Part 2
Φαίνεται δε ότι ο τίτλος ούτος μ' εξέπληξεν ολίγον, διό και εξήτασα εις το πλευρόν μου και εύρον ανηρτημένον, ως ξίφος, το μπαστούνι μου! Τότε ενθυμήθηκα ότι τα 9/10 των Αμερικανών είνε συνταγματάρχαι, τινές μάλιστα δις και τρις και δεκάκις συνταγματάρχαι, λαμβάνοντες υπό διάφορα ονόματα δύο και τρεις και δέκα συντάξεις. Και συνεπέρανα ότι μεθ' όσης ευκολίας λαμβάνουν μετά της αυτής και δίδουν τον τίτλον τούτον.
Τωόντι δε πάντες σχεδόν οι παραπορευόμενοι έσυρον εις το λιθόστρωτον με πολλήν υπερηφάνειαν ξύλινα ξίφη και η λέξις «κόρνελ» επέτα από στόματος εις στόμα. Σας βεβαιώ όμως ότι όσην υπερηφάνειαν μου ενέπνεε το αξίωμα του συνταγματάρχου, άλλο τόσον κακόν μου έκανεν ο τίτλος «κόρνελ», καίτοι είμαι άγαμος. Επί τέλους ημείς οι Έλληνες πιθανόν να έχωμεν ελαττώματα, αλλ' αυτά δεν τα υποφέρωμεν! Και ήρχισα ν' απαντώ εις τους χαιρετισμούς με ελληνικόν γρυλλισμόν:
— Είσθε και φαίνεσθε...
Αλλά τι είνε αυτοί! Τρίβω τα μάτια μου.....
Οι Έλληνες στρατηγοί και επιτελείς οι διακριθέντες κατά τας υποχωρήσεις του ελληνοτουρκικού πολέμου! Τι θέλουν αυτοί εδώ;.....Ω δυστυχία σου Αμερική! απεφάσισες λοιπόν να εξασφαλίσης άκοπον θρίαμβον εις τους Ισπανούς;
Και τόσον μεγαλοφώνως εξέφρασα την σκέψιν μου ταύτην, ώστε ένας εκ των Γιάγκιδων συνταγματαρχών μου είπε με μειδίαμα «χαλύβδινον», διότι εδώ τα πάντα είναι χαλύβδινα, πλην των ξιφών:
— Ησυχάσετε..... Εκάμαμε τον υπολογισμόν μας. Τους γενναιοτάτους σας τους προορίζομεν διά την νήσον Κούβαν, όπου δεν μπορούν να υποχωρούν επί πολύ, χωρίς να πέσουν εις την θάλασσαν. Λοιπόν θ' αναγκασθούν να πολεμήσουν εν απογνώσει, θα γίνουν ακουσίως ήρωες.
Τώρα όμως εγέλασα και εγώ γέλωτα ο οποίος αν δεν ήτο από χάλυβα, εξάπαντος θα ήτο εξ αλουμινίου:
— Αλλ' αυτά τα παλληκάρια ξέρουν κι' άλλο μονοπάτι. Αν παραδοθούν;
Ο «κόρνελ» ωχρίασε:
— Αυτό δεν το υπελογίσαμεν!
Είμαι κατάπληκτος. Διά να φαντασθήτε το μήκος της οδού εις την οποίαν εισέρχομαι αυτήν την στιγμήν, αρκεί να σας είπω ότι η απέναντι μου οικία φέρει αριθμόν 2,305! Και το πρώτον πάτωμα εκάστου σπιτιού σηκόνει επί των ώμων του άλλα 20 ή 30 πατώματα· και επάνω από όλα αυτά περνά εναέριος σιδηρόδρομος, και από πάνω ακόμη περνούν αερόστατα και υπέρ όλα αυτά ο ουρανός. Τα εφαντάσθη αυτά ο Ναστραδίν Χότζας, ο οποίος έπαθεν απεριγράπτους συμφοράς, διότι ωνειρεύθη ότι εκάθητο επάνω εις μίαν καθέκλαν, η οποία ήτο επάνω εις ένα αυγό, το οποίον ήτο επάνω εις ένα μιναρέ;
Αλλά διατί τρέχουν έτσι αυτοί οι άνθρωποι;
— Διά να μην τους πατήσουν εκείνοι που τρέχουν κατόπιν, κόρνελ, μου είπε φιλοφρόνως ο υιός του Έδισων, ο οποίος την στιγμήν εκείνην εφωτογράφει την σκέψιν μου.
— Και διατί τρέχουν εκείνοι που έρχονται κατόπιν, αν επιτρέπετε;
— Διότι...
Δεν επρόφθασε να μου απαντήση, ούτε εγώ ν' ακούσω, διότι δεν γνωρίζω πώς ευρέθημεν εντός μεγάλης απόχης, την οποίαν έχουν εις το πρόσθιον μέρος οι τροχιόδρομοι, διά να συλλέγουν, αντί να φονεύουν, τους απροσέκτους διαβάτας. Εις το σωσίβιον αυτό ευρίσκομεν τρεις σκύλους, μίαν αραπίναν με δίοπτρα, ένα Ιταλόν με το οργανέτον του, ένα πλανόδιον Έλληνα ζαχαροπλάστην, ένα παιδάκι μέσα εις το καροτσάκι του. Η αραπίνα εμειδίασε φιλαρέσκως, ο Έλλην προσεπάθει να εύρη ισορροπίαν διά να μ' εναγκαλισθή, το βρέφος έκλαιεν αγγλιστί, οι σκύλοι εγαύγιζαν δεν ενθυμούμαι εις ποίαν γλώσσαν και ο νέος Έδισων μου είπεν:
— Εκαταλάβατε τώρα, κόρνελ, διατί τρέχουν οι Αμερικανοί;
— Δεν εκατάλαβα.
— Διατί;
— Διότι δεν εννοώ αγγλικά.
Τρέχω τώρα, τρέχω μανιωδώς, με την γλώσσαν έξω, με κρουνούς ιδρώτος. Αχ, διατί να μην ήμουν συνταγματάρχης εις την Ελλάδα, να με κηρύξουν στάσιμον; Και εις τον ιλιγγιώδη εκείνον δρόμον διακρίνω συγκεχυμένα, ως εν ονείρω, ανθρώπους λευκούς, μαύρους, κιτρίνους, ερυθροδέρμους, Κινέζους με κοτσίδαν σειομένην εις τον αέρα, αραπάδες με κουδούνια εις τ' αυτιά και την μύτην, των οποίων το κάτω χείλος σαρόνει το έδαφος, Ινδούς επί αγρίων ίππων, επί κεφαλής των οποίων τρέχει ο Μπούφαλο Μπιλ έφιππος, κραδαίνων δόρυ, πέντε ή έξ σιδηροδρόμους, οι οποίοι σφυρίζουν με όλην την δύναμιν του ατμού των, σύνταγμα αμαζόνων, επισειουσών παράδοξα όπλα, τα οποία οι Έλληνες κατατάσσομεν εις τα σαλατικά, ποδήλατα, φωνογράφους, σπίτια από πεπιεσμένον χάρτην, κινηματογράφους, ηλεκτροσκόπια, προβολείς ηλεκτρικούς! Και τρέχουν όλα αυτά, και όλοι αυτοί με ταχύτητα δαιμόνων, με βοήν χιλίων καταρρακτών του Νιαγάρα!
— Ούρρα Αμέρικα!
— Μα βρε αδελφέ, μα βρε αδελφέ, λέγω ξεγλωσσισμένος προς ένα ερυθρόδερμον, τι κάνετε εδώ; Θα σκάση όλη η Αμερική;
— Δεν ξέρεις τι κάνομεν! μου είπε θαυμάζων ο Ινδός και σείων εν αγανακτήσει το μέγα κέρατον το οποίον του εχρησίμευεν ως πολεμικόν στόλισμα της κεφαλής. Πρόσεξε να μη σ' ακούση κανείς, διότι θα τεθής εις αργίαν δι' απολύσεως, κόρνελ. Κάνομεν διαδήλωσιν και συγχρόνως γενικά γυμνάσια. Δεν βλέπεις ότι εκινητοποιήθησαν όλαι αι δυνάμεις της χώρας;.....
— Πρόσεξε! πρόσεξε!
Παρ' ολίγον να περάση από πάνω μου και να με συντρίψη τεράστιον δολλάριον, το οποίον διήλθε με ταχύτητα ατμομηχανής. Και επί τη διαβάσει του χιλιάδες πίλων ερρίφθησαν εις τον αέρα και βροντώδης ζητωκραυγή εκυλίσθη εις απέραντον μήκος:
— Ούρρα ο στρατάρχης Δόλλαρ!...
Ο Έδισσων! ο Έδισσων! ο στρατηγός Έδισσων!
Έφιππος εις ίππον σιδηρούν, του οποίου οι οφθαλμοί εκπέμπουν ηλεκτρικάς λάμψεις και οι ρώθωνες πυρ, διαβαίνει ο Μόλτκε των Αμερικανών.
— Τι νέα από την Ελλάδα μας, κόρνελ; μ' ερωτά με δημοκρατικήν αφέλειαν. Ο ναύαρχος Σαχτούρης γιατί μας αφήκε ορφανούς; Ο εξάδελφός μου ο Λαμπίκης τι γίνεται; Ο ναύαρχος Λεβίδης;.....
Και χάνεται μέσα εις λαίλαπα και βροντήν ενθουσιασμού.
Εις την Αμερικήν ή εις την Ελλάδα ευρίσκομαι; Επί εβδομάδας τώρα βομβαρδίζεται η Αβάνα και πέφτει ως η Πρέβεζα, αλλά μένει ορθή. Μήπως ο ναύαρχος Κριεζής;.....Ω Θεέ μου, ονειρεύομαι;.....Αλλά πώς μέσα εις τας αγωνιώδεις αυτάς σκέψεις μου έρχεται η ιδέα ότι η Αβάνα ονομάζεται και Χαβάνα διότι.....κόπτει καπνόν;
Ο Χρήστος ο αράπης! Είνε δυνατόν; Μα δεν απέθανε λοιπόν; Ο Χρήστος ο αράπης με ψηλό, με γάντια, με λούσα τζέντλεμαν. Και ανακαγχάζει όταν με ακούη λέγοντα ότι ήλθα να χύσω το αίμα μου υπέρ των αδελφών Κουβαίων.
— Ήρτες για πετσώματα, πες το, μου λέγει.
Κ' εντώ έχει λευτερία κλεφτερία!
Και ξεκαρδίζεται, επαναλαμβάνων με την εύθυμον ηλιθιότητα των αραπάδων:
— Λευτερία κλεφτερία!
Πανικός εις την Νέαν Υόρκην. Ο Ισπανικός στόλος έφθασε. Τι άσχημες που είνε η αραπίνες όταν κλαίουν! Οι Αμερικανοί δεν φωνάζουν πλέον ούρρα, διότι τα τελευταία φείδια έχουν την ουρά.
Μπουμ!... η πρώτη κανονιά, η οποία μ' εξυπνά... Αλλ' όχι, είνε η λάμπα μου η οποία εξερράγη και το πάτωμα φλέγεται. Και ο «κόρνελ» δεν έχει πιστόλι διά να ειδοποιήση τους πυροσβέστας.
(Απρίλιος 1898).
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Είδατε τους Αθηναίους όταν επιστρέφουν από εξοχικήν πανήγυριν ή διασκέδασιν, από την Πεντέλην λ. χ. ή την Καισαριανήν; Το θέαμα είνε αληθώς ωραίον. Τα κάρρα επί των οποίων κάθονται είνε καταστόλιστα από πρασίνους κλάδους, αποτελούντας άλση κινούμενα, από τα οποία προκύπτουν κεφαλαί ευειδείς ή δυσειδείς, κεφαλαί νυμφών ή σιληνών, και φεύγουν ήχοι αυλών και τυμπάνων κρότοι μετά του θριαμβευτικού της τροχηλασίας θορύβου. Καθήμενος εις την πλατείαν του Συντάγματος προ ολίγων ημερών τους παρετήρουν επανερχομένους από την Πεντέλην και ανεπόλουν αρχαίας πανηγύρεις φυσιολατρικάς και μου ήρχετο εις τον νουν έν των χαριεστέρων ποιημάτων του Δ' Αννούντσιο, το οποίον του ενέπνευσαν κλάδοι ανθισμένης αμυγδαλής.
Αλλ' όσον και αν είνε ωραίον το θέαμα δεν εμπνέει εις όλους τας αυτάς σκέψεις. Ο Μαυρογένης, ο οποίος εκάθητο πλησίον μου, εμουρμούριζεν:
— Έπρεπε να είμαι εγώ εξουσία να σας δείξω! να μάθετε να καταστρέφετε τα δάση!
Ο Μαυρογένης είνε τόσον φίλος των δένδρων και πάσης πρασινάδας, ώστε έχει απόφασιν, όταν θα λάβη τα 100 ή 200 εκατομμύρια του θείου του Φραγκίσκου Μοροζίνη του Πελοποννησιακού να τα χρησιμοποιήση προς αναδάσωσιν της χώρας.
Του έκαμα την παρατήρησιν ότι εκ της αποκοπής ολίγων κλάδων ουδόλως κινδυνεύουν τα δάση· εξ εναντίας μάλιστα η μικρά αύτη εγχείρισις τα ωφελεί, όπως το κλάδεμα.
— Εγχείρισις, μου είπε, παραδέχομαι· αλλ' όταν έχης ανάγκην από εγχείρισιν, μαραγκόν θα καλέσης να την εκτελέση ή χειρουργόν;
Δίπλα μας εκάθητο περίεργον γερόντιον, ξηρόν, ως ξυλοκέρατον, με υψηλόν περιλαίμιον και λαιμοδέτην της εποχής του Καποδίστρια, με ιματισμόν μαύρον και ευπρεπή και πίλον υψηλόν, το οποίον είχε κίνησίν τινα νευρικήν εις την σιαγόνα, ως μυρικαστικήν. Εφαίνετο προσέχων μετά πολλού ενδιαφέροντος εις την ομιλίαν μας και τα μικρά του πράσινα μάτια παρουσίαζον ενίοτε ζωηρότητα έκτακτον. Έξαφνα εστράφη προς εμέ και μία ισχνή, υποτρέμουσα και διακοπτομένη φωνή μου είπεν:
— Έχει πολύ δίκιο ο κύριος... αν μου επιτρέπετε να λάβω μέρος εις την ομιλίαν σας. Το ζήτημα των δένδρων είνε σπουδαιότατον· πάσα συγκατάβασις, πάσα επιείκια αποτελεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητος, διότι τα δένδρα εγκλείουν την ψυχήν του κόσμου. Τα δένδρα πρέπει να κηρυχθούν ιερά και να νομοθετηθούν δρακόντιοι ποιναί όχι μόνον δι' εκείνους οι οποίοι τα κόπτουν ή τα βλάπτουν, αλλά και δι' εκείνους οίτινες μόνον τα εγγίζουν.
Με τόσην ζέσιν ωμίλει, ώστε το κίτρινον πρόσωπόν του εχρωματίσθη. Έβηξεν ολίγον, επλησίασε το κάθισμά του και εξηκολούθησε:
— Αν ήξευραν οι άνθρωποι την αξίαν των δένδρων και των φυτών, έπρεπε να φυτεύουν παντού, να μην αφήσουν χωράφια, πλατείας, δρόμους, να γίνη ο κόσμος, όπως κατά τους πρώτους αιώνας, δρυμός μέγας. Εδώ εις την Ελλάδα μάλιστα έπρεπεν αι διά τον στρατόν και το ναυτικόν δαπάναι να διατεθούν υπέρ της δενδροφυτείας, να καταρτίσωμεν στρατόν από δενδροκόμους και τους αξιωματικούς να χρησιμοποιήσωμεν διά την επίβλεψιν των δασών και των φυτειών.
Απηύθυνα βλέμμα απορίας προς τον παρακαθήμενον, όστις, όσον δενδρόφιλος και αν είνε, εφαίνετο ότι έκρινεν υπερβολικήν την τόσην δενδροφιλίαν και είπα προς το γερόντιον:
— Αλλά τότε θα ζώμεν, ως θηρία, εντός των δασών...
— Ίσως, αλλά θα ζώμεν ενώ τώρα η ζωή του κόσμου είνε μετρημένη. Το ξέρετε, κύριοι, ότι το τέλος του κόσμου πλησιάζει;
Επροσπαθήσαμεν να δείξωμεν, χωρίς να γελάσωμεν, την κατάπληξιν την οποίαν απαιτεί αποκάλυψις τόσον σοβαρά.
— Το τέλος του κόσμου!
— Ναι, κύριοι, είπεν ο γέρων με τόνον Ιερεμίου, μετά 400 έτη επί του πλανήτου μας δεν θα υπάρχη ζωή!
Έπειτα με κίνημα νευρικόν εξήγαγεν εκ του θυλακίου της ρεδιγκότας του λωρίδα αγγλικής εφημερίδος, εφόρεσε τα ματογυάλια του και είπε:
— Αυτό δεν το είπε κανείς προφήτης ωσάν κ' εκείνους του έτους 1000, δεν το λέγω εγώ, δεν το λέγει το τραπεζάκι των πνευματιστών, ούτε ο άγγελος Γαβριήλ διά της δεσποινίδος Κουεδόν εις το Παρίσι. Το λέγει ο σοβαρώτατος των συγχρόνων επιστημόνων, ο κατέχων σήμερον εις την Αγγλίαν την θέσιν του Δάρβιν, ο Τόμψων, όστις, προς τιμήν της μεγάλης επιστημονικής του αξίας, ανυψώθη εις την αγγλικήν αριστοκρατίαν και τώρα ονομάζεται λόρδος Κέλβιν. Ακούσετε.
Υπό το φως του ηλεκτρικού λαμπτήρος, ήρχισε να διαβάζη και να μας εξηγή συγχρόνως τας προρρήσεις τας οποίας ο Άγγλος σοφός έκαμε προ ημερών εις έν επιστημονικόν συνέδριον.
«Όταν η υδρόγειος σφαίρα ήρχισε ν' αποψύχεται, περιεβάλλετο από ατμόσφαιραν εξ αζώτου και ανθρακικού οξέος. Δεν ευρίσκετο αναμφιβόλως εν αυτή οξυγόνον, ως ελεύθερον στοιχείον, αφού δεν ανεκαλύφθη τοιούτον εις τα κοιλώματα των πρωτογενών βράχων, του γρανίτου επί παραδείγματι. Όλον ή σχεδόν όλον το οξυγόνον της σημερινής ατμοσφαίρας παρήχθη υπό του φυτικού κόσμου, όστις, υπό την επίδρασιν του ηλίου, έχει την δύναμιν να εξάγη το οξυγόνον εκ του ύδατος και του ανθρακικού οξέος. Ίσως την πρώτην ποσότητα του οξυγόνου επρομήθευσαν εις την ατμόσφαιραν φυτά οποία η _κομφέρδα_, ήτις ανθεί υπό τα εντονώτερα καύματα. Το βέβαιον είνε ότι κατ' αυτόν τον τρόπον τα φυτά και τα δένδρα εξηκολούθησαν να παρασκευάζουν τον αέρα διά την αναπνοήν των ζωικών ειδών και συγχρόνως αφήρουν και απεθήκευον τον άνθρακα υπό μορφήν ξύλου και φυλλώματος. Είνε γνωστόν ότι πάσα καύσις καταναλίσκει οξυγόνον και πάσα βλάστησις το αυξάνει. Υπολογίζεται δε ότι η ατμόσφαιρα ημών περιέχει 1,020 εκατομμύρια εκατομμυρίων τόννους οξυγόνου· αλλ' επειδή η μεν βλάστησις ελαττούται, η δε καύσις αυξάνει, ο λόρδος Κέλβιν υπολογίζει ότι μετά 400 έτη το εν τη γηίνη ατμοσφαίρα οξυγόνον θα έχη εξαντληθή, αντικαθιστώμενον υπό ανθρακικού οξέος. Επομένως θα επέλθη και το τέλος της ζωής επί του πλανήτου μας εξ ασφυξίας».
— Βλέπετε, λοιπόν, εξηκολούθησεν ο γέρων, θέτων μετά προσοχής εις το θυλάκιόν του την εφημερίδα, ότι το πράγμα δεν είνε αστείον. Με ασφυξίαν, κύριοι θα πάμε, με ασφυξίαν. Και διά να εννοήσετε πόσον είνε φοβερόν αυτό έπρεπε να πάσχετε, όπως εγώ, από άσθμα. Δεν δύναται κανείς, όσον και αν είνε άπιστος, ν' ακούη απαθώς να τον βεβαιώνουν με τοιαύτα επιχειρήματα περί του προσεχούς τέλους του κόσμου.
Μετά την πρώτην συγκίνησιν ετόλμησα να παρατηρήσω προς τον γέροντα:
— Αφού θα γίνη μετά τεσσάρας αιώνας, τι μας μέλει; Ας φροντίσουν εκείνοι που θα ζουν τότε. Μήπως εμείς θα ζούμε έως τότε;
Ο γέρων ανετινάχθη και με ητένισε με βλέμμα οργίλης εκπλήξεως:
— Δεν το γνωρίζομεν αυτό, δεν το γνωρίζομεν... Η επιστήμη έχει κάμει τόσας ανακαλύψεις, έχει κατορθώσει τόσα, τα οποία προ ολίγων ακόμη ετών θα εθεωρούντο αδύνατα και ανέλπιστα, ώστε τίποτε σήμερον πλέον να μη φαίνεται αδύνατον.
— Ώστε δεν αποκλείετε την ελπίδα να ζήσετε άλλα 400 έτη ακόμη; τον ηρώτησεν ο Μαυρογένης.
— Δεν προεξοφλώ τίποτε, αφού όλα είνε δυνατά.
— Πόσων ετών είσθε, αν επιτρέπετε; του είπα.
— Άνω των εκατόν.
— Αυτός, μωρέ φίλε μου, είνε ο Κουτεντές του παραμυθιού, μου εψιθύρισεν ο Μαυρογένης.
Ο γέρων εξηκολούθησεν, όλως προσέχων εις την ιδέαν του:
— Έπειτα και αν ημείς δεν θα ζώμεν έως τότε, δεν θα ζουν οι απόγονοί μας; Και δεν έχομεν καθήκον να φροντίσωμεν δι' αυτούς; Λοιπόν δένδρα και πάλιν δένδρα να φυτεύωμεν και όχι μόνον να μη κόπτωμεν τα υπάρχοντα, αλλά να κόπτωμεν κάθε χέρι που τα βλάπτει. Διότι αν αφήσωμεν τα πράγματα να πηγαίνουν όπως πηγαίνουν, το τέλος του κόσμου θ' αρχίση από την Ελλάδα.
Έπειτα, αφού επ' ολίγον εσιώπησεν, είπε με την μεγαλειτέραν σοβαρότητα:
— Μετά τετρακόσια χρόνια τα λέμε!
Είχεν ομιλήσει πολύ και με την τελευταίαν φράσιν του ήλθε παροξυσμός του άσθματος τόσον σφοδρός, ώστε εφοβήθημεν ότι θα ετελείωνε. Αλλά δεν τον επανίδαμεν από την εσπέραν εκείνην και πολύ φοβούμαι ότι αυτός όστις εφοβείτο μήπως αποθάνη μετά 400 έτη από έλλειψιν οξυγόνου, απέθανε την νύκτα εκείνην εξ ασθματικής ασφυξίας.
(Μάιος 1898)
ΛΑΪΚΑ ΘΕΑΜΑΤΑ
Ο προ διετίας πλημμυρήσας Ιλισσός μετετόπισε, μετά της κοίτης του, και τα κέντρα των λαϊκών τέρψεων του θέρους. Εκεί όπου επί δεκάδας ετών εσείετο η γη, κατά τας θερινάς νύκτας, υπό τας εκρήξεις της ευθυμίας του πλήθους, υπό τους ήχους των χαλκίνων οργάνων και τους κρότους των ράβδων, εφέτος επικρατεί σκότος και ερημία επί εδάφους παραμορφωθέντος, αγνωρίστου. Αντί της άλλοτε ζωηράς κινήσεως εις την κατάφωτον λεωφόρον Όλγας, την οποίαν επλήρουν αι κραυγαί των μικροπωλητών, τώρα κατά την νύκτα σπανίως συναντάς κανένα περιπατητήν, ρομαντικόν της παρελθούσης γενεάς, ότε τα «έξοχα τα πνεύματα» εζήτουν την ερημίαν αντί των αγυιοπαίδων, οίτινες, σκαρφαλωμένοι εις τα δένδρα, απετέλουν συμπλέγματα γραφικά, διαπιστούντα την γνώμην ότι καταγόμεθα από τετράχειρας, τώρα επί των σκυθρωπών πλατάνων, διανυκτερεύει ο βύας και η κραυγή του διαχύνεται εις την ερημίαν, ως θλιβερά απήχησις της φωνής του Καλίτση.
Αφηρημένος προχθές διευθύνθην προς τα εκεί· και επερίμενα ν' ακούσω την αγριωπήν κραυγήν:
— «Φόρα! Φόρα!» κραυγήν περιέχουσαν όλην την αγρίαν λύσσαν, ήτις εστοίχισεν άλλοτε εις το κράτος 60,000 δρ. διά την αρπαγείσαν γυναίκα του ιπποδρομίου Φουρνιέ. Και επερίμενα να ίδω διά μέσου των κιγκλίδων την ημίγυμνον «μπαρμπουνάραν», δαιμονίζουσαν το κοινόν των κουτσάβων και των αφελών διά των ακκισμών και των μειδιαμάτων και άδουσαν διά βραγχνής φωνής και υπό βροχήν ανθοδεσμών, συριζουσών γύρω της ως βλήματα και διευθυνομένων ιδίως προς το κρεωπωλείον του στήθους της, ενώ εν χορώ οι θαυμασταί επανελάμβανον την επωδόν του άσματος:
Α! α! α! α! α! α!
Αλλ' η σιγή η απόλυτος μ' εξήγαγεν εκ της αφαιρέσεώς μου, ως αφυπνίζει τον κοιμώμενον επιβάτην η στάσις του σιδηροδρόμου. Και η κοιλάς του Ιλισσού μου έκαμεν εντύπωσιν του μαγευμένου δάσους των παραμυθιών, εις το οποίον, αντί της «βασιλοπούλας» εκοιμάτο η φαινομηρίς και γυμνόλαιμος «μπαρμπουνάρα» των λαϊκών θεάτρων.
Αλλ' ο γνωστός ήχος ιπποδρομικού εμβατηρίου έστρεψε την προσοχήν μου και το βήμα μου προς την Πύλην του Αδριανού, όπου αι επελθούσαι μεταβολαί μετέθεσαν το λαϊκόν θέατρον. Εκεί εις μίαν μάνδραν ευρύχωρον εύρον τον κοσμάκην παραδεδομένον εις τας προσφιλείς του τέρψεις και χειροκροτούντα τον εαυτόν του. Διότι εκείνος ο επί της σκηνής στρατιώτης και μάλιστα ο υποδεκανεύς, όστις έρχεται μετ' ολίγον, είνε γνήσιοι τύποι των ελληνικών στρατώνων, εξ εκείνων οίτινες διά της καντάδας εξάγουν από τα μαγειρεία τα δουλικά και τους κεφτέδες. Ο στρατιώτης Πασχάλης συνεννοείται με την ερωμένην του πότε θα γίνη ο γάμος των· αλλ' αύτη πριν ή ορίση την ημέραν του γάμου, διατυπόνει τας αξιώσεις της. Δεν θέλει μεγάλα και αδύνατα πράγματα· μόνο ένα δακτυλιδάκι με μια μικρά μικρά πέτρα, σαν.... στραγάλι. — Γελά ή δεν γελά το κοινόν, το οποίον γνωρίζει από αδάμαντας;
— Και πόσο κάνει αυτό το δακτυλιδάκι;
— Μόνο πεντακόσες δραχμές, Πασχαλάκη μου.
— Πεντακόσες δραχμές! Πάει να πη ότι ο γάμος θα γίνη μετά 500 χρόνια, διότι μόνο μετά 500 χρόνια θα μπορέσω να κάμω 500 δραχμές.
Αλλ' επί τέλους τα συμφωνούν. Απερχόμενος δε ο Πασχαλάκης, συναντάται (με το απαραίτητον τρακάρισμα), με τον υποδεκανέα, όστις ξεκαρδίζεται εις τα γέλια, ακούσας τα περί γάμου σχέδια του στρατιώτου. Και μετά διάλογον ικανώς κωμικόν διευθύνεται προς την θύραν της Λεβρέτας — ως ονομάζεται η ερωμένη, ίσως διά τα κυνικά αισθήματα, τα οποία βραδύτερον αποκαλύπτει.
— Δεν μου λες τι θέλεις αυτού; ερωτά ο στρατιώτης με εύλογον απορίαν.
— Τι θέλω;... την ερωμένην μου, η οποία κατοικεί εδώ.
Ο στρατιώτης εξαγριούται και αποπειράται να ξιφουλκήση, αλλά το ξίφος είνε κολλημένον γερά εις την θήκην του. Και, μετά ματαίας αποπείρας, παρακαλεί τον αντίπαλον να τον βοηθήση.
— Τι θέλεις τώρα; του λέγει ο υποδεκανεύς, αφού τον συνέδραμε να ξιφουλκήση. Να σε γεμίσω γιακάδες;
Αλλά ο Πασχαλάκης, πριν ή αφήση αχαλίνωτον την οργήν του, θέλει να βεβαιωθή περί της απιστίας. Και κρυμμένος παρίσταται εις συνέντευξιν της Λεβρέτας μετά του υποδεκανέως, όστις με την προσήκουσαν αγανάκτησιν την ερωτά αν είνε αληθές ότι πανδρεύεται με κάποιον Πασχαλάκην, «που τον έχομεν στο λόχο και καθαρίζει την... Καλλιόπη».
— Τον Πασχαλάκη! απαντά η φιλάρεσκος. Εκείνη την αρκούδα! Χα! χα! χα!
Αλλά τα αυτά επαναλαμβάνει και μετ' ολίγον εις τον Πασχαλάκην, ακροωμένου εκ της κρύπτης του υποδεκανέως:
— Τον...! εκείνο το λούστρο!
Και όταν μένουν οι δύο, ο Πασχαλάκης με κωμικωτάτην κίνησιν προτείνει τον πόδα προς τον αντεραστήν:
— Παιδί, έχεις βερνίκι;
Και ούτω καθ' εξής. Η κωμωδία, φαίνεται, είνε ξένη φάρσα, αλλ' οι λαϊκοί υποκριταί κατορθώνουν να της δίδουν τέλειον χρωματισμόν ελληνικόν και να την αρτύουν δι' αφθόνου χονδροκομμένου άλατος.
Και ο πλατύς γέλως του λαού εκχύνεται ελεύθερος, ειλικρινής, ανακουφιστικός από τας ανίας και τους μόχθους της ημέρας.
Έπειτα μία Ιταλίς ετραγούδησε μετά νεαρού συμπατριώτου της και αι ανθοδέσμαι εξετοξεύοντο τόσον προς αυτήν, όσον και προς αυτόν. Κατόπιν ελληνικά άσματα, έπειτα χοροί και γυροβολισμοί ιλιγγιώδεις και επίδειξις ασπρορρούχων, προκαλούντων χειροκροτήματα.... ίσως διά την καθαριότητά των.
Ελησμόνησα να σημειώσω ότι ο στρατιώτης Πασχαλάκης εφόρει ξίφος μακρόν και μανδύαν ταγματάρχου, ίσως εξ εκείνων οίτινες εσπάρησαν υπό τινων αξιωματικών μας εις την Θεσσαλίαν. Αληθώς τοιούτος πόλεμος δεν ηδύνατο ή να παράσχη οπωσδήποτε ύλην εις κωμικόν θέατρον και τοιούτον θέατρον.
(Μάιος 1898).
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟΝ
Μία εκ των σκηνών, αι οποίαι μου έκαμαν εξαιρετικήν εντύπωσιν εις το «Ασομοάρ» του Ζολά είνε εκείνη όπου η Γερβασία, κρατούσα εις την αγκάλην της την μικράν Νανάν, μεταβαίνει να καλέση διά το γεύμα τον σύζυγόν της Κουπώ, τζιγκοεργάτην, εργαζόμενον επί της στέγης υψηλής οικίας. Η σύζυγος τον φωνάζει, το δε νήπιον κινεί προς αυτόν το ροδαλόν του χεράκι και ψελίζει:
— Να με, μπαμπά, να με!
Ο Κουπώ νεύει προς την σύζυγον ότι δεν θ' αργήση. Επειδή την φιλοπονίαν του δεν είχε χαυνώσει ακόμη το οινόπνευμα, ο καλός εργάτης ήθελε να τελειώση την εργασίαν την οποίαν είχεν αρχίσει.
Ενώ δε η Γερβασία τον παρατηρεί μετ' ανησυχίας κινούμενον επί του ολισθηρού και επικλινούς τσίγκου, από έν εκ των απέναντι παραθύρων παρακολουθεί τας κινήσεις του και μία επιμήκης και κίτρινη μορφή γραίας, αλλά με διάφορον αίσθημα. Τον παρατηρεί από ώρας επιμόνως, ως να περιμένη κάτι τι, το οποίον μεγάλως την ενδιαφέρει. Μόνον δε όταν ο Κουπώ ολισθήσας κατεκρημνίσθη και συνετρίβη εις το λιθόστρωτον της οδού, η γραία, ως να ικανοποιήθη η προσδοκία της, απεσύρθη και έκλεισε το παράθυρον.
Την γραίαν εκείνην μου ενθυμίζει η πανταχόθεν της Ευρώπης εκδηλουμένη ανυπομονησία διότι ο Αμερικανικός και Ισπανικός στόλος βραδύνουν να συγκρουσθούν, να καούν, να βυθισθούν, να κοκκινήση από αίμα ο Ατλαντικός, ως εκοκκίνησε προ ημερών ο Ειρηνικός. Η γραία Ευρώπη έχει ανοίξει το παράθυρόν της και αδημονούσα περιμένει την σύγκρουσιν των δύο αντιπάλων στόλων.
— Μα τι, το κρυφτό παίζουν; Κακό χρόνο νάχουν!
Αδημονεί ως εάν επλήρωσε θεωρείον εις παράστασιν βραδύνουσαν και είνε έτοιμη να πετάξη το μαξιλάρι της εις την σκηνήν.
Οι χαρτοπαίκται λέγουν ότι των ανθρώπων ο χαρακτήρ φαίνεται εις τα χαρτιά. Το χαρτοπαικτικόν τούτο αξίωμα σκοπόν κυρίως έχει να πείση τους αφελείς ότι δεν πρέπει να μιλούν όταν τους κλέπτουν εις τα χαρτιά· αλλ' είνε περισσότερον βέβαιον ότι των ανθρώπων η φύσις φαίνεται εις τον πόλεμον. Εν καιρώ πολέμου προ πάντων αποδεικνύεται πόσον η ανθρωπότης απεμακρύνθη ολίγον από την αγρίαν καταγωγήν της. Άτομα βεβαίως υπάρχουν τα οποία ειλικρινώς απεχθάνονται τας αγριότητας του πολέμου, αλλ' η πλειοψηφία της ανθρωπότητος αποτελεί, αν ουχί μέγαν καννίβαλον, τουλάχιστον μέγαν βάρβαρον, ο οποίος κατά βάθος ολίγον διαφέρει από τους προγόνους του, οίτινες έθυον ανθρώπους εις τους θεούς των και οίτινες βραδύτερον τόσον ετέρποντο εις τα θεάματα των αμφιθεάτρων.
Γνωρίζω μίαν κυρίαν, ήτις, ως πάσαι αι ομόφυλοί της, θέλει να φαίνεται ως άγαν ευαίσθητος και ευσπλαχνική. Και οσάκις ακούση να γίνη λόγος περί θανάτου ή ασθενείας έστω και όλως αγνώστου εις αυτήν ανθρώπου δεν παραλείπει να είπη:
— Πώς τον λυπούμαι τον κακομοίρη!
Και όμως κάποτε ελησμόνησε και ωμολόγησεν ότι παρευρέθη εις όλας τας καρατομήσεις των τελευταίων ετών. Αλλ' ήκουσά ποτε και κάποιον, όστις απομακρυνόμενος από μίαν πυρκαϊάν έλεγεν εν απογοητεύσει:
— Ωχ! αδελφέ, πυρκαϊά είν' αυτή, που δεν έχει ούτ' ένα θύμα;
Υπό ολίγην ή πολλήν υπόκρισιν, τοιαύτη είνε η ανθρωπότης εν τω συνόλω ή εν τη μεγάλη πλειονότητι αυτής, όπερ καταντά το αυτό. Είνε μέγα θηρίον, του οποίου η μεγάλη ηδονή ευρίσκεται εις την καταστροφήν. Και αν εκφράζη συμπάθειαν, αύτη έρχεται ως αμοιβή διά την ηδονήν του θεάματος, η οποία, αντιθέτως προς ό,τι γίνεται εις τα θέατρα, δεν πληρόνεται προκαταβολικώς, αλλά κατόπιν, όταν πλέον είνε και ανωφελής.
Όχι πολύ βαθεία ανάλυσις δύναται ν' αποδείξη ότι τα ωραία αισθήματα, όπως και τα ωραία άνθη, έχουν φυτρώσει εις την κόπρον. Η ηδονή της τραγωδίας δεν είνε πολύ ξένη προς αυτήν την φυσικήν αγριότητα. Εις αυτήν δε ίσως πρέπει ν' αναζητήσωμεν και την αρχήν του προς τους νεκρούς σεβασμού. Ο αποθανών δεδικαίωται, διότι είχε την διάκριση ν' αποθάνη και έπαυσε να είνε επικίνδυνος ή οχληρός. Και όχι μόνον δεδικαίωται, αλλά και συμπαθητικός γίνεται και προθύμως του αναγνωρίζονται όλαι αι αρεταί. Ο αποθανών δεδικαίωται δύναται να μεταφρασθή· «Τώρα ποιος τον λογαριάζει;»
Το φαινόμενον τούτο παρουσιάζεται ιδίως κατά τους θανάτους πολιτικών ανδρών. Άνθρωποι οίτινες ζώντας τους απεκάλεσαν προδότας, ηλιθίους και ολετήρας, τους ανακηρύττουν σπουδαίους και μεγάλους μετά θάνατον. Η μεγαλοψυχία δε αύτη αυξάνει αναλόγως προς την τραγικότητα του θανάτου των. Και έχομεν πρόσφατα παραδείγματα, τον Καρνώ, τον Κανόβαν, τον Τρικούπην. Μόνος ο ημέτερος Θοδωράκης απέδειξεν ότι δεν έχει και αυτήν την ανωφελή μεγαλοψυχίαν. Και δεν ηθέλησε να είπη περί του Τρικούπη εκείνο το οποίον με άλλους λόγους λέγουν όλοι, εκείνο το οποίον είπεν ο εχθρός του Γάλλου ευπατρίδου Γκύζη, όταν τον είδεν εξηπλωμένον νεκρόν:
— Έτσι μου φαίνεται μεγαλείτερος.