Οθέλλος Σαικσπείρου Τραγωδίαι Μέρος Β'
Part 1
Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George Canonis
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words have been included in &&. Words in italics have been included in _.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε &&. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε _.
ΤΡΑΓΩΔΙΑI ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, EΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΠΕΡΡΗ.
ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟY ΤΡΑΓΩΔIΑΙ
ΕΚ TΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟY ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕIΣΑI YΠO ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΙΚΕΛΑ.
ΜΕΡΟΣ Β'. ΟΘΕΛΛΟΣ
ΑΔΕΛΦΟΙ ΔΕΠΑΣΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΑΙ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΑΙ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1876
ΟΘΕΛΛΟΣ, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ, ΤΡΑΓΩΔΙΑ. (1)
ΤΑ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΑ. ΟΘΕΛΛΟΣ, ο Μαύρος της Βενετίας. ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ, πατήρ της Δυσδαιμόνας. ΚΑΣΙΟΣ, υπασπιστής. ΙΑΓΟΣ, σημαιοφόρος. ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ, ευγενής Βενετός. Ο ΔΟΓΗΣ της Βενετίας. ΑΡΧΟΝΤΕΣ γερουσιασταί. ΜΟΝΤΑΝΟΣ, διοικητής της Κύπρου. ΑΡΧΟΝΤΕΣ Κύπριοι. ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ, αδελφός του Βραβαντίου. ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ, συγγενής του Βραβαντίου. ΝΑΥΤΑΙ. ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ, υπηρέτης του Οθέλλου. ΚΗΡΥΞ. ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ, σύζυγος του Οθέλλου. ΑΙΜΙΛΙΑ, σύζυγος του Ιάγου. ΒΙΑΓΚΑ, εταίρα.
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ, ΑΡΧΟΝΤΕΣ, ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΙ, ΜΟΥΣΙΚΟΙ, ΥΠΗΡΕΤΑΙ, ΝΑΥΤΑΙ, Κ.Τ.Λ.
Η σκηνή κατά μεν την πρώτην πράξιν εν Βενετία, μετέπειτα δ' εν Κύπρω.
ΟΘΕΛΛΟΣ, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ, ΤΡΑΓΩΔΙΑ. (1)
ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ
ΣΚΗΝΗ Α'.
Οδός εν Βενετία. Εισέρχονται ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ και ο ΙΑΓΟΣ.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Να μη μου δώκης είδησιν! (2) Δεν το 'λεγα ποτέ μου, εσύ, που είχες πάντοτε πουγγί σου το πουγγί μου, δεν το 'λεγα ότι εσύ μπορούσες να το ξεύρης!
ΙΑΓΟΣ Πλην δεν μ' ακούεις. Αν ποτέ μ' επέρασ' απ' τον νουν μου, να στραβωθώ!
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Και μ' έλεγες ότι του έχεις έχθραν!
ΙΑΓΟΣ Κι' αν είπα ψεύμα, πτύσε με· — Επήγαν τρεις τρανοί μας και τον επαρακάλεσαν, και είπαν να με κάμη υπασπιστήν· και μα το Ναι! ηξεύρω πως τ' αξίζω! Κ' εκείνος ούτε πείθεται, ούτε σκοπόν αλλάζει, αλλά τους προφασίζεται το ένα και το άλλο, με ύφος στρατιωτικόν και λόγια φουσκωμένα, και τέλος τους το έκοψε τους καλοθελητάς μου, διότι λέγει, έ κ λ ε ξ α ε γ ώ υ π α σ π ι σ τ ή ν μου! Ποιος είν' αυτός που έκλεξε; Λογαριαστής μεγάλος! Κάποιος Μιχάλης Κάσιος από την Φλωρεντίαν, που δια 'μάτια γυναικός πουλεί και την ψυχήν του! Ένας, που στράτευμα ποτέ 'ς τον πόλεμον δεν είδε, ούτε γνωρίζει τι θα πη παράταξις εις μάχην. Αν ήναι διά γράμματα, κι' αν φθάνουν τα βιβλία, τότε ας κάμωμεν στρατόν από Καλαμαράδες! 'ς τα λόγια είν' η τέχνη του· την πράξιν πού την ηύρε; Και όμως επροτίμησεν εκείνον να εκλέξη, κ' εγώ, που επολέμησα μαζή του τόσα χρόνια και μ' είδε με τα 'μάτια του 'ς την Ρόδον, κ' εις την Κύπρον, κ' εις άλλους τόπους χριστιανών κι' απίστων, εγώ πρέπει ν' ακούω τας διαταγάς του κυρ καταστιχάρη, που 'ξεύρει Δ ο ύ ν αι και Λ α β ε ί ν, διότι αυτός είναι του στρατηγού υπασπιστής, κ' εγώ ... σημαιοφόρος!
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Μα τον Θεόν! καλλίτερα να ήμουν δήμιός του.
ΙΑΓΟΣ Υπομονή! Αυτό θα 'πη βρωμο-υπηρεσία. Σου γίνονται προβιβασμοί προς χάριν, με συστάσεις, και όχι, καθώς έπρεπε, με το δικαίωμά του κατά σειράν ο δεύτερος ν' ακολουθή τον πρώτον. Κρίνε και μόνος σου λοιπόν εάν αιτίαν έχω τον Μαύρον να τον αγαπώ.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Και πώς δεν τον αφίνεις;
ΙΑΓΟΣ Ω! έννοια σου. Υπηρετώ, να κάμω τον σκοπόν μου. Δεν ημπορεί τον κύριον να κάμη ο καθένας, και ούτε κάθε κύριος δούλους πιστούς να έχη. Θα ιδής πολλούς, που ταπεινοί και με λαιμόν σκυμμένον δουλεύουν ημερόνυκτα, και το 'χουν προς τιμήν των να ζουν 'σάν του κυρίου των τον γάιδαρον, που έχει όσον δουλεύει άχυρον, κι' άμα γηράση: έξω! Ξύλον που ήθελαν αυτοί οι τιμημένοι δούλοι! Άλλους θα ιδής, καμόνονται τον αφοσιωμένον, πλην την καρδιάν των την κρατούν διά τον εαυτόν των, κ' ενώ εις τον αυθέντην των πουλούν ψευτολατρείαν, παχαίνουν εις την ράχην του, κι' αφού καλοχορτάσουν τον εαυτόν των προσκυνούν. Εκείνοι έχουν γνώσιν, και απ' αυτούς είμαι κ' εγώ· διότι, κύριέ μου, να είσαι βέβαιος, καθώς με βλέπεις και σε βλέπω, πως Ιάγον δεν θα μ' έβλεπες, αν ήμουν ο Οθέλλος. Εκείνον αν υπηρετώ, υπηρετώ εμένα. Δεν με κρατούν κοντά 'ς αυτόν ή χρέος ή αγάπη, πλην μόνον, σου τ' ορκίζομαι, οι μυστικοί σκοποί μου. Αν ήναι με τους τρόπους μου και με το φέρσιμόν μου να φανερόνω τα κρυφά που τρέφω 'ς την καρδιάν μου, τότ' ας την βάλω την καρδιάν 'ς το χέρι μου επάνω να την τσυμπούν οι κόρακες! Δεν είμ' εκείνος που 'μαι.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Τύχην που έχει ο χειλάς να σου το καταφέρη!
ΙΑΓΟΣ Εξύπνα τον πατέρα της. Κυνήγησε τον Μαύρον· φαρμάκευσέ του την χαράν και διαλάλησέ τον! Φωτιάν να πάρουν κύτταξε οι συγγενείς της νέας. Αν και το κλίμα όπου ζη ήναι τερπνόν, με μυίγαις βασάνιζε και κέντα τον! Αν κ' η χαρά του ήναι χαρά, εσύ προσπάθησε να την ανακατώσης μ' όσους χωρέσης πειρασμούς, να του την ξεθωρίσης!
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Να! του πατρός της είν' εδώ το σπίτι. Θα φωνάξω.
ΙΑΓΟΣ Με παραζάλην φώναξε και με φωναίς τρομάρας, καθώς οπόταν έξαφνα εις της νυκτός τα βάθη φανή φωτιά εις γειτονιαίς πυκνοκατοικημέναις.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Αι, κυρ Βραβάντιε, αι! αι! Βραβάντιε! Αυθέντα!
ΙΑΓΟΣ Αι, ξύπνα, κυρ Βραβάντιε! Έχε καλά τον νουν σου 'ς το σπίτι, 'ς ταις σακκούλαις σου, 'ς την κόρην σου. Σε [κλέπτουν!
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ (ανοίγων το παράθυρον). Τι είν' αυτός ο τρομερός ο θόρυβος; τι τρέχει;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Κανένας δεν σου έλειψε;
ΙΑΓΟΣ Είναι κλεισταίς αι θύραις;
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Τι μ' ερωτάτε; διατί;
ΙΑΓΟΣ Σε έκλεψαν, αυθέντα! 'πάγει η καρδιά σου! Την 'μισήν ψυχήν σου σού την 'πήραν, και τώρα, τώρα που λαλώ, ο μαύρος γερο-τράγος την άσπρην προβατίναν σου την χαίρεται! Ενδύσου, με σήμαντρα την γειτονιάν που ρουχαλίζει 'ξύπνα! Κινήσου, 'ξύπνα, πριν παππούν ο διάβολος σε κάμη! Κινήσου, λέγω.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Άνθρωπε, πού έχεις τα μυαλά σου;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ω άρχον ευγενέστατε, γνωρίζεις την φωνήν μου;
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Όχι· ποιος είσαι;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Είμ' εγώ, ο Ροδερίκος είμαι,
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Και τι ζητείς; 'ς την θύραν μου, μη τριγυρνάς σου είπα! Σου είπα πως η κόρη μου δεν είναι δι' εσένα· και σου το είπα παστρικά! Δαιμονισμένος είσαι, κι' από το φαγοπότι σου καπνούς γεμάτος ήλθες με την αναισχυντίαν σου να με ανησυχήσης;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Αυθέντα μου, αυθέντα μου!
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Αλλ' όμως βεβαιώσου πως τόσος είναι ο θυμός κ' η δύναμίς μου τόση, που θα πληρώσης ακριβά αυτό σου...
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Άκουσέ με.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Τι κράζεις ότι μ' έκλεψαν; αυτ' είν' η Βενετία, δεν είν' αχούρι έρημον το σπίτι μου...
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Αυθέντα, ήλθα εδώ με καθαράν καρδιάν, διά καλόν σου.
ΙΑΓΟΣ Είσαι και συ απ' εκείνους, οι οποίοι δεν δουλεύουν ούτε τον Θεόν, αν ήναι ο διάβολος όπου τους το λέγει. Ερχόμεθα να σου κάμωμεν δούλευσιν, και συ μας παίρνεις διά νυκτοκλέπτας. Καλά! Την κόρην σου την χαίρεται έν άλογον αράπικον. Θα έχης εγγονάκια να σου χρεμετίζουν, και θα συμπεθερεύσης με φοράδαις.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Τι βλάσφημος παληάνθρωπος εσύ 'σαι;
ΙΑΓΟΣ Είμαι ένας οπού έρχεται να σου ειπή, ότι η κόρη σου και ο Μαύρος σου κάμνουν τώρα γάμους και χαραίς. (3)
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Είσ' ένας αδιάντροπος!
ΙΑΓΟΣ Είσ' ένας... σενατόρος!
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Θα δώσης λόγον δι' αυτό. Σε 'ξεύρω, Ροδερίκε.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Εγώ σου αποκρίνομαι, αυθέντα μου, δι' όλα· πλην δύο λόγια σου ζητώ. Αν ήναι μ' άδειάν σου και μ' ιδικόν σου θέλημα (καθώς μισοπιστεύω), που η ωραία κόρη σου εδιάλεξε την ώραν ς' τα βάθη μέσα της νυκτός, με μόνην συνοδείαν ενός ανθρώπου μισθωτού, ενός κοινού βαρκάρη, κ' επήγε να παραδοθή 'ς την αγκαλιάν του Μαύρου, αν είναι με την είδησιν και με το θέλημά σου, τότ' εφερθήκαμεν κακά και δίκαια θυμόνεις. Αν όμως δεν το ήξευρες, τότε, συμπάθησέ με, μας επιπλήττεις άδικα. Μη σου περνά ιδέα ότι εξέχασα εγώ τι πρέπει και αρμόζει, κ' ήλθα εδώ να σε γελώ και να σε περιπαίζω. Η κόρη σου, αν άδειαν δεν έχη απ' εσένα, το ξαναλέγω, έκαμε παρακοήν μεγάλην, χρέος και τύχην κ' ευμορφιάν και νουν να θυσιάση δι' ένα κακορρίζικον τυχοδιώκτην ξένον, οπού κυλά εδώ κ' εκεί αφότου εγεννήθη. Αν ήναι 'ς το κρεββάτι της ή μέσα εις το σπίτι, ας πέση 'ς το κεφάλι μου του Νόμου τιμωρία διότι σε εγέλασα.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ (προς τους εν τη οικία). Φέρετε φως αμέσως! Ξυπνήσατε τους δούλους μου! Ανάψατε τα φώτα! Αυτό εδώ με τ' όνειρον που είδα ομοιάζει κι' αρχίζει να μου φαίνεται ωσάν αλήθεια. — Φώτα!
(Αποσύρεται).
ΙΑΓΟΣ Ώρα καλή. Αναχωρώ διότι δεν αρμόζει, ούτε συμφέρει 'ς τον βαθμόν που έχω, να με φέρουν κατά του Μαύρου μάρτυρα, ως θα συμβή αν μείνω. Διότι όσον κι' αν αυτά τον χανδακώσουν τώρα, δεν ημπορεί χωρίς αυτόν να κάμη η Βενετία. Θα έχουν την ανάγκην του 'ς τον πόλεμον της Κύπρου, (4) κι' ούτ' έχουν άλλον άξιον 'ς τον τόπον του να βάλουν. Ώστε κ' εγώ, κι' αν τον μισώ καθώς τα κρίματά μου, αλλ' όμως η περίστασις το θέλει κ' η ανάγκη κάπως φιλίας πρόσχημα και χρώμα να του δείχνω. Πλην είναι μόνον πρόσχημα. — Αν θέλης να τον εύρης, 'ς το Ναυαρχείον (5) φέρε τους να τον ανακαλύψουν. Εκεί θα είμαι και εγώ μαζή του. Καλήν νύκτα.
(Απέρχεται). (Εισέρχεται ο ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ μετά υπηρετών κρατούντων δάδας).
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Αλήθεια ήτον! Έφυγε! Από εδώ και πέρα πικρή μου είναι η ζωή και καταφρονημένη. — Ειπέ μου, πού την είδες; πού; — Δυστυχισμένη κόρη! — Με τον Οθέλλον; — Ω! παιδιά ποιος θέλει ν' αποκτήση; — Τους είδες; είσαι βέβαιος; ήτον εκείνη λέγεις; — Ω! με ηπάτησε φρικτά! — Και τι σου είπε; — Φώτα! Φέρετε φως! Ξυπνήσετε τους συγγενείς μου όλους! — Ο γάμος τάχα έγεινε, νομίζεις;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Το φοβούμαι.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Πώς να ξεφύγη απ' εδώ! Θεέ, τι προδοσία! Μη πιστευθήτε 'ς το εξής ταις κόραις σας, πατέρες! Άλλα οι τρόποι μαρτυρούν, κι' άλλα 'ς τον νουν των έχουν! Δεν έχει μάγια που πλανούν την παρθενιάν των νέων; ειπέ μου, δεν εδιάβασες ποτέ σου περί τούτου;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Και βέβαια, αυθέντα μου.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Πού είν' ο αδελφός μου; Ξυπνήσετέ τον. — Διατί εσέ να μη την δώσω! — Εσείς πηγαίνετ' απ' εδώ, οι άλλοι άλλον δρόμον. — Πού λέγεις θα τους εύρωμεν, εκείνην και τον Μαύρον;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Θα τους ανακαλύψωμεν, νομίζω, εάν θέλης με συνοδείαν αρκετήν να με ακολουθήσης.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Οδήγησέ μας. Θα κτυπώ οπού περνώ ταις θύραις· και να προστάζω ημπορώ, αν το καλέση χρεία, 'ς τα όπλα! Νυκτοφύλακας φωνάξετε να έλθουν. Εμπρός! Θα σου ανταμειφθούν οι κόποι, Ροδερίκε.
(Εξέρχονται).
ΣΚΗΝΗ Β' .
Ετέρα οδός εν Βενετία
Εισέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ, ο ΙΑΓΟΣ και υπηρέται δαδούχοι.
ΙΑΓΟΣ Εάν κ' εσκότωσα πολλούς 'ς την τέχνην του πολέμου, επάνω 'ς την συνείδησιν τρέχω, να μη κάμω με προμελέτην φονικόν. Το άδικον δεν θέλω, και ζημιόνομαι συχνά. Εννηά φοραίς ή δέκα να του τρυπήσω τα πλευρά με το σπαθί μου ήλθε.
ΟΘΕΛΛΟΣ Καλά που δεν το έκαμες.
ΙΑΓΟΣ Αλλ' εμωρολογούσε, και τόσα λόγια έλεγε προσβλητικά κι αχρεία κατά της ευγενείας σου, που μόλις ημπορούσα, με την ολίγην αρετήν κ' υπομονήν που έχω, να τον αφίνω να λαλή. Αλλά, παρακαλώ σε, ο γάμος έγεινε σωστά; Διότι, βεβαιώσου, τον αγαπούν τον γέροντα, και η φωνή του έχει και δύναμιν και πέρασιν 'σάν την φωνήν του Δόγη. Θα σας χωρίση. Ή αλληώς είν' άξιος να φέρη εμπόδια και βάσανα· και το σχοινί του Νόμου να το τεντώση ημπορεί με την επιρροήν του.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ας κάμη ό,τι αγαπά. Αι εκδουλεύσεις πώχω θ' αποστομώσουν ταις φωναίς και τα παράπονά του. Και δεν ηξεύρουν κάθε τι ακόμη. Όταν μάθω πως είναι τα καυχήματα τιμή, θα φανερώσω, ότι μ' εγέννησαν γονείς εις θρόνον καθισμένοι, κ' η τύχη που απέκτησα εδώ δεν μ' εξιππάζει! Κι' ας είσαι, Ιάγο, βέβαιος, πως αν δεν αγαπούσα την Δυσδαιμόναν την γλυκειάν, διά τον κόσμον όλον ποτέ μου την ελεύθερην και άστεγην ζωήν μου δεν την επεριόριζα εγώ, να την σκλαβώσω! Αλλά, τι φώτα είν' αυτά που έρχονται; Ιδέ τα.
(Εισέρχονται μακρόθεν ο ΚΑΣΙΟΣ και αξιωματικοί κρατούντες δάδας).
ΙΑΓΟΣ Θα είναι ο πατέρας της, κ' οι φίλοι του μαζή του. Σου δίδω γνώμην να κρυφθής.
ΟΘΕΛΛΟΣ Όχι· να μ' εύρουν πρέπει. Ο χαρακτήρ μου, ο βαθμός, και η συνείδησίς μου με προστατεύουν αρκετά. — Αλλά δεν είν' εκείνοι.
ΙΑΓΟΣ Μα των πολέμων τον Θεόν, δεν είν' εκείνοι· όχι!
ΟΘΕΛΛΟΣ Είναι του Δόγη άνθρωποι, και ο υπασπιστής μου. — Καλή σας νύκτα κι' αγαθή, ω φίλοι. Τι ζητείτε;
ΚΑΣΙΟΣ Σε χαιρετά, ω στρατηγέ, ο Δόγης και αμέσως επιθυμεί να σε ιδή.
ΟΘΕΛΛΟΣ Τι τρέχει; δεν ηξεύρεις;
ΚΑΣΙΟΣ Της Κύπρου είναι πράγματα, μου φαίνεται, σπουδαία. Του στόλου καταποδιαστά μηνύματα μας ήλθαν αυτήν την νύκτα δώδεκα, το έν μετά το άλλο. Πολλοί από τους άρχοντας εξύπνησαν ως τώρα, και όλοι συναθροίζονται 'ς του Δόγη. Σ' εζητούσαν επάνω κάτω, και αφού 'ς το σπίτι σου δεν σ' ηύραν, τρεις συνοδείας έστειλαν να σε ζητούν 'ς την πόλιν.
ΟΘΕΛΛΟΣ Καλά λοιπόν που έτυχε να μ' εύρης συ. Δυο λόγια πηγαίνω μέσα να ειπώ, κ' έρχομ' ευθύς μαζή σας.
(Εξέρχεται).
ΚΑΣΙΟΣ Εδώ τι θέλει άραγε;
ΙΑΓΟΣ Επήρεν εξ εφόδου μίαν φρεγάδα της ξηράς απόψε, και θα κάμη μιαν και καλήν την τύχην του, εάν του την αφήσουν.
ΚΑΣΙΟΣ Τι πράγμα; δεν 'κατάλαβα.
ΙΑΓΟΣ Γυναίκα 'πήρε.
ΚΑΣΙΟΣ Ποίαν;
ΙΑΓΟΣ Την θυγατέρα...
(Επιστρέφει ο ΟΘΕΛΛΟΣ )
ΙΑΓΟΣ Στρατηγέ, πηγαίνωμεν;
ΟΘΕΛΛΟΣ Οδήγει.
ΚΑΣΙΟΣ Ιδού, και άλλοι έρχονται να σ' εύρουν, στρατηγέ μου.
(Εισέρχονται ο ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ, ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ, και αξιωματικοί φέροντες δάδας).
ΙΑΓΟΣ Είν' ο Βραβάντιος αυτός. Φυλάξου· πρόσεχέ τον, και ήλθε με κακούς σκοπούς.
ΟΘΕΛΛΟΣ Τι θέλετε; Σταθήτε!
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Να τος ο Μαύρος.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Πιάσετε τον κλέπτην· πιάσετέ τον!
ΙΑΓΟΣ Α, Ροδερίκε, είσαι συ; εγώ σε διορθόνω.
(Σύρουν πάντες τα ξίφη.)
ΟΘΕΛΛΟΣ 'Σ ταις θήκαις μέσα τα σπαθιά, δροσιά μην τα σκουριάση! Τ' άσπρα μαλλιά σου δύναμιν μεγαλειτέραν έχουν από τα όπλα των.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Ληστή, πού την κρατείς κρυμμένην την κόρην μου; την 'μάγευσες εσύ ο κολασμένος. Το πράγμα είναι φανερόν εις όποιον έχει γνώσιν. Αν δεν την αλυσόδενες με τα κρυφά σου μάγια, μια κόρη τόσον ευτυχής και τρυφερά κι' ωραία, που 'πανδρειάν δεν ήθελε, και ούτε είχε 'μάτια να ιδή τους πλέον εκλεκτούς γαμβρούς της Βενετίας, τον γενικόν περίγελων του κόσμου θ' αψηφούσε, και θ' άφινε την σκέπην της την πατρικήν, να τρέξη 'ς ταις μαύραις αγκαλιαίς ενός καθώς εσέ, που φρίκην εμπνέεις, όχι έρωτα! Ο κόσμος ας το κρίνη αν φως δεν ήναι φανερόν, πως με φρικώδη μάγια, με βότανα και μέταλλα, που εξυπνούν την σάρκα και την νεότητα πλανούν, εμάγευσες την νέαν! Το πράγμα θα εξετασθή· αλλ' όποιος εξετάση θα το πεισθή χειροπιαστά! Λοιπόν σε συλλαμβάνω ως πλάνον, που μ' αθέμιτα κ' εμποδισμένα μέσα γελάς τον κόσμον! Πιάσετε τον πλάνον. Πιάσετέ τον! (6) κι' αν τύχη κι' αντιστέκεται κακόν της κεφαλής του!
ΟΘΕΛΛΟΣ Τα χέρια κάτω όλοι σας, κ' οι φίλοι μου κ' οι άλλοι! Σκοπόν αν είχα με σπαθιαίς απόκρισιν να δώσω, ανάγκην άλλος να το 'πη δεν είχα. — Πού να 'πάγω εις την κατηγορίαν σου απόκρισιν να δώσω;
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ 'ς την φυλακήν! 'ς την φυλακήν, ως που να έλθη ώρα 'ς αρμόδιον κριτήριον ο Νόμος να σε κρίνη.
ΟΘΕΛΛΟΣ Και αν σ' ακούσω, τι θα' πη ο Δόγης, οπού θέλει δι' υποθέσεις σοβαράς να με ιδή του Κράτους, και οι αποσταλμένοι του προσμένουν 'ς το πλευρόν μου;
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ Αληθινά, συμβούλιον ο Δόγης έχει τώρα.
ΟΘΕΛΛΟΣ Βεβαίως θα εμήνυσε κ' εσένα, ω αυθέντα.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Μεσάνυκτα συμβούλιον! Κι' αυτός εκεί ας έλθη! Αυτό που έπαθα εγώ μικρόν δεν είναι πράγμα. Ως ιδικήν του προσβολήν κι' ο Δόγης θα το πάρη, κ' οι άλλοι μου συνάδελφοι, οι άρχοντες του Κράτους. Αν μένουν ατιμώρητα καμώματα τοιούτα, εις χέρια δούλων και ληστών θα πέση η Πολιτεία.
(Απέρχονται)
ΣΚΗΝΗ Γ.
Το συμβούλιον του Δόγη.
(Ο ΔΟΓΗΣ και ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΑΙ κάθηνται. Αξιωματικοί ίστανται όπισθεν αυτών.)
ΔΟΓΗΣ Αλλά τα νέα ως εδώ δεν συμφωνούν διόλου και φαίνονται απίστευτα.
Α’. ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ Τω όντι διαφέρουν. Τα πλοία εκατόν επτά εμένα με τα γράφουν.
ΔΟΓΗΣ Σαράντα κ' εκατόν εμέ·
Β’ ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ Κ' εμένα διακόσια Αλλά και αν 'ς τον αριθμόν διαφορά υπάρχη, (και θα υπάρχη, επειδή συμπερασμούς μας γράφουν), απ' όλα τα μηνύματα εξάγετ' εκ συμφώνου πως ένας στόλος Τουρκικός κατά την Κύπρον πλέει.
ΔΟΓΗΣ Ναι τούτο είναι πιθανόν και έρχεται 'ς τον λόγον. Των αριθμών τ' ασύμφωνον δεν με καθησυχάζει, αλλά τον βλέπω φανερά τον κίνδυνον εμπρός μου.
(Εισέρχεται ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ συνοδεύων ΝΑΥΤΗΝ.)
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ Από τον στόλον μήνυμα.
ΔΟΓΗΣ Τι νέα; τι μας φέρνεις;
ΝΑΥΤΗΣ Οι Τούρκοι έκαμαν πανιά προς τα νερά της Ρόδου. Ο ναύαρχός σας μ' έστειλε την είδησιν να φέρω.
ΔΟΓΗΣ Περί αυτής της αλλαγής τι λέγετε, αυθένται;
Α’. ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ Αδύνατον μου φαίνεται, κι' ούτε χωρεί 'ς τον νουν μου· των Τούρκων είναι τέχνασμα διά να μας γελάσουν. Αν λογαριάσωμεν 'ς αυτούς η Κύπρος τι σημαίνει, και πόσον περισσότερον την θέλουν απ' την Ρόδον, και πόσον ευκολώτερον τους είναι να την πάρουν, διότι και τα φρούρια της Ρόδου δεν τα έχει, και ούτε τόσην δύναμιν και προετοιμασίαν, αν τα ζυγίσωμεν αυτά, πιστεύω θα μας πείσουν ότι ο Τούρκος δεν 'μπορεί να κάμη τόσον λάθος, το πρώτον του και κύριον 'ς το τέλος να το κάμη, εκείνο δε που εύκολα μας παίρνει, να τ' αφήση, και ν' αψηφά και να ζητή ανωφελείς κινδύνους. (7)
ΔΟΓΗΣ Δεν το πιστεύω ούτ' εγώ 'ς την Ρόδον να πηγαίνη.
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ Ιδού και άλλο μήνυμα.
(Εισέρχεται έτερος Ναύτης.)
Β’. ΝΑΥΤΗΣ Αυθένται σεβαστοί μου, οι Τούρκοι, οπού έπλεαν προς τα νερά της Ρόδου, ενώθηκαν 'ς το πέλαγος με' τ' άλλα των τα πλοία.
Α’. ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ
Δεν σας το έλεγα εγώ; — Ως πόσα πλοία είναι;
Β’. ΝΑΥΤΗΣ Τριάντα πλοία· κ' ήλλαξαν τον δρόμον ενωμένοι οι δύο στόλοι, και μαζή πηγαίνουν προς την Κύπρον. Και ο Μοντάνος, ο πιστός κι' ανδρείος στρατηγός σας με ταπεινούς προσκυνισμούς την είδησιν σας στέλνει, και πίστιν να του δώσετε παρακαλεί, αυθένται.
ΔΟΓΗΣ Λοιπόν, 'ς την Κύπρον βέβαια πηγαίνουν! Ποιος ηξεύρει εάν εδώ ευρίσκεται ο Μάρκος ο Λουκίκος; (8)
Α’. ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ 'Σ την Φλωρεντίαν είν' αυτός ακόμη.
ΔΟΓΗΣ Γράψετέ του ότι εδώ επιθυμώ αμέσως να γυρίση.
Α’. ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ Ιδού και ο Βραβάντιος και ο γενναίος Μαύρος.
(Εισέρχονται ο ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ, ο ΟΘΕΛΛΟΣ, ο ΙΑΓΟΣ, ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ, και έτεροι αξιωματικοί).
ΔΟΓΗΣ Έλα, γενναίε στρατηγέ, και σ' έχομεν ανάγκην 'ς τον Τούρκον να σε στείλωμεν, τον γενικόν εχθρόν μας.
(Προς τον Βραβάντιον).
Α! δεν σ' επαρατήρησα, ω άρχον, καλώς ήλθες· η γνώμη σου μας έλειπε και η βοήθειά σου.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Εγώ, αυθένται μου, εγώ την ιδικήν σας θέλω. Ούτε τα νέα του εχθρού, ούτε τ' αξίωμά μου δεν μ' έκαμαν την κλίνην μου ν' αφήσω. Δεν με μέλει διά συμφέροντα κοινά. Η λύπη η δική μου μου πλημμυρίζει την καρδιάν και ξεχειλίζει τόσον, που κάθε άλλην συλλογήν και λύπην καταπνίγει!
ΔΟΓΗΣ Τι έπαθες;
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Η κόρη μου! Η κόρη μου, αυθέντα!
ΔΟΓΗΣ Απέθανε;
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Απέθανε αλήθεια δι' εμένα! Την 'πλάνεσαν, την έκλεψαν, την 'χάλασαν με μάγια, με μάγια και με βότανα οπού πουλούν αγύρται! Διότι τόσον τρομερά να πλανηθή εκείνη, ενώ δεν είν' ούτε τυφλή, ούτε ο νους της λείπει, ποτέ δεν ήτο δυνατόν χωρίς να την μαγεύσουν...
ΔΟΓΗΣ Όποιος κι' αν ήναι, που μ' αυτόν τον άνομον τον τρόπον επλάνεσε την κόρην σου από τον εαυτόν της κι' απ' τον πατέρα της, ιδού του Νόμου το βιβλίον γραμμένον μ' αίμα. Την πικρήν σελίδα διάβασέ την κ' εξήγησέ την μόνος σου, κ' εάν αυτός ο υιός μου ήναι ο πταίστης!
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Ταπεινώς σ' ευχαριστώ, αυθέντα. Ιδού ο πταίστης! Είν' αυτός, ο Μαύρος, οπού τώρα εδώ τον επροσκάλεσες, καθώς πληροφορούμαι, διά συμφέροντα κοινά.
ΔΟΓΗΣ ΚΑΙ ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΑΙ Αυτός; Πολύ λυπούμαι!
ΔΟΓΗΣ Δεν έχεις τι ν' αποκριθής προς υπεράσπισίν σου 'ς αυτά που λέγει;
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Τίποτε, παρά πως είν' αλήθεια!
ΟΘΕΛΛΟΣ Μεγάλοι, παντοδύναμοι και σεβαστοί αυθένται, σεις όλοι, ευγενέστατοι και φίλοι άρχοντές μου, την έκλεψα του γέροντος αυτού την θυγατέρα, και την εστεφανώθηκα· αυτό είν' η αλήθεια· το έγκλημά μου είν' αυτό· αυτό και όχι άλλο! Χονδρά τα λέγω· εύμορφα να ομιλώ δεν 'ξεύρω· 'ς ειρήνης γλυκομίλημα δεν είμαι γυμνασμένος. Απ' τον καιρόν που έκαμαν αυτά εδώ τα χέρια μόνον επτά ετών μυαλόν, ως προ μηνών εννέα, δουλεύουν εις τον πόλεμον και παίζουν με τα όπλα, κι' από τον κόσμον άλλο τι δεν 'ξεύρω τον μεγάλον παρά πολέμων πράγματα και των μαχών συμβάντα· ώστε κακά θα στολισθή η υπεράσπισίς μου εάν την κάμω μόνος μου. Αλλά, με άδειάν σας, μ' ολίγα λόγια στρογγυλά κι' αστόλιστα σας λέγω πώς ήλθε η αγάπη μας· τι βότανα, τι μάγια, (αφού ως μάγος σήμερα εδώ κατηγορούμαι), επλάνεσαν την κόρην του.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Μια κόρη σεμνοτάτη, και ήσυχη, κ' εντροπαλή, που ως και την σκιάν της εντρέπετο! Και γίνεται τα πάντα ν' αψηφήση, την ηλικίαν, την τιμήν, τον τόπον της, την φύσιν, και τώρα να ερωτευθή μ' αυτόν, που εφοβείτο να τον ιδή; Πρέπει κανείς ή να μην έχη κρίσιν, ή να την έχη παλαβήν, διά να το πιστεύση, ότ' ημπορεί τους νόμους της η φύσις να πατήση, και τόσον να παρεκτραπή απ' την εντέλειάν της, εάν δεν ήναι Σατανά ενέργεια 'ς την μέσην, οπού να κάμη το κακόν! Λοιπόν και πάλιν λέγω, ότι αυτός με βότανα που ενεργούν 'ς το αίμα, με δύναμιν σατανικήν και φίλτρα μαγευμένα την 'πλάνεσε!
ΔΟΓΗΣ Ο λόγος σου απόδειξις δεν είναι. Αντί με πιθανότητας και με συμπερασμούς σου, πρέπει εδώ με ασφαλείς, γνησίας αποδείξεις να έλθης εναντίον του.
Α’. ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ Δεν ομιλείς, Οθέλλε; Ειπέ μας αν μ' αφύσικα κ' εντροπιασμένα μέσα 'φαρμάκευσες κ' εκέρδισες της κόρης την αγάπην, ή με πειθώ και με γλυκά και τιμημένα λόγια οπού ενόνουν δυο καρδιαίς;
ΟΘΕΛΛΟΣ Παρακαλώ, αυθένται, 'ς το Ναυαρχείον στείλετε να φέρετε την νέαν, κ' εμπρός εις τον πατέρα της η ίδια ας λαλήση. Αν ένοχον με κρίνετε απ' τα 'δικά της λόγια, τότ' όχι μόνον τον βαθμόν και την υπόληψίν μου να με καταδικάσετε να χάσω, αλλ' ακόμη και την ζωήν μου·
ΔΟΓΗΣ Φέρετε εδώ την Δυσδαιμόναν.
ΟΘΕΛΛΟΣ Οδήγησέ τους, Ιάγο μου· συ 'ξεύρεις πού την έχω.
(Εξέρχεται ο ΙΑΓΟΣ).
Κι' ως που να έλθη, καθαρά 'σάν να ξεμολογούμαι 'ς την παρουσίαν του Θεού τα κρίματα που έχω, με τόσην ειλικρίνειαν εμπρός σας θα εκθέσω πώς έγινε κ' εκέρδισα της νέας την αγάπην, και πώς κι' αυτή εκέρδισε την ιδικήν μου.
ΔΟΓΗΣ Λέγε