Οθέλλος Σαικσπείρου Τραγωδίαι Μέρος Β'
Part 2
ΟΘΕΛΛΟΣ Με αγαπούσ' ο γέροντας· συχνά μ' επροσκαλούσε· την ιστορίαν μ' έβαζε να λέγω της ζωής μου· τας μάχας, τους πολέμους μου και τας πολιορκίας, τον δρόμον οπού πέρασα. Και του εδιηγούμην από τα παιδιακίσια μου τα χρόνια την ζωήν μου, ως την στιγμήν που 'κάθητο και μ' ήκουε να λέγω. Και έλεγα την τύχην μου, τους φοβερούς κινδύνους, τα τρομερά συμβάντα μου 'ς τον κάμπον ή 'ς το κύμα, τους παρά τρίχα γλυτωμούς 'ς εφόδους και καρτέρια, πώς έπεσα εις του εχθρού τ' αγριευμένα χέρια και σκλάβος επωλήθηκα· την ελευθέρωσίν μου, και τα ταξείδια τα πολλά που έκαμα κατόπιν. Τα σπήλαια τ' απέραντα και τας ξηράς ερήμους, τους βράχους, τα 'ψηλά βουνά που φθάνουν ως τα νέφη· αυτά του επερίγραφα, και τους ανθρωποφάγους, και τους αγρίους τους φρικτούς, και τέρατα που έχουν την κεφαλήν ανάμεσα 'ς ταις πλάταις φυτρωμένην. (9) Η Δυσδαιμόνα ήρχετο περίεργη ν' ακούη, αλλ' αι φροντίδες του σπιτιού την έκαμναν να φεύγη, και βιαστική επήγαινε τα χρέη της να κάμη, κ' επέστρεφε, τα λόγια μου ν' ακούση διψασμένη. Κ' εγώ το παρετήρησα και ηύρα ευκαιρίαν, και ηύρα τρόπον μόνη της να μου ξεμυστερεύση τον πόθον τον εγκάρδιον, να της εξιστορήσω καταλεπτώς τον βίον μου απ' την αρχήν 'ς το τέλος, που άκραις μέσαις ήξευρεν απ' όσα είχ' ακούσει. Της είπα όλα· και συχνά της 'δάκρυσε το 'μάτι, ενώ της πρώτης μου ζωής της έλεγα τα πάθη· και όταν ετελείωσα, μ' επλήρωσε τον κόπον με ένα κόσμον δάκρυα και αναστεναγμούς της. Μου είπε πως εθαύμασε, εθαύμασε εις άκρον, ότι λυπάται δι' εμέ, κατάκαρδα λυπάται, πως ήθελε καλλίτερα να μη τα είχ' ακούσει, κι' όμως μακάρι και αυτή να λάβη τέτοιον άνδρα. Μου είπε πως μ' ευχαριστεί, κι' ανίσως έχω φίλον, οπού την ερωτεύεται και θέλει την καρδιάν της, να τον διδάξω να της' πη όσα εγώ της είπα. 'Σ αυτήν την νύξιν της κ' εγώ ανοίχθηκα μαζή της. Δι' όσα εκινδύνευσα μ' ηγάπησεν εκείνη, και την ηγάπησα εγώ, διότι μ' ελυπήθη. Τα μάγια που της έκαμα είναι αυτά και μόνα. Ιδού, η νέα έρχεται και ας το μαρτυρήση. (10)
(Εισέρχονται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ, ο ΙΑΓΟΣ, και υπηρέται).
ΔΟΓΗΣ Νομίζω και την κόρην μου αυτά θα επλανούσαν. Ω αγαθέ Βραβάντιε, μη τα παραξεσχίζης, αλλ' όπως πλέον ημπορείς εξοικονόμησέ τα. Κάλλια σπασμένα τ' άρματα, παρά γυμνά τα χέρια.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Παρακαλώ, αφήσετε να ομιλήση πρώτα. Αν 'πή ότι τον ήθελε και τον ενοστιμεύθη, η κεφαλή μου να κοπή εάν κατηγορήσω εις το εξής τον άνθρωπον. — Πλησίασε, Κυρία· 'ς αυτήν εδώ την ευγενή ομήγυριν που βλέπεις, που χρεωστείς υποταγήν προ πάντων. Αποκρίσου.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω σεβαστέ πατέρα μου, το βλέπω πως εις δύο μοιράζεται το χρέος μου· διότι εις εσένα και την ζωήν μου χρεωστώ και την ανατροφήν μου. Κι' ανατροφή μου και ζωή μ' εδίδαξαν πως πρέπει να σε τιμώ. Ο κύριος του χρέους μου συ είσαι· είσαι πατέρας μου· αλλά, ιδού ο σύζυγός μου. Την ίδιαν την υποταγήν οπού σου είχε δείξει η μάνα μου, κ' επρόκρινε κι' από γονείς εσένα, τώρα κ' εγώ την χρεωστώ 'ς τον άνδρα μου, τον Μαύρον.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Αρκεί· μαζή σου ο Θεός! 'τελείωσα· — Αυθέντα, αν αγαπάς, ας έλθωμεν 'ς τα πράγματα του κράτους. — Παρά παιδί, καλλίτερα να είχα ψυχοπαίδι! — Άκουσε, Μαύρε· πάρε την με όλην την καρδιάν μου, καθώς επίσης ήθελα με όλην την καρδιάν μου να μη την δώσω εις εσέ, αν δεν την είχες πάρει. Ως προς εσένα, χαίρομαι π' άλλα παιδιά δεν έχω, διότι τύραννον 'ς αυτά θα μ' έκαμν' η φυγή σου, να τα κρατώ 'ς τα σίδερα! — 'τελείωσα, Αυθέντα.
ΔΟΓΗΣ Ας ομιλήσω και εγώ και ας ειπώ μιαν γνώμην, που ίσως χρήσιμη σταθή εις τούτο το ζευγάρι, ως σκαλοπάτι ν' αναιβούν 'ς την εύνοιάν σου πάλιν. Άμα που γίνη το κακόν κι' ούτ' έχει θεραπείαν, αν πάρης την απόφασιν ο πόνος τελειόνει. Το να θρηνής ένα κακόν που πέρασε και 'πάγει, είναι ο τρόπος να ζητής νέον κακόν να φέρης. Ό,τι δεν έχει γλυτωμόν αν σου το πάρ' η τύχη, την τύχην την περιγελάς, υπομονήν αν δείξης. Ένας κλεμμένος που γελά κάτι απ' τον κλέπτην κλέπτει· αν όμως κλαίη του κακού, τον εαυτόν του κλέπτει.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Την Κύπρον τώρα το λοιπόν ο Τούρκος ας την πάρη. Όσω γελούμεν, βέβαια χαμένη δεν θα είναι. Τα γνωμικά είναι καλά 'ς εκείνον οπού θέλει ν' ακούη ανακούφισιν και άλλο δεν τον μέλει. Αλλ' όποιος έχει τον καϋμόν δεν θέλει να του λέγουν υπομονήν να δανεισθή, την λύπην να πληρώση! Τα γνωμικά, είτε χολή ή μέλι, δεν αξίζουν· έχουν εξήγησιν διπλήν. Τα λόγια είναι λόγια, και δεν τρυπάτ' από τ' αυτί μία καρδιά καμμένη. — Παρακαλώ ας έλθωμεν 'ς τα πράγματα του Κράτους.
ΔΟΓΗΣ Ο Τούρκος εκστρατεύει με μεγάλην δύναμιν εναντίον της Κύπρου. Εσύ, Οθέλλε, γνωρίζεις από κάθε άλλον καλλίτερα πού στέκει η δύναμίς της. Και μολονότι έχομεν εκεί άξιον τοπορητήν, η κοινή όμως γνώμη, ο μέγας αυτός Κυβερνήτης των πραγμάτων, αποζητεί εσένα διά μεγαλειτέραν ασφάλειαν. Ανάγκη λοιπόν να σκιάσης την λάμψιν της νέας σου ευτυχίας, με αυτής της εκστρατείας την ανεμοζάλην.
ΟΘΕΛΛΟΣ Αυθένται μου, ο τύραννος, που λέγεται Συνήθεια, μου κάμνει απαλώτατον, 'σαν πουπουλένιον στρώμα, το σιδερένιον των μαχών ή λίθινον κρεββάτι. Τ' ομολογώ· εις την ζωήν την σκληραγωγημένην την φυσικήν μου την ορμήν κ' ενέργειαν ευρίσκω. Μετά χαράς τον δέχομαι κ' επάνω μου τον παίρνω τον νέον πόλεμον αυτόν κατά των Μουσουλμάνων! 'Σ τους ορισμούς σας ταπεινώς την κεφαλήν μου κλίνω και μόνον τούτο σας ζητώ: να έχη η σύζυγός μου την πρέπουσαν περίθαλψιν, και ό,τι λάβη χρείαν διά να ζη ανάλογα με το αξίωμά μου και με το γένος της.
ΔΟΓΗΣ Ας ζη, αν θέλης, 'ς του πατρός της.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Εγώ δεν θέλω.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ούτ' εγώ.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Και ούτ' εγώ δεν θέλω, να μ' έχη ο πατέρας μου εμπρός του, να με βλέπη, και να θυμόνη. Το αυτί 'ς την δέησίν μου κλίνε, ω Δόγη κραταιότατε, και άφες με να εύρω από την προστασίαν σου κι' από την δύναμίν σου την φύλαξιν και σκέπην μου.
ΔΟΓΗΣ Τι θέλεις, Δυσδαιμόνα;
ΔΥΣΔΑΙΜΌΝΑ Ότι τον Μαύρον αγαπώ διά να ζω μαζί του, τ' ορμητικόν μου κίνημα κι' αυτή η παραζάλη τρανά το διελάλησαν 'ς τον κόσμον. Την καρδιάν μου εγώ την αφιέρωσα 'ς την τύχην του ανδρός μου. Εις του ΟΘέλλου την ψυχήν το πρόσωπόν του είδα, και επιστεύθηκα το παν, και βίον και ψυχήν μου εις την 'δικήν του την τιμήν και την παλλικαριάν του. Κι' αν απομείνω 'γώ εδώ, ειρήνης πεταλούδα, ενώ, αυθένται μου, αυτός πηγαίνει 'ς τους πολέμους θα μου φανή πως αφαιρούν από τον έρωτά μου τα δίκαιά του, κ' η ζωή βαρεία θα μου ήναι χωρίς εκείνον. — Άφησε μαζή του να με πάρη.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ω άρχοντες, αφήσατε παρακαλώ να γείνη το θέλημά της. Δεν ζητώ εγώ αυτήν την χάριν, διά να θρέψω μ' ηδονήν το ιδικόν μου πάθος, και ούτε της αγάπης μου την φλόγα να χορτάσω, πλην μόνον επειδή ποθώ να γείνη όπως θέλει. Και να φυλάξη ο θεός, 'ς τον νουν σας μη περάση πως θ' αστοχήσω σοβαρά κ' επίσημά μου χρέη, διότι θάχω 'ς το πλευρόν εκείνην. Εάν ήναι του Έρωτος του πτερωτού τα ελαφρά παιγνίδια να μου θολώσουν και τον νουν και την ενέργειάν μου ή να χαλάσουν ηδοναί την τέχνην της ζωής μου, τότε αγγείον μαγειρειού ας κάμουν αι γυναίκες την περικεφαλαίαν μου, και την υπόληψίν μου του κόσμου καταφρόνησις ας την καταμαυρίση!
ΔΟΓΗΣ Εσείς αποφασίσετε· ας μείνη ή ας φύγη. Το πράγμα είναι βιαστικόν κι' αναβολήν δεν θέλει.
Α’ ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ Απόψε φεύγεις απ' εδώ.
ΟΘΕΛΛΟΣ Με όλην την καρδιάν μου!
ΔΟΓΗΣ (προς τους Γερουσιαστάς). Εις τας εννέα την αυγήν εδώ σας περιμένω. —
(Προς τον Οθέλλον).
Εδώ κανένας ας σταθή αξιωματικός σου, και με αυτόν σου στέλλομεν και τον διορισμόν σου και ό,τι άλλο χρειασθή να σου σταλθή ακόμη.
ΟΘΕΛΛΟΣ Να ο σημαιοφόρος μου, αν ήναι ορισμός σας. Είν' άνθρωπος ενάρετος και της εμπιστοσύνης. Εις τούτον την γυναίκα μου θ' αφήσω να μου φέρη, και ό,τι η εκλαμπρότης σου νομίση αναγκαίον.
ΔΟΓΗΣ Πολύ καλά. Σας εύχομαι εις όλους καλήν νύκτα.
(Προς τον Βραβάντιον.)
Και, άρχον ευγενέστατε, εάν δεν ήναι ψεύμα, ότι δεν έχει ευμορφιάς η αρετή ανάγκην, τότ' ο γαμβρός σου κάτασπρος και όχι μαύρος είναι.
Α’ ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ Χαίρε, κι' αγάπα την καλά, γενναίε Μαύρε· χαίρε!
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Αν έχης 'μάτια κύτταζε, ω Μαύρε. Πρόσεχέ την· καθώς εμένα 'γέλασε, 'μπορεί να σε γελάση.
ΟΘΕΛΛΟΣ Την παίρνω 'ς την ψυχήν μου! Ναι!
(Απέρχονται, ο ΔΟΓΗΣ, οι ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΑΙ, ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ κ.τ.λ.)
ΟΘΕΛΛΟΣ Τώρα, πιστέ μου Ιάγο, την Δυσδαιμόναν μου εγώ 'ς εσένα την αφίνω· να βάλης την γυναίκα σου, παρακαλώ, κοντά της, κι' όπως καλλίτερα 'μπορείς 'ς την Κύπρον να τας φέρης. Έλα· μια ώρα μοναχή μου μένει, Δυσδαιμόνα, μια ώρα έννοιας κ' έρωτος μαζή σου να περάσω. Είμεθα σκλάβοι του καιρού.
(Απέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ και η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ).
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ιάγο!
ΙΑΓΟΣ Τι λέγεις, παλλικαρά μου.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ηξεύρεις τι θα 'πάγω να κάμω τώρα;
ΙΑΓΟΣ Να πλαγιάσης και να κοιμηθής.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Θα 'πάγω ίσα να πνιγώ!
ΙΑΓΟΣ Αν το κάμης, δεν θα σε αγαπώ ύστερα. Τι ανοησία είναι αυτή;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ανοησία είναι να ζη κανείς, όταν η ζωή καταντήση βάσανον. Το μόνον ιατρικόν είναι ο θάνατος, όταν γείνη ιατρός μας ο Χάρος.
ΙΑΓΟΣ Ω τον άνανδρον! Τον κόσμον τον είδα τέσσαραις φοραίς επτά χρόνους· και αφότου έμαθα να ξεχωρίζω τι θα ειπή φίλος και τι θα ειπή εχθρός, ακόμη δεν ηύρα τον άνθρωπον, ο οποίος να ηξεύρη ν' αγαπά τον εαυτόν του! Καλλίτερα να γείνω πίθηκος, παρά να καταντήσω να βάλω εις τον νουν μου να πνιγώ διά την αγάπην ενός χηνοπούλου!
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Τι θέλεις να κάμω; Το ηξεύρω κ' εγώ ότι είναι εντροπή να ήμαι τόσον ερωτευμένος, αλλά δεν είναι εις την εξουσίαν μου ν' αλλάξω.
ΙΑΓΟΣ Δεν είναι εις την εξουσίαν σου! Κολοκύθια! Μόνοι μας γινόμεθα τούτο ή εκείνο. Το σώμα μας είναι περιβόλι, και περιβολάρης η θέλησίς μας. Θέλεις τσουκνίδα να φυτεύσης, ή μαρούλι; Θέλεις να σπείρης ύσσωπον, ή να φυτρώση θυμάρι; Θέλεις να έχης ένα μόνον είδος χόρτου, ή λογής λογής βότανα; Θέλεις να το ερημώσης με την ακαμωσιάν, ή να το κοπρίσης με τον ιδρώτα σου; Εις την θέλησίν σου στέκει ό,τι θέλεις να το κάμης. — Εάν η ζυγαριά της ζωής δεν είχε το βάρος του λογικού, ν' αντιζυγίζη τα αισθητήριά μας, αλλοίμονον πού θα μας εκουτρουβαλούσε το αίμα μας και η σιχαμένη η φύσις μας! Αλλά το λογικόν το έχομεν διά να μας δροσίζη τα αναμμένα αισθήματά μας, τας σαρκικάς ορέξεις μας, τα αχαλίνωτα πάθη μας. Εκείνο λοιπόν, οποίον εσύ ονομάζεις έρωτα, εγώ το ονομάζω φέλιασμα και παραβλάσταρον.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Άλλ' αντ' άλλων!
ΙΑΓΟΣ Ο έρωτας είναι ασωτεία του αίματος και χαλάρωσις της θελήσεως, σου λέγω. Έλα· σε θέλω άνδρα! Ακούς εκεί, να πνιγής! Πνίξιμον ταις γάταις και τα τυφλά γατόπουλα! Εγώ σου έταξα φιλίαν και εδέθηκα μαζή σου με σχοινιά σφιχτά και δυνατά. Αλλά δεν ημπορούσα ποτέ να σου σταθώ τόσον χρήσιμος, καθώς τώρα. Βάλε αργύριον εις το πουγγί σου, πήγαινε κατόπιν από το στράτευμα, κρύψε τα κάλλη σου με γένεια ψεύτικα. Σου λέγω βάλε αργύριον εις το πουγγί σου! Δεν είναι δυνατόν να βαστάξη πολύν καιρόν η αγάπη της Δυσδαιμόνας διά τον Μαύρον· — βάλε αργύριον εις το πουγγί σου· — ούτε η ιδική του δι' εκείνην. Ήρχισαν ορμητικά, και με τον ίδιον τρόπον θα τελειώσουν. Θα το ιδής! Βάλε αργύριον εις το πουγγί σου μόνον. Αυτοί οι Μαύροι αλλάζουν γνώμην εύκολα. — Παραγέμισε το πουγγί σου. — Η τροφή οπού τώρα του φαίνεται γλυκειά ωσάν ξυλοκέρατον, θα του φανή εις ολίγον άνοστη ωσάν ξυλάγγουρον. Κ' εκείνη θ' αλλάξη, επειδή είναι τόσον νέα. Αφού τον χορτάση τον Μαύρον της, θα ιδή ότι η εκλογή της ήτο στραβή. — Βάλε λοιπόν αργύριον εις το πουγγί σου. — Αν θέλης και καλά να κολασθής, εύρε κανένα τρόπον καλλίτερον από το πνίξιμον. — Μάζευσε όσα περισσότερα χρήματα ημπορείς. — Αν η ευλογία ενός παππά, και ένας όρκος οπού επέρασε μεταξύ ενός βαρβάρου τυχοδιώκτου, και μιας πονηράς Βενετής, δεν είναι με το παρεπάνω δυνατά διά το μυαλόν μου και δι' όλα τα δαιμόνια της Κολάσεως, θα την απολαύσης! Λοιπόν, εύρε χρήματα. Να πάρη η ζάλη το πνίξιμον! Δεν είναι δουλειά σου να πνιγής. Κύτταξε καλλίτερα να κρεμασθής αφού χαρής τον πόθον σου, παρά να πνιγής πριν το καταφέρης.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Και αν προσκολληθώ εις αυτήν την ελπίδα, θα μου παρασταθής πιστά;
ΙΑΓΟΣ Μην έχης φόβον δι' εμένα. Πήγαινε να εύρης χρήματα. Σου το είπα πολλαίς φοραίς και σου το ξαναλέγω! Τον Μαύρον τον μισώ. Έχω λόγους να τον μισώ με την καρδιάν μου. Δεν πηγαίνεις και συ παρακάτω. Ας γείνωμεν και οι δύο μας ένα εις την εκδίκησίν μας. Αν κατορθώσης να τον κερατώσης, εσύ θα το χαρής, και εγώ θα το διασκεδάσω. Ο Καιρός είναι εγγαστρωμένος με πολλά περιστατικά, και θα τα ξεγεννήση! Εμπρός! Πήγαινε να εύρης χρήματα. Αύριον τα ξαναλέγομεν. Ώρα καλή.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Πού θα σ' εύρω την αυγήν;
ΙΑΓΟΣ Εις το κατάλυμά μου.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Θα έλθω πρωί πρωί.
ΙΑΓΟΣ Καλά· ώρα σου καλή. — Ακούεις, Ροδερίκε;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Τι είπες;
ΙΑΓΟΣ Δεν έχει πνίξιμον πλέον. Ακούεις;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ήλλαξα γνώμην. Πηγαίνω να πωλήσω τα χωράφια μου.
ΙΑΓΟΣ Καλά. Παραγέμισε το πουγγί σου.
(Απέρχεται ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ)
ΙΑΓΟΣ Ας χρησιμεύη ο κουτός πουγγί μου να τον έχω. Θα ήτο κρίμα, κ' εντροπή 'ς την πείραν και 'ς τον νουν μου, να χάνω 'γώ την ώραν μου μ' αυτήν την καλοιακούδαν, χωρίς ή διασκέδασις ή κέρδος να μου μένη. Αλλά τον Μαύρον τον μισώ. Και τρέχει λόγος έξω πως έλαβε την θέσιν μου εις τα 'παπλώματά μου. Αν ήν' αλήθεια τ' αγνοώ· πλην κ' υποψία μόνη μου φθάνει, ώστε να φερθώ ωσάν να ήν' αλήθεια! Μ' έχει αυτός περί πολλού. Θα βοηθήση τούτο να γείνουν ευκολώτερα κοντά του οι σκοποί μου. — Ο Κάσιος είν' εύμορφος και νέος. Πώς να γείνη; Να πάρω και την θέσιν του και την εκδίκησίν μου με μιαν διπλήν κατεργαριάν. — Πλην πώς; Πώς να το [κάμω; — Με τον καιρόν εις το αυτί του Μαύρου να σφυρίξω, πως τάχα ξεθαρρεύονται πολύ, η Δυσδαιμόνα κι' ο Κάσιος. Το πρόσωπον, οι νόστιμοί του τρόποι 'ς την υποψίαν έρχονται. Σου έχει ίσα ίσα εκείνα που χρειάζονται γυναίκας να πλανέση. Ο δε Οθέλλος είν' απλός, με την καρδιάν 'ς το χέρι, κι' όποιον ως τίμιος περνά και τίμιον τον παίρνει. Από την μύτην εύκολα 'σάν γάιδαρος τραβιέται. Το ηύρα! Το κοιλοπονώ! Η Κόλασις κ' η Νύκτα το τέρας τούτο εις το φως θα μου το ξεγεννήσουν!
ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
ΣΚΗΝΗ Α' . Λιμήν εν Κύπρω (11) παρά τον αιγιαλόν. Εισέρχονται ο ΜΟΝΤΑΝΟΣ και δύο άρχοντες ΚΥΠΡΙΟΙ.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Τι φαίνεται 'ς το πέλαγος από το ακρωτήρι;
Α’. ΚΥΠΡΙΟΣ Δεν διακρίνω τίποτε. Βουνόν το κάθε κύμα· δεν ξεχωρίζω μεταξύ συννέφων και θαλάσσης ούτε πανί.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Εις την ξηράν ο άνεμος μουγκρίζει. Τόσον πολύ τους πύργους μας δεν έσεισε ποτέ του. Εάν και εις το πέλαγος φυσά με τόσην λύσσαν, ποια τάχα ξύλινα πλευρά θα δυνηθούν ν' ανθέξουν εις τα βουνά οπού βουτούν! Να ιδούμεν τι θα γείνη;
Β’. ΚΥΠΡΙΟΣ Θα γείνη μέγας σκορπισμός του τουρκικού του στόλου. Αν ημπορέσης να σταθής εις του 'γιαλού την άκρην, θα ιδής τα νέφη να κτυπά μ' αφρούς το κάθε κύμα. Η θάλασσ' ανεμόδαρτη, με χαίτην ορθωμένην, να καταβρέξη προσπαθεί τ' αστέρια, και να σβύση 'ς τον Ουρανόν τους φύλακας του ακινήτου πόλου. Ποτέ μου τόσην ταραχήν 'ς το πέλαγος δεν είδα!
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Εάν ο στόλος των εχθρών δεν ήναι αραγμένος 'ς απανεμιάν, δεν θα σωθή· τον έχω και πνιγμένον. Των αδυνάτων να βαστά 'ς ανεμοζάλην τόσην
(Εισέρχεται τρίτος Κύπριος.)
Γ’. ΚΥΠΡΙΟΣ Νέα, παιδιά! Ο πόλεμος τελειωμένος είναι. Τους Τούρκους τους επρόκοψεν αυτή η τρικυμία, και τους χαλνά τα σχέδια. Βενέτικον καράβι απήντησε τα τουρκικά και είδε την ζημίαν και την φρικτήν καταστροφήν όλου σχεδόν του στόλου.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Αληθινά;
Γ’. ΚΥΠΡΙΟΣ Ναι· είν' εδώ αγκυροβολημένον. Ο Μιχαήλ ο Κάσιος, του Μαύρου του Οθέλλου υπασπιστής, ήλθε μ' αυτό. Κι' ο Μαύρος ταξειδεύει και έρχεται διοικητής και στρατηγός της Κύπρου.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Πολύ το χαίρομαι. Καλόν διοικητήν μας στέλνουν.
Γ’. ΚΥΠΡΙΟΣ Αλλά ο Κάσιος αυτός, ενώ παρηγορίαν μας φέρνει με την είδησιν πως 'χάθηκαν οι Τούρκοι, είναι ανήσυχος πολύ και καταλυπημένος, και τον Θεόν παρακαλεί να σώση τον Οθέλλον, διότι τους εχώρισε φρικτή ανεμοζάλη.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Να τον φυλάγη ο Θεός! Εδούλευσα μαζή του και είν' ανδρείος στρατηγός, αλήθεια παλλικάρι! Ελάτε 'ς την ακρογιαλιάν τον Κάσιον να ιδούμεν, και εις τον ίδιον καιρόν να ρίξωμεν το 'μάτι έως εκεί που θάλασσα κ' αιθέρας δεν χωρίζουν, με την ελπίδα μη φανή το πλοίον του Οθέλλου.
Γ’. ΚΥΠΡΙΟΣ Και άλλο ίσως φθάσιμον κάθε στιγμή μας φέρη. Ελάτε!
(Εισέρχεται ο ΚΑΣΙΟΣ ακολουθούμενος υπό Κυπρίων.)
ΚΑΣΙΟΣ Σας ευχαριστώ, της Κύπρου παλλικάρια, που τόσον καλοδέχεσθε το όνομα του Μαύρου. Παρακαλείτε τον Θεόν να τον κατευοδώση, διότι 'χωρισθήκαμεν εις κίνδυνον μεγάλον.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Είναι το πλοίον του καλόν;
ΚΑΣΙΟΣ Γερόν το σκάφος είναι, και ο πιλότος του γνωστός, και άνθρωπος της τέχνης· εις τούτο την ελπίδα μου στηρίζω μέχρι τέλους.
(Φωναί έξωθεν.)
Ένα πανί! Ένα πανί.
ΚΑΣΙΟΣ Τι θόρυβος; τι τρέχει;
Δ'. ΚΥΠΡΙΟΣ Η πόλις όλη άδειασε· 'ς την άκρην της θαλάσσης ο κόσμος εσωρεύθηκε, κ' έ ν α π α ν ί φωνάζουν.
ΚΑΣΙΟΣ Κάτι μου λέγει πως αυτό του στρατηγού θα ήναι το πλοίον.
Β’. ΚΥΠΡΙΟΣ Κανονοβολούν χαιρετισμόν 'ς το Κάστρον Φθάσιμον φίλου είν' αυτό.
ΚΑΣΙΟΣ Παρακαλώ πηγαίνεις να μάθης ποίος έφθασε; κ' ειπέ μας το.
Β’. ΚΥΠΡΙΟΣ Πηγαίνω.
(Εξέρχεται.)
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Κι' ο στρατηγός, υπασπιστά, στεφανωμένος είναι;
ΚΑΣΙΟΣ Διά την ευτυχίαν του! Επέτυχε μιαν νέαν, που ξεπερνά περιγραφάς, κι' ό,τι κι' αν 'πή η φήμη, κι' ό,τι να γράψη ημπορεί εξακουστόν κονδύλι. Χαριτωμένη και καλή κι' ωραία...
(Επιστρέφει ο Β' . ΚΥΠΡΙΟΣ).
Ποίος ήλθε;
Β’. ΚΥΠΡΙΟΣ Σημαιοφόρος είν' αυτός του Μαύρου· κάποιος Ιάγος.
ΚΑΣΙΟΣ Κατευοδώθη γρήγορα με την καλήν την ώραν! Και πέλαγος, και κύματα, και η ανεμοζάλη, βράχοι που βράζει το νερόν, και άμμοι σωριασμένοι, προδόται που το άκακον παραμονεύουν σκάφος, τα πάντα, 'σάν να ήξευραν τι κάλλος διαβαίνει, την αγριάδα έχασαν που είναι φυσική των κ' επέρασεν απείρακτη η θεία Δυσδαιμόνα!
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Και ποία είναι;
ΚΑΣΙΟΣ Είν' αυτή που σ' έλεγα, ω φίλε· του στρατηγού ο στρατηγός! Ο Ιάγος ο γενναίος την εσυνόδευσεν εδώ. Αλλά το φθάσιμόν της επρόλαβε τους πόθους μας κατά επτά ημέρας. Θεέ μεγάλε, φύλαγε και σώσε τον Οθέλλον εις τ' άρμενά του ας φυσά η δυνατή πνοή σου! Αξίωσέ τον εις αυτόν ν' αράξη τον λιμένα, της Δυσδαιμόνας την γλυκειάν αγκάλην ν' απολαύση, εις το σβυσμένον θάρρος μας νέαν φωτιάν να δώση, κι' όλον της Κύπρου το νησί να το παρηγορήση!
(Εισέρχονται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ, η ΑΙΜΙΛΙΑ, ο ΙΑΓΟΣ, ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ και συνοδεία.)
ΚΑΣΙΟΣ Ιδού, κατέβη 'ς την ξηράν ο θησαυρός του πλοίου! Της Κύπρου άνδρες, πέσατε 'ς τα γόνατα εμπρός της. Κυρία, καλώς ώρισες. Η χάρις του Υψίστου εμπρός, οπίσ' , από παντού να σε περικυκλόνη!
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ευχαριστώ σε, Κάσιε γενναίε. Του ανδρός μου τι νέα έχεις να μου 'πής;
ΚΑΣΙΟΣ Δεν έφθασεν ακόμη, αλλά τον άφησα καλά, κ' ελπίζω δεν θ' αργήση.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Φοβούμαι όμως... Διατί δεν ήλθετε συγχρόνως;
ΚΑΣΙΟΣ Η Θάλασσα κι' ο Ουρανός επιάσθηκαν εις μάχην κ' εχώρισαν τον δρόμον μας 'ς το πέλαγος... Ακούεις; Ένα πανί!
(Φωναί έξωθεν).
Ένα πανί! Ένα πανί!
Β’. ΚΥΠΡΙΟΣ 'Σ το Κάστρον το χαιρετούν με κανονιαίς. Και τώρα φίλος είναι.
ΚΑΣΙΟΣ Ιδέ τι τρέχει.
(Εξέρχεται ο Κύπριος.) (Πρoς τον Ιάγον.)
Είσαι συ; Καλώς μας ήλθες, Ιάγο.
(Προς την Αιμιλίαν.)
Κυρά μου, καλώς ώρισες.
(Την φιλεί.)
Μη σε πειράζει, Ιάγο, αν ξεθαρρεύωμαι πολύ. Οι τρόποι μου το έχουν να ήμαι μάλλον τολμηρός εις την φιλοφροσύνην.
ΙΑΓΟΣ Αν τόσον σου εχάριζε κ' εσένα με τα χείλη, όσον η γλώσσα της συχνά 'ς εμένα χαριτόνει, θα σου εφαίνετο πολύ.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Καλέ, φωνήν δεν έχει.
ΙΑΓΟΣ Ω! έχει, μα την πίστιν μου, και με το παρεπάνω! Εγώ το' ξεύρω πώς λαλεί όταν μου έρχετ' ύπνος. Εμπρός 'ς την ευγενείαν σου την γλώσσαν, εννοείται, την συμμαζεύει 'ς την καρδιάν, και μέσα της γρυνιάζει.
ΑΙΜΙΛΙΑ Αυτά να λέγης αφορμήν δεν έχεις.
ΙΑΓΟΣ Έλα, έλα· σεις όλαις εικονίσματα είσθ' έξω απ' το σπίτι, πλην μέσα αγριόγατοι, κ' η γλώσσα σας καμπάνα· όταν πειράζετ' άγιοι, διαβόλοι αν σας πειράζουν, και ακαμάτραις 'ς την δουλειάν, δουλεύτραις 'ς το κρεββάτι.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω! Εντροπή, κακόγλωσσε.
ΙΑΓΟΣ Αν σε γελώ τουρκεύω! 'ς τον ύπνον σας δουλεύετε, και παίζετε 'ς τον ξύπνον.
ΑΙΜΙΛΙΑ Δεν σ' έβαλα εγκώμιον να γράψης.
ΙΑΓΟΣ Μη με βάλης.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι θάγραφες, εγκώμιον αν είχες να μου κάμης;
ΙΑΓΟΣ Παρακαλώ, Κυρία μου, μη μου ζητής επαίνους, και δεν αξίζω τίποτε εάν δεν ψεγαδιάζω.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εμπρός. Δοκίμασε. — Κανείς επήγε 'ς τον λιμένα;
ΙΑΓΟΣ Επήγε· ναι, Κυρία μου.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Διάθεσιν δεν έχω· τον εαυτόν μου απατώ την εύθυμην αν κάμω. Ας ήναι. — Λέγε μας λοιπόν· πώς θα μ' εγκωμιάσης;
ΙΑΓΟΣ Κοντεύω. Αλλ' η έμπνευσις 'βγαίνει απ' το καύκαλόν μου, καθώς εβγαίνει ο ιξός απ' την προβιάν που πιάση· μου ξεκολνά και τα μυαλά και κάθε τι. Εν τούτοις η Μούσα μου κοιλοπονά. Να το ξεγέννημά της: Η κάτασπρη και γνωστική έχει ευμορφιάν και γνώσιν· το ένα είναι χρήσιμον το άλλο κάμνει χρήσιν.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Καλόν εγκώμιον αυτό. Κ' η γνωστική και μαύρη;
ΙΑΓΟΣ Αν ήναι μαύρη κ' έχη νουν, κ' εκείνη δίχως άλλο θα εύρη την μαυρίλαν της με άσπρον να ταιριάξη.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Κακά τα πηγαίνομεν.
ΑΙΜΙΛΙΑ Και η κουτή και ωραία;
ΙΑΓΟΣ Ποτέ κουτή δεν ημπορεί να ήναι η ωραία, αφού κ' η κουταμάδα της θα φέρη κληρονόμον.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυτά είναι παραδοξολογίαις να ταις ακούουν οι βλάκες εις το καπηλειόν και να γελούν. Και τι κακορρίζικον εγκώμιον έχεις να ειπής δι' εκείνην, η οποία είναι και κουτή και άσχημη;
ΙΑΓΟΣ Κουτή γυναίκα κι' άσχημη δεν έχει, που δεν κάμνει τα ίδια τα καμώματα με ξυπνηταίς κι' ωραίαις.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω, τι χονδρή αμάθεια! Το καλλίτερόν σου εγκώμιον είναι διά την χειροτέραν γυναίκα! Και τι θα έλεγες δι' εκείνην, η οποία πραγματικώς αξίζει, και δεν έχει να φοβηθή ούτε την κακογλωσσιάν;
ΙΑΓΟΣ Εκείνη που είν' εύμορφη και όμως δεν το 'ξεύρει, που έχει γλώσσαν και φωνήν και όμως δεν φωνάζει, που δεν της λείπουν χρήματα αλλά δεν τα σκορπίζει, που λέγ' είν' εις το χέρι μου και όμως δεν το κάμνει, που αν και την επείραξαν δεν τιμωρεί, κι' αφίνει να φύγ' η δυσαρέσκεια και τ' άδικον να μείνη, που έχει γνώσιν, και τον νουν δεν έχασε ν' αλλάξη διά ουράν του σολομού κεφάλι της μουρούνας, (12) που της περνούν συλλογισμοί πλην 'ξεύρει να τους [κρύπτη, που αν κανείς την κυνηγά το νοιώθει, πλην δεν στρέφει, τέτοια γυναίκα, αν ποτέ υπήρξε τέτοια, πρέπει...
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Να κάμη τι;
ΙΑΓΟΣ 'ς τους παλαβούς να δίδη το βυζί της, και να πωλή 'ς το καπηλειόν κρασί με το ποτήρι. (13)
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω, τι μισερόν και ανούσιον συμπέρασμα! Μη τον ακούης, Αιμιλία, και ας ήναι και άνδρας σου. Τι λέγεις Κάσιε; Δεν είναι αδιάντροπα τα γνωμικά του;