτο ως συνετός άνθρωπος όστις έκτισεν οικίαν με θεμέλια επί της πέτρας της αρραγούς, ήτις μένει ασάλευτος εν μέσω της βοής των ανέμων και της θυέλλης· αλλ' όστις τα ακούει και δεν τα εκτελεί είναι όμοιος με άφρονα άνθρωπον όστις έκτισεν επί της άμμου, και κατέβη η βροχή, και ήλθαν αι ποταμοί, και οι άνεμοι εφύσησαν και κατέρριψαν την οικίαν· και έπεσε, και μεγάλη ήτο η πτώσις της.
Τοιαύτη εν συντόμω υπήρξεν η κραταιά εκείνη διδασκαλία, και δεν είνε άπορον ότι οι ακούσαντες εξεπλάγησαν επ' αυτή. Η δε κυριωτέρα έκπληξίς των ήτο ότι εδίδασκεν «ως εξουσίαν έχων, και ουχ ως οι Γραμματείς». Η διδασκαλία των Γραμματέων ήτο στενή, δογματική, υλική. Ήτο ψυχρά τον τρόπον, επιπόλαιος την υπόθεσιν, τυπική και τετριμμένη την ουσίαν· δεν είχε πυρ εν εαυτή, δεν είχε δρόσον, δεν είχε δύναμιν· δουλική εις πάσαν αυθεντίαν, εναντία εις πάσαν ανεξαρτησίαν· εσπουδασμένη άμα και μωρόδοξος, επηρμένη άμα και ευτελής. Το ύφος των Γραμματέων ήτο «Λέγει ο Ραββί Ζεϊρά επί τη αυθεντία του Ραββί Ιωσή, και ο Ραββί Βα ή ο Ραββί Χιγιά επί τη μαρτυρία του Ραβδί Ιωννάν». Το δε ύφος του Χριστού ήτο, «Εγώ λέγω υμίν». Η ραββινική διδασκαλία ομοιάζει πολύ περισσότερον με την διδασκαλίαν του Κομφυκίου παρά με την του Χριστού. Με όλους τους βλασφήμους παραλληλισμούς, τους οποίους τινές αποπειρώνται να κάμουν, το Ταλμούδ ευρίσκεται μάλλον εις αντίθεσιν προς την διδασκαλίαν του Χριστού παρά εις ομοιότητα. Το Ταλμούδ ασχολείται χιλιάκις περισσότερον εις λευιτικάς λεπτολογίας περί ηδυόσμου και ανήθου και κυμίνου, και περί μεγέθους κρασπέδων και πλάτους φυλακτηρίων, και περί πλύσεως ποτηρίων και τρυβλίων, και περί του «κατά ποίον τέταρτον δευτερολέπτου αρχίζει η νέα σελήνη και η ημέρα του Σαββάτου». Αλλ' η διδασκαλία αύτη του Χριστού ήτο όλως διάφορος τον χαρακτήρα, και τόσον μεγαλειοτέρα, όσον ο αχανής ναός του εωθινού στερεώματος υφ' ον απηγγέλθη ήτο μεγαλοπρεπέστερος της πνιγηράς Συναγωγής και της πληθούσης σχολής.