Ο Βίος του Χριστού

Part 11

Chapter 11 1 words Public domain Markdown

Κ' εδώ η συνδιάλεξις διεκόπη· διότι οι μαθηταί, και μεταξύ αυτών κ' εκείνος όστις τα διηγείται, επέστρεψαν προς τον διδάσκαλόν των. Μακρόθεν είδον και εσκανδαλίσθησαν. Αυτός ο Ιουδαίος, αυτός ο Ρεββί, να ομιλή με γυναίκα, και μάλιστα Σαμαρείτιδα και αμαρτωλήν! Και όμως δεν ετόλμησαν τίποτε να είπουν ούτε να Τον ερωτήσουν. Το αίσθημα του μεγαλείου Του, η αγάπη και η πίστις ην μόνη η παρουσία Του ενέπνευε, επεσκίαζον πάσαν περιέργειαν.

Εν τω μεταξύ η γυνή έτρεξεν εις την πολίχνην και διηγήθη πάντα όσα ήκουσε. Δεύτε ίδετε καρδιογνώστην. Μήτοι ούτος εστιν ο Χριστός;

Οι Σαμαρείται έτρεξαν έξω της πόλεως, κ' ενώ ούτοι επλησίαζον, οι μαθηταί προέτρεπον τον Κύριον να φάγη, διότι παρήλθεν η μεσημβρία, και είχε κουρασθή πολύ. Αλλ' η πείνα εθεραπεύθη εν τη εξάρσει του κηρύγματός Του. Έχω βρώμα φαγείν, είπεν, ό υμείς ουκ οίδατε. Τάχα δεν ενόησαν ότι από παιδός δεν είχε τραφή με άρτον μόνον; Αι Γραφαί των ήσαν πλήρεις ζωντανών μεταφορών, και όμως δεν ηδύναντο να εξαρθώσιν εις ανωτέραν έννοιαν, και η μόνη ερμηνεία των ήτο ότι κάποιος Του έδωκε να φάγη. Πόσον σκληρόν πρέπει να ήτο δι' Αυτόν το να ευρίσκη συνεχώς μεταξύ των ιδίων εκλεκτών Του τοιαύτην ανικανότητα εις το κατανοείν! Αλλά δεν είχεν ανυπομονησίαν Αυτός ο πράος και ταπεινός τη καρδία. «Εμόν βρώμα, είπεν, ίνα ποιώ το θέλημα του Πέμψαντός Με, και τελειώσω Αυτού το έργον».

Η συνομιλία των ελθόντων τότε Σαμαρειτών τους έπεισε πολύ βαθύτερον ή όσον η διήγησις της γυναικός ότι Αυτός ήτον ο Σωτήρ του Κόσμου. Ευμενώς δεχθείς την αίτησίν των έμεινε παρ' αυτοίς μετά των μαθητών Του επί δύο ημέρας. Η δε διδασκαλία των δύο τούτων ημερών μεγάλως συνετέλεσεν εις την ύστερον επιστροφήν των Σαμαρειτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ' Ουδείς προφήτης εν τη εαυτού πατρίδι

«Οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον». — Μία ιουδαϊκή Συναγωγή. — Ο λόγος του Ιησού. — Η μανία των Ναζαρηνών. — Διαφυγή του Ιησού και αναχώρησις από την Ναζαρέτ.

Μέχρι τούδε ηκολουθήσαμεν την χρονολογικήν οδηγίαν του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, εδώ δε διά πρώτην φοράν συναντώμεν το δύσκολον ζήτημα περί της ορθής χρονολογικής τάξεως τον συμβεβηκότων εν τω κηρύγματι του Κυρίου.

Πληθύς συγγραφέων εις όλα τα χριστιανικά έθνη αφιέρωσαν έτη, τινές εξ αυτών όλην την ζωήν των, εις την λύσιν του ζητήματος τούτου, και ακόμη το ζήτημα μένει άλυτον. Το επ' εμοί, θα προσπαθήσω να διηγηθώ τα γεγονότα κατά την τάξιν εκείνην ήτις φαίνεται η πιθανωτέρα.

Η θεία έμπνευσις ήτις ωδήγει τους Ευαγγελιστάς εις την διήγησιν του βίου του Χριστού ήτο οποία ήρχει διά να τους καταστήση ικανούς να είπωσι παν ό,τι αναγκαίον διά την ειρήνην και την ευεξίαν των ψυχών μας, αλλά πόρρω απέχουσα του να ευχαριστήση την περιέργειάν μας ή και το ιστορικόν ενδιαφέρον μας. Ενταύθα δε υπάρχει και άλλη ένδειξις ότι οι λογισμοί μας πρέπει να προσκολλώνται εις το πνευματικόν μάλλον ή το υλικόν· εις τον Χριστόν όστις ζη εις τους αιώνας και είναι μαζύ μας πάντοτε πολλώ μάλλον παρά εις τα εξωτερικά συμβάντα της ανθρωπίνης εκείνης ζωής ήτις, κατά την θείαν βουλήν, υπήρξε το όργανον της απολυτρώσεως του ανθρώπου.

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέγει ότι, μετά διήμερον διατριβήν αναμέσων των ανοικτοκάρδων Σαμαρειτών της Συχάρ, ο Ιησούς απήλθεν εις την Γαλιλαίαν, διότι Αυτός εμαρτύρησεν ότι προφήτης ου τετίμηται εν τη πατρίδι αυτού. Προσθέτει δε ότι, ότε ήλθεν εις την Γαλιλαίαν, οι Γαλιλαίοι Τον εδέχθησαν, καθό ιδόντες όλα όσα έπραξεν εν Ιερουσαλήμ κατά την εορτήν. Και λέγει, ευθύς ύστερον, ότι ο Ιησούς ήλθε πάλιν εις Κανά της Γαλιλαίας όπου εθεράπευσε τον υιόν του άρχοντος.

Ο σκοπός του Ιωάννου δεν ήτο να ενδιατρίψη επί της διδασκαλίας της εν Γαλιλαία, ήτις ιστορήθη ήδη υπό τον συνοπτικόν, τουτέστι τον τριών άλλων Ευαγγελιστών. Από το Ευαγγέλιον του Λουκά λαμβάνομεν την πληρεστέραν γνώσιν περί της περί πρώτης δημοσίας πράξεως του Κυρίου ημών εις την ιδίαν πατρίδα του.

Φαίνεται ότι ο Ιησούς δεν διηυθύνθη από Συχάρ εις Ναζαρέτ. Καθ' οδόν εδίδασκεν συνεχώς, εν μέσω του γενικού θαυμασμού και της αποδοχής, εις τας Συναγωγάς της Γαλιλαίας. Ούτω έφθασεν εις Ναζαρέτ, και κατά το σύνηθες αυτώ από της παιδικής ηλικίας, εισήλθεν εις την Συναγωγήν εν Σαββάτω.

Υπήρχε μόνον μία Συναγωγή εις την πολίχνην, και πιθανώς ωμοίαζε καθ' όλα, εκτός κατά το πενιχρόν της προσόψεως και της κατασκευής, προς τας Συναγωγάς των οποίων βλέπομεν τα ερείπια εις Τελ Χουμ και Ιρβίδ. Ήτο απλώς ορθογώνιος στοά μετά τινος εκ στύλων προπυλαίου, με το αγιαστήριον βλέπον προς τα Ιεροσόλυμα. Εδώλια υπήρχον από την μίαν πλευράν διά τους άνδρας, από την άλλην, όπισθεν δρυφάκτου, διά τας γυναίκας, αίτινες εκάθηντο εκεί βαθύπεπλοι. Εις έν άκρον υπήρχε το ομοίωμα της κιβωτού, το οποίον περιέκλειε τας Ιεράς Γραφάς· και εις το πλάγιον υπήρχε το αναλόγιον διά τον αναγνώστην ή κήρυκα. Εις τας πρώτας έδρας εκάθηντο οι πρεσβύτεροι, προεξήρχε δε αυτών ο αρχισυνάγωγος, και κατώτεροι τον βαθμόν υπήρχον ο βιβλιοφύλαξ, ο ιεροφύλαξ και οι διάκονοι της Συναγωγής.

Η ακολουθία και η προσευχή η εν τη Συναγωγή ωμοίαζε με την των προτισταντικών εκκλησιών των ημερών μας. Μετά τας προσευχάς, δύο περικοπαί ανεγινώσκοντο πάντοτε, μία από την Πεντάτευχον και μία από τους Προφήτας. Επειδή δε δεν υπήρχον χειροτονημένοι λειτουργοί όπως διεξάγωσι τας ακολουθίας, διότι το αξίωμα των ιερέων και των Λευιτών ήτο όλως διάφορον εν Ιερουσαλήμ, τα αναγνώσματα ταύτα ηδύναντο όχι μόνον να γείνωσιν από πάντα αρμόδιον όστις θα εζήτει άδειαν από τον αρχισυνάγωγον, αλλ' ο αναγινώσκων ηδύνατο και να προσθέση το σχόλιόν του.

Η ανάγνωσις της περικοπής της εκ των βιβλίων του Μωυσέως φαίνεται να είχε τελειώσει όταν ο Ιησούς ανέβη τας βαθμίδας του αναλογίου. Ο βιβλιοφύλαξ τότε ενεχείρησεν Αυτώ τον τόμον ή κύλινδρον, εφ' ου ήτο γεγραμμένη η προφητεία του Ησαΐου, και ο Κύριος ήρχισε ν' αναγινώσκη το γνωστόν κεφάλαιον.

«Πνεύμα Κυρίου επ' εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους τη καρδία, κηρύξαι αιχμάλωτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν...»

Όλη η Συναγωγή ητένιζεν εις Αυτόν. Ο Χριστός εν πνεύματι τρυφερότητος εσταμάτησε προ της εκφράσεως, «ημέραν ανταποδόσεως του Θεού ημών», και τελευταίας απήγγειλε τας λέξεις, «κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν». Είτα ετύλιξε πάλιν τον κύλινδρον και τον απέδωκεν εις τον βιβλιοφύλακα, και, ως έθιστο μεταξύ των Ιουδαίων, εκάθισε να εκφωνήση την διδαχήν Του.

Η λαμπροτάτη εκείνη περικοπή οπόσον να προσέλαβε μεγαλείον απαγγελομένη εκ στόματος εκείνου δι' ον εγράφη και εν ώ επληρώθη! «Πάντες ήσαν ατενίζοντες Αυτώ», λέγει ο ιερός Λουκάς, και δυνάμεθα να φαντασθώμεν το ρίγος της φοβεράς προσδοκίας και την έξαψιν ήτις διήλθε τας καρδίας των ακροατών, καθώς Εκείνος ανέπτυσσε το θέμα ότι Αυτός ήτον ο Μεσσίας, περί ου ο μέγας προφήτης είχε ψάλη προ 700 ετών. Οι λόγοι Του ήσαν πλήρης χάριτος, εξουσίας, δυνάμεως, ήτις ήτο το πρώτον ακαταμάχητος, και κατέπληττε τους πάντας. Αλλά καθώς επροχώρει, ενόησε την επελθούσαν μεταβολήν. Η γοητεία της σοφίας και της γλυκύτητός Του ερράγη εις τας σκληράς καρδίας των αξέστων και βιαίων Ναζαρηνών, όταν ήρχισαν να εννοούν τας θείας αξιώσεις Του. Ήτο σύνηθες παρ' Ιουδαίοις, προσευχόμενοι εν τη Συναγωγή, να δίδωσι πλήρη διέξοδον εις τα αισθήματά των, και τότε ψιθυρισμοί μίσους και βλέμματα ζηλοτυπίας ήρχισαν να ρίπτωνται απειλητικώς προς τον Ιησούν.

«Δεν είνε αυτός ο τέκτων; Δεν είνε ο αδελφός του Ιακώβου και του Ιωσή και του Σίμωνος και του Ιούδα; Δεν είνε αι αδελφαί του μεταξύ μας; Και αυτοί οι ίδιοι δεν τον πιστεύουν!»

Αυτός δεν ήτο κανείς νεαρός και ευπαίδευτος ραββίνος από τας σχολάς του Γαμαλιήλ και του Σαμαΐ, και όμως ωμίλει μετά κύρους και εξουσίας την οποίαν δεν ελάμβαναν οι μεγαλείτεροι γραμματείς! Ο Ιλλήλ ο ίδιος, όταν η διδασκαλία του δεν έπειθε, επεκαλείτο το αρχαιότερον κύρος του Σεμαΐα και του Αβδαλιών. Αλλ' αυτός ο διδάσκαλος δεν επεκαλείτο κανένα· αυτός όστις υπήρξε τέκτων εις το χωρίον των! Τι έργον είχε να διδάσκη; Πώς ημπορούσε να ειξεύρη γράμματα ενώ δεν έμαθεν;

Ο Ιησούς εγνώρισε και άλλο αίσθημα ακόμη εις την καρδίαν των· μίαν ζηλοτυπίαν, διατί να κάμη θαύμα εις Κανά, και θαύματα εις Καπερναούμ, και εις αυτούς, τους συμπολίτας του, τίποτε. Είξευρεν ότι η παροιμία, «Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν», ήτον εις τας καρδίας των, αν όχι εις τα χείλη των. Αλλά διά να τους δείξη ότι δεν ήτο απλώς Ναζαρηνός, αλλ' ανήκεν εις όλον τον κόσμον, τους υπέμνησεν ότι ο Ηλίας είχε βοηθήσει μόνον την χήραν την εις Σάρεφθα της Σιδωνέας, και ο Ελισαίος εθεράπευσε μόνον τον λεπρόν τον Σύρον.

Τι λοιπόν; Κατά την εκτίμησίν Του δεν ήσαν καλλίτεροι από τους εθνικούς και τους λεπρούς; Τούτο ήτο το μη περαιτέρω, το οποίον δεν ημπορούσαν να υποφέρουν εκ μέρους ενός συμπολίτου των, τον οποίον ήθελον να βάλουν εις την ιδίαν τάξιν με τον εαυτόν τους· και εις τας λέξεις ταύτας η συνεχομένη μανία των εξερράγη. Ο αγορητής δεν διεκόπτετο πλέον διά ψιθυρισμών αποδοκιμασίας, αλλά διά θορύβου και βοής. Με μίαν των εκρήξεων εκείνων της αιματηράς εξάψεως, αίτινες εχαρακτήριζον τον αλλοκότως βίαιον εκείνον και εμπαθή λαόν· λαόν του οποίου τα πνεύματα ελαύνονται υπό τρικυμιών τόσον αιφνιδίων όσον εκείναι αίτινες εν μια στιγμή εξεγείρουσι μετά μανίας την ως κάτοπρον επιφάνειαν της λίμνης των· ηγέρθησαν πάντες εν σώματι, εξέβαλον Αυτόν της πόλεως, και τον είλκυσαν προς την εφρύν του όρους υπεράνω. Κατά την μεσημβρινήν υπώρειαν του όρους κείται τούτου η πολίχνη Ναζαρέτ. Πολλοί όγκοι βράχων και κρημνών υψούνται επί των κλιτύων του, και ίσως η κατωφέρεια να ήτο πλέον κρημνώδης προ δεκαεννέα αιώνων. Εις ένα των βραχωδών τούτων κρημνών Τον είλκυσαν διά να τον ρίψουν κατά κεφαλής κάτω. &Εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι Αυτόν ου παρέλαβον&.

Αλλ' η ώρα Του δεν είχεν έλθη ακόμη, κ' εκείνοι εσώθησαν από έν έγκλημα το οποίον θα τους εκάλυπτε με αιωνίαν ατιμίαν. «Διήλθε διά μέσου αυτών και απήλθε». Δεν είναι ανάγκη να υποθέσωμεν ότι έγεινε πραγματικόν θαύμα, ακόμη ολιγώτερον να φαντασθώμεν κρυφίαν και αιφνιδίαν εκφυγήν ανά τους στενούς και ελικοειδείς δρομίσκους της πολίχνης. Ίσως η σιωπή Του, ίσως η ατάραχος ευγένεια του ήθους Του, ίσως το έκλαμπρον και διαυγές του βλέμματός Του, τους ετρόμαξαν. Χωριστά από παν το υπερηφυές, φαίνεται ότι υπήρχεν εν τη παρουσία του Ιησού μυστηριώδης τις γοητεία και μεγαλείον, το οποίον οι σκληρώτεροι και απηνέστεροι εχθροί Του ανεγνώριζον, και ενώπιον του οποίου έκλινον.

Εις τούτο ώφειλε την εκφυγήν του όταν οι εμμανείς Ιουδαίοι εν τω Ναώ έλαβον λίθους ίνα λιθοβολήσωσιν Αυτόν· τούτο έκαμε τους θρασείς και φανατικούς αξιωματικούς του Συνεδρίου ανικάνους να Τον συλλάβωσιν ότε εδίδασκε δημοσία κατά την εορτήν της Σκηνοπηγίας εν Ιερουσαλήμ· τούτο έκαμε την ένοπλον σπείραν των εχθρών Του, εις το βλέμμα Του μόνον, να πέσωσι προ Αυτού μέχρι εδάφους εις τον κήπον του Γεθσημανή. Αιφνιδίως και ησύχως κατετρόμαξε τους διώκτας με το βλέμμα του και απήλθεν αβλαβής. Υπάρχουσι παραδείγματα τοιαύτα εν τη ιστορία.

Και ούτω τους άφησε διά να μην επανέλθη, ως φαίνεται, ποτέ. Άρά γε αίσθημά τι απλώς ανθρωπίνης λύπης να έθλιψε την ψυχήν του ενώ, κατήρχετο την κατωφέρειαν πορευόμενος εις Κανά; Δάκρυ τι ύγρανε τα βλέφαρά Του, καθώς ίστατο, ίσως διά τελευταίαν φοράν, να προσβλέψη εντεύθεν την πλουσίαν πεδιάδα του Εσδραελών, και εις τα πορφυρίζοντα ύψη του Καρμήλου, και εις τας λευκάς άμμους τας πλαισιούσας τα κυανά της Μεσογείου ύδατα; Υπήρχέ τις από τον οποίον ελυπείτο να χωρισθή, εις την πρασίνην κλειστήν κοιλάδα όπου είχε ζήσει και είχεν ανατραφή; Έρριψεν άρα μακρόν τακερόν βλέμμα εις την ταπεινήν οικίαν όπου επί τόσα έτη ως τέκτων ειργάζετο; Ούτε σύντροφος της αθώας παιδικής ηλικίας Του, ούτε φίλος της αναμαρτήτου νεότητός Του, δεν τον συνόδευε με σέβας, με έλεος και με λύπην; Τοιαύται ερωτήσεις είναι βεβαίως φυσικαί, και ανευλαβείς· αλλά μένουν άνευ απαντήσεως. Όσον αφορά τας ανθρωπίνους απλώς συγκινήσεις της καρδίας Του, εκτός εφ' όσον αύται συνδέονται με την αποστολήν Του επί της γης, τα Ευαγγέλια σιωπώσι. Γνωρίζομεν μόνον ότι από τούδε ότι άλλοι φίλοι τον εδεξιούντο έξω της πόλεως των αξέστων Ναζαρηνών, μεταξύ των προσηνών και ευγενών την καρδίαν αλιέων της Βιθσαϊδά· και ότι, από τούδε η οικία Του, εάν είχε πού την κεφαλήν να κλίνη, ήτο εις την μικράν πόλιν Καπερναούμ, πέραν των ηλιοφεγγών υδάτων της λίμνης της Γαλιλαίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'. Διατριβή εν Γαλιλαία

Ο βασιλικός και η πίστις του. — Ο Ιησούς ομιλεί εις Καπερναούμ — Το πρώτον Σάββατόν του εκεί. — Ο δαιμονιζόμενος. — Η πενθερά του Πέτρου. — Ομιλία από του πλοίου. — Κλήσις του Πέτρου, του Ιακώβου και του Ιωάννου. — Ο τελώνης Απόστολος.

Μόλις έφθασεν ο Ιησούς εις Κανά, και αξιωματικός τις εκ της γειτονικής αυλής Ηρώδου του Αντίπα, μαθών την άφιξίν Του, ήλθε και επιμόνως τον παρεκάλει να καταβή εις Καπερναούμ και θεραπεύση τον θνήσκοντα υιόν του. Αν και ο Κύριος ουδέποτε εισήλθεν εις την πόλιν Τιβεριάδα, όμως η φωνή του Ιωάννου είχεν αντηχήσει πολλάκις, προξενούσα ταραχήν μετά σεβασμού, εις την αυλήν του φιληδόνου τετράρχου. Γνωρίζομεν ότι ο Μαναήμ, ο ομογάλακτος του Ηρώδου, εγένετο ύστερον χριστιανός, και γνωρίζομεν ότι μεταξύ των γυναικών των διακονουσών τω Χριστώ ήτο η Ιωάννα, η γυνή του Χουζά, του αρχιοικονόμου του Ηρώδου. Επειδή δε ο αυλικός (βασιλικός) επίστευσεν εις Χριστόν μεθ' όλου του οίκου του συνεπεία του γενομένου θαύματος, εικάζεται μετά τινος πιθανότητος ότι ουδείς άλλος ήτο ή αυτός ο Χουζάς.

Ενδούς εις την περιπαθή επιθυμίαν του πατρός, ο Ιησούς τον απέπεμψε διαβεβαιώσας αυτόν ότι ο υιός του έζη. Η συνάντησις είχε συμβή κατά την εβδόμην ώραν της ημέρας, τουτέστι την περί την πρώτην μετά μεσημβρίαν. Εάν η πόλις Κανά είναι, ως πιστεύω, το σημερινόν Κεφρ Κεννά, θ' απείχε πέντε ώρας από της Καπερναούμ, και ο βασιλικός θα είχε καιρόν να φθάση εις Καπερναούμ την εσπέραν. Αλλ' η καρδία του πατρός κατεπραΰνθη διά της υποσχέσεως του Ιησού, κ' εκοιμήθη την νύκτα εκείνην εις χωρίον τι κατά το μέσον της οδού. Την επιούσαν πρωί οι δούλοι του τον συνήντησαν, και του είπαν ότι την εβδόμην ώραν, καθ' ην είχεν ομιλήσει ο Ιησούς, ο πυρετός αφήκε τον πάσχοντα.

Ήτο αύτη η δευτέρα φορά καθ' ην ο Ιησούς εσημείωσε την εις Γαλιλαίαν άφιξίν Του διά περιφανούς θαύματος. Η θέσις του αυλικού συνετέλεσε να γνωσθή τούτο κατά πλάτος, και συνέτεινεν εις την φαιδράν εκείνην και ενθουσιώδη υποδοχήν της οποίας ετύγχανεν ο Κύριος ημών εν Γαλιλαία κατά πρώτον στάδιον του πανεκλάμπρου κηρύγματός Του.

Εδώ πάλιν απαντώμεν δυσκολίας εις την χρονολογικήν των γεγονότων σειράν. Οι Ευαγγελισταί δεν επιτηδεύουσι μετά λεπτολόγου επιμελείας την χρονολογικήν ακολουθίαν. Αι εικόνες τας οποίας παρέχουσι των κυρίων συμβάντων εν τω βίω του Χριστού είνε απλαί και αρμονικαί, και το ότι αύται παρουσιάζονται κατά ασύμμορφον και φιλολογικώς οιονεί άτεχνον τρόπον είνε όχι μόνον σύμφωνον με την θέσιν τον συγγραφέων, αλλ' είνε πρόσθετος επιβεβαίωσις της πεποιθήσεως ημών, ότι αναγινώσκομεν τας εκθέσεις βίου όστις κατά την μεγαλειότητα και το κάλλος ασυγκρίτως υπερβαίνει πάσαν ικανότητα επινοίας, ή φαντασίας, παρά τοις απλοίς και πιστοίς χρονογράφοις υφ' ων απεμνημονεύθη.

Φαίνεται, κατά τον Ευαγγελιστήν Λουκάν, ότι, αναχωρήσας από Κανά, ο Κύριος απήλθε πάραυτα εις Καπερναούμ, συνοδευόμενος υπό της Μητρός Του και τον δοκούντων αδελφών Του, των υιών του Ιωσήφ, και έκαμε την πόλιν ταύτην κατοικίαν του. Αι νομιζόμεναι αδελφαί Του ήσαν πιθανώς ύπανδροι και δεν απεμακρύνθησαν από την Ναζαρέτ. Αλλ' η φοβερά ύβρις την οποίαν είχε λάβη ο Ιησούς θα ήρκει μόνη να πείση τους οικείους του να καταλίπωσι τον τόπον, και αν ακόμη το μίσος των Ναζαρηνών δεν εξετείνετο και επ' αυτούς. Ίσως η αύξουσα αποξένωσις μεταξύ αυτών και εκείνου να ωφείλετο εν μέρει εις την περίστασιν ταύτην, Πρέπει να ησθάνοντο, και γνωρίζομεν ότι ησθάνοντο, όχι μικράν δυσχέρειαν διότι, ενώ αυτοί Τον ηρνούντο και δεν Τον ανεγνώριζον ως Μεσσίαν, ουχ ήττον υπέφερον μεγάλως εξ αιτίας Του. Βέβαιον είνε ότι, καίτοι, ως φαίνεται, ούτοι κατώκουν εις Καπερναούμ, η οικοία των δεν ήτον οικία Του. Οικίαν, κατά την στενήν έννοιαν της λέξεως, Αυτός δεν είχεν· αλλ' η οικία της οποίας έκαμνε συχνήν χρήσιν φαίνεται να ήτον εκείνη ήτις ανήκεν εις τον κορυφαίον των Αποστόλων Του. Είναι αληθές ότι Σίμων και Ανδρέας λέγονται ως ανήκοντες εις Βηθσαϊδά, αλλά δυνατόν ευκόλως να ενοικιάσουν μίαν οικίαν εις Καπερναούμ, ανήκουσαν εις την πενθεράν του Πέτρου· ή, αφού η Βηθσαϊδά είναι σχεδόν προάστειον ή μέρος της Καπερναούμ, δυνατόν πράγματι να μετώκησαν, χάριν της ευκολίας του διδασκάλου των, από του ενός τόπου εις τον άλλον.

Οι τρεις πρώτοι Ευαγγελισταί μας έδωκαν λεπτομερή έκθεσιν περί του πρώτου Σαββάτου του Κυρίου εις Καπερναούμ, και τούτο έχει δι' ημάς μέγα ενδιαφέρον, επειδή μας δίδει αξιοσημείωτον δείγμα του τρόπου καθ' ον διήρχετο τας ημέρας του κηρύγματός Του. Είναι το άριστον σχόλιον επί της επιτομής εκείνης της ζωής Του, ήτις μας παρουσιάζει ταύτην εν τη λαμπροτέρα πρωτοτυπία της· ότι «περιήρχετο αγαθοποιών». Είναι το κεφάλαιον το οποίον οι ευγενέστατοι των οπαδών Του εύρον δυσκολώτατον να μιμηθώσι· είνε το κεφάλαιον εις ό η ζωή Του τα μάλιστα απολύτως υπερέβαλε το ιδεώδες και των μεγίστων προδρόμων Του. Ο έγκλειστος βίος του ερημίτου, η σκληραγωγία του ασκητού, η έκστασις του ιεροφάντου, όλα ταύτα είναι ευκολώτερα και κοινοτέρα από το ακάματον έργον της μετ' αυτοθυσίας αγάπης.

Η ημέρα ήρχισεν εν τη Συναγωγή, ίσως εν τη οικοδομή την οποίαν οι Ιουδαίοι ώφειλον εις την μεγαλοδωρίαν του προσηλύτου εκατοντάρχου. Εάν η Καπερναούμ ήτο πράγματι το σημερινόν Τελ Χουμ, τότε το ερείπιον το οποίον σώζεται επί τινος προεξοχής απέναντι της λίμνης, δυνατόν να είναι αυτής εκείνης της Συναγωγής. Η Συναγωγή, ήτις δεν είναι μεγάλη, πρέπει να ήτο πλήθουσα εν συρροή λαού· και διά να διδάξη τις ανυπομόνως συνωθούμενον πλήθος, να διδάξη όπως Εκείνος εδίδασκεν, όχι με αμβλείς, νεκρούς, κατά συνθήκην τύπους, αλλά με νοήματα πυρ πνέοντα και με ρήματα φλέγοντα, πρέπει να έχη ανάγκην ου μικράς ζωτικότητος και να δαπανά πολλάς δυνάμεις. Αλλ' αίφνης, ενώ ωμίλει, ενώ το πλήθος των απλοϊκών αλλά πιστών και νοημόνων ακροατών εκρέματο από τα χείλη Του, η σιωπή διεκόπη διά των αγρίων φωνών ενός των οικτρών εκείνων ανθρώπων οίτινες καθολικώς επιστεύοντο ως κατεχόμενοι από πνεύμα ακάθαρτον, και όστις απαρατήρητος εισεχώρησεν εν τω μέσω του πλήθους. Και αυτός ο πτωχός δαιμονιζόμενος, εις τα βάθη της τεταραγμένης φύσεώς του, είχεν αισθανθή την γοητείαν της αγνής εκείνης παρουσίας, της αγίας εκείνης φωνής, της θείας εκείνης και φωτιστικής αποστολής. Αλλ' ηθικώς διεστραμμένος και στρεβλός καθώς ήτο, παρελήρει εναντίον ταύτης, ωσεί διά της φωνής των πονηρών δαιμονίων τα οποία τον κατείχον. Προσηγόρευε τον «Ιησούν τον Ναζωραίον» ως τον Άγιον του Θεού, αλλά με αγωνίαν τρόμου και μίσους απήτει να μείνη ανενόχλητος και να μη καταστραφή.

Τότε επηκολούθησε σκηνή ριγηλής εξάψεως. Στραφείς προς τον παραληρούντα δαιμονιζόμενον, αναγνωρίσας το διπλούν της συνειδήσεως τούτου, ομιλών προς τον διάβολον όστις εφαίνετο εκβιάζων απ' αυτού τας περιτρόμους εκείνας φωνάς, ο Ιησούς είπε: «Φιμώθητι, και έξελθε απ' αυτού». Δεν ηνείχετό ποτε την δαιμονιώδη ταύτην μαρτυρίαν περί της καταγωγής και του αξιώματός Του. Η γαλήνη, η γλυκύτης, η δύναμις της θείας εκφράσεως ήτο ακαταμάχητος. Ο δαιμονισμένος έπεσεν εν φοβερώ παροξυσμώ εις το έδαφος, κραυγάζων και ασπαίρων. Αλλά τάχιστα παρήλθε τούτο. Ηγέρθη υγιής. Το βλέμμα του και η στάσις του έδειξαν ότι απηλλάγη της κακής επηρείας, και ήτο τώρα εις τα λογικά του. Θαύμα τόσον φιλάνθρωπον και τόσον επιβάλλον δεν είχεν ακουσθή ποτε πρότερον, και οι παρεστώτες απήλθον εν θαυμασμώ και κατανύξει μεγάλη.

Εξελθών της Συναγωγής, ο Σωτήρ απήλθεν εις την οικίαν του Σίμωνος Πέτρου. Κ' εδώ πάλιν τον συνήντησεν ισχυρά η επίκλησις της ασθενείας και της ταλαιπωρίας. Ο Σίμων, τον οποίον είχεν ήδη συνδέσει προς Εαυτόν παρά τας όχθας του Ιορδάνου διά της αορίστου κλήσεως εις μέλλουσαν αποστολήν, υποσχεθείς να τον κάμη αλιέα ανθρώπων, και τηρήσας θεοπρεπώς την υπόσχεσιν, ήτο έγγαμος, και η μήτηρ της γυναικός του έκειτο καταβεβλημένη υπό δεινού πυρετού. Μία αίτησις της τεθλημμένης οικογενείας ήρκεσεν. Εστάθη πλησίον της την έλαβεν εκ της χειρός· την ανήγειρεν· επετίμησε τον πυρετόν· η φωνή Του, συγκινήσασα όλην αυτής την ύπαρξιν, εδέσπωσε της δυνάμεως του πυρετού. Επανελθούσα εν ακαρεί εις την υγίειαν, «ηγέρθη και διηκόνει».

Ίσως η αυστηρότης της τηρήσεως του Ιουδαϊκού Σαββάτου παρέσχεν εις τον Κύριον μικράν αναψυχήν. Αλλά μόλις έδυ ο ήλιος, και το άπληστον πλήθος ήρχισε να ζητή την βοήθειάν Του. Ολόκληρος η πόλις συνέρρευσεν εις τα πρόθυρα της ταπεινής οικίας, φέροντες μεθ' εαυτών τους αρρώστους των. Οποία παράδοξος σκηνή! Εκεί ηπλούτο η λίμνη διαυγής αντανακλώσα εις αβρόν ρόδινον χρώμα την τελευταίαν του ηλίου λάμψιν ήτις εχρύσωνε τα δυτικά όρη κ' εδώ, εν μέσω της ειρήνης της φύσεως, εξετίθετο εν δυσειδεί ποικιλία η ασθένεια και η ταλαιπωρία του ανθρώπου, ενώ η ηρεμία της σαββατιαίας αμφιλύκης διεταράσσετο από τας κραυγάς των δαιμονιζομένων, των μαρτυρούντων την παρουσίαν του Υιού του Θεού, αλλά τους οποίους Αυτός δεν ηνείχετο να λέγουν ότι εγνώριζον Αυτόν ότι είναι ο Χριστός.

Αλλ' Αυτός, ο μόνος γαλήνιος και ατάραχος, πραΰνων διά της φωνής Του τον λήρον της μανίας και τας κραυγάς του σεληνιασμού, τρέπων την νόσον εις υγίειαν με το να επιθέτη επί εκάστου δυστυχούς και βασανιζομένου τας καθαράς και αβράς χείρας Του, συνεκινείτο εν τη αγάπη και τρυφερότητί Του, ο νέος Προφήτης της Ναζαρέτ, ο Χριστός, ο Σωτήρ του κόσμου. Ατάραχος και γαλήνιος αληθώς, αλλ' όχι απηλλαγμένος λύπης και οδύνης· Διότι η συμπάθεια ουδέν άλλο, είναι ειμή σύντροφον αίσθημα με τους άλλους· ευαίσθητος συμμετοχή εις την χαράν ή την λύπην. Και ο Ιησούς συνεκινείτο με την αίσθησιν των ταλαιπωριών των. Αι κραυγαί εκείναι εισέδυον εις την καρδίαν Του· αι οιμωγαί και οι στεναγμοί όλης εκείνης της παμμιγούς αθλιότητος επλήρουν όλην την ψυχήν Του ελέου. Η καρδία Του ήμασσε δι' αυτούς· έπασχε μετ' αυτών· οι πόνοι των ήσαν πόνοι Του· όθεν ο Ευαγγελιστής Ματθαίος ανακαλεί εις το μέρος τούτο τας λέξεις του Ησαΐου: «Αυτός έλαβε τας ασθενείας ημών και εβάστασε τας οδύνας ημών».

Η φήμη της θαυμασίας εκείνης ημέρας διέδραμεν όλην την Γαλιλαίαν και την Περαίαν (ή την πέραν του Ιορδάνου χώραν), και εξήλθε μέχρι τον αποτάτων της Συρίας. Αλλά διά τον Σωτήρα Χριστόν η προσφιλεστέρα αναψυχή ήτο η μόνωσις και η σιγή, όπου θα ηδύνατο να είνε μόνος και ανενόχλητος μετά του Ουρανίου Πατρός Του. Νυξ εκάλυπτεν ακόμη την κοιλάδα της Γεννησαρέτ όταν, απαρατήρητος, ο Ιησούς ηγέρθη και εξήλθεν εις έρημον τόπον, κ' εκεί έδωκεν αναψυχήν εις το Πνεύμα Του δι' ησύχου προσευχής. Καίτοι το έργον Του τον υπεχρέου πολλάκις να διέρχηται ημέρας εν μέσω θορυβώδους πλήθους, όμως δεν έστεργε τον θόρυβον, και απέφευγε και την ευγνωμοσύνην τον παρ' Αυτού ευεργετηθέντων. Αλλ' όμως το πλήθος τον εζήτει επιμόνως· ο Σίμων και οι φίλοι του σχεδόν τον εθήρευον εν τη απλήστω επιθυμία του να ίδωσι και ακούσωσιν. Επεθύμουν να τον κρατήσωσι παρ' εαυτοίς διά φιλικής βίας. Ο Λουκάς λέγει «επεζήτουν, κατείχον Αυτόν». Ο Μάρκος, «κατεδίωξαν Αυτόν». Αλλ' Εκείνος ησύχως αντέστη εις τας ενοχλήσεις των. Δεν ήτο ο σκοπός Του να γείνη το κέντρον τεθηπότος όχλου, ή να δαπανή, όλον τον καιρόν Του εις το να ενεργή θαύματα, τα οποία, καίτοι πράξεις ελέους, απέβλεπον κυρίως εις το ν' ανοίξωσι τας καρδίας των προς την θειοτέραν διδασκαλίαν Του. Αι ευεργεσίαι Του δεν έπρεπε να περιορισθώσιν εις Καπερναούμ. Τον Μάγδαλα, η Βηθσαΐδά, η Χοραζίν, όλα ήσαν εκεί πλησίον. Υπάγωμεν, είπεν, εις τας γείτονας κωμοπόλεις διά να κηρύξωμεν την βασιλείαν του Θεού κ' εκεί. Επειδή διά τούτο εστάλην.

Διηύθυνε τα βήματά Του προς την όχθην, και πιθανώς εις το μέρος όπου τα πλοιάρια των πρώτων μαθητών Του ήσαν προσωρμισμένα, παρά την άμμον την λευκήν. Όχι πολύ μακράν όπισθέν Του Τον ηκολούθει μεγάλη συρροή ανθρώπων από όλην την εγγύς χώραν· κ' ενώ εστάθη διά να ομιλήση προς αυτούς, αι δύο δυάδες τον αδελφών αλιέων, ο Σίμων και ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος, και Ιωάννης, ησχολούντο εις το έργον δι' ου επορίζοντο τα προς το ζην. Ενώ ο Ιησούς είχεν αποσυρθή προς ανάπαυσιν δι' ολίγας ώρας της νυκτός, ο Σίμων και οι σύντροφοί του ησχολήθησαν εις την αλιείαν, αλλά δεν επέτυχον εις την επιχείρησιν. Οι δύο εξ αυτών μετά Ζεβεδαίου του πατρός των επεδιώρθωνον τα δίκτυά των.