Part 6
...Οι στεριές, θολωμένες ακόμα μες το αιθέριο διάφωτο της χαραβγής, εδροσοβολούσαν μαλακό, απαλό το πρωινό αγεράκι. Αγκριθερά, θειαφόχρωμα, βαρύκορμα τακρογιάλια, εκρέμαγαν στηθάτες κ' ισοκέφαλες τις λαιμαριές τους, στις διάπλατες κάτω ακροπελαγιές. Ψηλότερ' απάνω οι βουνοκορφές του Ταΰγετου, μισοφωτισμένες, θαμπές ακόμα, βυθισμένες κι αφτές μες ταβγινό πούσι, μόλις εχαράκωναν ανάλαφρα τον ουράνιο θόλο ψηλά, ωχρογάλαζο μες της αβγής τα διάφανα χρώματα, απαλοφωτισμένον, σαν την αλήθεια κατακάθαρον. Εξέσερναν απάνουθε ψηλά, εχαμήλωναν λίγο κατακάτω. Εξετύλιγαν φειδωτές, παιγνιδιάρικες, αρμονικές τις γραμές τους πάνω στον ουρανό. Εχαμήλωναν, ολοένα εχαμήλωναν, κ' έσβυναν απαλά, εχώνεβαν μαλακά κάτω στα μαγεμένα κοιμάμενα ακρογιάλια. Περακεί, κάτω, βαθιά, στου διάπλατου κόρφου το απέραντο ξετύλιγμα, αναπηδούσαν μες από τα ονειρεμένα βάθη του γιαλού, εμαντέβονταν πάνω σταπόμακρα βουνά, τα μαγικά τα κάστρα της Κορώνης. Κάτω ακόμα, βαθύτερα ακόμα, εγλυκοφώταε λίγο μες ταδύνατα χρώματα της χαραβγής, εξεχώριζε μες το νυχτονοτισμένον του πελάγου ανασασμό, καθισμένο πάνω στα διάπλατα κοιμάμενα νερά, ολοστρόγγυλο, καμαρωτό το Πινακούλι. Βόσκουν μέσα του τα τόσα αγριόγιδα, ακούς που άνθρωπος δεν τα ζυγώνει. Έχει άπειρες σπηλιές ανήλιαστες κι άπατες καταβόθρες το νησί. Ροβολούν μέσα ταγριόγιδα και κρύβονται, και βόσκουν μέσα κει αθώρητα στα βάθη του γιαλού. Πάνω στον Αγιανάκη πάλι, καταδώ, του Μούρτζινου οι βάρδιες οι ολόχοντρες, άπλωναν κ' εκαθρέφτιζαν τους βαρυθέμελους τους πύργους, στα πηγμένα κάτουθε ακρογιάλια. Φαρδιοί και βαριοΐσκιωτοι εκαθρεφτίζονταν οι μακρουλοί και πολεμόχαροι πύργοι, πάνω απ το καταράχι, μέσα στο γιαλό. Εφάνταζαν ονειρεμένα παλάτια μυστικά, νεροθεμελιωμένα μαγικά στης θάλασας τα ποντισμένα βάθη. Δώθε πάλι έσβυναν, εχάνονταν στα πλάτια του πελάγου, μέσα βαθιά, του Καβογρόσου οι βραχωμένες πλέβρες, που μόλις αξεχώριζαν μες το άπειρο διάστημα του ανοιγμένου κόρφου. Οι αψηλότερες κορφάδες του Ταΰγετου, φωτοπεριχυμένες μες της ανατολής τα ουράνια αφρόροδα, εγλυκοφωτούσαν τόρα χίλια μύρια χρώματα, πορφυρωτά και κατατρύφερα. Ερόδιζε η ανατολή περίλαμπρα, πίσω απ τις δασωμένες ράχες, πέρα περιανά· επερίχυνε με πλούσια, ονειρεμένα χρώματα, τις ανατολικές βουνοκορφάδες του Ταΰγετου. Εχαμογελούσε ο ουρανός απάνω όλος μαγικά, κι αγκάλιαζε, εκαθρέφτιζε μέσα ο γιαλός, πάνω στα αθογαλερά του και ασημένια χρώματα, τις πλούσιες ροδαριές της χαραβγής και τουρανού τα ερωτάρικα χρυσόγελα. Στεριές και περιγιάλια και βουνά και πέλαγα, η φύση όλη ερόδιζε κι ασπρολογούσε τόρα, γλυκοβαμένη μες τα ουράνια διάφωτα της κονταβγής, φωτολουσμένη μες τα μαγικά, ροδόχρυσα ηλιοβαρέματα. Ο ήλιος θα πρόβανε σε λίγο πίσω απ τα βουνά, και περακεί, πάνω απ το πέλαγο, πάνω απ της Κούρσας ταπόγκρεμνα και κρεμαστά κεφάλια, πάνω στους πλουσιοφωτισμένους θόλους, ξέθωρο βλέφαρο, μάτι σβυσμένο εξεχάστηκε στον ουρανό ψηλά, εκρέμαγε ακόμα, ξέχρωμο τόρα, ξεβαμένο, άδοξο το φεγγάρι.
...Φτερωτή, ολόχαρη, πατημένη κάτω απ τα κουπιά του Καπτάν-Μιχάλη η μικρούτσικη η βαρκούλα μας, έσκιζε πεταχτή τα γαλανά νερά. Εγλυστρούσε ολόδρομη πάνω στα κοιμισμένα πέλαγα, εδιάνοιγε το δρόμο χαροπή. Μια εχύμαε την πλώρη στο νερό, και μια αναπηδούσε πάνω ελαφρή. Εζάρωναν, εσούφρωναν σε φειδωτά, αφροστεφανωμένα κυματάκια τα τρομαγμένα τα νερά· εξετυλίγονταν ολοένα, μυριόπτυχες, συδίπλωτες οι ζάρες, πίσω απ την καθισμένη πρύμη μας, σαν άπειρες ραφές στου γιαλού πάνω τα κοιμισμένα πλάτια. Καθισμένος κι αφτός στο μεσιανό παγκάρι ο καλός μας ο ψαράς, ολόχαρος πάντα και γελαστός, χωμένος μες την καταβρεγμένη τη βρακούλα του, έλαμνε ολοένα με τάξη και ρυθμό τα ελαφρά κουπάκια. Εγλυκόφεβγαν γαληνεμένα, πήχτρα τα νερά. Εκαθρέφτιζαν της αβγής τα τρυφερά τα χρώματα και τουρανού τα γαλανά τα φωτά· ερόδιζαν μες ταργυρόχλωμα τα πλάτια τους. Εγλυκογεράνιζαν κάτω από της αβγής τα μαλακά και διάφανα ροδόφωτα· εγιάλιζαν απαλά, εξάστραφταν κι αγκάλιαζαν μέσα στους διάπλατους τους κόρφους τους, μυριόχρωμους τους ίσκιους από τις βαριές πέρα ακροπελαγιές, κι από ταμουδερά δώθε τα κυμοθάλασα. Εφέβγαμε κ' εμείς, γλυστρούσαμε, ετρέχαμ' ολοένα.
...Στο πανώριο νησάκι της Τίκλας μας απόξω, θα ψαρέβαμε. Επήραμε τον κάβο του νησιού. Παράτησε τόρα τα κουπιά ο ψαράς, ο γέρος μου· εφούνταρε το σίδερο στανοιχτά. Αρμάτωσε πρώτα την εδική μου καθετή· τη δόλωσε και μου την έδοσε. Αρμάτωσε και τη δική του τόρα, τη δόλωσε κι αφτή. Στα παγκάρι αφτός γερμένος, πίσωθε καθισμένος εγώ, τις εβουλιάξαμε από την κουπαστή κ' εψαρέβαμε. Εδιάβαζα εγώ και το βιβλίο του φίλου μας. Έκαμε και το θάμα του ο Καπτάν-Μιχάλης ο καημένος, συνηθισμένος νακούη και να μη νιώθη τω δασκάλων τις φυλλάδες. Πώς τάχα ημπορούσα και του τα ξηγούσα, τόσο απλά και ταιριαστά, ακούς, που να δοκιέται όπως κουβεντιάζαμε. Είδα κ' έπαθα να τον πείσω, πως ήταν έτσι τυπωμένα στο χαρτί, όπως του τα διάβαζα, κι ακόμα να πιστέψη. Φτωχολαέ μας, πόσο σε ζημιώνουν οι δάσκαλοί σου!..
... Δίπλα μας κει κοντά, πάνω απ το κεφάλι μας, στις χλωρασιές ντυμένο, καταπράσινο εκρεμόταν το πανώριο το νησάκι μας. Πάνω στα κρεμαστά τα βράχια του, έχασκαν οι ρειπωμένες τάπιες του χαλασμένου κάστρου, ντυμένες κι αφτές στην καρπερή την κάπαρη, που βλάστιζε άφτονη στους τοίχους, με τους πεντάπυκνους κισούς. Κάτω απ τα ρειπωμένα τα τειχιά, στα φρύδια γύρωθε του βράχου, πυκνές οι αγριαμυγδαλίτσες, εκρέμαγαν τα φουντωτά κλωνάρια τους πάνω στο γιαλό, κ' εκαθρεφτίζονταν με χάρη. Ασπρουδερά κι ολόχαρα τα κουνελάκια, που βόσκουν άφτονα μες το νησί, εξέβγαιναν βόσκοντας πάνω στου βράχου το στεφάνι. Επρόβαναν τα κεφαλάκια τους κατάνακρα στο βράχο έπαιζαν ταφτιά τους τσουλωμένα· μας εκυτούσαν περίεργα, και χοπ χοπ, αλαφροπηδούσαν κ' ετρύπωναν, άλλο στα χαλάσματα, κι άλλο μες τα σκοίνα, ξιπασμένα.
...Ο Καπτάν-Μιχάλης τις εσακάτεψε τις πέρκες. Μια με την άλλη, είχε πέντε έξη τόρα πιασμένες. Κ' η καθετή ανεβοκατέβαινε ολοένα. Εγώ, μια στα χαροπά κουνελάκια πάνω ξεχασμένος, πότε θα τρυπώση το ένα μες τα σκοίνα, και πότε θα ξεβγή τ' άλλο από τα χαλάσματα· και μια πάλι στο βιβλίο του φίλου μας βυθισμένος, ούτε που το λάβωσα καθόλου. Μου τρώγαν το δόλον ολοένα, τα παμπόνηρα. Είχα και του γέρου μου τις κοροϊδίες·
— Α δε σου σχωρούν ταπεθαμένα, μου λεγε, ανάθεμά τα! Τους την ετίλωσες την κοιλιά. Και να πης κιόλα! Όλο και διαλεχτή γαρίδα! Και φραπ, φραπ, ανέβαζε ολοένα λαχταριστές τις πέρκες τις πολύχρωμες, τους γαζωμένους ζήλους, τις λάπενες τις πρασινοπές, τους καλούς τους γάϊτανους, τασημένια σπαράκια, χιλιωδυό λογιών. Το κοφινάκι μας εγέμιζε ολοένα.
...Επρόβαλε ο ήλιος τόρα πίσω απ τα βουνά. Έλουσε, επερίχυσε, εχρύσωσε τον κόσμον όλον. Εσβύστηκαν, εχώνεψαν τα πούσια της αβγής μεμιάς. Εφάνηκε καθάριο τόρα, ολόφωτο το Πινακούλι μέσα εκεί, βαθιά. Εφάνηκαν τα κάστρα της Κορώνης, πάνω στα βουνά τα πόμακρα. Έλαμψε ο κόρφος όλος μέσα, καταξάστερος. Εφώτισαν τα περιγιάλια γύρω κ' οι στεριές. Εξάναψαν οι στοιχειωμένοι πύργοι στον Αγιανάκη πάνω χρυσοφώτιστοι. Και μόνο εξάπλωνε πέρα ως το πέλαγο μέσα, φαρδύν τον ίσκιο του ο γίγαντας Ταΰγετος. σηκώνοντας ψηλά στους γέρικούς του ώμους τολόξανθο το μάτι της ημέρας.
...Τόρα που άρχιζε να μας πυρώνη τις πλάτες ο ήλιος, να μας ανάβη τα κορμιά μας φλογερός, έδεσε στο σκαρμό την καθετή του ο Καπτάν- Μιχάλης· εσήκωσε κι άπλωσε απανουθέ μας την τέντα μας την ισκιερή. Σκεπασμένοι έτσι κάτω απ τον παχιόν της ίσκιο, δροσισμένοι τόρα από τον πρωινόν το μπάτη, που άρχιζαν μέσα να ξανασένουν τα πέλαγα, εψαρέβαμε τις πέρκες τις πολύχρωμες, τους γαζωμένους ζήλους, τις πράσινες τις λάπενες, τους γάιτανους, τα ολάργυρα σπαράκια, διαβάζοντας και το φρεσκοτυπωμένο το βιβλίο, που ο Καπτάν-Μιχάλης έκανε τα θάμα του, πώς στον άνεμο έκανα, και ταξηγούσα τόσο απλά και ταιριαστά, ακούς, να ταπεικάζη όπως κουβεντιάζαμε.
...Ανέβαινε ολοένα πυρωμένος ο ήλιος, φλογερός. Εζέστενε όξω τις στεριές, εξάστραφτε μέσα στα πέλαγα, έσβυνε και τον φαρδύν τον ίσκιο του Ταΰγετου. Εξύπνησε και τους τζιτζικάδες μέσα στο νησάκι, δίπλα μας, που καθισμένοι πάνω στις αμυγδαλιές μας εγλεντούσαν με τα τρυφερά τραγούδια τους. Εψαρέβαμ' εμείς ολοένα, ολοένα εδιαβάζαμ' εμείς, σκεπασμένοι κάτω από της τέντας τον ίσκιο τον παχύ, δροσισμένοι από το μπάτη τον ανάλαφρον, αψηφώντας τα βαριά τα λιοπύρια έξω, που έψηναν κ' ελάβριζαν τις ξέρες.
...Θα σου το πω κι αφτό, για να ζηλέψης πλιότερο την τύχη μου. Άβριο τα βράδυ, είπαμε με το γέρο μου, θα πάρουμε τον τελωνοφύλακα και τον τηλεγραφητή, να βγούμε όλη τη νύχτα, με τα παραγάδια και τις πετονιές. Θα σου τα γράψω που λες όλα. Όλα θα σου ταραδιάσω. Έτσι να σκάσης απ τη ζήλεια σου...
Β' ........
... Επήγαμε χτεβράδι με τα παραγάδια και τις πετονιές, όπως σου τόγραφα. Ήταν κι ο Κυρ-Λιάκος ο τηλεγραφητής, παιδί της Αθήνας, που μου τον έριξε η τύχη δωθεκάτου στο ερημικό τακρογιάλι μου. Ήτανε κι ο Γερασιμάκης ο τελωνοφύλακας, — ο Θυμιάτος, από τα Περατάτα τση Κεφαλονιάς, καλέ. Εγώ κι ο γέρος μου· ο χρυσός μου γέρος. Τέσεροι όλοι.
...Τάχε όλα έτοιμα αποβραδίς ο Καπτάν-Μιχάλης. Εκατέβασε τις κόφες με τα παραγάδια. Εκατέβασε τις κολοκύθες με τις πετονιές. Εκατέβασε κι άφτονα χράμια και παπλώματα, να καλοσκεπαστούμε τη νύχτα που βγάζουν κρυανά αναβόρια οι στεριές και νοτίζουνε μέσα τα πέλαγα μην κρυώσουμε. Επήρε και το μαντολίνο του Κυρ-Λιάκου απ το τηλεγραφείο. Επήρε κ' έναν πότη κοκινέλι· να μας κόβη λίγο τη δίψα μες ταλατοποτισμένα πέλαγα. Επήρε και μια στάμνα δροσερό νεράκι. Όλα τα πήρε. Όλα τα ετοίμασε ο καλός μου γέρος. Κι ακαρτερούσε στη βάρκα κάτω. Να δειπνήσουμε κ' εμείς έξω· να βγη και το φεγγάρι πάνω στα βουνά· να κατέβουμε ενωρίς, να ξεβγούμε όπου ήξερε ο Καπτάν-Μιχάλης.
... Γιαλό, γιαλό το περιγιάλι εγλυστρούσαμε πάνω στο μαγεμένον του φεγγαριού καθρέφτη, κατά την ακροπελαγιά. Αργή, καμαρωμένη εκατέβαινε η βάρκα μας μες την ονειρεμένη σιγαλιά της νύχτας. Γεμάτο τόρα το φεγγάρι έχυνε τους ασημένιους ποταμούς του μες το πέλαγο. Εσπίθιζε μπρος την πλώρη της καμαρωτής βαρκούλας μας, χαριτωμένα έπαιζε μες τα αργυρά ταβλάκια που άφινε πίσω η πρύμη μας. Εφώτιζε, εστεφάνωνε ταιριαστά και τα ψαρά μαλιά ταχτένιστα, τα μαδημένα γένια του Καπτάν- Μιχάλη μας, που ανεμίζονταν στης νύχτας την ανάλαφρη φρεσκάδα. Έξω οι στεριές στης νύχτας τη φεγγαροφώτιστη χλωμάδα βυθισμένες εθόλωναν φανταχτερά. Τα ριζοβούνια πάνω του Ταΰγετου εκάπνιζαν χωμένα μες τους διάφανους ατμούς, που ανάσεναν οι ρεματιές του μέσα οι πεντασκότεινες. Ψηλότερ' ακόμα εφλώμωναν κι ασπρολογούσαν οι βουνοκορφές φωτολουσμένες. Εξέφεβγαν, ξεμάκρεναν πάνω στον άπειρο ουρανό φανταστικές στης νύχτας το βαθύ μυστήριο. Δίπλα μας τακρογιάλια, βαθύτερα απάνω τα χωράφια και τα λιοτόπια εκοιμώνταν μαγικά κι ονειρεμένα, χωμένα κι αφτά μες στους βαθιούς τους ίσκιους τους. Εδιαβαίναμε τόρα ανάμεσα τους κάβους του Αγιανιού και στο νησάκι. Ακίνητος εδώ, διάπλατος ποταμός απλωνόταν το στένωμα. Ορθόκορμο από τη μια μεριά το χλοερό νησάκι, έκοβε της ξεπνοϊσμένης νυχτομπασιάς το δροσερό το φύσημα, μες απ τα πέλαγα ταπέραντα. Ούτε φύλλο εσάλεβε στο νησάκι πάνω, ούτε πνοή εφυσούσε μέσα στο στένωμα. Αζάρωτο ποτάμι μαγικό, εγλυκοκοιμώταν μες τ' αθώρητα τα βάθη του τα μυστικά, περικλεισμένο γύρωθε ανάμεσα στα βράχια του νησιού και της στεριάς τις ξέρες. Γερμένα τα δέντρα πάνω στο νησί, φωτολουσμένα κι αφτά κάτω από τα λαμπρό φεγγάρι, εκρέμαγαν φανταχτερές πλεξούδες τα κλωνάρια τους απάνου στου γιαλού τακίνητα τα πλάτια, κ' εμάκρεναν τους πυκνωμένους ίσκιους τους κάτω στην ασημένια πλάκα. Εχάιδεβαν τα ολόγλυκα αργυρόφωτα τις ρειπωμένες τάπιες του Χαλασμένου κάστρου πάνω στο νησί· εξέκοβαν, εξέσερναν κάτω μαλακά, στα σωριασμένα πάνω τα χαλάσματα. Έτρεχε η βάρκα μας αργή· εδιάνοιγε η καρίνα μας ταφροστεφανωμένα αβλάκια πίσωθε· να παίζη, να κυλιέται, να χορέβη το φεγγάρι μέσα τους. Βουβός ο γέρος ο ψαράς έλαμνε τα κουπιά μας. Και ξαπλωμένοι πίσω εμείς, εξεχαστήκαμε στο άπειρο μεγαλείο του μαγεμένου πάνω τουρανού, που βυθισμένος μέσα στα ανοιχτά γαλάζια του αγκάλιαζε τον κόσμον όλον κάτω τον αρμονικό, χωμένος μες τη μυστική νυχτοσιγαλεριά και την ονειρεφτή μεγαλοπρέπεια.
...Με το φεγγάρι ψάρια δεν ψαρέβονται, έλεγε ο Καπτάν-Μιχάλης. Θα επαγαίναμε ναράξουμε πέρα στο Καλαμίτσι απόξω στη Σπηλιά. Να κοιμηθούμε λίγο· να μας πάρουν τα μεσάνυχτα. Να ξεφεγγαρώση κιόλα· να σβύση τέλεια το φεγγάρι μες τη θάλασσα, και τότε θα ψαρέβαμε. Η μπουκάλα μας είχε μεσιάσει τόρα. Ο γέρος μας σε κάθε ποτηριά που εστράγκιζε, εσούφρωνε τα ζαρωμένα χείλη, εσούρωνε τη γλώσα πάνω στον ουρανίσκο μ' εφχαρίστηση, έλαμνε ξαναγενημένος τόρα τα κουπιά, κ' έλεγε, ολοένα έλεγε ακράτητος. Ο Γερασιμάκης ο τελωνοφύλακας, — ο Θυμιάτος, καλέ, από τα Περατάτα — εχρειάστηκε ένα δυο ποτηριές ακόμα, για νάρθη στο ντουζένι. Ο Κυρ-Λιάκος πια, — στην Πλάκα τόχουνε, ακούς, το σπίτι, — πιθαμές την κατέβαζε τη μπουκάλα. Ε, κ' εγώ πίσω πίσω τόκανα, που λες, το μέρος μου. Όταν εκουρδίστηκε ο Κεφαλωνίτης στα καλά, επήρε κι ο τηλεγραφητής το μαντολίνο. Κιθάρα δεν είχαμε, βλέπεις, που «την έπαιζε τόσο καλά» ο Γερα-σιμάκης, — έλεε. «Του την έσπασε μια μέρα, διάολ' έμπα μέσα του, το παιδάκι του», — έλεε. «Από τολότελα, καλή κ' η Παναγιώτενα», — έλεε.
... Ετραγουδούσε ο Μεμάς, τον εβοηθούσε ο Κυρ-Λιας, εκομπανιάριζε και με το μαντολίνο. Έφεβγε η βάρκα μας αργή, έφεβγαν δίπλα τα νερά, έφεβγε το νησάκι πίσω μας, βαθιά. Έφεβγαν οι στεριές στο πλάι μας, έφεβγε απάνουθέ μας το φεγγάρι. Όλα έφεβγαν χόρεβαν ισκιωμένα πάνω στη στεριά, ξεμάκρεναν φανταχτερά μέσα στα πέλαγα. Άπλωναν πάνω στα γαληνεμένα τα νερά νανουριστοί του μαντολίνου οι τόνοι. Έσμιγαν τολόγλυκο τραγούδι του τελωνοφύλακα· έσμιγαν το βαθύ της νύχτας το μυστήριο· έσμιγαν τη γαλήνη γύρω τη φεγγαροφώτιστη. Εγλυκοηχούσαν πάνω στο μαγεμένο πέλαγο, έξω στις ισκιωμένες γύρω τις στεριές, σε μια αρμονία ξωτική κι ονειροφάνταστη, που σου συνέπαιρνε το νου, σ' έφερνε σ' άλλους κόσμους μυστικούς κι απόκοσμους. Ξαφνισμένα μες την αρμονία, που την άφξαιναν, όχι τόσο τω μουσικών η τέχνη, όσο της ώρας η βαθιά σιγή, κ' η μαγική της νύχτας η γαλήνη, επρογκούσαν στα βραχωτά ακρογιάλια γύρω, μες από τις σπηλιές τους τις αθώρητες, τα ολόλαμπρα κ' ερημικά θαλασοπούλια. Άφιναν στρίγλικα άγρια τσιριχτά, πάνω στις ακροπελαγιάς τα βράχια· άστραφταν την ολόχρυση φτερούγα τους μες τα γαληνεμένα τα νερά, κ' εχάνονταν στα πλάτια του γιαλού κεικάτω τρομαγμένα.
... Αλήθεια, εκοιμήθηκες καμιά φορά στη βάρκα μέσα; Συ κιόλα, πολυχαϊδεμένε μου! Συ κιόλα, που θες να μη σου λείψη μες τα πνιγερότερα λιοπύρια η πιο μαλακή φανέλα της Τριπολιτσάς, και τη διπλιάζεις το χειμώνα; Συ κιόλα, που λίγο να κρυαδίζη η καλοκαιρινή βραδιά, δεν ξεκολάς διπλά ταπανωφόρια απάνωθέ σου; Χα! χα! Στη βάρκα εσύ να κοιμηθής! Αν είχες μέσα και την κουνουπιέρα σου και την καλή μαμά σου δίπλα, να ξαγρυπνά την νύχτα κάθε λίγο στο πλεβρό, να σε αλαφροσκεπάζη, το πιστέβω.
...Ξεπνοϊσμένη, ελαφρή νυχτερινή φρεσκάδα του γιαλού, ανέβαινε απ τα πέλαγα βαθιά. Πάνω από τις ράχες δροσερό το στεριανό αγεράκι εκατέβαινε. Συναπαντιώνταν μες την αραγμένη τη βαρκούλα μας, έξω από της Μορτσίλιας τη σπηλιά· την αργοσάλεβαν ανάλαφρα μες του γιαλού τον μαγικό τον κόρφο κοιμισμένη. Μας εγλυκονανούριζαν κ' εμάς μες τον ουράνιον ύπνο μας, σταμπάρι κάτω πλαγιασμένους.
...Ο γέρος μου ο χρυσός, απ ώρα ξύπνιος φαίνεται, εδόλωνε τα παραγάδια τόρα και τις πετονιές, στην πρύμη καθισμένος. Θάχαν πάρει μεσάνυχτα. Όλος ο κόσμος είχε αλλάξει όψη γύρω μας. Το φεγγαράκι εβύθισε και πάει μέσα στα αθώρητα τα βάθη του γιαλού. Έσβυσαν πάνω, μες τη σκοτεινιά, και οι βουνοκορφάδες του Ταΰγετου. Εμούντωσαν τα πέλαγα στα πλάτη τους τρομαχτικά. Εμάβρισαν τα περιγιάλια γύρω μας. Δίπλα μας της Μορτσίλιας η νεραϊδοκατοικημένη η σπηλιά, εφάνταξε μες τη φριχτήν ανατριχίλα της νύχτας της τρισκόταδης, ωσάν πελώριο στο βράχο στόμα σκιαχτερό, που εχτυπούσαν τα φτερά τους οι νυχτερίδες μες τους βαριοΐσκιωτους τους θόλους της, κ' έσκουζαν θλιβερά τα μάβρα νυχτοπούλια. Γύρωθ' από τη βάρκα μας, των πετονιών οι κολοκύθες μες το πέλαγο απλωμένες, αργοσαλέβαν ολοζώντανα κεφάλια πάνω στο γιαλό. Και μες της ώρας την τρομαχτική σιγαλεριά, εφάνταζαν τόσα ανθρωποκέφαλα Ουγολίνικα, πνιγμένα μες τη μάβρη κόλαση του Ντάντη, που μας έκραζαν σπαραχτικά, βοήθεια!
...Αργά πολύ, ύστερα από τα μεσάνυχτα, εσηκώσαμε τα παραγάδια. Επήραμε και τις πετονιές. Ψάρι άφτονο. Και τι δεν είχαμε! Ως και σαλάχια εσήκωσε το παραγάδι μας. Ένα δεν το κατάφερε καλά ο Καπτάν- Μιχάλης στο ξαγγύστρωμα. Του την κάρφωσε στο χέρι τη φαρμακερή του ουρά, και τον πονούσε ύστερα δυο μέρες.
...Αχάραγο ακόμα, κάτω από την πρωινή δροσούλα, με την πρωινή μαντολινάτα μας, εψάλαμε της κονταβγής τη χάρη. Εγυρίζαμε ολόχαροι, εφτυχισμένοι απ το κυνήγι στην πανώρια Τίκλα μας. Αποβραδίς εστράγκιξε τη μπουκάλα ο Καπτάν-Μιχάλης και τόρα στα χαράματα εμέθυσε από χαρά κι αφτός. Και λάμνοντας σιγόκλαιε·
Να ήταν η θάλασα κρασί, Ω, τύχη και ζωή χρυσή! Να ήταν η βάρκα κούπα... [ 1895 ].
Τ Ο Σ Ε Λ Α Χ Ι
Η σαπισμένη σκάλα του _Ένα_ και του _Τέσερα_ ακούσαμε που κουφογόγκηξε, σα να την ανέβαιναν τρεις τέσεροι απανωτά. Μερικοί κατάχαμα διπλοπόδι στρωμένοι, που τάκοβαν στην πασέτα, κι άλλοι γύρω, που εκαμάρωναν με ζήλιαν ολοφάνερη τον τζόγο, όταν αγρήκησαν τα βαριά πατήματα όξω, έκρυψαν με βία τα τραπουλόχαρτα, κ' εσκόρπησαν φοβισμένοι, άλλος εδώ κι άλλος εκεί μες το δωμάτιο. Δυο τρεις έτρεξαν στην πόρτα κ' εκόλλησαν τα μάτια τους περίεργα στο σιδερόφραχτο φεγγίτη. Άλλοι έτρεξαν κ' εστήλωσαν τα κεφάλια τους στα χοντρά κάγκελα του παραθυριού κατά τη σκάλα, να ιδούν όξω τι τρέχει. Όταν έπαψαν τα πατήματα απόξω, εφάνηκε ανάμεσα από το σιδερόφραχτο φεγγίτη της πόρτας του Αρχιφύλακα η λιοκαημένη μορφή, κάτου από το βυσινοκόκινο φέσι του.
— Εδώ, Σκοπέ! έκαμε βροντερή κι άγρια του Κυρ-Λοχία η φωνή, μπρος την πόρτα. Εχτύπησε στα πλάγια του γκρα κι άφησε μεταλικόν ήχο η σουβλερή ξιφοθήκη, ανεμίζοντας πέρα δώθε τη λερή φουστανέλα του Σκοπού. Ο γκρας με βιασύνη σηκώθηκε κι αφτός πάνου στον πλατύν ώμο του έβζωνα, από τη γη χάμου, οπαναπαβόταν ακουμπισμένος
Νέα πατήματα βαριά και γοργοκίνητα τόρα ακούστηκαν πάλι πάνου στη σαπισμένη σκαλωσιά από της σκοπιάς το μέρος, και νέος χτύπος βαρύς του γκρα, που τον κατέβασε ο έβζωνας μπρος την πόρτα μας, έσεισαν όλη την ξεχαρβάλωτην ταράτσα απόξω. Η μορφή του Σκοπού εζωγραφήθηκε κι αφτή τόρα στην πόρτα μας μπροστά, ανάμεσα από το δίχτι του σιδερόπλεχτου φεγγίτη, κάτου από την ανεμισμένη φούντα του φεσιού του.
Ο Επιστάτης με μιαν αρμαθαριά κλειδιά γιαλιστερά κι άσπρα από την αδιάκοπη χρήση, μπήκε μπροστά στον Αρχιφύλακα. Επέρασε ένα κλειδί· ύστερ' άλλο ένα. Τα στρυφογύρισε μ' ορμή στις κλειδαριές· άνοιξε το βαρύ λουκέτο· έσυρε τον ολόχοντρο μάνταλο έσπρωξε τη σιδεροκάρφωτην πόρτα με τον ώμο του. Μπήκε μπροστά ο Επιστάτης με τα χαρτιά στο χέρι. Μπήκε ξοπίσω ξιπασμένος κι ο Αρχιφύλακας.
— Όλοι στη γραμή! είπ' ο Κυρ-Λοχίας· κ' εμπήκαμε στη γραμή.
Ύστερα έναν ένα διάβαινε μπροστά μας και μας μέτραε, δείχνοντας με το δάχτυλο·
— Ένας!.. δύο!.. τρεις!.. πέντε!.. δέκα!.. είκοσι!.. εικοσιδύο!..
— Πλήρεις, πανοπλήρεις! είπ' ο Επιστάτης, χαμογελώντας μέσα στο ξανθό του μουστάκι και ξεδιπλώνοντας τα χαρτιά στα χέρια.
Εμείς στεκόμαστε άλαλοι, βουβοί· σαν κούτσουρα αραδαριά.
Ο Επιστάτης άρχισε να διαβάζη·
— &Δήμος Καναβιός&! ήρθ' από τ' Ανάπλι το βούλεμά του αθωτικό. Νάβγη, λέει, τέλεια ελέφτερος· σήμερα εικοσιτρείς, Σετέμπρης μήνας, έτος χιλιοστό οχτακόσια ενενήντα, και με γεια και το πράτιγο!..
— Με γεια και το πράτιγο! εσκούξαμε κ' εμείς οι άλλοι κατάδικοι, όλοι μ' ένα στόμα.
— Δόξα σ' ο Θεός, Χριστούλη μου! δοξασμένο τόνομά σου, Παναγίτσα μου! είπ' ο άμοιρος ο Καναβιός ολόχαρος, κ' εσταβροκοπιόταν.
Εμείς οι άλλοι αναστενάξαμε βαθιά.
Πώς τον εζηλέβαμε τον Καναβιό!
— Έλα τόρα, του κάνει ο Κυρ-Λοχίας· έλα τόρα, του λέει, παράτα τα σταβροκοπήμια· τα τσάβαλά σου, άραχνε, και δρόμο!
Ο Καναβιός πασίχαρος, δεν εκαρτέραε άλλο. Άρχισε να ξεκρεμάη από τον τοίχο την παλιοκασέλα του· να ξεκαρφώνη το πρόσθετό της σουρτάρι αποκάτου. Εμάζεψε μια παλιοβελέντζα πούχε ψιριάρικη ο μάβρος· εδίπλωσε μέσα της μισό φύλλο φουστανέλα λιγδερή, πούχε απομείνει κουρελιασμένη· επέρασε το μουχλιασμένο του σελάχι, εσυγυρίστηκε καλά, κ' ήταν έτοιμος.
Εμείς οι άλλοι, όσο εσυγυριόταν βιαστικά πότε να βγη, τον εκαμαρώναμε με κάποιο πικρό παράπονο, και τον καλοτυχίζαμε που θάβλεπε τη λεφτεριά του ο μάβρος.
Το καταλάβενε ο άμοιρος, που εζηλέβαμε την τύχη του·
— Σωπάτε, ωρές παιδιά, κ' έχει ο Θεός και γιατ' εσάς! Καλή απομονή, και θανάρθη κ' η εδική σας αράδα! Τι να κάνης για ταδέρφι! Καλή απομονή το λοιπόν!...
— Μάβρ' υπομονή! είπ' ένας βαρυποινίτης, σειώντας πάνου κάτου με πικρό παράπονο ταχτένιστό του κεφάλι.
— Μάβρη κι αράχνη! είπ' ένας άλλος.
Μας έδινε ενού ενού το χέρι, μας εφίλειε δακρυσμένος από μεγάλη του συγκίνηση. Να πάρη να φύγη, που τον έβιαζε κι ο Αρχιφύλακας να κάνη αναγκαστά.
Έδοσε το χέρι και στον Ψυχομάνη. Αφτός κάτι του ψιψίρισε σταφτί και τον αποτράβηξε παράμερα στην αγκωνή.
Ο Ψυχομάνης ήταν μάγεράς μας μέσα στο _Ένα_. Ήταν και καφεντζής. Ήταν ο πιο βαρυποινίτης κι ο πιο άγριος κι αχόρταγος μέσα στο _Ένα_. Στη φυλακή, όπως κι όξω στην κοινωνία, ο πιο δυνατός βάνει κάτου όλους τους άλλους, που δε βρίσκουν λόγια να φωνάξουν το δίκιο τους. Για τούτο κι ο Ψυχομάνης, ο πιο βαρυποινίτης αφτός κι ο πιο άγριος κι αχόρταγος αναμεταξύ μας, είχε τη _φουβού_ και το _τεζάκι_ στο _Ένα_. Ωφελιόταν σημαντικά από μας τους άλλους, που μας ρούφαε σα γιδοβύζι το αίμα, δίχως να βγάνουμ' άχνα από το φόβο μας.
Σαν τον αποτράβηξε στην αγκωνή παράμερα, κάτι του είπε ο Ψυχομάνης σιγά. Ο Καναβιός λαφιασμένος, επάσκιζε να τον πείση με θερμά παρακάλια, όπως έδειχναν οι ζωηρές του χειρονομίες, πως δεν ήταν βολετό να γίνη κείνο που του ζήταε του άμοιρου. Εκείνος, αγρίμι καθώς ήταν πάντα, δεν έπαιρνε από λόγια. Έτσι εφιλονίκαγαν στην άκρη κάμποσο, για μεγάλη στενοχώρια του Επιστάτη και του Αρχιφύλακα οπακαρτέραγαν ανυπόμονοι.
Καμιά φορά, ξαφνικά ο Ψυχομάνης αγριέβει· ρίχνει το χέρι μορμή, του κόβει το σελάχι από τη μέση του άμοιρου Καναβιού. Απόμεινε αφτός στην άκρη αποσβολωμένος απ τη ντροπή του.
— Να, του λέει, κ' εγώ σα δεν έχης!
Αποτραβήχθη με το σελάχι στα χέρι αλλαξοπρόσωπος.
— Μα κει που θα μου πάρης την ψυχή, αδερφούλη μου, κάλλια το σελάχι! ξεφώνησε ντροπαλά ο δύστυχος Καναβιός, κ' εγύρισε κατά μας, συχνοσηκώνοντας με μεγάλη στενοχώρια τους ώμους.
Ο Κυρ-Λοχίας τόρα οπού εκατάλαβε τι τρέχει άναψε. Γύρισε κατά τον Ψυχομάνη στην άλλην άκρη.
— Τ' είν', ωρέ, παλιόσκυλο; του λέει· τ' έχς για, ωρέ, και κάνς έτσι;
Ο Ψυχομάνης τάχασε.
— Ωρέ, γω σ' κρένω, τι χαλιέβς εκεί;...
Ο Ψυχομάνης τάχασε πλιότερο. Εκούναε του Καναβιού το σελάχι στα χέρια κ' εγύρεβε λόγια.
ε μασιέται, Κυρ-Λοχία μου! Δεν τρώεται πλιο! Μου χρωστάει δυόμιση δραμές από φαΐ και καφέδες. Του λέω να μου τις δώκη· δεν έχει, λέει σα βγη όξω, λέει. Και που θα τόνε ξαναϊδώ γω, Κυρ-Λοχία μου; Του πήρα γιά το σελάχι, να μου τις φέρη. Και μεις φτωχοί λεγόμαστε, Κυρ-Λοχία μου· μα δεν το φκιάνουμ' έτσι μάτα, Κυρ- Λοχία μου...
— Κι αφού και δεν έχει, ωρέ παλιόλιγδα, τι τον παλιέβς, ωρέ, να σου δόνη τόρανες; α; Έτσ' για, το λοιπόν, τς πνιουν τς ανθρώπους;.. α;..
Όσο τούλεγε, τόσο άναβε κ' εφούντωνε πλιότερο ο Κυρ-Λοχίας. Μπραφ! τον έχει του κόβει κ' έναν κατακέφαλο στο τέλος. Του παίρνει και το σελάχι από τα χέρια και τόδοσε πάλι στον άμοιρον Καναβιό, οπεστεκόταν στην άκρη αποσβολωμένος.
Ο Κυρ-Λοχίας, — Μπαλατσό τόνε λέγαν, αλήθεια, — έσπρωξε τον Καναβιό με τα παλιοτσάβαλά του καταόξω. Βγήκε κι αφτός. Βγήκε κι ο Επιστάτης αποπίσω. Σαν βγήκαν κ' οι τρεις, ξανάτριξαν τα βαριά κλειδιά, ξανάκλεισε η πόρτα. Πήγε κι ο Σκοπός στη σκοπιά του.
Ο Ψυχομάνης δαιμονισμένος δάγκανε τα μελανιασμένα του χείλη από θυμό. Εταπεινώθηκε στα μάτια κείνων, που τους είχε συνηθισμένους να ζαρώνουν πάντα μπροστά του. Δεν ήταν λίγο το κακό! Έτριξε τα δόντια όπως συνήθαε και πήγαινε να φρενιάση.
Ο Καναβιός ελέφτερος τόρα απόξω, ξαναγύρισε πάλι σα νάθελε ο άμοιρος να συχωρέση τον Ψυχομάνη για το κακό που τούκαμε. Εκόλλησε το χλωμό πρόσωπό του στο σιδερόφραχτο φεγγίτη μπροστά, και μας άφισε τον υστερνό χαιρετισμό·
— Έχετε γεια, ωρ' αδέρφια! Καλή κοινωνία, ωρές παιδιά! είπε κ' εροβόλησε περίχαρος τη σάπικη σκάλα του _Ένα_ και του _Τέσερα_.