Οθέλλος Σαικσπείρου Τραγωδίαι Μέρος Β'

Part 3

Chapter 3 3 words Public domain Markdown

ΚΑΣΙΟΣ Τα λέγει ξάστερα, Κυρία μου· είναι καλλίτερος διά στρατιώτης παρά διά λογιώτατος.

(Συνομιλεί μετά της Δυσδαιμόνας).

ΙΑΓΟΣ Την παίρνει από το χέρι... Μάλιστα! Λέγε τα σιγαλά. Με αυτήν την μικρήν αραχνιάν θα πιάσω εγώ μίαν μυίγαν μεγάλην μεγάλην, οπού την λέγουν Κάσιον! — Βέβαια, χαμογέλα, θα σε μαγκώσω με ταις νοστιμάδαις σου. — Τω όντι! Ωραία τα λέγεις! Αν με αυτά σου τα τσακίσματα σε κάμω να χάσης τον βαθμόν σου, καλά θα ήτο να μην είχες φιλήσει τόσαις φοραίς τα τρία σου δάκτυλα, καθώς ετοιμάζεσαι να ξανακάμης διά να μας δείξης την χάριν σου... Περίφημα! ωραίος ασπασμός! Χαριέστατος χαιρετισμός! Ωραία, μα την αλήθειαν!... Τι; πάλιν τα δάκτυλα εις τα χείλη; Καλλίτερα δι' εσένα να ήσαν τόσα μασούρια γλυστηριού τα δάκτυλά σου....

(Σάλπιγγες έξωθεν).

Ο Μαύρος! Γνωρίζω την σάλπιγγά του.

ΚΑΣΙΟΣ Αλήθεια!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Να τον προϋπαντήσωμεν, να τον δεχθώμεν!

ΚΑΣΙΟΣ Ιδού! έρχεται.

(Εισέρχεται ο ΟΘΕΛΛΟΣ μετά της συνοδείας του).

ΟΘΕΛΛΟΣ Ωραία ηρωίνα μου!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αγαπητέ Οθέλλε!

ΟΘΕΛΛΟΣ Μεγάλος είν' ο θαυμασμός, μεγάλη κ' η χαρά μου εδώ να σ' εύρω προ εμού φθασμένην, ω ψυχή μου! Αν κάθ' ανεμοστρόβιλος τέτοιαν γαλήνην φέρνη, μην παύης τότε να φυσάς αέρα, έως ότου απ' τον βαθύν τον ύπνον του τον Χάρον να 'ξυπνήσης κι' ας κουρασθή το σκάφος μου ν' αναιβοκαταιβαίνη εις του πελάγους τα βουνά, κι' από την κορυφήν των, ωσάν τον Όλυμπον 'ψηλά, να πέφτη — 'σαν να πέφτη 'ς τον Άδην απ' τον Ουρανόν! Αν ήτο ν' αποθάνω, απέθνησκα μετά χαράς αυτήν την ώραν! Τόσον είν' η ψυχή μου ήσυχη κι' αναπαυμένη τώρα, ώστε φοβούμαι μη ποτέ η άγνωστή μου Μοίρα τόσην χαράν και ηδονήν δεν μου ξαναχαρίση!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Να δώση πάντα ο Θεός ν' αυξάνουν με τα χρόνια κ' οι έρωτές μας κ' η χαρά!

ΟΘΕΛΛΟΣ Αμήν, αγαπητή μου! Δεν έχω λόγια να ειπώ την ευχαρίστησίν μου! Είν' η χαρά τόσον πολλή, που πνίγει τον λαιμόν μου. Κι' αυτό, κι' αυτό...

(Την ασπάζεται επανειλημμένως).

Ω! πάντοτε αυτήν την αρμονίαν να κάμνουν αι καρδίαι μας!

ΙΑΓΟΣ (καθ' εαυτόν). Καλά τα 'πάτε τώρα· όμως αυτήν την μουσικήν εγώ θα την χαλάσω, ή να μην ήμαι άνθρωπος!

ΟΘΕΛΛΟΣ Πηγαίνωμεν 'ς το Κάστρον. 'Τελείωσεν ο πόλεμος· επνίγησαν οι Τούρκοι. — Τι γίνονται οι φίλοι μου οι παλαιοί της Κύπρου; — Εσύ θα γείνης του νησιού η χαδευμένη τώρα. Έχω πολλούς, που μ' αγαπούν εδώ, γλυκό μου μέλι. Απ' την χαράν μωρολογώ και λέγω αλλ' αντ' άλλων. Παρακαλώ σε, Ιάγο μου, καταίβα 'ς τον λιμένα, ξεφόρτωσε τα πράγματα, και φέρε μου 'ς το Κάστρον τον πλοίαρχον· πάσα τιμή και έπαινος του πρέπει· είν' άξιος θαλασσινός. — Ω Δυσδαιμόνα, έλα· και πάλιν καλώς ώρισες, αγάπη μου, 'ς την Κύπρον.

(Εξέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ, η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ και αι συνοδείαι των).

ΙΑΓΟΣ Έλα να μ' ενταμώσης αμέσως κάτω εις τον λιμένα. Έλα εδώ. Αν ήσαι παλλικάρι — (αφού το λέγει ο λόγος ότι, όταν κανείς ερωτευθή γίνεται καλλίτερος από ό,τι είναι το φυσικόν του (14)), άκουσέ με. Απόψε ο υπασπιστής φρουρεί εις την αυλήν του Κάστρου. Πρώτα και αρχή όμως πρέπει να σου ειπώ το εξής: η Δυσδαιμόνα είναι ερωτευμένη μαζή του.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Μαζή του! Εκείνη; Αδύνατον!

ΙΑΓΟΣ Βάλε το δάκτυλόν σου εις τα χείλη και άκουε να μάθης. Ενθυμήσου πόσον ορμητικά ερωτεύθηκεν απ' αρχής, μόνον και μόνον από τα καυχήματα και τα παραμύθια οπού της έλεγεν ο Μαύρος. Και θέλεις να εξακολουθή ακόμη να τον αγαπά διά τα φλυαρήματά του; Αν έχης άσπρου γνώσιν δεν θα το πιστεύσης αυτό. Το 'μάτι της θέλει να χορτάση. Και τι ευχαρίστησιν θα έχη να βλέπη εμπρός της τον Διάβολον; Αφού το αίμα κορεσθή και ησυχάση, πρέπει να ελκυσθή από τίποτε θέλγητρον διά να ξανανάψη και να του ανοίξη πάλιν η όρεξις· πρέπει να εύρη κάποιαν συμπάθειαν εις την ευμορφιάν, εις τους τρόπους, εις την ηλικίαν. Αλλά ο Μαύρος τίποτε από αυτά δεν έχει. Αφού λοιπόν του λείπουν όλα τα συστατικά διά να ευχαριστήση την τρυφερότητά της, είναι φυσικόν να της έλθη αναγούλα, να τον σιχαθή και να τον μισήση τον Μαύρον. Η φύσις θα την δασκαλεύση και θα την σπρώξη να κάμη νέαν εκλογήν. Λοιπόν, Κύριέ μου, αν τα παραδέχεσαι αυτά, — και είναι όλα σωστά και αναμάρτητα, — ποίος άλλος θαρρείς ότι θα ωφεληθή από την περίστασιν, παρά ο Κάσιος; ο ευλύγιστος αυτός κατεργάρης, ο οποίος καμόνεται τον ευγενικόν και τον φρόνιμον, μόνον και μόνον διά να καταφέρη καλλίτερα τον ασελγή και μυστικόν σκοπόν του; — Κανείς άλλος, κανείς! Αυτός μόνον, ο επιτήδειος κατεργάρης, οπού ηξεύρει πώς να ωφεληθή από την ευκαιρίαν, και έχει την τέχνην να προσποιήται κάθε αρετήν, αν και αρετήν δεν έχη. Διάβολο-κατεργάρης! Και εκτός τούτου είναι και εύμορφος ο κατεργάρης, είναι νέος και σου έχει όλα τα συστατικά οπού αρέσουν τα ανόητα και κλούβια κεφάλια. Πανούκλα να τον εύρη τον κατεργάρην! Τον ηύρεν όμως προτήτερα η ευγενεία της.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Δεν το πιστεύω απ' αυτήν· είναι τόσον καθώς πρέπει νέα.

ΙΑΓΟΣ Κολοκύθια καθώς πρέπει! Το κρασί οπού πίνει είναι καμωμένον από σταφύλι. Αν ήτο τόσον καθώς πρέπει δεν θα έκαμνε την αγάπην με τον Μαύρον. Καθώς πρέπει, λέγει! Δεν την είδες πώς έπαιζε με το χέρι του Κασίου; Την παρετήρησες;

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Την είδα· και τι μ' αυτό; Ήτον απλή ευγένεια.

ΙΑΓΟΣ Αν δεν ήτο λαγνεία, να μου κόπτης το χέρι. Ήτον ο κρυφός πρόλογος, η αρχή των αισχρών στοχασμών και της ασελγείας. Τα στόματά των εσίμωσαν τόσον, ώστε ανεκατώθησαν αι αναπνοαί των. Σιχαμένοι στοχασμοί, Ροδερίκε! Όταν αυτά τα ξεθαρρεύματα ανοίξουν μίαν φοράν τον δρόμον, δεν αργεί να έλθη και η κυρία υπόθεσις, το συσσωματωμένον συμπέρασμα. Πιςτ! Αλλά κάμε ό,τι σου λέγω εγώ· εγώ οπού σ' έφερα εδώ από την Βενετίαν. Απόψε να έλθης εις την φρουράν το σύνθημά σου το δίδω εγώ· ο Κάσιος δεν σε γνωρίζει· εγώ θα ήμαι κοντά σου· κύτταξε να εύρης αφορμήν να τον θυμώσης· είτε φώναζε δυνατά, είτε απείθησε εις την διαταγήν του, είτε όπως η περίστασις το φέρει.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Καλά.

ΙΑΓΟΣ Ο Κάσιος είναι αψύς και οξύθυμος. Ίσως σε κτυπήση. Κύτταξε να τον θυμώσης, ώστε να σε κτυπήση. Από το κτύπημα τούτο εγώ θα κάμω να σηκωθή η Κύπρος εις το ποδάρι, και να μην έχη ησυχίαν ενόσω δεν τον πετάξουν απ' εδώ τον Κάσιον. Και τότε θα σου εύρω τρόπον να συντομεύσης τον δρόμον του πόθου σου, φθάνει να έβγη από την μέσην το εμπόδιον αυτό.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ θα κάμω καθώς μου λέγεις, αν μου το φέρης βολικά.

ΙΑΓΟΣ Σου το υπόσχομαι. Έλα εις ολίγον να μ' εύρης εις το Κάστρον. Τώρα πηγαίνω να ξεφορτώσω τα πράγματά του. Ώρα καλή.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Έχε υγείαν.

(Απέρχεται)

ΙΑΓΟΣ Ο Κάσιος την αγαπά· αυτό δεν τ' αμφιβάλλω. Ότι κι' αυτή τον αγαπά, απίθανον δεν 'μοιάζει. Ο Μαύρος, — πρέπει να το 'πώ και αν δεν τον χωνεύω, — είν' άνθρωπος ειλικρινής, κ' ευαίσθητος, και ίσιος, κι' άνδρα πιστόν και ακριβόν η Δυσδαιμόνα έχει. Αλλά κ' εγώ την αγαπώ· κ' εγώ, μα την αλήθειαν! Όχι με πόθον σαρκικόν μονάχα· (μολονότι δεν είμαι αναμάρτητος και απ' αυτό το κρίμα·) αλλά διά να κορεσθή και η εκδίκησίς μου. Διότι φόβος μου περνά ότι ο λάγνος Μαύρος εις το θρονί μου 'κάθησε· κ' εκείν' η υποψία μου τρώγει τα εντόσθια και μου τα φαρμακεύει, και ησυχίαν 'ς την ψυχήν ποτέ μου δεν θα έχω, πριν ίσα κ' ίσα γίνωμεν γυναίκα με γυναίκα! Ή, αν δεν γίνεται αυτό, τουλάχιστον να χώσω μιαν ζήλειαν τόσον δυνατήν εις την ψυχήν του Μαύρου, που ιατρικόν να μη χωρή! Διά να επιτύχω, (εάν αυτός, οπού τραβώ 'σαν σκύλον 'ς το κυνήγι όπου του δείξω μυρισθή και τρέξη όσον θέλω), (15) πρέπει τον Κάσιον καλά 'ς το χέρι να τον βάλω, και να τον κάμω μισητόν 'ς τα 'μάτια του Οθέλλου. Διότι και ο Κάσιος τον νυκτικόν μου σκούφον φοβούμαι τον εφόρεσε. Κ' ενώ θα καταστρέφω μ' αυτά του Μαύρου και ζωήν, και νουν, και ησυχίαν, και τον τρελλαίνω εξ ενός, εξ άλλου θα τον έχω να μ' αγαπά, να με τιμά και να με ανταμείβη. Τα έχω μέσα εις τον νουν, αλλά συγκεχυμένα. Η πονηριά τα μούτρα της δεν θα τα ξεσκεπάση, παρ' όταν έλθη 'ς την στιγμήν το πράγμα να ξεσπάση.

(Εξέρχεται)

ΣΚΗΝΗ Β' .

Πλατεία εν Κύπρω. (Εισέρχεται Κήρυξ αναγινώσχων προκήρυξιν, ακολουθούμενος δε υπό του πλήθους.)

ΚΗΡΥΞ Ο ευγενής και γενναίος στρατηγός μας Οθέλλος θέλει και ορίζει να δείξη ο καθένας την χαράν του, διά την καλήν είδησιν, ότι εχάθηκε ο στόλος των Τούρκων. Χορεύσετε, ανάψατε φωτιαίς, χαρήτε και ξεφαντώσετε, ο καθένας κατά την προαίρεσίν του. Διότι εκτός της καλής αυτής ειδήσεως, ο στρατηγός εορτάζει και τους γάμους του σήμερα. Είναι θέλημα του στρατηγού να κηρύξω αυτά. Τα μαγειρειά του κάστρου είναι ανοικτά, και όποιος αγαπά ας ορίση να φάγη και να πιη από τώρα πέντε η ώρα, έως να σημάνη η καμπάνα τας ένδεκα. Ζήτω η Κύπρος και ο στρατηγός Οθέλλος! Πολλά τα έτη του!

(Απέρχονται πάντες.)

ΣΚΗΝΗ Γ' .

Αυλή εν τω φρουρίω. (Εισέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ και η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ μετά συνοδείας, και ο ΚΑΣΙΟΣ)

ΟΘΕΛΛΟΣ Έχε τον νουν σου 'ς την φρουράν απόψε, Κάσιέ μου, και πρόσεχε να μείνωμεν έως εκεί που πρέπει· να μη το παρακάμωμεν εις το ξεφάντωμά μας.

ΚΑΣΙΟΣ Τον Ιάγον τον ωδήγησα τι χρεωστεί να κάμη· αλλά και με τα 'μάτια μου ο ίδιος θα προσέχω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ο Ιάγος είναι άξιος. Μιχάλη, καλήν νύκτα, και αύριον πρωί πρωί να σου 'μιλήσω έχω. — Έλα, γυναίκα μου γλυκειά. Εκείνος π' αγοράση, της αγοράς του τον καρπόν τον χαίρεται κατόπιν, κ' είναι ανοικτοί λογαριασμοί ακόμη μεταξύ μας. — Καλή σας νύκτα.

(Απέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ, η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ και η συνοδεία των.) (Εισέρχεται ο ΙΑΓΟΣ.)

ΚΑΣΙΟΣ Καλώς τον Ιάγον! Ώρα διά την φρουράν.

ΙΑΓΟΣ Όχι από τώρα, υπασπιστά. Δεν είναι ακόμη δέκα η ώρα. Ο στρατηγός μας εξεφορτώθη από τώρα διά την αγάπην της Δυσδαιμόνας του. Ας τον συμπαθήσωμεν, διότι ακόμη δεν εχάρηκε νύκτα μαζή της· και είναι κομμάτι διά τον Δία αυτή!

ΚΑΣΙΟΣ Δεν έχει ταίρι!

ΙΑΓΟΣ Και γεμάτη παιγνίδι, να ήσαι βέβαιος.

ΚΑΣΙΟΣ Νόστιμον και τρυφερόν πλάσμα, τω όντι.

ΙΑΓΟΣ Σου έχει ένα 'μάτι· φωνάζει «έλα εδώ».

ΚΑΣΙΟΣ Ελκυστικόν 'μάτι, αλλ' εις τον ίδιον καιρόν και σεμνότατον.

ΙΑΓΟΣ Και όταν λαλή, δεν είναι ωσάν σήμαντρον του έρωτος η φωνή της;

ΚΑΣΙΟΣ Μα την αλήθειαν, είναι εντέλεια!

ΙΑΓΟΣ Ας ήναι. Μακαρίζω τα σεντόνια των. — Ορίζεις, υπασπιστά; Έχω εδώ μίαν λαγήναν κρασάκι· και απ' έξω περιμένουν δύο τρία παλλικάρια της Κύπρου, και νοστιμεύονται να σφίξουν μίαν εις την υγείαν του Μαύρου Οθέλλου.

ΚΑΣΙΟΣ Όχι απόψε, καλέ μου Ιάγο. Το μυαλόν μου είναι αδύνατον και δεν αντέχει εις το κρασί. Καλά θα ήτο να εφευρίσκετο κανένας άλλος τρόπος να φιλεύωνται οι άνθρωποι, και όχι με το πιοτόν.

ΙΑΓΟΣ Είναι φίλοι αυτοί εδώ. Ένα ποτηράκι. Το πίνω εγώ δι' εσένα.

ΚΑΣΙΟΣ Επήρα προτήτερα ένα ποτήρι, κ' εκείνο νερωμένον. Και όμως βλέπεις τι αλλαγήν μου έφερεν εδώ. Έχω την ατυχίαν να ήναι αδύνατον το κεφάλι μου, και δεν τολμώ να το βάλω εις μεγαλείτερον πειρασμόν.

ΙΑΓΟΣ Έλα, άνθρωπε! Απόψε είναι ξεφάντωσις. Έλα· θα υποχρεώσης τους φίλους μου.

ΚΑΣΙΟΣ Πού είναι;

ΙΑΓΟΣ Εδώ απ' έξω. Φέρε τους μέσα, να ζης.

ΚΑΣΙΟΣ Καλά· ας έλθουν. Αλλά δεν μου έρχεται το πράγμα.

(Εξέρχεται).

ΙΑΓΟΣ Αν του καθίσω μέσα του και δεύτερον ποτήρι, κοντά 'ς το άλλο το κρασί που 'πήρε προ ολίγου, θα σου τον κάμω 'σάν σκυλί να γείνη χαδευμένον, όλος θυμός και μάλωμα! Ο δε κυρ Ροδερίκος, που ο πολύς ο έρωτας τον έχει άνω κάτω, κανάταις εκεράσθηκεν απόψε 'ς την υγείαν της Δυσδαιμόνας· και αυτός εις την φρουράν θα ήναι. Και τρεις λεβένταις του νησιού, κεφάλια αναμμένα, πώχουν το χέρι εύκολον και υψηλά την μύτην, απόψε τους εζέσταινα μ' επανωτά ποτήρια· κι' αυτοί θα ήναι 'ς την φρουράν. 'Σ αυτό το μεθοκόπι τον Κάσιον εις κάμωμα κανένα θα τον σπρώξω, που το νησί να ταραχθή. — Αλλά, ιδού που ήλθαν. Αν όσα ονειρεύωμαι καθώς τα θέλω έλθουν, με φουσκωμένα τα πανιά τότ' αρμενίζω πρύμα!

(Επιστρέφει ο ΚΑΣΙΟΣ μετά του ΜΟΝΤΑΝΌΥ και ετέρων αξιωματικών).

ΚΑΣΙΟΣ Μα τον Θεόν! Ηθέλησαν και καλά να με κεράσουν.

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Μικρόν πράγμα, μα την πίστιν μου. Να μην ήμαι στρατιώτης αν ήτο περισσότερον από ένα ποτήρι.

ΙΑΓΟΣ Αι! φέρετέ μας κρασί.

(Ψάλλει)

Κλιγκ, κλιγκ, παιδιά μου· η πλώσκ' ας γυρίση Μη άνδρας δεν είναι κι' ο στρατιώτης; 'σάν αστραπή θα περάσ' η νεότης· ο στρατιώτης λοιπόν ας μεθύση!

Κρασί, παιδιά!

ΚΑΣΙΟΣ Μα τον Θεόν! ωραίον τραγούδι.

ΙΑΓΟΣ Το έμαθα εις την Αγγλίαν. Εκεί δα οι άνθρωποι δεν την φοβούνται την κρασοκανάταν. Ο Δανός σου, και ο Γερμανός σου, και ο κοιλάς ο Ολλανδός σου δεν αξίζουν τίποτε εμπρός εις τον Άγγλον μου.

ΚΑΣΙΟΣ Τόσον παλλικαρίσια πίνει ο Άγγλος σου;

ΙΑΓΟΣ Σου καταπίνει ολάκαιρον τον Δανόν, ψόφιον από το μεθύσι. Σου αναποδογυρίζει τον Γερμανόν πριν ιδρώση η μύτη του. Και σου κάμνει τον Ολλανδόν να εμέση, ενώ αυτός ξαναγεμίζει το ποτήρι του.

ΚΑΣΙΟΣ Εις την υγείαν του στρατηγού μας!

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Κ' εγώ μαζή σου, υπασπιστά! Ως τον πάτον!

ΙΑΓΟΣ Ω γλυκειά μου Αγγλία!

Ένα καιρόν ο Στέφανος εκεί 'φορούσε το βασιλικόν στεφάνι Μίαν φοράν παρήγγειλε βρακί, πλην ακριβόν παρά πολύ του 'φάνη. ο ράπτης του 'ζητούσεν ένα γρόσι· του έκοψεν αυτός ένα παρά. Να βασιλέας οπού είχε γνώσιν! Να βασιληάς καλός μίαν φοράν! (16)

Φέρετέ μας κρασί! Αι!

ΚΑΣΙΟΣ Αυτό σου το τραγούδι μου αρέσει περισσότερον από τ' άλλο.

ΙΑΓΟΣ Να σου το ξαναπώ;

ΚΑΣΙΟΣ Όχι· διότι όποιος κάμνει τέτοια πράγματα δεν είναι άξιος διά την θέσιν του. Ο Ουρανός είναι επάνω από όλον τον κόσμον και μερικαί ψυχαί θα σωθούν, και άλλαι δεν θα σωθούν.

ΙΑΓΟΣ Καλά λέγεις υπασπιστά μου

ΚΑΣΙΟΣ Όσον δι' εμένα, — μη προς βάρος του στρατηγού, ούτε κανενός άλλου άρχοντος, — ελπίζω να σωθή η ψυχή μου.

ΙΑΓΟΣ Και η 'δική μου, υπασπιστά.

ΚΑΣΙΟΣ Καλά· αλλά, με συμπάθειον, ύστερα από την ιδικήν μου. Πρώτα ο υπασπιστής και έπειτα ο σημαιοφόρος. — Φθάνουν αυτά. Πηγαίνωμεν εις την δουλειάν μας. — Άφες ημίν τας αμαρτίας ημών. — Κύριοι, να κυττάξωμεν την δουλειάν μας. — Μη νομίζετε, Κύριοι, ότι είμαι μεθυσμένος. Να, αυτός είναι ο σημαιοφόρος. Να το δεξί μου χέρι - να το αριστερόν. Δεν είμαι μεθυσμένος. Στέκομαι 'ς τα πόδια μου και ηξεύρω τι μου γίνεται.

ΠΑΝΤΕΣ Και βέβαια, και βέβαια.

ΚΑΣΙΟΣ 'Πάγει καλά· λοιπόν μη με θαρρήτε μεθυσμένον.

(Εξέρχεται).

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Εις τον προμαχώνα Κύριοι. Ώρα αλλαγής.

ΙΑΓΟΣ Ιδέ τον άνθρωπον αυτόν που 'βγήκε τώρα έξω· είν' άξιος να στέκεται 'ς του Καίσαρος το πλάγι και να προστάζη. Αλλ' ιδέ και το ελάττωμά του! Του κάμνει 'ς την αξίαν του σωστήν ισημερίαν, και είναι ίσα και τα δυο: ελάττωμα κι' αξία. Κρίμα 'ς τον νέον, κρίμα 'ς τον! Φοβούμαι καμμιάν ώραν, καθώς του έχει τα πιστά ο στρατηγός μας, μήπως αναστατώση το νησί.

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Αλλά το συνειθίζει;

ΙΑΓΟΣ Ο πρόλογός του είν' αυτός ο τακτικός του ύπνου. Κ' είν' άξιος 'μερόνυκτον σωστόν να ξαγρυπνήση, εάν του λείψη το πιοτόν διά νανούρισμά του.

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Πλην έπρεπεν ο στρατηγός να το γνωρίζη τούτο. Δεν θα το παρετήρησε. Ή μήπως η καρδιά του η αγαθή τας αρετάς κυττάζει του Κασίου χωρίς να θέλη να ιδή τα ελαττώματά του;

(Εισέρχεται ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ.)

ΙΑΓΟΣ (κρυφίως προς τον Ροδερίκον.) Εδώ τι θέλεις; Πήγαινε. Τον Κάσιον κηνύγα.

(Εξέρχεται ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ.)

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Αλλ' είναι κρίμα, και πολύ, ο ευγενής Οθέλλος να εμπιστεύεται αυτήν την υψηλήν την θέσιν εις άνθρωπον με φυσικόν παραλυμένον τόσον. Σωστόν θα ήτο να το 'πή κανείς εις τον Οθέλλον.

ΙΑΓΟΣ Όχι εγώ, κι' ολάκαιρην την Κύπρον να μου δώσης. Τον αγαπώ τον Κάσιον πολύ, κ' επιθυμούσα να ιάτρευα το πάθος του... Αλλ' άκουσε. — Τι κρότος!

(Εισέρχεται ο ΚΑΣΙΟΣ κυνηγών τον ΡΟΔΕΡΙΚΟΝ).

ΚΑΣΙΟΣ Α κατεργάρη! Κνώδαλον!

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Τι τρέχ' υπασπιστά μου.

ΚΑΣΙΟΣ Το κάθαρμα! Τα χρέη μου εμένα θα μου μάθη! Ακούς εκεί! Το κνώδαλον! Θα τον ξυλοφορτώσω!

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ξύλον εμένα!

ΚΑΣΙΟΣ Φλυαρείς ακόμη;

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Έλα, έλα. Παρακαλώ, υπασπιστά, χαμήλωσε το χέρι.

ΚΑΣΙΟΣ (προς τον Μοντάνον). Φύγ' απ' εμπρός μου ειδεμή το καύκαλόν σου σπάνω.

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Ησύχασε, ησύχασε και είσαι μεθυσμένος.

ΚΑΣΙΟΣ Τι! μεθυσμένος!

(ο ΚΑΣΙΟΣ και ο ΜΟΝΤΑΝΟΣ σύρουσι τα ξίφη και μάχονται.)

ΙΑΓΟΣ (κρυφίως προς τον Ροδερίκον) Γρήγορα, τρέξε και κράξε «στάσις!»

(Προς τους μαχομένους).

Μη, μη καλέ υπασπιστά. Αλλοίμονον! Ω φίλοι! Βοήθεια! Ω υπασπιστά καλέ μου! Ω Μοντάνε! Βοήθεια! Να τι φοβερή φρουρά, μα την αλήθειαν! Σταθήτε! Ποίος διάβολος σημαίνει ταις καμπάναις; Θα εξυπνήση το νησί. Υπασπιστά μου, στάσου. Θ' ατιμασθής επί ζωής!

(Εισέρχεται ο ΟΘΕΛΛΟΣ μετά συνοδείας.)

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι τρέχει εδώ κάτω;

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Μ' επλήγωσε θανάσιμα. Τα αίματά μου τρέχουν.

(Εφορμά κατά του Κασίου)

ΟΘΕΛΛΟΣ Σταθήτε, ή μα τον Θεόν!...

ΙΑΓΟΣ Ακούσατε, σταθήτε! Υπασπιστά μου, — Κάσιε, — Μοντάνε, — Κύριοί μου! Εχάσατε καθ' αίσθημα του χρέους, του βαθμού σας; Ο στρατηγός σας ομιλεί. Σταθήτε. Εντροπή σας!

(Χωρίζονται επί τέλους οι μαχόμενοι).

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι είν' αυτό; Τι έτρεξε, και πώς συνέβη τούτο; Μη Τούρκοι εγενήκαμεν, και κάμνομεν μονάχοι όσα δεν θέλει ο Θεός οι Τούρκοι να μας κάμουν; Αφήτ', αν ήσθε χριστιανοί, το μαλοκόπημά σας! Όποιος τολμήση από σας το χέρι να σηκώση ζωήν δεν έχει! Έσφαξα εκείνον που σαλεύση! Παύσατ' αυτήν την τρομερήν καμπάναν που ταράζει την ησυχίαν του νησιού! — Τι έγεινε; τι τρέχει; Αι Ιάγο; συ που φαίνεσαι νεκρός από την λύπην, ειπέ μου, ποιος πρωτάρχισε; — Αν μ' αγαπάς ομίλει.

ΙΑΓΟΣ Δεν 'ξεύρω. Είμεθα εδώ αγαπημένοι όλοι, φίλοι, 'σαν νύμφη και γαμβρός που 'πάν εις το κρεββάτι. Κ' εκεί, 'σαν να 'ξεμυάλισαν τα άστρα τους ανθρώπους, αμέσως έξω τα σπαθιά και δος του ένας τ' άλλου! Κ' εγώ δεν 'ξεύρω να ειπώ ποιος ήρχισεν ο πρώτος. Καλλίτερα 'ς τον πόλεμον χαμένα να τα είχα τα πόδια αυτά μου, που εδώ με έφεραν κ' εμένα!

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω Κάσιε, πώς έγεινε να ξεχασθής; Ειπέ μου.

ΚΑΣΙΟΣ Συμπάθησέ με στρατηγέ. Τι να ειπώ δεν έχω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Και συ, Μοντάνε; Άξιον και γνωστικόν σε ξεύρω· τον τρόπον σου τον ήσυχον, τα φρόνιμά σου νειάτα ο κόσμος όλος επαινεί, κ' οι γέροι τ' όνομά σου το φέρνουν ως παράδειγμα 'ς τους νέους. Πώς συνέβη αυτήν σου την υπόληψιν να ριψοκινδυνεύσης, και τ' όνομά σου το καλόν να χάσης, και να γείνης μαχαιροβγάλτης καπηλειού; Ν' αποκριθής προσμένω.

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Οθέλλε, το αισθάνομαι· βαρειά είν' η πληγή μου. 'ς τον Ιάγον έχεις τα πιστά, κι' ας σου ειπή εκείνος (διότι τώρα τα πολλά τα λόγια με πειράζουν), όσα θα είχα να σου 'πώ. Αλλ' όμως δεν ηξεύρω να είπα ή να έκαμα τι άτοπον απόψε, εκτός εάν το ν' αγαπά κανείς τον εαυτόν του, ή να υπερασπίζεται οπόταν τον προσβάλλουν, είν' άτοπον ή έγκλημα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Μα τον Θεόν, αρχίζει το αίμα μου την φρόνησιν να κυριεύη τώρα, και να θολόνη ο θυμός τον καθαρόν τον νουν μου, και να με σπρώχνη 'ς τα εμπρός! Αν μιαν φοράν κουνήση, αν σηκωθή το χέρι μου, και τον καλλίτερόν σας θέλει τον πάρει η οργή! Ειπήτε μου να μάθω πώς ήρχισε το μάλωμα; Ποιος ήτον η αιτία; Και όποιος κι' αν φανερωθή πως έπταισεν ο πρώτος, και αδελφός μου δίδυμος να ήναι, θα με χάση. Ακούς εκεί! Εις φρούριον ακόμη άνω κάτω, με των κατοίκων την καρδιάν γεμάτην από φόβους, να γίνωνται μαλώματα, και τα σπαθιά να βγαίνουν 'ς του φρουραρχείου την αυλήν, εις την φρουράν, την νύκτα! Τι φρίκη και τι εντροπή! Ποιος ήτον πρώτος, Ιάγο;

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Εάν από συμπάθειαν ή φιλοπροσωπίαν, ή 'πης ή κρύψης τίποτε, δεν σ' έχω στρατιώτην.

ΙΑΓΟΣ Μη με τα λόγια σου αυτά κατάκαρδα μ' εγγίζης. Καλλίτερα να μ' έκοπταν την γλώσσαν απ' το στόμα, παρά να 'πώ μιαν συλλαβήν προς βλάβην του Κασίου. Αλλ' όμως, είμαι βέβαιος, δεν θα τον αδικήσω αν την αλήθειαν ειπώ. — Ιδού, ω στρατηγέ μου. Ενώ συνωμιλούσαμεν, εγώ και ο Μοντάνος, Βλέπομεν ένα και ορμά κ' εφώναζε Βοήθεια! Κι' ο Κάσιος κατόπιν του με το σπαθί 'ς το χέρι να τον κτυπήση προσπαθεί. Αμέσως ο Μοντάνος πηγαίνει προς τον Κάσιον να τον καθησύχαση, ενώ τον άλλον κυνηγώ εγώ να τον προφθάσω μη τύχη (καθώς έτυχε), και τα ξεφωνητά του παραζαλίσουν το νησί. Πλην έτρεχεν εκείνος και μου εξέφυγε. Κ' εγώ εγύρισα τρεχάτος εδώ, που ήκουα σπαθιά να σμίγουν να κτυπιούνται, και του Κασίου ταις φωναίς, και λόγια τα οποία δεν ήκουσ' απ' το στόμα του άλλην φοράν ποτέ μου. Γυρίζω, — και δεν ήργησα, — κ' ευρίσκω και τους δύο πιασμένους εις το μάλωμα και να σπαθοκοπούνται, εκεί που ήλθες, στρατηγέ, και συ να τους χωρίσης. Τίποτε άλλο να ειπώ δεν έχω, ούτε 'ξεύρω. Πλην όλοι άνθρωποι είμεθα. Καμμιάν φοράν ξεχνιέται κι' ο πλέον αξιέπαινος. Και τώρα, μολονότι κάπως εφέρθηκε κακά προς τον Μοντάνον ίσως, (εις τον θυμόν κτυπά κανείς κ' εκείνον που λατρεύει,) πλην βέβαια ο Κάσιος θα ήκουσε πιστεύω από εκείνον πώφυγε κανένα τέτοιον λόγον, οπού κανείς υπομονήν δεν έχει να χωνεύση.

ΟΘΕΛΛΟΣ Το βλέπω, Ιάγο, προσπαθείς 'σαν φίλος τιμημένος να ελαφρώσης το κακόν. — Κάσιε, σ' έχω φίλον, αλλ' όχι απ' εδώ κ' εμπρός αξιωματικόν μου.

(Εισέρχεται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ μετά θεραπαινίδων.)

Ιδέτε, κ' η αγάπη μου εξύπνησε.

(Προς τον Κάσιον)

Θα γείνη το πάθημά σου μάθημα 'ς τους άλλους.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι συμβαίνει;

ΟΘΕΛΛΟΣ Όλα ησύχασαν, γλυκειά. Έλα να κοιμηθούμεν.

(Προς τον Μοντάνον)

Μη την πληγήν σου φοβηθής. Εγώ θα σε ιατρεύσω. Σηκώσατέ τον.

(Μεταφέρεται ο Μοντάνος έξω της σκηνής.)

Πήγαινε 'ς την πόλιν μέσα, Ιάγο, και κύτταξ' αν ετρόμαξαν, κ' ησύχασε τον κόσμον. Έλα, καλή μου· η ζωή του στρατιώτου το 'χει, μαλώματα του ύπνου του την γλύκαν να ταράζουν

(Εξέρχονται πάντες εκτός του ΙΑΓΟΥ και του ΚΑΣΙΟΥ)

ΙΑΓΟΣ Είσαι πληγωμένος, υπασπιστά;

ΚΑΣΙΟΣ Πληγωμένος οπού δεν έχει θεραπείαν.

ΙΑΓΟΣ Θεός να φυλάγη!

ΚΑΣΙΟΣ Υπόληψις! υπόληψις! υπόληψις! Ω! έχασα την υπόληψίν μου! Έχασα ό,τι είχα αθάνατον μέσα μου, και τώρα δεν μου μένει παρά το κτήνος! Την υπόληψίν μου, Ιάγο, την υπόληψίν μου!

ΙΑΓΟΣ Να μην ήμαι τίμιος άνθρωπος αν δεν επίστευα, ότι έχεις αληθινήν πληγήν εις το κορμί σου. Εκείνο πονεί περισσότερον από την υπόληψιν. Η υπόληψις είναι πρόληψις, ψευτιά και ματαιότης. Συχνά κανείς την αποκτά χωρίς να την αξίζη, και την χάνει χωρίς να πταίη. Την υπόληψίν σου δεν την έχεις χαμένην, εκτός εάν σου περάση από την φαντασίαν ότι την έχασες. Έλα, άνθρωπε, και θα ευρεθή ο τρόπος να φιλιωθής πάλιν με τον στρατηγόν. Σου κάμνει τώρα τον ωργισμένον και σε παιδεύει από πολιτικήν, όχι από κακίαν, καθώς κτυπά κανείς έν απείρακτον σκυλί διά να τρομάξη κανένα φοβερόν λέοντα. Καλόπιασέ τον και θα τον έχης πάλιν ιδικόν σου.

ΚΑΣΙΟΣ Καλλίτερα να έχω την καταφρόνησίν του, παρά να τον καλοπιάσω ένα τέτοιον καλόν αρχηγόν, διά να πάρη κοντά του ένα αξιωματικόν ανίκανον, ελαφρόμυαλον και μεθύστακα! Μεθυσμένος, εγώ; και να παπαγαλίζω, και να μαλοκοπώ; και να υβρίζω, και να βλασφημώ; και να πιάνωμαι με τον ίσκιον μου; Ω αόρατον πνεύμα του κρασιού, αν δεν έχης άλλο όνομα, σου αξίζει να σε ονομάσουν διάβολον!

ΙΑΓΟΣ Ποιον εκυνηγούσες ξεσπαθωμένος;

ΚΑΣΙΟΣ Δεν γνωρίζω.

ΙΑΓΟΣ Πώς γίνεται;