Μοσκιές - Διηγήματα

Part 5

Chapter 5 15 words Public domain Markdown

— Με καιρό ύστερα, οπού λες, θάταν φαίνεται Μεγάλη Σαρακοστή, που νηστέβουμε εμείς στα χωριά, γιατ' είχε καιρό πια να κυλήση αρνί της σπηλιάς το νερό για τη χήρα του Νάκο-Μήτρα, κ' είχε καιρό να κυλήση την καλημέρα στην καλή τη Ζαχαρούλα. Ημέρα την ημέρα καμιά φορά μπήκε Μεγαλοβδόμαδο. Τ' Αργύρη η μάνα πρόσμενε μαγωνιά μεγάλη και χαρά τρανή, νάρθη η Μεγάλη Λαμπρή, για να δεχτή το χαιρετισμό του γιου της· να λάβη κ' είδηση για τον Αργύρη της τον ακριβό. Του Νάκο-Μήτρα το χωριό εσήκονε τόρα μεγάλη Ανάσταση. Οι καμπάνες της μικρής του εκλησούλας έστελναν τον αχό τους πέρα περιανά κι αντιλάλαε ο κάμπος. Οι χωριανοί κ' οι χωριατοπούλες έτρεχαν λαμπροφορεμένοι στο χαρμόσυνο το κράξιμο, κι όλο το χωριδάκι εφώταε από τα πασκαλιάτικα τα φωτερά. Εξημέρωνε, — βοήθεια μας! — Μεγάλη Λαμπρή και το αγνό το χωριδάκι εσήκωνε Μεγάλη Ανάσταση. Όλοι οι χωριανοί ξύπνησαν νυχτούλια, ποιος να πρωτοπάη στην εκλησιά να ειπή και να κάμη &Χριστοσανέστη&. Επήγε κ' η καψο-Ζαχαρούλα η Νάκο-Μήτραινα, έρημη αφτή κι απομόναχη, με δυο λαμπάδες η άμοιρη, τη μια για τον Αργύρη της πια τον ακριβό της. Σήκωσαν οι χωριανοί Μεγάλη Ανάσταση κι απόλυκε η εκλησιά αχάραγο ακόμα. Εσκόρπησαν οι χωριανοί μέσα στο χωριό ολόχαροι, να μαζεφτούν στις αβλές τους, που τους καρτέραε θράκα ολάναφτη κι ακαρτέραε ταρνί στο σουβλί περασμένο. Να κάτσουν να ψήσουν ταρνί το λαμπριάτικο πια, να στρωθούν να ξεφαντώσουν. — Ας πάω κ' εγώ να πάρω η άμοιρη το λαμπριάτικο ταρνί μου· είπε κ' η κάψο-Ζαχαρούλα σα βγήκε από την εκλησιά, κ' εροβόλησε τον κατήφορο. Βγήκε από το χωριό και κατέβηκε στο Βαθυλάκωμα με το χάραμα. Την πήραν γλυκοχαράματα που έσκυβε απάνου στο νερό κι ακαρτέραε το λαμπριάτικο ταρνί της. Καμιά φορά εκουφογόγκηξ' η σπηλιά μέσαθε. Το νερό εκύλαε με πλειότερη βουή τόρα. Σε λίγο πλαφ! πλαφ! κάνει και πέφτει κάτου μαφρούς ένα τραγήσιο τομάρι φουσκωμένο. Βουτάει μες τα νερά τ' Αργύρη η μάνα κι αρπάζει με χαρά του γιου της το λαμπριάτικο δώρο. Το σήκωσε στην αγκαλιά της και τόσφιγκε τόσφιγκε, λες κ' ήταν ο Αργύρης της μέσα. Ήταν βαριό τόρα το δώρο, γιατ' ήταν λαμπριάτικο πια. Τόσφιγκε τόσφιγκε ανηφορίζοντας τη ραχούλα-ανάπλαγα κατά το χωριό. Τόσφιγκε, εφίλειε τις τραγότριχες του τομαριού, και της φαινονταν μαλακές, απαλότατες, σα νάσμιγαν τα μαραμένα της χείλη τ' Αργύρη το χνουδωτό στοματάκι· &Χριστοσανέστη& με τον ίδιον τον Αργύρη της λες κ' έκανε. Πάει με χαρές στο σπιτικό της η μαβρόχηρα. Πάει τρεχάτη νανάψη φωτιά, να γίνη θράκα· να ψήση το κρέας να φάη, να ξεφαντώση στην υγειά τ' Αργύρη της· να πορέψη και την άμοιρη φτωχολογιά, οπακαρτέραε το χρυσό της χεράκι. Φτάνει στο σπιτικό της η άμοιρη κι απιθώνει το σφαχτό. Παίρνει ένα μαχαίρι να σκίση το τομάρι. Σκίζει το τομάρι, τηράει· τι να ήδη! Τον Αργύρη της μέσα, λιανισμένον, κοψοκέφαλο...

.............

Αποτότε, οπού λες, μια φορά το χρόνο, τη Λαμπρή, κοντά, η σπηλιά ξερνάει κόκαλα ξασπρισμένα και κυλάει ματωμένους αφρούς...

— Ντε! Ψαρή μ', τόρα, να παγαίνουμ' αναγκαστά... [1894].

Α Ν Τ Ρ Ο Γ Υ Ν Ο Χ Ω Ρ Ι Σ Τ Ρ Α Γιάννη Ψυχάρη

Με τα πρόσωπα χλωμά ξεραγκιανά, με τα μάτια βαθουλά σβυσμένα, τα μαλλιά τους λερά κι αξάγκλεγα έβλεπαν μες από τα σιδερένια δίχτυα των παραθυριών. Όλοι βουβοί κι αμίλητοι. Όλοι με την απόκρυφη φωτιά του πόθου μέσα τους. Όλοι με την ακόλαστη μανία πολυκαιρινοϋ στερεμού στη ματιά τους.

Τα παραθύρια του _Ένα_ εκρέμονταν πάνω από την καγκελωτή της αβλής σιδερόπορτα κ' έβλεπαν τα πεζούλια αποκάτω. Εκαθόνταν κι ακαρτέραγαν οι επισκέφτες κάτω στα πεζούλια αραδαριά. Έβλεπαν και δε χόρταιναν πάνω από τα παράθυρα, με τα κεφάλια στα χοντρά σίδερα κολλημένα, όλοι του _Ένα_ οι κατάδικοι απανωτά στοιβαγμένοι.

Έτσι βουβοί κι αμίλητοι, άγριοι και χαλκοπρόσωποι, χαβνομερακωμένοι στου πόθου τον καημό τον πικρόχολο, ένας πάνω στον άλλον καβαλωτά διασκελωμένοι δεν έβγαναν μιλιά. Άχνα δεν έβγαινε από τόσα στόματα εκεί, στεγνωμένα στο σύφλογο της διψασμένης σάρκας κρυφαναπύρωμα· άχνα από τόσα χείλη χλιαροφριγμένα στων ξαναμένων νέβρων τανακόρδισμα, αφροστεφανωμένα στων αγριεμένων δοντιών το σύσφιγκο συγκλείδωμα. Να βλέπουν, να χορταίνουν, — μάβρο χορτασμό! — τις γυναικούλες όπου εκαθόνταν στα πεζούλια κάτω, με τα κοφίνια και τα σακούλια τους πλάι. Τόση φωτιά μέσα τους άναβε, άσβεστη φλόγα τόση στα ολάναφτα νέβρα τους γλυκόχυνε· εμέθαε τους ποθοπλανταγμένους λογισμούς τους η μυρουδιά του κυδωνιού η χνουδάτη. Να βλέπουν. Μόνο να βλέπουν. Να οσφραίνουνται μόνο, μες από τα ολόχοντρα σίδερα των παραθυριών. Έτσι δα με ξελιγωμένα τα μάτια, να ξαχαρώνουν μονάχα. Τόσο μόνο!

Μες την ώρα να κι ο Γέρο-Ντούντουνας, ο καθαριστής. Επρόβαλε με τη μακριά του σκούπα στα χέρια, αγνάντια στης Επιστασίας την ολάνοιχτην πόρτα. Ακούμπησε τα χέρια λερά και ξεμανίκωτα στο μακρύ του σκουπόξυλο, να ξεκουραστή. Εσήκωσε τα μάτια κατά τα παραθύρια του _Ένα_ απάνω. Εχαμογέλασε πονηρά ο Γέρο-Ντούντουνας κ' εχαμήλωσε τη λοξή τη ματιά του κάτω στα πεζούλια. Εξάνοιξε τις ομορφοστολισμένες Σουλημοχωρίτισες, όλες αφράτες, κι όλες μια κοψιά, όπου εκαθόνταν αραδαριά νάβρουν αράδα. Εκούνησε ταχτένιστο κεφάλι του, χαμογελώντας πάντα πονηρά, κ' εστήλωσε τα μάτια του ψηλά στα παραθύρια·

— Φάτε μάτια ψάρια, ωρέ ταδέρφι! έσκουξε μια κ' εχώθηκε πάλι, γελώντας, μες την Επιστασία να σκουπίση.

Όταν άλλαζε η φρουρά το πρωί, τότε άφιναν και τους επισκέφτες να μπαίνουν, από δύο κι από τρεις μες το προάβλιο. Άφιναν πρώτους τους αλαργινούς, για να προφτάσουν στα χωριά τους πάλι ως το βράδι. Κάθε Κυριακή έρχονταν πλιότεροι από κάθ' άλλη μέρα. Ήταν και παζάρι στη χώρα την Κυριακή. Καθένας εκίναε από το χωριό του με κάνα αρνί, κάνα ζεβγάρι πουλακίδες, άλλος με λαχανικά και τέτια, κάθε λογής φαγουλάρικα. Να τα ξεκάμη στο παζάρι, να πάρη, ναφίση και κάνα λιανό στον εδικό του φυλακισμένον.

Είχαν κατεβή πλιότεροι από κάθε άλλη Κυριακή σήμερα, απ όλα τα χωριά της Αρκαδίας γύρω. Παραδέ γυναίκες. Ήταν όλες πια στολισμένες τα καλήτερά τους στολίδια, λες κ' επήγαιναν σε χαρές και σ' αραβώνες. Εκίναγαν μέρες μακριά, νάρθουν να ιδούν τους εδικούς τους οι άμοιρες. Άλλη να ιδή τον άντρα της, κι άλλη να παρηγορήση το γεροπατέρα της, κι άλλη να ειπή ένα γλυκό λόγο στον αδερφό της, κι άλλη με τον καλό της, πιστή στα λόγια της αγάπης, να χαμογελάση. Εκαθόνταν αραδαριά στα πεζούλια απόξω, μπρος στη μεγάλη ξώπορτα· άλλες χαρωπές, κι άλλες θλιμένες, κι άλλες πολύλογες γαλιάντρες η γλώσα τους, κι άλλες άφωνες και βουβές, κι ακαρτέραγαν νάβρουν αράδα. Όταν ερχόταν η ώρα τους, άνοιγε την καγκελωτήν ξώπορτα ο Σκοπός. Έμπαιναν από δύο κι από τρεις, κ' έκλεινε πάλι με κρότον η βαριά σιδερόπορτα πίσωθέ τους. Ο Αρχιφύλακας απομέσα, τάχα πως θα ψάξη μην έχουν μαχαίρια, άνοιγε αγριωπός τα σακούλια τους. Άνοιγε τα κοφίνια με τα σταφύλια, κ' έπαιρνε για λόγου του δυο τρία από καθεμιά τους.

Καμιά φορά πρόβαλε κ' η νειόνυφη του Βεργή, πεταχτούλα και περδικωτή, η ομορφότερη αφτή στις χάρες και στα στολίδια. Άνοιξε διάπλατη την πόρτα ο Σκοπός, κι αλαφρή σαν πέρδικα, πήδησε μέσα. Ζύγωσε ο Κυρ-Λοχίας να την ψάξη. Την καλόειδε τόρα από κοντά κ' εγαργαλίστηκε πιο πολύ ο μάβρος. Καμαρώνοντας τα στρογγυλά σφιχτοδεμένα στήθια της, εζύγωσε πιο πολύ χαμογελώντας, κι απλώνοντας το ρεμένο του ανάλαφρα στη χνουδωτή τραχηλιά της, τη ρώτησε χαϊδεφτά, ξελιγωμένα·

— Μη λάχη κ' έχης στελέτα στον κόρφο, κυρά μου;..

Εχαμογέλασε ντροπαλά. Εχαμήλωσε τα γραμένα της ματάκια με νάζι, που θα το ξήλεβε κ' η καλήτερη αρχοντοπούλα.

— Ψάξε με, Καπτάνιο μ', ψάξε με!..

Ο Κυρ-Λοχίας άναψε κ' εψήθηκε ο δόλιος. Εκόλλησε η γλώσα του στον ουρανίσκο, κ' εστέγνωσε η φωνή στον καταπίτη του. Δεν έβρισκε λόγια να ειπή.

Πού να την ψάξη!

Ας είχε και κανόνια απάνω της...

— Φάτε, μάτια, ψάρια, Κυρ-Λοχία μ'! ακούστη ξαφνικά μες από της Επιστασίας την πόρτα.

Του Γέρο-Ντούντουνα η γελαστή φωνή, λες και τους ξύπνησ' από βαθύν ύπνο. Όλα εκείνα ταγριόμαλα κεφάλια που κολλημένα στα σιδερένια δίχτυα των παραθυριών, ξελιγωμένα εκαμάρωναν τη βεργολυγερή τη Σουλημοχωρήτισα αποκάτω κι άναφταν στου Κυρ-Λοχία τα καμώματα· όλα ανατινάχτηκαν στου Γέρο-Ντούντουνα το πείραγμα·

— Φάτε, μάτια, ψάρια, Κυρ-Λοχία μ'!

Εξέσπασαν μες από τα ολόχοντρα σίδερα σε τρανταχτό, ακόλαστο γέλιο, κ' οι ρείπιοι θόλοι της φυλακής αντιλάλησαν την ξαφνική τη χαρά τους. Τα μάτια τους γιάλισαν φουσκωμένα στου πόθου τη λύσα· τα μαλλιά τους έφριξαν σαν της γάτας που ξάφνου βλέπει σκύλο νάρχεται καταπάνω της, και σ' όλων τα κατάχλωμα πρόσωπα ξωγραφήθηκε ο πόθος ο μανιακός της πιο ακόλαστης κι άγριας αγάπης. Λες και τους άναβε μέσα τους λάγνη μέθη. Λες και τους λάβριζε τα σωθικά, τα νέβρα τους έκαιγε ο ανυπόφορος πολυκαιρινός στερεμός του υλικού έρωτα· του έρωτα του σαρκικού, που δε συγκρατιέται με σίδερα, μ' αλυσίδες δε δένεται.

Ο Γιάρανος, ο Κατσικερός κι ο Χλιβέρης, οπού εκαθόνταν στο ακρινό το παράθυρο, ήταν νειογάμπροι αφτοί κ' ήταν καρδιομαραμένοι πιο πολύ από τους άλλους μες το _Ένα_. Απόκρυφος ο πόνος τους ελίγωνε. Θάλεγες πως τα κορμιά τους ήταν εκεί, κι ο λογισμός του έτρεχε μακριούς, μακριοπερπάτητους, τραχιούς κι ανάντιους δρόμους. Σιγά, δίχως κι αφτοί να το νιώθουν γιατί, μπορεί για ναλαφρώσουν το φαρμακερόν τους τον καημό, τόσκουξαν λιγάκι το πικρό το τραγούδι τους· κατάπικρο σαν τους μάβρους τους λογισμούς, που παραδέρνουν του κουρασμένου νου τους θλιβερούς τους πόνους.

Η φυλακή έχει σίδερα κι όξω Σκοποί φυλάνε, Θέλω για νάρθω να σε ιδώ και τους Σκοπούς φοβάμαι.

Έβγαινε κλαψάρικο, κ' έρεε συρτό των πονεμένων καταδίκων το τραγούδι. Ήταν πικρός, κ' ήταν παραπονιάρικος ο αχός του. Έμοιαζε αρώστου αγγελόκρουσμα γλαρό, κ' ήταν του πόνου ακράτητο ξεχείλισμα, μαράζι ήταν κ' εξεθύμαινε και της απελπισιάς λυγμός και ρόγχος,

Η φυλακ' είναι μια φωτιά, η φυλακ' είνε λάβρα, Η φυλακή μού τάβαψε τα σωθικά μου μάβρα...

Μόνο ο Βεργής, απ όλους μες το _Ένα_, ήταν τυχερός. Ήρθε η γυναίκα του από το χωριό, να τον ιδή, να του φέρη και καθελοής δώρα, πούχε στο φτωχικό τους. Βρήκε αράδα, κ' εμπήκε στην αβλή, κι ο Κυρ-Λοχίας άναψε από τη λιμπιστή την ομορφάδα της. Της άγκιξε τη χνουδωτήν τραχηλιά, και της είπε χαδεφτά «μη λάχη κ' έχεις στελέτα στον κόρφο, κυρά μου;», και τούπε ο Γέρο-Ντούντουνας «φάτε μάτια, ψάρια, Κυρ- Λοχία μ'». Ανέβηκε πεταχτή, σαν πέρδικα, τη σαπισμένη σκάλα του _Ένα_ και του _Τέσερα_, κ' ήρθε κ' εκόλλησε το ροδοκόκινο προσωπάκι της όξω, στο σιδερό — πλεχτο φεγγίτη του _Ένα_, που καρτερούσε με λαχτάρα ο άμοιρος ο Βεργής απομέσα. Επέρασε μες από το φεγγίτη της πόρτας τα δώρα πούχε φέρει του καλού της ένα ένα. Έστησαν ύστερα ολόθερμην κουβέντα οι δυο τους, αγαπημένο αντρόγυνο· εκείνος μες από τα σίδερα χλωμός, κ' εκείνη ροδοκόκινη απόξω. Τούπε ότι εγένησε διπλάρια, «να της ζήσουνε!» η Βασίλενα· ο Τόλιας επαντρέφτη, ακούς· «μας άφησε πια χρόνους κ' η Θεια-Σίγουρη!» Χιλιαδυό καινούρια άλλα, που διαφερόταν ο Βεργής.

— Αααλαή! μες τη θέρμη της ομιλίας τους, έσκουξε ο Σκοπός σπαραχτικά.

Τους την έκοψε την καρδιά των αμοιρώνε.

— Όξω οι πισκέφτες! Όξω οι πισκέφτες! Ήταν περασμένη η ώρα, πούταν ωρισμένη για τους ξένους. Οι εβζώνοι επεριδιάβαζαν την αβλή κάτου, από πόρτα σε πόρτα, κι από δωμάτιο σε δωμάτιο. Εβλαστημούσαν κ εφώναζαν, να διώξουν τους επισκέφτες, κ' έσκουζαν να βγαίνουν όξω αναγκαστά·

— Όξω οι πισκέφτες! όξω!..

Ο Βεργής πήγε να λιγοθυμήση που τάκουσε.

Πώς ήθελε ο άμοιρος, νάταν αιώνας η στιγμή, να χορτάση την ακριβή του γυναικούλα!

— Όξω οι πισκέφτες! όξω! όξω! ακούστηκε άγρια τόρα του φύλακα η φωνή.

Ο Βεργής εχλώμιασε πλιότερο. Δάκρυ πικρό θόλωσε υγρά τα ματόκλαδά του κ' εκύλησε κάτω. Επέρασε το χέρι του τάσαρκο μες από το δίχτυ του φεγγίτη, κ' έπιασε της γυναίκας του το παχουλό χεράκι απόξω. Της τράβηξε τα χέρι καταμέσα τόσο, που ακούμπησαν στα βαριά σίδερα της πόρτας τα χυμερά κι αφράτα της στήθια· το ροδοκόκινο προσωπάκι της, ξαναμένο, εκόλλησε πάνω στα δίχτυ του φεγγίτη. Με κατάθολα τα μάτια τόρα, έγυρε τα κουρασμένο το κεφάλι του· έσιαξε ξεροφριγμένα τα χείλη του, μες από το δίχτυ του φεγγίτη· τα κόλλησε πάνω στα φλογερά χειλαράκια της γυναίκας του. Έσμιξαν σε γλυκό, πεντάγλυκο, αχ! μα και πόσο στερεμένο φιλί!

— Έχε γεια, Γιώργο μ'!...

— Στο καλό, Λενιώ μου, στο καλό!..

Ο Βεργής απόμεινε δακρυσμένος πίσω απ' το φεγγίτη, να την καμαρώση την άμοιρή του γυναικούλα, που με κομένα γόνατα κατέβαινε τη σαπισμένη σκάλα του _Ένα_ και του _Τέσερα_, σφογκίζοντας με της άσπρης της τσεμπέρας την άκρη τα μάτια.

Σαν είδε πια που εχώνεψε αγνάντια σταγκωνάρι, βάρεσε τη γροθιά του μ' ορμή στην πόρτα πίσω· μανιασμένος, άγριος τη βλαστήμησε, — σα νάχε ψυχή αφτή, κ' ένιωθε τον πικρόν καημό του·

— Αχ! αντρογυνοχωρίστρα!

Κ' εμπήκε καταλυπημένος στο δωμάτιο.

Αποτότε κ' ύστερα τη βαριά σιδεροκάρφωτην πόρτα του _Ένα_, τη λέγαμ' _Αντρογυνοχωρίστρα_.

Πώς της άξιζε, αλήθεια, τόνομα!

[1894].

Χ Ι Ο Ν Ο Π Ο Λ Ε Μ ΟΣ

Ολοένα αριό και σπιθωτό, απαλό και μαλακώτατο, ολοένα αλαφρό και σπιρωτό, αγανό και ήμερο, άλλοτε πυκνό και γλίγωρο, άλλοτε αργό και πουπουλένιο, τόρα κατεβατό και ήσυχο, τόρα χυτό κι ομαλό, βουβό και κούφιο, και πάλι πλαγιαστό και ανεμισμένο έπεφτε· ολοένα έπεφτε το χιόνι απάνωθε, κι ολοένα τα παιδιά, χωμένα μέσα στην αρμονική χιονιά που εσκέπαζε τον κόσμον όλον ολοτρίγυρα, εμάχονταν, χωρισμένα σε δυο ανυπόταχτα στρατόπαιδα, — η Κατωρούγα η φοβερή με την αντρειωμένη Απανωρούγα.

Ήταν παραμονή μεγάλη, και την άλλη μέρα θα ξημέρωναν Χριστούγενα, — βοήθεια μας! Από την πρώτη μέρα της βδομάδας βροχές ασταλαμάτιγες, νεροποντές ακράτητες και βαρυχειμωνιές επάτησαν τον τόπον όλον. Τόρα εξέσπαε από χτεβράδυ στη χιονούρα. Ντυμένο μες τους αθογαλερούς αφρούς, χωμένο μες τ' αμάλαγα μπαμπάκια το χωριό, εφάνταξε πανώρια ζωγραφιά, θεόγραφτη, κρεμάμενη στου χιονισμένου του βουνού τον κάτασπρον το ρόβολο. Τα δέντρα τα πυκνά του λόγκου ανάγυρα, οι λεμονιές κ' οι βυσινιές στους κήπους μέσα, κρατώντας πάνω στ' άπειρα κλωνιά τους και στα παγωμένα φύλλα τους γρούπους πυκνούς τα χιόνια τα στεγνά, εφάνταζαν πελώρια μπουκέτα με ονειρεμένους, σαν τα κρίνα κάτασπρους ανθούς, που χέρι θεϊκό αόρατο τα σκόρπισε κάτω στη γη· για να στολίση τους αμαρτωλούς τους κόρφους της, και να δεχτή την άγια και λεφκότερη από τα χιονάτα κρίνα αλήθεια του Θεού, που σε τέτοια βραδιά μέσα μαγικήν κι ονειροφάνταστη γενήθηκε στον κόσμον κάτω. Οι ξύλινες οι φράχτες γύρω, πλεγμένες από λυγαριές μες τα κηπάρια, έδειχναν τόρα, κάτω από το χιόνι το πυκνό που τις εσκέπαζεν ολόπηχτο, πανώριες μάντρες μαρμαρόχυτες, φανταχτερές, χτισμένες μαγικά από το πιο άδολο κι ασπρήτερο μάρμαρο, που μες τα πέτρινα τ' αβάθητα τα σπλάχνα της βουτώντας, ανέβασε στη γη ο άνθρωπος, να βαρυθεμελιώση παλάτια ονειρεμένα, μυριοπέτυχα.

Όξω στους δρόμους τα παιδιά, εγιόρταζαν κ' εχαιρετούσαν, με τον πιο χαρούμενον τρόπο, την άγια μέρα που ξημέρωνε. Εδιαμεράστηκαν οι συντροφιές· εχωρίστηκαν. Έπιασαν άλλα τις φράχτες στους κήπους μέσα. Νάχουν ταμπούρια να φυλάγωνται· νάχουν και τα πολεμοφόδια άφτονα και πρόχειρα, που ήταν γεμάτες χιόνια, γόνα πάνω από τη γη, οι πρασιές. Έπιασαν άλλα τω σπιτιών τις απόγωνες γωνιές περίγυρα, που όταν ξεφυσούσε ανάλαφρος ο άνεμος, το ρίπιζε πάνω στους τοίχους τους το χιόνι και τόσπρωχνε, το σώριαζε στω σπιτιών κάτω τις απάνεμες γωνιές. Να βρίσκουν άφτονα και πρόχειρα κι αφτά πολεμοφόδια· να κρύβωνται κι αφτά πίσω από ταγκωνάρια· να φυλάγωνται κιόλα τα φοβερά τα βόλια του εχτρού. Άλλα πάλι έπιασαν ταμπούρια ασύγκριτα τις μεγάλες τις αβλόπορτες, να μάχωνται όξω στ' ανοιχτά· να τρυπώνουν και στις αβλές μέσα, αν θα τους τσάκιζε ο εχτρός καμιά φορά· να του κλειούν και τα θυρόφυλλα μπροστά· να μην τους ξανοίγουν καθόλου μέσα τα βόλια. Άλλα πάλι έπιασαν τις χιονισμένες καμάρες, και τους φούρνους τους καπνισμένους στους τοίχους τους και χιονισμένους απάνω, ταγκωνάρια τα λαδωμένα τω λιτριβειών, τις χτιστές κολώνες, τα μεγάλα και κυκλόβολα δεντρικά· όλα ασπροντυμένα, αφρόχυτα και μαγικά μες την κρινόλεφκη, παρθένα φορεσιά τους, και τάβαλαν μπαστούνες στον εχτρό, καλοπροφυλαγμένες κι απολέμητες.

Ολοένα αριό και σπιθωτό, απαλό και μαλακώτατο, ολοένα αλαφρό και σπιρωτό, αγανό και ήμερο, άλλοτε πυκνό και γλίγωρο, άλλοτε αργό και πουπουλένιο, τόρα κατεβατό, χυτό κ' ήσυχο, και τόρα ομαλό βουβό και κούφιο, και πάλι πλαγιαστό κι ανεμισμένο έπεφτε, έπεφτε, ολοένα έπεφτε απάνωθε το χιόνι· και ολοένα τα παιδιά, χωμένα μέσα στην ονειρεφτή χιονιά που σκέπαζε τον κόσμον όλον ολοτρίγυρα, εμάχονταν χωρισμένα σε δυο ανυπόταχτα στρατόπεδα, — η Κατωρούγα η φοβερή, με την αντρειωμένη Απανωρούγα.

Έκαναν πρώτα σωρούς, να τάχουν άφτονα και πρόχειρα στον πόλεμο τα πύρινα πολεμοφόδια. Να μην τους βρίσκη ο εχτρός ανέτοιμους, και τους τσακίζη κιόλα. Εφούχτιαζαν, μες τα κοκινισμένα, ψημένα από την παγουνιά τα χέρια τους, γρούπους χοντρούς τα χιόνια, πάνω απ τους σωρούς. Τα έσφιγκαν ανάμεσα στις φούχτες τους. Τα αζύμωναν, τα ετσούπωναν, τα έκαναν μπάλες στεγνές σαν πέτρες, και σαν τα πορτοκάλια ολοστρόγγυλες. Και όλα σβέλτα φτερωτά, κι όλα γοργά χαρούμενα, εκυνηγιώνταν ακράτητα, κ' εχτυπιώνταν λυσάρικα, μανιακά αναμεταξύ τους, κ' εμάχονταν ηρωικά, αντρειωμένα. Εσφύριζαν οι άσπρες μπάλες φλογερές, μέσα στη θολωμένην τη χιονιά. Έσκιζαν τον πυκνόν αέρα φτερωτές· ολόδρομες εδιάβαιναν απάνω· εδιασταβρώνονταν από τη μιαν άκρη του δρόμου στην άλλη. Εχτυπούσαν στις χιονισμένες στέγωσες, στ' άσπρα κεραμίδια πάνω· κάτω σταγκωνάρια, στους κήπους μέσα τους αφρόστρωτους· στις ξύλινες φράχτες τις μαρμαρόχυτες απάνω. Εβροντούσαν στις ισκιερές καμάρες κάτω, και πάνω στις κλειστές αβλόπορτες, και τους κουκουλωμένους φούρνους· στις στοιβανιές τα ξύλα, στα δέντρα, στα κλειστά παραθυρόφυλλα. Εσπόριζαν οβούζια αστραφτερά, ολάναφτα, που άπλωναν τις φλογερές τις σπίθες τους ολούθε, συνέπαιρναν κ' εσκόρπιζαν κι ανέμιζαν ολούθε τα χιόνια σύγνεφα πυκνά. Άχνιζε ο τόπος, εθόλωναν τα φώτα της ημέρας στην πυκνή χιονιά. Κι αφτοί γοργοί κι ακούραστοι, φτερωτοί κι ολόχαροι έτρεχαν ολοένα. Εμάχονταν οι φοβεροί αρματωλοί, κ' εχτυπιώνταν με τις φοβερές τους μπάλες αναμεταξύ τους, με φωνές και σφυριξιές κι αλαλητόν και τάραχο μεγάλο, οι τρανοί οι ήρωες, που ετίκλωναν τον κούφιον και βουβόν αγέρα της πηχτής χιονιάς. Ολοένα κι ο ουρανός απάνω, χωμένος μες τη χειμωνιάτικην τη γούνα του, λες κ' εχαιρότανε κι αφτός με τον τρελό τους πόλεμο, έστελν' έστελνε ολοένα, άπλωνε, σώριαζε άφτονα πυκνά πολεμοφόδια, στους αντρειωμένους του πολεμιστάδες κάτω.

Ολοένα το χιόνι κάτω αριό και σπιθωτό, απαλό και μαλακώτατο, ολοένα αλαφρό και σπιρωτό, αγανό και ήμερο, άλλοτε πυκνό και γλίγωρο, άλλοτε αργό και πουπουλένιο, τόρα κατεβατό χυτό και ήσυχο, και τόρα ομαλό βουβό και κούφιο, και πάλι πλαγιαστό κι ανεμισμένο έπεφτ' έπεφτε, ολοένα έπεφτ' απάνωθε· ολοένα κ' οι πολεμιστάδες οι τρανοί, χωμένοι μέσα στην αρμονική χιονιά, καλοπροφυλαγμένοι πίσω στ' απολέμητα ταμπούρια τους, εμάχονταν αγριεμένοι, τρομεροί, σε δυο ανυπόταχτα στρατόπεδα χωρισμένοι, — η Κατωρούγα η φοβερή με την αντρειωμένη Απανωρούγα. [1895].

Θ Α Λ Α Σ Ι Ν Ε Σ Γ Ρ Α Φ Ε Σ Από την Τίκλα μου. Κωστή Παλαμά

........

...Το ξέρεις πια πως ξετρελαίνομαι με τη θάλασα. Χρόνον καιρό να μείνω ξέμακρα από την Τίκλα μου, μαραζώνω, μα την αγάπη μας. Το ξέρεις, που και στην πιο απόκοσμην άκρη να βρεθώ, ναρχίσουν να χλιαίνουν οι καιροί, να γλυκαίνουν και τα λιοπύρια, στα δεσμά να με βάλης, στα κάστρα να με κλείσης, θάβρω τρόπο, στην Τίκλα μου να τρέξω ακράτητος. Γεια νάχουμε, και μια φορά, θα σε πάρω να περάσουμε το καλοκαίρι μαζί. Να θαμάσης και συ με την πανώρια την Τίκλα μου. Να ξετρελαθής και συ. Να μη μαδικάς κιόλα, που όλες του κόσμου τις θάλασες δεν τις αλλάζω με ταμουδερά της Τίκλας μου κυμοθάλασα· με τις απόγκρεμνές της ακροπελαγιές. Όπως, δε θα σου χάριζα μια τρυφερή γραμούλα του ξακουσμένου μου Ταΰγετου, πάνω στον καθάριον ουρανό, μπρος σ' όλες σου του κόσμου τις βουνοκορφές.

... Χτες πάλι, αχάραγο ακόμα, ήρθε να με ξυπνήση ο Γερο-Γουργάρος. Χρυσός άνθρωπος αλήθεια. Μα δεν ξέρεις πόσο τον αγαπώ. Την καρδιά μου νανοίξης, μέσα θα τη βρης την αγαθή την εικόνα του. Με τις βρύχωρες τις βρακούλες του· με τα ξεγυμνωμένα πάνω ως το γόνα, στραγκημένα, ξεραγκιανά καλαμόπουδά του· με το σουλουπιάρικο, τόσο δα, κατάξαρο, σουφρωμένο προσωπάκι του· με τα ψαρά γενάκια του, μαδημένα σαν του τσόλου τα φτερούγια, σπαρμένα δώθε κείθε στο αλατοψημένο το πετσί του, πάνω στάσαρκα ριζάφτια του κολλημένα· με δυο ματάκια, ρουφημένα μέσα, γουβωμένα, μικρούτσικα κ' έξυπνα, σπίθες στο γιαλό, γεμάτα αγάπη και χαρά, γεμάτα καλοσύνη και γλύκα. Στην καρδιά μου τον έχω, που λες. Μα να τόνε γνωρίσης σαν έρθης. Θαφήσης το θάμα σου, να σε χαρώ. Όχι πως τον αγαπώ. Την έχει μέσα του την καλοσύνη ο Καπτάν-Μιχάλης. Μαζί του νάσαι, χίλιες καρδιές αλλάζεις. Κομάτι μάλαμα, μα το ναι.

... Αποβραδίς είχαμε πη, να βγούμε με την καθετή σύνταχα. Ως που να ζεστάνη καλά, όσο νάχη, μια τηγανιά καλή πάντα θα την πάρουμε, ελόγιαζε ο Καπτάν-Μιχάλης. Αχάραγο ακόμα, ήρθε και μαγουροξύπνησε απάνω, που ως τα μεσάνυχτα τόχαμε ρίξει έξω, κάτω στακρογιάλι, με τον Κυρ-Λιάκο τον τηλεγραφητή.

— Όσο να ντυθής συ, μου κάνει, να πάρης και τον καφέ σου, γέρνω γω στο Λιμιονάκι για δόλους.

Τούπα να καθήση, να τον πιούμε μαζί·

— Μουντζουριές μου λέει, γελώντας· μαβρίζει τάντερο. Κ' εκατέβηκε, ανεμίζοντας τις βρακούλες του πίσω, με την απόχη στον ώμο, να πα για γαρίδες στο Λιμιονάκι κάτω. Όσο να ντυθώ, αλήθεια, να πιω και τον καφέ μου, τόνε ξάνοιξα, απ το παράθυρο, στο μουράγιο κάτω. Με την απόχη πάντα στον ώμο, ανασκομπωμένη τόρα τη σέλα της βρακούλας του πίσω, επάγαινε να σύρη το παλαμάρι. Εβιάστηκα κ' εγώ τόρα. Επέρασα την ψαθοβουρλιά στο κεφάλι· άρπαξα από το τραπέζι μου και το φρεσκοτυπωμένο βιβλίο του φίλου μας, πούχε την καλοσύνη να μου το στείλη δωκάτω. Εροβόλησα στο μουράγιο. Είχε παρμένο το σίδερο τόρα ο Καπτάν-Μιχάλης. Εκαλόστρωσε πίσω τη βάρκα, πούταν ολόποντες οι κουπαστές απ τη νυχτερινή δροσιά· εδιπλάρωσε στη σκάλα και μακαρτερούσε. Ανοιχτήκαμε.