Οθέλλος Σαικσπείρου Τραγωδίαι Μέρος Β'

Part 4

Chapter 4 4 words Public domain Markdown

ΚΑΣΙΟΣ Ενθυμούμαι ένα σωρόν πράγματα, όλα ανακατωμένα· ένα μάλωμα, αλλ' αφορμήν... τίποτε. Ω! τι βάζουν οι άνθρωποι μέσα εις το στόμα των τον εχθρόν, διά να τους κλέπτη τα μυαλά; Και το έχομεν χαράν μας και ηδονήν και ξεφάντωμα να γινώμεθα μόνοι μας κτήνη!

ΙΑΓΟΣ Και όμως τώρα είσαι αξιόλογα. Πώς έκαμες και συνήλθες;

ΚΑΣΙΟΣ Ο ένας διάβολος, η Μέθη, έδωκε τόπον εις τον άλλον διάβολον, την οργήν. Το ένα ελάττωμα μου δείχνει το άλλο, διά να σιχαθώ τον εαυτόν μου ολότελα.

ΙΑΓΟΣ Έλα, έλα· μην το παρακάμης. Καθώς ήλθαν τα πράγματα, — η ώρα, ο τόπος, η κατάστασις της χώρας, καλλίτερα ήτο να μη εγίνετο ό,τι έγεινε. Αλλ' αφού έγεινε πλέον, κύτταξε τώρα να το διορθώσης.

ΚΑΣΙΟΣ Αν του ξαναζητήσω τον βαθμόν μου, θα μου ειπή ότι είμαι ένας κρασοπότης. Και όλα τα στόματα της Λερναίας Ύδρας να τα είχα, θα με απεστόμονε η απόκρισίς του! — Να ήναι κανείς εις τα σωστά του, και διά μιας να τα χάνη, και να γίνεται κτήνος! Τι πράγμα! Κάθε ποτήρι περισσότερον οπού πίνει κανείς είναι κατηραμένον, και έχει τον διάβολον μέσα του!

ΙΑΓΟΣ Έλα, έλα! Το κρασί είναι καλός φίλος, όταν κανείς του φέρνεται καλά. Μη φωνάζης εναντίον του, και άκουσε εμένα τι σου λέγω. Πιστεύω να πιστεύης ότι σ' αγαπώ, υπασπιστά.

ΚΑΣΙΟΣ Μου το απέδειξες αρκετά, φίλε μου. — Εγώ μεθυσμένος!

ΙΑΓΟΣ Και συ και κάθε άλλος άνθρωπος ημπορεί να μεθύση μίαν φοράν εις την ζωήν του, άνθρωπε! Άκουσε τώρα τι να κάμης. Η γυναίκα του στρατηγού μας είναι τώρα ο στρατηγός. Αυτό ημπορεί κανείς να το λέγη, αφού είναι δοσμένος και αφιερωμένος εις το να κυττάζη, να θαυμάζη και να λογαριάζη τα προτερήματα και ταις χάραις της. Ειπέ της ελεύθερα τον πόνον σου. Παρακάλεσέ την να σε βοηθήση διά να ξαναλάβης τον βαθμόν σου. Είναι τόσον καλοδιάθετη, τόσον υποχρεωτική, τόσον αγαθή, ώστε το έχει αμαρτίαν να μη κάμη περισσότερον από ό,τι της ζητεί κανείς. Παρακάλεσέ την λοιπόν να διορθώση εκείνη αυτήν την χαλασμένην κλείδωσιν μεταξύ σου και του ανδρός της. Και σου στοιχηματίζω — την τύχην μου με ό,τι θέλεις, — ότι ύστερον από το χάλασμα τούτο, η φιλία σας θα ξαναγείνη γερή περισσότερον από πριν.

ΚΑΣΙΟΣ Καλά με συμβουλεύεις.

ΙΑΓΟΣ Σου ομιλώ ως φίλος σου ειλικρινής και καλοθελητής σου.

ΚΑΣΙΟΣ Το γνωρίζω, φίλε μου. Και αύριον πρωί πρωί θα παρακαλέσω την ενάρετην Δυσδαιμόναν να μεσιτεύση δι' εμένα. Αν αποτύχω εκεί, απελπισία τότε!

ΙΑΓΟΣ Αυτό είναι το σωστόν. Καλήν νύκτα, υπασπιστά. Πρέπει να 'πάγω εις την φρουράν.

ΚΑΣΙΟΣ Καλήν νύχτα, τίμιε Ιάγο.

(Απέρχεται ο ΚΑΣΙΟΣ)

ΙΑΓΟΣ Και ποίος τώρα θα μου 'πή πως είμαι κατεργάρης, ενώ του δίδω συμβουλήν σωστήν και τιμημένην, που έρχεται εις την πειθώ και είν' ο μόνος τρόπος να ξανακάμη φίλον του τον χολωμένον Μαύρον; Διότι ευκολόπιαστη η Δυσδαιμόνα είναι, άμα κανείς διά καλόν ζητεί την συνδρομήν της· έχει γενναίαν την καρδιάν και ανοικτόν το χέρι. Και έπειτα τον άνδρα της τον κάμνει ό,τι θέλει· κι' αν του ζητήση ν' αρνηθή ως και το βάπτισμά του και όλα τα μυστήρια της θείας Σωτηρίας, τον έχει 'ς την αγάππν της σφικτοδεμένον τόσον, ώστε τα πάντα ημπορεί να κάμη, να ξεκάμη, κι' ό,τι 'ς τον νουν της καταιβή, 'μπορεί να τ' απολαύση απ' την αδυναμίαν του. — Πώς είμαι κατεργάρης λοιπόν, αφού τον Κάσιον του έδειξα τον δρόμον διά να φθάση ασφαλώς εις την επιτυχίαν; Έχει κ' η Κόλασις Θεόν! Όταν εβγάζουν έξω οι Δαίμονες τα κρίματα τα πλέον σκοτεινά των, με χρώματα ουράνια να τα στολίζουν 'ξεύρουν. Αυτό κατώρθωσα κ' εγώ. Διότι ενώ τώρα αυτός ο τίμιος κουτός από την Δυσδαιμόναν την συνδρομήν της θα ζητή και θα την καλοπιάνη, κ' εκείνη θα φορτόνεται προς χάριν του τον Μαύρον, εγώ 'ς τ' ανδρός της το αυτί θα στάζω το φαρμάκι ότι αυτή επιθυμεί τον Κάσιον κοντά της δι' όρεξίν της σαρκικήν και όσον επιμένει να του ζητή την χάριν του και την συγχώρησίν του, τόσον ο Μαύρος δι' αυτήν θα παίρνη υποψίαν, και τόσον θα του φαίνεται η αρετή της πίσα. Από την καλοσύνην της δίχτυ εγώ θα πλέξω, και θα τους πιάσω όλους των!

(Εισέρχεται ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ).

Τι θέλεις Ροδερίκε;

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Είμαι εδώ, όχι ωσάν λαγωνικόν εις το κυνήγι, αλλ' ωσάν σκύλος οπού δεν ηξεύρει άλλο παρά να γαυγίζη. Τα χρήματά μου κοντεύω να τα ξεπατώσω, απόψε ταις έφαγα όχι και καλλίτερα· και άλλο δεν βλέπω εμπρός μου παρά ότι τα παθήματα θα μου γείνουν μαθήματα, και ότι θα επιστρέψω εις την Βενετίαν χωρίς γρόσι, αλλά με κάτι περισσοτέραν γνώσιν.

ΙΑΓΟΣ Όποιος δεν έχ' υπομονήν τι πτώχειαν που την έχει! Και ποια πληγή να ιατρευθή δεν παίρνει τον καιρόν της; Ημείς δουλεύομεν με νουν, και όχι με τα μάγια, κι' ο νους χρειάζεται καιρόν. Και τι παραπονείσαι; Μη δεν πηγαίνομεν καλά; Έφαγες ξύλον, λέγεις· πλην παύεται ο Κάσιος διά το ξύλον τούτο. Έχει φυτά που γρήγορα 'ς τον Ήλιον μεγαλόνουν· αλλ' ό,τι πρωτοάνθησε και πρωτοωριμάζει. Έχε λοιπόν υπομονήν. — Να! 'ξημερόνει κι' όλα! Με την χαράν ή την δουλειάν πώς ξεγλιστρά η ώρα! Τραβήξου τώρα· πήγαινε εις το κατάλυμά σου· τραβήξου· περισσότερα θα μάθης μετ' ολίγον. Ώρα καλή.

(Απέρχεται ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ).

Δυο πράγματα έχω να κάμω τώρα. Θα βάλω την γυναίκα μου το μέρος του Κασίου κοντά εις την κυρίαν της να πάρη. Και συγχρόνως εγώ τον Μαύρον απ' εκεί θα τον απομακρύνω, και θα τον φέρω έξαφνα, τον Κάσιον να εύρη μαζή με την γυναίκα του, ενώ θα της γυρεύη την προστασίαν της αυτός. Ιδού τα σχέδιά μου. Μη τύχη κ' η αναβολή μου τα κρυολογήση!

ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α' .

Έμπροσθεν του φρουρίου. (Εισέρχεται ο ΚΑΣΙΟΣ μετά ΜΟΥΣΙΚΩΝ).

ΚΑΣΙΟΣ Παίζετ' εδώ, καλά παιδιά, και θα σας το πληρώσω. Όχι πολύ· 'ς τον στρατηγόν ειπήτε καλή 'μέρα. (17)

(Η μουσική παιανίζει. Εισέρχεται ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ).

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Αι, παιδιά, από την Νεάπολιν έρχονται τα όργανα και λαλούν με την μύτην;

Α’. ΜΟΥΣΙΚΟΣ Τι, κύριε; τι;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Αέρα φυσούν τα όργανα αυτά;

Α’. ΜΟΥΣΙΚΟΣ Μάλιστα, κύριε· μάλιστα.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Εδώ έχουν την ουράν; (18)

Α’. ΜΟΥΣΙΚΟΣ Πού είδες ουράν, Κύριε;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Πού! εις πολλά όργανα οπού φυσούν αέρα. Να, παιδιά μου, χρήματα. Ο στρατηγός τόσον αρέσει την μουσικήν σας, ώστε σας παρακαλεί και καλά να την αφήσετε ήσυχην.

Α’. ΜΟΥΣΙΚΟΣ

Πολύ καλά· παύομεν.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Αν έχετε μουσικήν να μην ακούεται, εμπρός παιδιά. Αλλά την μουσικήν οπού ακούεται, δεν την πολυνοστιμεύεται ο στρατηγός.

Α’. ΜΟΥΣΙΚΟΣ Δεν την ηξεύρομεν τέτοιαν μουσικήν, Κύριε.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Τότε λοιπόν, την φλογέραν 'ς το σακκί, και σας εχαιρέτησα! Πηγαίνετε 'ς τον άνεμον! Κατευόδιόν σας!

(Εξέρχονται οι Μουσικοί.)

ΚΑΣΙΟΣ Ακούεις, καλό παιδί;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Δεν ακούω _Καλό παιδί._ Εσένα ακούω.

ΚΑΣΙΟΣ Άφησε να ζης ταις νοστιμάδες. Πάρε αυτό το χρυσόν κομματάκι· αν εξύπνησε η κυρά, η οποία υπηρετεί την αρχόντισσαν του στρατηγού, ειπέ της, ότι ένας κάποιος Κάσιος παρακαλεί να της ειπή δύο λογάκια. Μου κάμνεις την χάριν;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Εξύπνησε, Κύριε. Αν θέλη να κοπιάση εδώ, ίσως της το ειπώ.

ΚΑΣΙΟΣ Ειπέ της το, καλό παιδί.

(Εξέρχεται ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Εισέρχεται ο ΙΑΓΟΣ.)

ΚΑΣΙΟΣ Καλώς σε ηύρα, Ιάγο.

ΙΑΓΟΣ Και κάτι; δεν επλάγιασες λοιπόν απόψε;

ΚΑΣΙΟΣ Όχι. Εχάραζ' όταν έφευγες . — 'Πήρα το θάρρος, Ιάγο, να στείλω 'ς την γυναίκα σου. Θα την παρακαλέσω, αν ήναι τρόπος κ' ημπορή, να με παρουσιάση 'ς την Δυσδαιμόναν την καλήν.

ΙΑΓΟΣ Ευθύς να σου την στείλω. Και εις τον ίδιον καιρόν εγώ θα προσπαθήσω να τραβηχθή ο στρατηγός, διά να ημπορέσης με την ελευθερίαν σου μαζή της να 'μιλήσης.

ΚΑΣΙΟΣ Με υπεχρέωσες πολύ.

(Εξέρχεται ο ΙΑΓΟΣ.)

Ποτέ 'ς την Φλωρεντίαν δεν ηύρα φίλον 'σαν αυτόν, καλόν και τιμημένον.

(Εισέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ.)

ΑΙΜΙΛΙΑ Καλή σου' μέρα, Κάσιε καλέ μου. Πώς λυπούμαι μ' αυτά οπού σου έτυχαν. Αλλά θα 'σιάσουν όλα. Ο Μαύρος κ' η γυναίκα του 'μιλούσαν δι' εσένα. Αυτή σ' εδιαφέντευε· και έλεγεν ο Μαύρος, ότι κ' υπόληψιν πολλήν και συγγενείς 'ς την Κύπρον έχει αυτός που 'πλήγωσες, και γνωστικόν δεν είναι να μείνης ατιμώρητος· αλλ' ότι σ' έχει φίλον, και ότι δεν χρειάζεσαι καλλίτερον μεσίτην απ' την καλήν του θέλησιν, εις πρώτην ευκαιρίαν τον παλαιόν σου τον βαθμόν και πάλιν να σου δώση.

ΚΑΣΙΟΣ Αλλ' όμως σε παρακαλώ, εάν εσύ νομίζης, ότι δεν είν' αταίρειαστον κι' ότι ημπορεί να γείνη, κατάφερέ μου μοναχήν να ιδώ την Δυσδαιμόναν κι' ολίγα λόγια να της πω.

ΑΙΜΙΛΙΑ Αν θέλης έλα μέσα, κ' εγώ σου τα οικονομώ διά να της 'μιλήσης ελεύθερα.

ΚΑΣΙΟΣ Σ' ευχαριστώ, καλή μου Αιμιλία.

(Απέρχονται.)

ΣΚΗΝΗ Β' .

Θάλαμος εν τω φρουρίω. (Εισέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ ο ΙΑΓΟΣ και ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ.)

ΟΘΕΛΛΟΣ Τα γράμματά μου δόσε τα εις τον πιλότον, Ιάγο, και ας ειπή 'ς τους άρχοντας τα προσκυνήματά μου. Έλα να μ' εύρης έπειτα 'ς τα τείχη.

ΙΑΓΟΣ Ορισμός σου.

ΟΘΕΛΛΟΣ Λοιπόν, αυθένται, θέλετε τα τείχη να ιδούμεν;

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ Ακολουθούμεν, στρατηγέ, την γενναιότητά σου.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Γ' .

Έμπροσθεν του φρουρίου. (Εισέρχονται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ, ο ΚΑΣΙΟΣ και η ΑΙΜΙΛΙΑ)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Να ήσαι βεβαιότατος, ω Κάσιε, θα κάμω ό,τι μου είναι δυνατόν προς χάριν ιδικήν σου.

ΑΙΜΙΛΙΑ Προσπάθησε, Κυρία μου. Ο Ιάγος το επήρε κατάκαρδα, ωσάν αυτός ο ίδιος να επαύθη.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι άνθρωπος εξαίρετος που είν' αυτός! — Σου λέγω ότι τον άνδρα μου εγώ, κ' εσένα, θα σας κάμω και πάλιν φίλους καθώς πριν.

ΚΑΣΙΟΣ Καλότατη Κυρία, ο Μιχαήλ ο Κάσιος, ό,τι και αν του τύχη, θα ήναι πάντα, όσο ζη, πιστότατός σου δούλος.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Το 'ξεύρω και σ' ευχαριστώ. Τον άνδρα μου γνωρίζεις· φίλος του είσαι παλαιός· να ήσαι πεπεισμένος πως η ψυχρότης του με σε θα διαρκέση μόνον ενόσω η πολιτική το απαιτεί.

ΚΑΣΙΟΣ Αλλ' όμως αν ίσως η πολιτική αυτή πολυχρονίση, εάν εις μάκρος τραβηχθή το πράγμα και παληώση, και λείψω 'γώ, κι' άλλος κανείς με αντικαταστήση, μη κ' εκδουλεύσεις ξεχασθούν και παλαιά φιλία;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ησύχασε και μη φοβού. Εμπρός 'ς την Αιμιλίαν εγώ σου το υπόσχομαι· δεν χάνεις, τον βαθμόν σου. Αν τάξω πράγμα μιαν φοράν εις φίλον, το πληρόνω. Ω! ήσυχον τον άνδρα μου ούτε στιγμήν θ' αφήσω· θα χάση και τον ύπνον του και την υπομονήν του· νυστάζει θα καλαναρχώ, πεινά θα 'ξαγορεύω· εις κάθε ομιλίαν του, εις κάθε πάτημά του θα χώνω και τον Κάσιον. Λοιπόν παρηγορήσου, αφού ο δικηγόρος σου καλλίτερ' αποθνήσκει, ή την υπόθεσιν αυτήν να μη σου την κερδίση.

(Εισέρχονται μακρόθεν ο ΟΘΕΛΛΟΣ και ο ΙΑΓΟΣ.)

ΑΙΜΙΛΙΑ Κυρία, να ο στρατηγός.

ΚΑΣΙΟΣ Κυρία μου πηγαίνω.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μείνε, ν' ακούσης τι θα 'πώ.

ΚΑΣΙΟΣ Κυρία, όχι τώρα· είμ' άνω κάτω· δεν τολμώ· τι να ειπώ δεν' ξεύρω.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ας ήναι· όπως αγαπάς.

(Αναχωρεί ο ΚΑΣΙΟΣ.)

ΙΑΓΟΣ Α! τούτο δεν μ' αρέσει.

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι λέγεις, Ιάγο;

ΙΑΓΟΣ Τίποτε. Ή, αν... Κ' εγώ δεν 'ξεύρω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αυτός, που τώρα έφευγε, ο Κάσιος δεν ήτο;

ΙΑΓΟΣ Ο Κάσιος, αυθέντα μου! Α! όχι· δεν πιστεύω, ότι θα έφευγε κρυφά εκείνος, ωσάν κλέπτης, άμα σε είδε να φανής.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αυτός θαρρώ πως ήτο.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Καλώς τον άνδρα μου! Εδώ με ωμιλούσε κάποιος, οπού την χάριν του ζητεί, και είν' απελπισμένος διότι εψυχράθηκες μαζή του.

ΟΘΕΛΛΟΣ Και ποιος ήτο;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ποιος ήτον; Ο υπασπιστής, ο Κάσιος! Καλέ μου, αν μ' αγαπάς, κι' ο λόγος μου έχη εμπρός σου χάριν, συγχώρησε το σφάλμα του και συμφιλιωθήτε. Διότι, αν δεν σ' αγαπά ειλικρινώς εκείνος, και αν αυτό που έτυχε δεν έγειν' άθελά του, δεν 'ξεύρω ποιος είν' ο καλός κι' ο τίμιος ποιος είναι. Παρακαλώ σε, κράξε τον οπίσω να γυρίση.

ΟΘΕΛΛΟΣ Εκείνος έφευγ' απ' εδώ την ώραν οπού ήλθα;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εκείνος, βεβαιότατα· και τόσον πικραμένος, οπού εκόλλησα κ' εγώ απ' την 'δικήν του λύπην, και τον πονώ. Αγάπη μου, να έλθη μήνυσέ του.

ΟΘΕΛΛΟΣ Άλλην φοράν, γυναίκα μου γλυκειά μου· όχι τώρα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Πλην γρήγορα;

ΟΘΕΛΛΟΣ Όσον 'μπορώ, αφού εσύ το θέλεις.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Απόψε εις το δείπνον μας;

ΟΘΕΛΛΟΣ Όχι απόψε, όχι.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ 'Σ το γεύμα τότε, αύριον;

ΟΘΕΛΛΟΣ Δεν θα γευθώ μαζή σου· 'ς το Κάστρον έχω να δεχθώ αξιωματικούς μου.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Λοιπόν το βράδυ αύριον; ή την αυγήν την Τρίτην; το μεσημέρι, ή αργά την Τρίτην; την Τετάρτην; Την ώραν προσδιόρισε, παρακαλώ· πλην όχι απ' την Τετάρτην ύστερα. Μετάνοιωσ' ο καϋμένος. Αλλά η αμαρτία του, όσον χωρεί ο νους μου, (εκτός οπού 'ς τον πόλεμον είναι ανάγκη, λέγουν, να γίνωνται παράδειγμα και οι καλλίτεροί μας), σφάλμα μου φαίνετ' ελαφρόν, και που αξίζει μόλις μίαν επίπληξιν κρυφήν. Πότε λοιπόν να έλθη; Λέγε, Οθέλλε. — Απορώ, κ' εντός μου εξετάζω, αν ήναι πράγμα, που εγώ να σ' αρνηθώ 'μπορούσα, ή καν να έχω δισταγμόν; Τι; τον Μιχάλην Κάσιον, που ήτο φίλος σου πιστός και ήρχετο μαζή σου 'ς του έρωτός σου τον καιρόν, κι' αν σ' εκακολογούσα εκείνος πάντα έπαιρνε το μέρος σου; Και τώρα διά να έλθη να σ' ιδή να θέλη τόσον κόπον; Και ημπορούσα, πίστευσε...

ΟΘΕΛΛΟΣ Παρακαλώ σε, φθάνει και δεν θ' αρνούμαι τίποτε. Ας έλθη όταν θέλη.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μήπως μ' αυτό που σου ζητώ κάμνεις 'ς εμένα χάριν; Είναι ωσάν να γύρευα να μη κρυολογήσης, να βάλης το χειρόφτι σου, κάτι καλόν να φάγης, να κάμης κάτι δι' εσέ που θα σε ωφελήση. Εάν ποτέ ζητήσω τι διά να δοκιμάσω αλήθεια την αγάπην σου, θα σου ζητήσω πράγμα πολύ βαρύ και φοβερόν και μέγα να μου κάμης.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ποτέ μου δεν θα σ' αρνηθώ. Πλην κάμε μου την χάριν να με αφήσης μοναχόν, παρακαλώ, ολίγον.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Όχι να 'πώ; δεν γίνεται. Οθέλλε μου, πηγαίνω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ώρα καλή, γυναίκα μου. Τώρα θα έλθω μέσα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Όταν και όπως αγαπάς· 'ς τους ορισμούς σου είμαι εις ό,τι κι' αν επιθυμής. — Ω Αιμιλία, έλα.

(Απέρχεται μετά της ΑΙΜΙΛΙΑΣ).

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω πλάσμα μου εξαίσιον! Να κολασθή η ψυχή μου, εάν εγώ δεν σ' αγαπώ! Το παν θα ήναι χάος, αν η αγάπη μου ποτέ περάση.

ΙΑΓΟΣ Στρατηγέ μου.

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι λέγεις, Ιάγο;

ΙΑΓΟΣ Στρατηγέ, ο Μιχαήλ ο Κάσιος, 'ς του έρωτός σας τον καιρόν, πριν να στεφανωθήτε, τα ήξευρε τα πράγματα;

ΟΘΕΛΛΟΣ Απ' την αρχήν 'ς το τέλος· τα πάντα τα εγνώριζε. Πλην το ερώτημά σου προς τι;

ΙΑΓΟΣ Προς ευχαρίστησιν απλώς των στοχασμών μου.

ΟΘΕΛΛΟΣ Των στοχασμών σου; διατί; τι στοχασμών σου, Ιάγο;

ΙΑΓΟΣ Δεν ήξευρα ο Κάσιος πριν να στεφανωθήτε, αν την εγνώριζε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω, ναι! Και αναμεταξύ μας μας εχρησίμευσεν αυτός πολλαίς φοραίς.

ΙΑΓΟΣ Αλήθεια!

ΟΘΕΛΛΟΣ Αλήθεια! Ναι, αληθινά. Εις όλ' αυτά τι βλέπεις; Μη δεν τον έχεις τίμιον;

ΙΑΓΟΣ Τίμιον, στρατηγέ μου;

ΟΘΕΛΛΟΣ Τίμιον! Ναίσκε, τίμιον!

ΙΑΓΟΣ Απ' όσον τον γνωρίζω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ειπέ μου, τι στοχάζεσαι;

ΙΑΓΟΣ Στοχάζομαι, αυθέντα;

ΟΘΕΛΛΟΣ Στοχάζομαι! — (Μα τον Θεόν, κατήντησε ηχώ μου, ωσάν να κρύπτη μέσα του κανέν φρικώδες τέρας, οπού να δείξη δεν τολμά!) — Τι έχεις εις τον νουν σου Τώρα σε ήκουσα εδώ να λέγης, «Δεν μ' αρέσει», που έφευγεν ο Κάσιος. Τι πράγμα δεν σ' αρέσει; Κι' όταν σου είπα πως αυτόν τον είχα σύμβουλόν μου 'ς του έρωτός μου τον καιρόν, Εφώναξες, «Αλήθεια!» κ' εσήκωσες το μέτωπον, κ' εσούφρωσες τα φρύδια, ωσάν να κρυφοέκλειες εις το μυαλόν σου μέσα καμμιάν ιδέαν τρομεράν! Αν θέλης το καλόν μου, τους στοχασμούς σου δείξε μου.

ΙΑΓΟΣ Αυθέντα μου, το 'ξεύρεις αν σ' αγαπώ.

ΟΘΕΛΛΟΣ Με αγαπάς· ναι, Ιάγο, το πιστεύω. Και επειδή σε θεωρώ και τίμιον και φίλον, κ' ηξεύρ' ότι τα λόγια σου ζυγίζεις πριν λαλήσης, τρομάζω περισσότερον μ' αυτούς τους δισταγμούς σου. Εις ένα ψεύτην ποταπόν θα ήτο φυσικόν του αυτά τα πράγματα. Αλλά, όταν τα λέγη ένας, οπού γνωρίζει το σωστόν, είναι κατηγορίαι που να κρατήση δεν 'μπορεί κι' απ' την καρδιάν του 'βγαίνουν.

ΙΑΓΟΣ Ως προς τον Κάσιον, εγώ τον όρκον μου τον παίρνω πως τον νομίζω τίμιον.

ΟΘΕΛΛΟΣ Κ' εγώ αυτό νομίζω.

ΙΑΓΟΣ Μακάρι όπως φαίνονται οι άνθρωποι να ήσαν, ή να μη φαίνεται κανείς εκείνο που δεν είναι.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ναι· ό,τι φαίνεται κανείς και έπρεπε να ήναι.

ΙΑΓΟΣ Λοιπόν νομίζω τίμιος κι' ο Κάσιος να ήναι.

ΟΘΕΛΛΟΣ Όχι. Τα λόγια σου αυτά μου κρύπτουν κάτι άλλο. Ομίλει όπως ομιλείς 'ς τον λογισμόν σου μέσα· ειπέ μου ό,τι σου περνά από τον νουν, και δόσε 'ς τους χειροτέρους στοχασμούς τας χειροτέρας λέξεις.

ΙΑΓΟΣ Αγαπητέ μου στρατηγέ, 'ς αυτό συμπάθησέ με. Σου χρεωστώ υποταγήν εις κάθε τι, πλην όχι 'ς εκείνο που ελεύθερος κι' ο κάθε σκλάβος είναι. Τους στοχασμούς μου να ειπώ; Καλά· και πού ηξεύρεις αν δεν ήν' άτοποι κ' αισχροί; Πού είναι το παλάτι, ειπέ μου, όπου κάποτε δεν χώνονται και λέραις; Ποια είν' η τόσον καθαρά καρδιά, οπού ποτέ της σκέψεις δεν κρύπτει βρωμεράς κι' αδίκους υποψίας, κοντά 'ς τους πλέον καθαρούς κ' εντίμους λογισμούς της;

ΟΘΕΛΛΟΣ Τον αδικείς τον φίλον σου, ω Ιάγο, αν νομίζης πως άδικον τού έγεινε, και τους συλλογισμούς σου δεν του ξεμυστηρεύεσαι.

ΙΑΓΟΣ Θερμοπαρακαλώ σε!.... Ο νους μου ίσως άδικα εις το κακόν πηγαίνει, διότι σου τ' ομολογώ, το φυσικόν μου είναι να ψεγαδιάζω πάντοτε, και κάποτε να θέλω ανύπαρκτα πταισίματα να βλέπω.... Σ' εξορκίζω να μη πιστεύης ό,τι' πη ένας, που συνειθίζει να συμπεραίνη 'ς τα τυφλά· κι' από παρατηρήσεις, που έκαμα εδώ κ' εκεί αστόχαστα, μη πλάσης το βάσανόν σου μόνος σου. Δεν πρέπει, δεν αρμόζει ούτε 'ς την ευτυχίαν σου κ' εις την ανάπαυσίν σου, ούτε 'ς την τιμιότητα και εις την φρόνησίν μου τους λογισμούς μου να σου' πώ.

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι έχεις εις τον νουν σου;

ΙΑΓΟΣ Αυθέντα, όνομα καλόν, εις άνδρα ή γυναίκα, είναι το μόνον της ψυχής ατίμητον διαμάντι. Όποιος μου κλέψει το πουγγί, πράγμα μικρόν μου κλέπτει· κάτ' είναι, είναι τίποτε· το είχα, μου το πήραν εις χίλια χέρια 'πέρασε και θα ξαναπεράση. Πλην τ' όνομά μου το καλόν κανείς αν μου το κλέψη, μου παίρνει πράγμα, που αυτόν, τον κλέπτην, δεν [πλουτίζει, και με αφίνει πάμπτωχον εμένα, τον κλεμμένον.

ΟΘΕΛΛΟΣ Από τον νουν τι σου περνά θέλω να μάθω.

ΙΑΓΟΣ Όχι· δεν ημπορείς, 'ς το χέρι σου κι' αν είχες την καρδιάν μου· κι' ούτε ποτέ θα δυνηθής, όσον εγώ την έχω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Α!

ΙΑΓΟΣ Από ζήλειαν στρατηγέ, Θεός να σε φυλάγη! Αυτ' είναι η δρακόντισα η πρασινοματούσα, που μέσα εις τα σπλάγχνα της ευρίσκει την τροφήν της(19). Ευτυχισμένην ζη ζωήν ο γελασμένος άνδρας, που την κυράν δεν αγαπά, κ' ηξεύρει τι παθαίνει. Αλλά τι κόλασιν περνά εκείνος, ο οποίος έχ' υποψίαν κι' αγαπά, λατρεύει κι' αμφιβάλλει.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω συμφορά!

ΙΑΓΟΣ Ο πάμπτωχος αλλ' ευχαριστημένος, βαθύπλουτος, υπέρπλουτος εκείνος είναι. Όμως τα πλούτη τ' αναρίθμητα πτώχεια και πάγος είναι, 'ς εκείνον που αιώνια φοβείται μη πτωχεύση. Να με φυλάγη ο Θεός, και όλην την φυλήν μου, από την ζήλειαν!

ΟΘΕΛΛΟΣ Πλην προς τι, προς τι μου λέγεις τούτα; Νομίζεις ότι δύναμαι να ζήσω με την ζήλειαν; με καθ' αλλαξοφεγγαριάν να έχω νέους φόβους; Α! όχι. Φθάνει μιαν φοράν να λάβω υποψίαν, κι' αμέσως εσχημάτισα και την απόφασίν μου. Ειπέ με τράγον, αν μ' ιδής να τρέφω την ψυχήν μου μ' αυτάς τας υποψίας σου τας παραφουσκωμένας και με τους φόβους σου. Εγώ δεν γίνομαι ζηλιάρης αν ήναι η γυναίκα μου ωραία, ή αν βλέπω πως αγαπά την συντροφιάν και τας διασκεδάσεις, ότι χορεύει, τραγουδεί, κι' αρέσει ομιλίας. Αυτά είν' όλα αρεταί 'ς ενάρετην γυναίκα. Πλην και τα ελαττώματα που έχω δεν με κάμνουν να φοβηθώ μην ήλλαξε· διότι 'μάτια είχε και μ' είδε, και μ' εδιάλεξε. Α! Όχι, Ιάγο. Θέλω πριν αμφιβάλω να ιδώ· αν αμφιβάλω, θέλω απόδειξιν και αν πεισθώ, τότε μου φθάνει τούτο! Εις το καλόν διά μιας και ζήλεια και αγάπη!

ΙΑΓΟΣ Τώρα σ' αρέσω. Κ' ημπορώ να σ' αποδείξω τώρα, χωρίς διόλου δισταγμόν, τι σέβας και φιλίαν τρέφω προς σε, ω στρατηγέ. Λοιπόν, αφού το θέλεις σου λέγω ό,τι μου περνά. — Απόδειξιν δεν έχω, πλην βλέπε την γυναίκα σου. Να την παρατηρήσης πώς είναι με τον Κάσιον. Έχ' ανοικτά τα 'μάτια, μη διά ζήλειαν έτοιμα, πλην ούτε ξεννοιασμένα. Δεν θέλω η ευγενική κ' ειλικρινής ψυχή σου απ' άκραν καλοσύνην σου να γελασθή. — Φυλάξου! Εσπούδασα πολύ καλά του τόπου μας τα ήθη. Τα κρύπτουν απ' τον άνδρα των, κι' ο κόσμος ας τα βλέπη, τ' αναίσχυντα καμώματα· η δε μεγάλη τέχνη είν' όχι να μη γίνωνται, αλλά πώς να τα κρύπτουν.

ΟΘΕΛΛΟΣ Νομίζεις;

ΙΑΓΟΣ Τον πατέρα της 'γελούσε και σ' επήρε· κι' απ' ένα μέρος έκαμνε, ότι σε τρέμει τάχα, ότι φοβείται να σ' ιδή, κι' απ' τ' άλλο σ' αγαπούσε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αληθινά· το έκαμνε.

ΙΑΓΟΣ Λοιπόν, τι περιμένεις; Αν να καμόνεται αυτά 'μπορούσε, τόσον νέα, και του πατρός της ήξευρε τα 'μάτια να τα κλείση τόσον καλά... ενόμιζε πως ήσαν όλα μάγια... (20) Πλην είμαι ασυγχώρητος, και να με συμπαθήσης διά την αφοσίωσιν που σ' έχω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Διά βίου σου είμ' υπόχρεως.

ΙΑΓΟΣ Τον νουν σ' ετάραξα ολίγον.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ούτ' ένα ιώτα· τίποτε.

ΙΑΓΟΣ Σ' ετάραξα φοβούμαι. Ελπίζω να ενόησες, ότι αυτά τα λέγω μόνον διότι σ' αγαπώ. Πλην είσαι συγχυσμένος· το βλέπω. Χρέος θεωρώ να σε παρακαλέσω τα λόγια μου εις κίνημα κανέν να μη σε φέρουν· μη λησμονής, ότι αυτά δεν είναι τίποτ' άλλο πλην μόνον υποψίαι μου.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω! έννοια σου.

ΙΑΓΟΣ Αλλέως, θα έχουν αποτέλεσμα κακόν και σιχαμένον, που δεν το έβαζα 'ς τον νουν. Είναι καλός μου φίλος ο Κάσιος. — Αυθέντα μου, σε βλέπω συγχυσμένον.

ΟΘΕΛΛΟΣ Όχι, δεν εσυγχύσθηκα πολύ. Δεν το πιστεύω, ότι πιστή κ' ενάρετη δεν είν' η Δυσδαιμόνα.

ΙΑΓΟΣ Χρόνους πολλούς να ζη πιστή, και συ να το πιστεύης.

ΟΘΕΛΛΟΣ Και όμως, πώς παραστρατεί η φύσις!

ΙΑΓΟΣ Να ο φόβος! Αυτό δα είναι το κακόν! Διότι, μη προς βάρος, το ν' αρνηθή τόσους γαμβρούς οπού την εζητούσαν του τόπου της, του γένους της, της καταστάσεώς της, πράγματα όλα ταιριαστά και που τα θέλ' η φύσις,... φούχι! Αυτό σιχαμεραίς ορέξεις μου μυρίζει κ' αισχρά επιθυμήματα, και στοχασμούς ατόπους... Πλην σου ζητώ συμπάθειον· δεν λέγω δι' εκείνην ότι θα κάμη και καλά τα ίδια· μολονότι ο φόβος είναι μη στραφή 'ς τα παλαιά ο νους της, και με τους συντοπίτας της αρχίση να συγκρίνη τον άνδρα που εδιάλεξε, και να μετανοήση.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ώρα καλή. Να μου ειπής εάν ιδής και άλλο. Και βάλε την γυναίκα σου να την παραμονεύη. Τώρ' άφησέ με.

ΙΑΓΟΣ Στρατηγέ, 'ς τους ορισμούς σου είμαι.

(Αποσύρεται).

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι την εστεφανώθηκα; Ω! το καταλαμβάνω, αυτός ο νέος ο καλός και είδε και ηξεύρει πολλά, και περισσότερα από αυτά που λέγει.