Οθέλλος Σαικσπείρου Τραγωδίαι Μέρος Β'

Part 9

Chapter 9 182 words Public domain Markdown

(7) Ο Δόγης και οι γερουσιασταί δεν ηδύναντο να λησμονήσωσιν, ότι η Ρόδος ήτον ήδη Τουρκική, καθ' ην εποχήν εκινδύνευον οι Βενετοί ν' απολέσωσι την Κύπρον. Η Ρόδος ηλώθη τω 1522 μ.Χ. υπό των Τούρκων. Έκτοτε δε οι μεν ιππόται εγκατέστησαν εν Μελίτη, οι δε Τούρκοι ανενοχλήτως κυριεύουσιν αυτής. Τοιούτου είδους λάθη δεν είναι δύσκολον ν' ανεύρη τις εις τα έργα του Σαικσπείρου. Αλλά το προτέρημα αυτών δεν είναι η ιστορική ακρίβεια, όσον η ζωή, την οποίαν ανευρίσκει τις εις παν ό,τι η δημιουργός φαντασία του μεγάλου ποιητού εκυοφόρησε. Τις αναγινώσκων τον Οθέλλον δεν φαντάζεται, ότι θα ανεύρη εν Κύπρω τα ίχνη της διαβάσεως αυτού, και την παράδοσιν της τραγικής της Δυσδαιμόνας ιστορίας;

(8) «Μarcus Luccicos, κατά τας πρώτας του κειμένου εκδόσεις. Το όνομα τούτο εκδόται τινές ηθέλησαν να μεταβάλωσιν εις Μarcus Luchese, επί λόγω, ότι η κατάληξις icos δεν είναι Ιταλική. Αλλά τις άραγε είναι ο υπό του Δόγη ζητούμενος; Κατά πάσαν πιθανότητα Έλλην τις εκ Κύπρου οπλαρχηγός (Estradiote), δυνάμενος, καθ' ό εντόπιος, να δώση χρησίμους περί των της νήσου πληροφορίας. Είναι δ' επάναγκες μήπως να φέρη Ιταλικόν ο Έλλην όνομα; Και δεν συντελεί η κατάληξις αυτή του ονόματος προς μεθερμήνευσιν του αληθούς του ποιητού διανοήματος, κατά την προκειμένην περίστασιν;» Ταύτα επιφέρει Άγγλος σχολιαστής περί του Μάρκου Λουκίκου, ή μάλλον ίσως Λουτσίκου.

(9) Περιγραφαί τοιούτων τεράτων απαντώνται εις τας αφηγήσεις των περιηγητών της εποχής εκείνης. Ιδίως αναφέρουσιν οι σχολιασταί, ως πηγήν των περί τούτου του κεφαλαίου γνώσεων του Σαικσπείρου, την κατά το 1595 δημοσιευθείσαν υπό του Sir W. Raleigh περιήγησιν εις Γουιάναν, εν η αναφέρονται και περιγράφονται ανθρωποφάγοι, αμαζόνες και ακέφαλοι άνθρωποι. Ώστε του Οθέλλου η αφήγησις δεν εθεωρείτο ως πάντη μυθώδης υπό των συγχρόνων του ποιητού, μολονότι ο δύσπιστος Ιάγος έχει τας αμφιβολίας του και αποκαλεί βραδύτερον «παραμύθια» τας διηγήσεις του ταύτας.

(10) Παραθέτω και ενταύθα περιεργείας χάριν την εις αρχαίαν Ελληνικήν έμμετρον του χωρίου τούτου μετάφρασιν, ποιηθείσαν μεν υπό του Άγγλου W. Barham, βραβευθείσαν δε εν τω του έτους 1824 διαγωνισμώ, εν τω Πανεπιστημίω της Κανταβριγίας. (Ίδε Greek and Latin Prize Poems of the University of Cambridge from 1814 to 1837).

0ΘΕΛΛΩΝ. ΤΑΓΟΣ ΕΝΕΤΩΝ.

Οθ. Εν τώδε δ' , ώσπερ και θεοίς αεί λέγω όσ', ιμέρου πλάναισιν, εξαμαρτάνω, ούτω τα τούδ' έρωτος, ως κόρη τ' εμού εμοί τ' εκείνης ήλθε, πάνθ' υμίν φράσω.

ΤΑΓ. μάλιστ', Όθελλον, ειπέ ταύθ' όπως έχει.

Οθ. εμοί πατήρ ο της δ' ετύγχανεν φίλος γεγώς· καλεί δε πολλάκις προς δώματα, και του βίου με ξυμφοράς ανιστορεί, μάχας θ', όσων μετέσχον, αστέων τ' αεί χρήζων ακούειν δυσμενείς προσεδρίας. Άπαντα δ' αυτώ τον λόγον διέρχομαι, και παιδός, ως ην, μέχρι της τόθ' ημέρας. Ενταύθα δ' ηύδων τλημονεστάτας τύχας, και πήματ' οικτρά, ναυσί καπί γης πέδου· χώπως επ' άτης εσχάτοισι σώζομαι όροισι, τειχέων θανασίμοις εν εισβολαίς· χώπως υπ' ανδρών πολεμίων αλίσκομαι, βίον τ' έχω δούλειον· είτ' ελεύθερος πολλήν θάλασσαν γην τ' εποίχομαι πλάνης. κανταύθ', (οράτε μηχανάς) λέγειν παρήν μέγιστα τ' άντρα, καβάτους ερημίας, κρημνούς, πέτρας τε, καξισούμεν' ουρανώ ορέων κάρηνα· και τον ωμηστήν λεών, ανθρωποφάγους, δάπτοντας αλλήλων κρέα, και τους υπ' ώμοις τον πελώριον βρωτούς κράτ' αυξάνοντας. Ταύτ' άρ' εξηγουμένου κράτ' ην πρόθυμος Δεσδεμώνη μου κλύειν. ου μην τα γ' οίκου των δε λιμπάνει χάριν, αεί δε, πορσύνασα κείν' όσον τάχος, πάλιν στραφείσ' άπληστον ους παρείχε μοι. α 'γώ νοήσας, καιρίαν αυτήν ποτε λαβών, πόρον τιν' εύρον άψασθαι φρενών, ώστ' εκ προθύμου καρδίας μ' αιτείν κόρην τέλειον ειπείν της εμής πλάνης λόγον, ης ην εκείνη βραχέα μεν πεπυσμένη, αλλ' ουκ ακριβώς, γ', ώσθ' άπασαν ειδέναι. Καγώ μεν ουν επήνεσ', η δε πολλάκις τέγγει κλύουσα δακρύοις παρηίδα, εμού τι σημαίνοντος ων νέος πότ' ων εδυστύχησα. Πάντα δ' ως ειρημέν' ην, μισθόν δίδωσι μυρία στενάγματα· ως ταύτ' αληθώς, φήσι, θαύματος πλέα, ως δ' οίκτρ' έλεξας, και ποθείν' οδύρμασιν. και μην πεπύσθαι μηδέν ηύχετ', αλλ' όμως ίσον λαβείν θεών ηύχετ' άνδρα· και χάριν τώνδ' έσχεν· είπε δ' , είτιν' οίδα που φίλον αυτής ερώντα, τονδ', άπερ καγώ, λέγειν πάντ' εκδιδάξαι, τάλλα δ' ην πεπεισμένα. Προς ταύτα, τάμ' εξείπον· ηράσθη δε πως εμού μεν αύτη, των δ' έκατι συμφορών, κείνης δ' ανήρ όδ', οίκτον ως είδον φρενών· τοιοίς δ' έγωγε φαρμάκοις εχρησάμην· αύτη δ' ελέγξουσ' ήδε ταύτ' εγγύς γυνή.

(11) Ο Σαικσπείρος δεν ορίζει εις οποίαν της Κύπρου πόλιν διαδραματίζονται τα συμβεβηκότα των τεσσάρων τελευταίων πράξεων του Οθέλλου. Πιθανώς αι γνώσεις αυτού ως προς την γεωγραφίαν της νήσου περιωρίζοντο εις μόνον το όνομα αυτής. Αλλά τι προς τούτο; Μη διά λεπτομερεστέρας γεωγραφικής ακριβείας ηδύνατο να εμφυσήση πλειοτέραν εις το προϊόν της γονίμου φαντασίας αυτού ζωήν; Ή, εάν έθετε την σκηνήν εν Αμμοχώστω αντί αορίστως εν Κύπρω, ήθελε πλειότερον διά τούτου συγκινήσει τους αναγνώστας ή τους θεατάς, οίτινες επί δύο ήδη εκατονταετηρίδας και ημίσειαν εδάκρυσαν και δακρύουσιν επί της σκληράς μοίρας της εναρέτου Δυσδαιμόνας;

(12) Η ουρά του σολομού είχε πολλήν παρά τοις γαστριμάργοις υπόληψιν. Κατά τον Pope, η σημασία του αρχαίου τούτου Αγγλικού ρητού είναι, ότι ο φρόνιμος προκρίνει πρωτοκαθεδρίαν εν ταπεινώ κοινωνικώ κύκλω, ή την δευτέραν θέσιν εν υψηλοτέρα περιωπή.

(13) Ιδού τι περί του διαλόγου τούτου λέγει ο Ιταλός μεταφραστής Μ. Leoni. «Μολονότι η καταφορά αύτη του Ιάγου κατά του ωραίου φύλου φαίνεται κατά πρώτην έποψιν απρεπής και άκαιρος, ανάγκη όμως να ομολογήσωμεν, ότι διαφαίνεται καθ' όλον τον διάλογον τούτον πολλή τέχνη δραματική. Εν πρώτοις, αντί να θέση εις το στόμα της Δυσδαιμόνας κοινάς εκφράσεις θλίψεως και οδυρμούς επί της κινδύνοις του θαλασσοπορούντος Οθέλλου, παριστά αυτήν ο ποιητής ως προσπαθούσαν να διασκεδάση την ανησυχίαν και την ανυπομονησίαν και να υποκρύψη την αδημονίαν αυτής. Και ερωτά ούτω τον Ιάγον τι περί γυναικών φρονεί. Ο δε Ιάγος αποκρίνεται μετά παρρησίας δήθεν και ειλικρινείας, επί σκοπώ να εξαπατήση την Δυσδαιμόναν και τον Κάσιον ως προς το ύπουλον του δολίου αυτού χαρακτήρος. Προσλαμβάνει λοιπόν ύφος στρατιωτικόν δήθεν και εκφράζεται μετά πάσης αυθαδείας, ωσεί μη δυνάμενος να υποκριθή λέγων άλλα ή όσα ενδομύχως σκέπτεται. Οι πρώτοι κατά της Αιμιλίας υπαινιγμοί είναι προοίμιον των γενικωτέρων κατά του ωραίου φύλου προσβλητικών αυτού εκφράσεων. Φαίνεται ωσεί αποστρεφόμενος παν ό,τι επαινετικόν, και προκειμένου περί εκφράσεως της ιδίας αυτού γνώμης αρνείται ευθύς εξ υπαρχής πάσαν αρετήν εις τας γυναίκας. Ούτω δε και ο Κάσιος αυτός εξαπατάται ως προς τον χαρακτήρα του Ιάγου. Η δε Δυσδαιμόνα, όσω ενάρετος και αν υποτεθή, είναι όμως γυνή. Καίτοι ανήσυχος ως εκ της μη αφίξεως του συζύγου αυτής, δεν δύναται να περιστείλη την φυσικήν αυτής επιθυμίαν του ν' ακούση την περιγραφήν αυτής, έστω και εκ χειλέων τοιούτων γενομένην, επί τη ελπίδι, ότι θ' ακούση ίσως εαυτήν υπερυψουμένην. Αλλ' εξαπατηθείσα δεν απελπίζεται, και επιμένει ζητούσα τουλάχιστον εγκώμιόν τι υπέρ της αρετής. Και παρεκτός δε τούτων πάντων, δεν είναι ουδαμώς άτεχνος η αναβολή της επί της σκηνής παρουσιάσεως του Οθέλλου. Ούτως η προσδοκία της εμφανίσεως αυτού υπεκκαίεται, δίδεται δε μεγαλειτέρα εις την άφιξιν αυτού επισημότης.» Ταύτα μεν ο Ιταλός. Ως προς δε το κυνικόν του Ιάγου συμπέρασμα (to suckle fools and chronicle small beer), αγνοώ κατά πόσον πολλοί των Σαικσπειριστών θα παραδεχθώσι την παράφρασίν μου.

(14) Την αυτήν ιδέαν εκφράζει και ο Κορνάρος εν τω Ερωτοκρίτω.

Γροικήσετε του Έρωτος θαυμάσματα που κάνει, εισέ θανάτους εκατόν τους αγαπούν τους βάνει..... Κάνει τον ακριβό 'φθηνό, τον άσχημο ερωτάρη, και κάνει τον ανήμπορον άνδρα και παλλικάρι, τον φοβιτσιάρην άφοβον, πρόθυμον τον οκνιάρη, κάνει και τον ακάτεχον να ξεύρη κάθε χάρι.

(15) If this poor trash of Venice whom I trash κ.τ.λ. Την σημασίαν των κυνηγετικών τούτων όρων ο αναγνώστης δύναται να ίδη εις τας σημειώσεις των Αγγλικών εκδόσεων. Και ενταύθα, ως και εις έτερα τινα τοιαύτα χωρία επροσπάθησα μόνον να διατηρήσω, το κατά δύναμιν, την εικόνα του Άγγλου ποιητού, καίτοι μη ευρίσκων όρους ακριβώς αντιστοιχούντας προς τους του κειμένου.

(16) Τα άσματα, άτινα ο Σαικσπείρος παρενθέτει συχνάκις εις τα δράματα αυτού, δεν είναι πάντοτε ίδια αυτού ποιήματα, αλλά δημοτικά στιχουργήματα, γνωστά ήδη εις τους ακροατάς, χάριν των οποίων έγραφε τα δράματά του εκείνα. Αι δύο στροφαί, την ετέραν μόνον των οποίων μετέφρασα ενταύθα, ελήφθησαν εκ τοιούτου ποιήματος, περισωθέντος υπό του Percy εν τη συλλογή αυτού: Relics of ancient English Poetry. Ούτω και το άσμα της Δυσδαιμόνης εν τη τελευταία σκηνή της Δης πράξεως.

(17) Συνειθίζεται εισέτι, κατ' Άγγλον σχολιαστήν, είς τινας των αρκτικών της Αγγλίας επαρχιών κατά τας νυκτερινάς συναυλίας (waits), αφού οι μουσικοί παιανίσωσι, ν' ανακράζωσι «Καλή ημέρα κύριε ή κυρία δείνα.» Εις δε το επιφώνημα τούτο προσθέτουσι και την ώραν, και οποίος είναι ο καιρός. Φαίνεται, ότι και έκτοτε επεκράτει η συνήθεια αύτη εις την πατρίδα του ποιητού. Μετεχειρίζοντο δε τότε εις τας τοιαύτας συναυλίας αυλούς (hautboys), όργανα άτινα «φυσούν αέρα.»

(18) Ενταύθα γίνεται λογοπαίγνιον επί των λέξεων tale και tail, μη μεταφράσιμον και τούτο.

(19) which doth make the meat it feeds on.

Ότι ο ζηλότυπος εφευρίσκει αφορμάς προς ζηλοτυπίαν.

(20) «Οι συλλογισμοί ούτοι του Ιάγου είναι άξιοι παρατηρήσεως. Το ψεύδος και ο δόλος όσω και αν κατά το φαινόμενον παράσχωσιν ωφέλειαν επί τινα καιρόν, επί τέλους αντί να προάξωσι παρεμποδίζουσι την ευτυχίαν του προσφεύγοντος εις ταύτα. Αυτοί οι εκ του ψεύδους ωφελούμενοι δυσπιστούσι προς τον ψευδόμενον, το δε ψεύδος καταστρέφει την εμπιστοσύνην και ότε είναι τούτο αγάπης απόρροια και απόδειξις. Τούτο δ' εφαρμόζεται εν μέρει και επί συνοικεσίων αναρμόστων, άτινα γίνονται εξ απερισκέπτου γενναιοφροσύνης. Αφού παρέλθη η πρώτη του έρωτος ορμή, επέρχεται η υποψία. Αι δε ορμητικαί εκείναι ροπαί, αφ' ων το πρώτον επήγασε σφάλμα, φέρουσιν εις νέα λάθη, και οι δείξαντες ότι δεν έχουσι την απαιτουμένην φρόνησιν προς χαλίνωσιν των παθών αυτών θα υποπέσωσιν εις την κατηγορίαν, ότι δεν έχουσι και την απαιτουμένην αρετήν, όπως νικήσωσι τα πάθη ταύτα. » Johnson.

(21) Eνταύθα η παρομοίωσις του κειμένου βασίζεται επί εκφράσεων και όρων αναγομένων εις την ιερακοτροφίαν. Η ακριβολογία περί την μετάφρασιν του χωρίου τούτου, δεν ήθελε βοηθήσει τον Έλληνα αναγνώστην προς κατάληψιν της ιδέας του ποιητού, όστις συχνάκις ποιείται χρήσιν τοιούτων εικόνων. Ούτω και η Ιουλιέτα ήθελε να έχη την φωνήν του ιερακοτρόφου, όπως προσκαλέση οπίσω τον ωραίον αυτής ιέρακα. Και οι ημέτεροι δε ποιηταί, οι γράψαντες καθ' ην εποχήν η διά των ιεράκων θήρα ήτο εν χρήσει, συχνάκις αναφέρουσι τους ιέρακας εις τα στιχουργήματα αυτών. Ούτως ο Ερωτόκριτος εξέρχεται

κάθε αυγή και κάθ' αργά 'ς τ' άλογο καβαλλάρης, και με γεράκια και σκυλιά, σαν νάτον κυνηγάρης.

Και εν τη Βυζαντινή δ' εποποιία του Διγενούς Ακρίτα, τη εσχάτως εν Παρισίοις υπό των κ. κ. Σάθα και Legrand δημοσιευθείση, ο πενθερός του Ακρίτα τω προσφέρει μεταξύ άλλων δώρων και «ιέρακας καν δώδεκα μουτάτους.» (στ : 1,395). Άλλως τε εις τους Βυζαντινούς οφείλεται και τούτο το συμπλήρωμα του μεσαιωνικού της Δύσεως πολιτισμού. Ο Jean de Francières ο κατά τον 15ον αιώνα πρώτος γράψας γαλλιστί συστηματικόν ιερακοσόφιον, ομολογεί εν προοιμίω, ότι συνέγραψε τούτο επί τη βάσει του Ελληνικού ιερακοσοφίου του Αγαπητού Κασσιανού. Ο Ρόδιος ούτος διετέλεσε ιερακοτρόφος των μεγάλων Μαγίστρων του εν τη πατρίδι αυτού άρχοντος τότε τάγματος των ιπποτών του Αγίου Ιωάννου. (Ίδε Σάθα, Νεοελληνικήν φιλολογίαν, σελ: 109.) Δεν είναι δε, ως φαίνεται, ο Κασσιανός ο μόνος συγγραφεύς ιερακοσοφίων Έλλην. Παρά του Κου Σάθα πληροφορούμαι, ότι διεσώθησαν πολλά χειρόγραφα Βυζαντινών τοιούτων ιερακοσοφίων, άτινα ούτε εδημοσιεύθησαν, ούτε εξητάσθησαν μέχρις ώρας.

(22) Πολλά εγράφησαν περί του χρώματος του Οθέλλου. Το επίθετον χειλάς (thick-lips), διά του οποίου χαρακτηρίζει αυτόν ο Ροδερίκος, ενισχύει προ πάντων τους θέλοντας να παραστήσωσι αυτόν ως καθ' εαυτό Αιθίοπα. Εξ άλλου, η λέξις Μoor, Μαύρος, ισοδύναμος προς το Άραψ ή Μαυριτανός, υποβοηθεί τους διεκδικούντας την καλαισθησίαν της Δυσδαιμόνας και μη ανεχομένους, ότι ο τοσούτον εις εκείνην εμπνεύσας έρωτα ηδύνατο να έχη γνησίαν Αιθίοπος μορφήν. Μεταξύ των τελευταίων τούτων συγκαταριθμείται ο Γάλλος μεταφραστής Francois Victor Hugo, όστις ανακράζει μετ' αγανακτήσεως:

«Όχι! Ό,τι και αν λέγωσιν οι επικριταί εν »Γερμανία και εν Αμερική, δεν ήτο Αιθίοψ ο εραστής της »θυγατρός των Δογών. Επί της ευγενούς του Οθέλλου όψεως »ο Σαικσπείρος επέρριψε το χρώμα της δείλης, ουχί το της »νυκτός!»

(23) Η έλλειψις ιδίας λέξεως εν τη κοινή (ή η άγνοιά μου λέξεως τοιαύτης) προς διάκρισιν του φρύνου από του βατράχου, έστω η δικαιολόγησίς μου δια την ληφθείσαν ενταύθα ελευθερίαν, του να μεταβάλω εις σαύραν τον φρύνον.

(24) Το όνομά μου. Αι πλείσται των νεωτέρων εκδόσεων (λέγει Άγγλος σχολιαστής) φέρουσι: το όνομά της: her name. Αλλ' η τοιαύτη του κειμένου γραφή αντίκειται εις την αληθή του χαρακτήρος του Οθέλλου αντίληψιν. Το αίσθημα της _τιμής_ τω αποκαθιστά αφόρητον την υποψίαν, ότι η σύζυγος αυτού είναι ένοχος. Ουχί της Δυσδαιμόνας το όνομα, αλλά το ιδικόν του αμαυρούται και εξευτελίζεται. Το αίσθημα τούτο, πρώτον ήδη ενταύθα υποδεικνύμενον, επικρατεί μέχρι τέλους, ότε αληθώς λέγει, ότι ουδέν έπραξεν εκ μίσους αλλά τα πάντα υπέρ της τιμής.

For nought I did in hate, but all in honour.

Αναλογιζόμενος ότι το άσπιλον αυτoύ όνομα εμολύνθη, παραφέρεται υπό ακρατήτου μανίας. Εζήτει απόδειξιν. Ότε δε πείθεται, ότι ητιμάσθη, γίνεται άλλος εξ άλλου..

If there be cords, or knives, poison, or fire, or suffocating streams, I' ll not endure it.

(25) Ατυχής και αύτη απόπειρα προς διατήρησιν του ύφους του κειμένου, όπου ο διάλογος βασίζεται επί σειράς λογοπαιγνίων επί της λέξεως lies; he lies= μένει, κατοικεί. Lies = ψεύδη και he lies πάλιν = ψεύδεται.

(26) Το αποστάζον εκ των μωμιών εκχύλισμα εθεωρείτο ως φάρμακον κατά της επιληψίας. Καίτοι απωλέσαν την φήμην της τοιαύτης ιδιότητος, το μυθολογικον τούτο υγρόν, λέγει Άγγλος σχολιαστής, πωλείται όμως εισέτι είς τινα φαρμακεία, οι δε ζωγράφοι εκτιμώσιν αυτό προς χρωματισμόν σκιών.

(27) Ούτω και το δημοτικόν δίστιχον:

«Εσείς οι νέοι τόχετε, το δένδρον ν' αγαπάτε, κι' απόντες φάτε τον καρπόν, το δένδρον λησμονάτε.» (Passow. Disticha Νο 321.)

(28) Ούτω και εν Ερωτοκρίτω (σελ: 241).

«Αν και βαρής 'ς την χέρα σου τόνα δαχτύλι μόνον, γροικάς εις όλον το κορμί το βάρος και τον πόνον.»

(29) Κατ' αρχαίαν Αγγλικήν πρόληψιν, οι κόρακες περιίπταντο άνωθι των οικιών, ένθα μόλυσμά τι υπήρχε.

(30) «Το επιφώνημα τούτο του Οθέλλου μαρτυρεί την δραματικήν του Σαικσπείρου τέχνην. Ότε πρώτον ο Ιάγος (εν σκηνή Γ' της τρίτης πράξεως) προσπαθεί να εξάψη την ζηλοτυπίαν του Οθέλλου, ούτος δε ζητεί αποδείξεις, ο Ιάγος αποκρίνεται, ότι είναι δύσκολον να τω φέρη απόδειξιν οίαν ζητεί, και αν έτι οι δύο ερωμένοι ήσαν

«Ωσάν τους τράγους βιαστικοί, ζεστοί 'σάν τους πιθήκους.»

Αι λέξεις εκείναι αντηχούσιν έτι εις τα ώτα του Οθέλλου, όστις πεπεισμένος ήδη περί της απιστίας της συζύγου αυτού, απέρχεται άλλος εξ άλλου, εκφωνών τας λέξεις ταύτας ωσεί έλεγε: Είχε δίκαιον ο Ιάγος· το βλέπω τώρα, ότι είναι ωσάν πίθηκοι και τράγοι!» Malone.

(31) Η Αιμιλία έχει, ως φαίνεται, την κακήν του ωτακουστείν συνήθειαν. Άλλως θα ηγνόει οποίας λέξεις απηύθυνε προς την ατυχή αυτού σύζυγον ο Οθέλλος.

(32) Εις τας Αγγλικάς εκδόσεις δεν σημειούται ενταύθα νέα σκηνή, ούτε μεταβολή σκηνογραφίας. Αλλ' ο Ιάγος και ο Ροδερίκος δεν ηδύναντο ευκόλως να συναντηθώσιν εντός της κατοικίας αυτής του Οθέλλου, όπως κατ' αυτού συνομόσωσι. Καθ' α παρατηρεί ο Γάλλος μεταφραστής Fr. V. Hugo, η μεταβολή σκηνής διορθοί την δυσκολίαν ταύτην. Δεν ετόλμησα όμως να παραδεχθώ την τοιαύτην διόρθωσιν και να διχοτομήσω την σκηνήν, εναντίον της γενικής των Άγγλων εκδοτών παραδόσεως.

(33) Παρενθέτω ενταύθα τους στίχους του Σολωμού. Διά της μεταφράσεώς του ο μέγας της Ζακύνθου ποιητής έδωκε δια παντός την Ελληνικήν αυτού μορφήν εις το άσμα της Δυσδαιμόνας.

(34) Ο Ιάγος επλήγωσεν εκ προθέσεως τον Κάσιον κατά τον μηρόν, αφού ήκουσεν αυτού λέγοντος, ότι έχει άτρωτον τον θώρακα.

(35) «Ο μονόλογος ούτος αποκαθίσταται σκοτεινός ως εκ της συντομίας αυτού. Η έννοια, νομίζω, είναι η εξής: Ιδού εγώ ενταύθα, λέγει ο Οθέλλος καθ' εαυτόν, καταβεβλημένος υπό φρίκης. Τις ο λόγος της ταραχής μου; Ο δισταγμός μου προς τιμωρίαν της ενόχου; ή ο φόβος μη χύσω αίμα; Ουχί. Δεν με καταβάλλει η πράξις αύτη, αλλά το αίτιον ένεκα του οποίου διαπράττεται!» Johnson. Είς των επιτυχεστέρων κατά τους τελευταίους τούτους χρόνους διερμηνευτών του προσώπου του Οθέλλου επί της Αγγλικής σκηνής έδιδε, καθ' α πληροφορούμαι, ετέραν εις το χωρίον τούτο εξήγησιν. Εισήρχετο εν τω θαλάμω της κοιμωμένης Δυσδαιμόνας κρατών κάτοπτρον ανά χείρας. Βλέπων δ' εν αυτώ το μέλαν πρόσωπόν του ανέκραζε: «Το αίτιον! Τούτο είναι το αίτιον!» Επαναλαμβάνων δ' εν τω τρίτω στίχω τας λέξεις ταύτας έρριπτε μετ' απελπισίας το κάτοπτρον κατά γης και συνέτριβεν αυτό.

(36) Αποσπώ την εξής περικοπήν εκ της του Γερβίνου φιλοσοφικωτάτης του όλου δράματος αναλύσεως. «Ο Οθέλλος αποφασίζει τον φόνον της συζύγου του, μεθ' όσης αταραξίας ήθελε καταδικάσει αυτήν εις θάνατον, εάν επείχε θέσιν απλώς δικαστού. Αλλά τούτο δεν καταπνίγει εν αυτώ τα αισθήματα του ανδρός, του συζύγου· ουδέ σμικρύνει την συναίσθησιν της γενομένης εις την τιμήν και εις τον έρωτα αυτού προσβολής. Όπως υπό την ιδίαν αυτού έποψιν εννοήσωμεν τους λόγους της αποφάσεώς του, ανάγκη να αναπολήσωμεν μεθ' οπόσης αυστηρότητος εξετέλει τα προς την εν Βενετία αρχήν καθήκοντα αυτού και μεθ' οπόσης πειθαρχικής αμεροληψίας ετιμώρησε του Κασίου το ατόπημα... Ηθέλησε να παραδειγματίση τον Κάσιον ουχί υπό της οργής κινούμενος, αλλ' υπό της φρονήσεως και υπό του αισθήματος του καθήκοντος. Κατ' εκείνην την περίστασιν, ότε η ψυχή αυτού ούτε υπό έρωτος ούτε υπό ζηλοτυπίας επηρεάζεται, τιμωρεί τον Κάσιον, ως ήδη τιμωρεί την Δυσδαιμόναν. Ναι μεν και τότε και ήδη παροργίζεται. Ήδη πιστεύει, ότι έχει αποδείξεις της συζυγικής της Δυσδαιμόνας απιστίας. Αλλά το καθήκον ουχί η οργή κινεί την τιμωρόν αυτού χείρα. Δεν τον ωθεί, λέγει εν τω μονολόγω αυτού το πάθος, αλλά το αίτιον. Ουδέ τον αναχαιτίζει η σκέψις μη μετανοήση αφού φονεύση αυτήν. Η θέα του κάλλους της κοιμωμένης Δυσδαιμόνας συγκινεί αυτόν μέχρι δακρύων, αλλά δεν κλονίζει την απόφασίν του. Γοητεύεται υπό ηδυπαθείας ασπαζόμενος αυτήν και αισθανόμενος την ευώδη αναπνοήν, ήτις πείθει σχεδόν αυτόν να θραύση το ξίφος της Δικαιοσύνης, αλλά μένει ακλόνητος. Υψηλή τις Δικαιοσύνη ενυπάρχει εις τα σκληρά αυτού δάκρυα. Η λύπη του είναι καθώς ο Ουρανός· παιδεύει όπου αγαπά.» (Gervinus, Shakespeare Commentaries. σελ. 542).

(37) Ο Οθέλλος έρχεται με την απόφασιν να μη χύση το αίμα της συζύγου αυτού και πνίγει αυτήν διά του προσκεφαλαίου, διά του οποίου κρύπτει συγχρόνως και το πρόσωπον αυτής, όπως μη το βλέπη και κλονισθή. Αλλά διά να μη προμακρύνηται η αγωνία αυτής, καθόσον δεν είχεν εντελώς θανατωθή διά της ασφυξίας, προσφεύγει εις την μάχαιραν αυτού και την πληγόνει θανασίμως. Αι πληγαί αύται αποκαθιστώσι πιθανήν την προφοράν των λέξεων, τας οποίας προ του θανάτου αυτής λέγει. Άλλως, εάν η πρώτη του προσκεφαλαίου απόπειρα επετύγχανε, δεν ηδύνατο να λαλήση πλέον. Εις τας Αγγλικάς του κειμένου εκδόσεις ουδεμία συνήθως προστίθεται προς τον ηθοποιόν οδηγία μετά τους στίχους τούτους του Οθέλλου.

I would not have thee linger in thy pain. So. So.

Ως εκ της τοιαύτης δ' ελλείψεως και σχολιασταί τινες και ηθοποιοί αποδίδουσιν εις τον Σαικσπείρον το λάθος, ότι δήθεν η Δυσδαιμόνα ομιλεί αφού άπαξ επνίγη. — Αλλ' οι στίχοι ούτοι φαίνονται προφανώς μαρτυρούντες, ότι ο Οθέλλος βλέπων την Δυσδαιμόναν ζώσαν έτι και αναπνέουσαν, αποφασίζει διά μιας να την αποτελειώση, λησμονών δε την προτέραν αυτού απόφασιν, «της χύνει το αίμα και της χαλνά το κορμί.»

(38) «Το πρόσωπον της Δυσδαιμόνας, λέγει ο Mezières, είναι εκ των θελκτικοτέρων του Σαικσπείρου πλασμάτων. Κατά την διάνυσιν της ειμαρμένης αυτής η σύζυγος του Οθέλλου δεν αναδεικνύει ούτε την επιδεξιότητα, ούτε την δραστικότητα Ιταλίδος γυναικός, ουδέ φαίνεται ουδαμώς ανήκουσα εις την αυτήν ως ο Ιάγος φυλήν. Αφού άπαξ υπό ενός κυριευθή αισθήματος, καταβάλλεται και απορροφάται υπ' αυτού, ωσεί ήτο της Άρκτου γέννημα. Ο έρως, όστις συνήθως αποκαθιστά τας γυναίκας τοσούτον ευμηχάνους, πληροί την καρδίαν αλλά δεν εξεγείρει την διάνοιαν αυτής. Τα συζυγικά καθήκοντα περικλείουσι πανταχόθεν τον ορίζοντα αυτής, πέραν δε του ορίζοντος εκείνου, ουδέν βλέπει ειμή σκότος. Ούτω δεν υποπτεύεται τους επαπειλούντας αυτήν κινδύνους, ουδέ φροντίζει να υπερνικήση αυτούς. Δεν απητείτο πολλή οξύνοια, όπως εννοηθώσιν οι σκοποί του Ιάγου. Αλλ' η Δυσδαιμόνα καταβάλλεται άνευ αμύνης. Εν πλήρει αθωότητι φέρεται προς τον σύζυγον αυτής εις τρόπον ώστε να τον παροξύνη, και παρέχει εις αυτόν αφορμάς υποψίας, τας οποίας άλλη επιδεξιωτέρα γυνή ήθελε διεκφύγει. Υπερασπίζεται τον Κάσιον, αναφέρει το όνομα αυτού εις πάσαν μετά του Οθέλλου συνομιλίαν, και μέχρι της εσχάτης αυτής πνοής έτι. Το απόνηρον αυτής γίνεται του θανάτου της η αιτία. Αλλά το απόνηρον ήτο ανέκαθεν το ιδιάζον αυτής χαρακτηριστικόν. Κατά τον ηθικόν νόμον, καθ' ον διελίσσονται πάντες οι εν τω Σαικσπειρείω θεάτρω χαρακτήρες, η Δυσδαιμόνα, καίτοι αθώα, τιμωρείται ένεκα του πρώτου αυτής παραπτώματος. Καθώς ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα, υπεχώρησε και αύτη εις του πάθους την ορμήν, παρήτησε τον πατέρα, περιεφρόνησε το καθήκον. Η κόρη, ήτις αποδιδράσκει εκ της πατρικής οικίας, όπως παρακολουθήση τον σύζυγον, τον οποίον αυτή μόνη εξελέξατο, δεν θα ευδαιμονήση. Η αρά του γέροντος γερουσιαστού μένει επί της κεφαλής της Δυσδαιμόνης. «Πρόσεχε, λέγει προς τον Οθέλλον ο Βραβάντιος· ως ηπάτησε τον πατέρα, δύναται και τον σύζυγον ν' απατήση.» Τα πάντα όσα υπέρ του έρωτος εθυσίασεν, η τρυφερότης, η γενναιότης αυτής, τα πάντα στρέφονται εις καταμαρτυρίας κατ' αυτής. Καθ' ο εξ αρχής αγαπήσασα τοσούτον αυτογνωμόνως, θα εκληφθή ως δολία κατόπιν. Παραιτεί την πατρίδα· και επί ξένης γης, μακράν πάσης προστασίας, ακούει εαυτήν εξυβριζομένην· βλέπει σύνοφρυν τον Οθέλλον και κυριεύεται υπό αθυμίας. Ουδεμία τη απολείπεται πικρία. Προσβάλλεται και ο έρως και η τιμή αυτής. Η αβρά και ευαίσθητος νέα, ήτις ούτε δυσανασχετεί ούτε παραπονείται, αλλά προσπαθεί να εφεύρη δικαιολογήματα προς συγκάλυψιν της αδικίας του ανδρός αυτής, κατηγορείται ως άτιμος και περιφρονείται δημοσία, μέχρις ου επί τέλους εν τη ακμή της νεότητος θανατόνεται υπ' αυτού εκείνου, χάριν του οποίου τα πάντα εθυσίασε. Εκ τούτου δεν έπεται, ότι ο Σαικσπείρος καταδικάζει το ψυχικόν πάθος. Απ' εναντίας και αισθάνεται και εμπνέει βαθείαν υπέρ των θυμάτων του τοιούτου πάθους συμπάθειαν. Αλλ' υποδεικνύει εις ημάς πού το πάθος απολήγει, ότε χάριν αυτού θραύονται οι κοινωνικοί δεσμοί και καταπατούνται τα οικογενειακά καθήκοντα. (Mezières: Shakespeare, ses œuvres et ses critiques.)

(39) θέλει να ίδη αν ο Ιάγος ήναι τραγόπους, ως ο Διάβολος· αλλά τα περί τούτου λεγόμενα είναι μύθοι, επιλέγει.