Ποιήματα - Τόμος Πέμπτος - Φασουλής Φιλόσοφος
Part 1
Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΥΡΗ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ ΦΑΣΟΥΛΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ
ΑΘΗΝΗΣΙΝ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΑΔΕΛΦΩΝ ΠΕΡΡΗ 1891
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
Ιδού λοιπόν ο Φασουλής, που οίστρους κατεβάζει, καθώς ο Βούδδας των Ινδών υπό συκήν ρεμβάζει, και τον καφφέ τον θεριακλή, της Υεμένης πίνων φιλοσοφεί ακάματος επί των ανθρωπίνων.
1
Άνθρωπος είμαι, άνθρωπος, και την ζωήν μου σύρω μ' ολίγα ψευτοδάκρυα, μ' ολίγα ψευτογέλοια, κι' άμα κυττάζω 'στά 'ψηλά και χαμηλά και γύρω όλα παντού μου φαίνονται τρελλού παππά Βαγγέλια.
Άνθρωπος είμαι, άνθρωπος με χέρια και με πόδια, σκυλιά γαυγίζουν 'πίσω μου, με κουτουλούν οι τράγοι, τρώγω την γην, που του ζευγά την αυλακόνουν βώδια, πριν λαίμαργα την σάρκα μου εκείνη καταφάγη.
Άνθρωπος είμαι, άνθρωπος, και σαν χαράζ ημέρα 'στόν κάθε παληοκαφφενέ 'ξαπλόνομαι ανάσκελα, κι' αυτός, που κατ' εικόνα του μ' ετίναξ' εδώ πέρα, ως δείγμα της προνοίας του μου στέλλει πάντα φάσκελα.
Άνθρωπος είμαι, φύσεως πετώσης και πεζής, Ηράκλειτος φιλόσοφος και δημοσιογράφος, κι' όταν κανένας μ' ερωτά «σ' αρέσει, βρε, να ζης;» του απαντώ «τρομάρα μας αν έλειπε κι' ο τάφος».
2
Δεν ξέρω τι ζητώ και τρέχω ψωραλέος μετά του Περικλέτου.. στα χέρια μου κρατώ κρανίον Βασιλέως και καύκαλο επαίτου.
Και χύνω άνω κάτω, κυττάζων τα ουράνια, 'στο πρώτο ρετσινάτο, 'στο δεύτερο σαμπάνια.
3
Τις δύναμις ενήργησε και διεπλάσθ' η σφαίρα; ο ένας είπε την φωτιά κι' ο άλλος τον αέρα κι' ο τρίτος μόνο το νερό, αλλ' ο σοφός Εμπεδοκλής εδέχθη και τα τρία και τέλος πάντων έγινε μεγάλη φασαρία σ' εκείνον τον παληό καιρό.
Καθένας ήτο βέβαιος πως ηύρε το σωστό και κάθε τόσο άλλαζαν του κόσμου τον Χριστό με χίλια δυο μπερδέματα... αλλά εδιάβασα κι' εγώ αυτά τα κολοκύθια κι' εις ένα κι' άλλο σύστημα ευρήκα μιαν αλήθεια πως όλα είναι ψέμματα.
4
Βρε Φασουλή καϋμένε, δεν κάθεσαι 'στ' αυγά σου, τους ψωροφιλοσόφους 'στον διάβολο δεν στέλλεις; δεν σε αρκεί να χάσκης 'στην ράχη του Πηγάσου, μα και φιλοσοφίαις αρχίζεις να μου θέλης;
Όπως κι' αν διεπλάσθη το Σύμπαν τι σε μέλει; κι' αν εξ αυτής παρήχθη της μάζης ή εκείνης, κι' αν ήτο πρώτα χάος ή μια φωτονεφέλη, εσύ 'μπορείς με τούτο καλλίτερος να γίνης;
Και αν 'στών συστημάτων εγκύψης την σωρείαν, και αν του Δημοκρίτου δεχθής την θεωρίαν, καθ' ην εκ των ατόμων συνίσταται η φύσις, κι' επί της θεωρίας αυτής φιλοσοφήσης,
Θαρρείς το άτομόν σου δεν θάναι όπως είναι, πως ασθενές σαρκίον ως τώρα δεν θα μένη, πως δεν θα το μαραίνουν οι πόθοι κι' αι οδύναι κι' ουδέ θα παίζη λόρδα και η παραδαρμένη;
Κι' αν του Θαλή το ύδωρ αρχήν αναγνωρίσης κι' υδραυλικής σπουδάσης μεθόδους περισσάς, πιστεύεις πως καμμία δεν θα στειρεύη βρύσις και συ από την δίψα ποτέ δεν θα λυσσάς;
Και αν του Ηρακλείτου το σύστημα σ' εξαίρη κι' ειπής αρχήν των όλων το πυρ το αδηφάγον, νομίζεις ότι πάντα θα είναι καλοκαίρι και δεν θα τουρτουρίζης την εποχήν των πάγων;
Κι' αν ως ο Πυθαγόρας και συ ανακηρύξης πως είναι αρμονία τα πάντα και ρυθμός, κι' αν αριθμούς αγνώστους ενώσης κι' αναμίξης κι' ειπής πως άρχει πάντων το έν κι' ο αριθμός,
Νομίζεις πως τ' αυτιά σου ποτέ δεν θα ταράξη βαρύτονος, τενόρος, ή άλλος φουκαράς, που με βρυγμούς οδόντων ελπίζει να μαλάξη την άμουσον καρδίαν σκορδόπιστης κυράς;
Ή μήπως των πλουσίων τα πλούτη θα σαρώσης; ή μήπως το πουγγί σου θα 'βρίσκεται γεμάτο; ή τάχα θα 'μπορέσης το σπήτι να πληρώσης, που έκτισες με χρέος 'στόν Φαληρέα κάτω;
Και αν δεχθής ακόμη σαν τον Αναξιμένη πως ο αήρ το Σύμπαν και άπειρον σημαίνει, θαρρείς πως θα περάση και μόνον μια ημέρα, που δεν θα καβουρδίσης κοπανιστόν αέρα;
Και αν τας πολιτείας τας ουρανογενείς του Πλάτωνος ποθήσης, ευγενεστάτου θρέμματος, μη τάχα ζωοκλέπτης δεν θα 'μπορή κανείς να γίνη Ταξιάρχης και Σύμβουλος του Στέμματος;
Και αν τον έρωτά του δεχθής τον ιδεώδη μήπως δεν θα σηκώνουν τον κόσμον εις το πόδι προικοθηρών πεινώντων τοσαύται συμμορίαι, οπόταν ξεμυτίζουν πολύφερνοι κυρίαι;
Νομίζεις οι ερώντες πως θα πετούν 'στά νέφη και πως ποτέ δεν θάχουν για τίποτ' άλλο κέφι; ή μη κι' ο έρως θάναι καπνός, ατμός και σκόνη, και γυναικός κοιλία ποτέ δεν θα φουσκώνη;
Και αν του Σωφρονίσκου ακούσης τον υιόν, που έν' ανακηρύττει του Σύμπαντος Θεόν, ασύλληπτον καθ' όλα και άυλον κι' αιώνιον κι' εις τούτον αποβλέπων ερρόφησε το κώνειον.
Και αν, 'στήν Χαναναίαν πετάξας νοερώς, εις τον Θεόν εκείνον πιστεύσης του Σινά, θαρρείς πως δεν θα φθάση ουδέποτε καιρός, οπού θα προσκυνήσης και συ τον Μαμμωνά;
Θαρρείς τον εαυτόν σου διττώς αν διαιρέσης, εις νουν και εις αισθήσεις, πως δεν θα μείνης βλαξ; θαρρείς πως ασφαλίζεις τας μεταξύ των σχέσεις κι' αυτό δεν θάναι δούλον του άλλου εναλλάξ;
Και αν του Επικούρου την Ηδονήν δεχθής και τύχη καμμιάν ώρα και συ να ορεχθής να φας μονάχος ένα μουλκέικο πεπόνι θαρρείς πως τάντερά σου δεν θα θερίσουν πόνοι;
Κι' αν την αχρείαν σάρκα εξ ηδονών κορέσης νομίζεις πως με άλγος ποτέ σου δεν θα κλαύσης; κι' αν τον βαρύν χιτώνα της αρετής φορέσης θαρρείς πως δεν θα θέλης εκείνας ν' απολαύσης;
Νομίζεις πως δεν είναι κι' αυτό κι' εκείνο χίμαιρα; πιστεύεις και εις όρκους κι' εις λόγους της τιμής; νομίζεις ότι τούτο, που θα ποθήσης σήμερα, και αύριον επίσης θα το επιθυμής;
Κι' αν είσαι ανθρωπίσκος εκ της κοινής αγέλης θα μακαρίζης κλαίων σκηπτούχους Βασιλείς, κι' αν Βασιλεύς καλήσαι, θαλθή στιγμή να θέλης ν' αδειάζης ανωνύμους θαλάμους της Αυλής.
Βρε Φασουλή καϋμένε, ως εδώ πέρα μείνε, πολλή φιλοσοφία και σκέψις ας σου λείπη... δι' ό,τι πράγμα χαίρεις αυτό χαρά δεν είναι, δι' ό,τι πράγμα πάσχεις αυτό δεν είναι λύπη.
Δεν είσαι ούτ' ευδαίμων, αλλ' ούτε δυστυχής, ευκόλως μην πιστεύης 'στόν ένα και 'στόν άλλον, ουδ' εις αθανασίαν ουδ' εις θνητόν ψυχής, και δι' αυτό κι' εκείνο να στέκης αμφιβάλλων.
Ο κόσμος ας κινείται και τούτο το Βασίλειον, ας στρέφετ' αιωνίως η γη περί τον ήλιον, κι' εκείνος περί ταύτην ας κινηθή αν θέλη... δι' όλας τας κινήσεις πεντάρα μη σε μέλη.
Ατάραχος θεώρει του κεραυνού το βέλος, του κόσμου τα βιβλία εις τα σκουπίδια όλα, κι' ενόσω την αρχήν του δεν βλέπεις και το τέλος υπόμενε, ανέχου, ανθρώπους γεννοβόλα.
5
Ποσάκις μόλις είδα την ημέραν επόθησα του Σύμπαντος την σφαίραν εις άμορφον σωρόν να μεταβάλλω κι' επάνω εις ερείπια να ψάλλω.
Και άλλοτε 'στούς τοίχους μου σαν είδα να τρέχη σιχαμένη κατσαρίδα, κι' ετόλμησα κι' εγώ να την σκοτώσω ποσάκις δεν την έκλαυσα και πόσο!
6
Όλα θαρρώ πως κλαίνε και τους καϋμούς των λένε.
Αμάν! καθείς φωνάζει, κι' ακούω να στενάζη βασανισμένη πλάσις, το κύμα της θαλάσσης, η ρεμματιά, η φτέρη, το μαλακό αγέρι, ο βρέμων καταρράκτης, ο φλέγων κεραυνός, και της αυγής ο κράκτης, ο γαύρος πετεινός.
Και βλέπω από πέρα ποιμενική φλογέρα να καίη τον αέρα με φλόγας στεναγμών...
Και παν το αναπνέον μου ψάλλει πόνον νέον με νηστικών ορνέων απαίσιον κρωγμόν.
Ακούω έν' αηδόνι σε χαμηλό κλαδί να πικροκελαϊδή και η ψυχή μου λυόνει.
Και γάιδαρος παρέκει αποσταμένος στέκει με φόρτωμα 'στή ράχη.. Θεέ μου, πως γκαρίζει! ποιος τάχατε γνωρίζει τι βάσανα να τάχη!
7
Κι' εγώ για να ξεχάνω των στεναγμών τον δρόμο μου έρχεται να κάνω συχνά τον Αστρονόμο.
Και λησμονών τα βάρη κυττάζω προς τον Άρη, και βλέπω προς τον Κρόνο για να περνώ τον χρόνο.
Ίσως κι' από 'ψηλά κανείς βασανισμένος εδώ 'στά χαμηλά κυττάζει σαστισμένος.
Κι' ο νους του όλος κρίσι καθώς και ο 'δικός μου ζητεί να 'βρη μια λύσι 'στό πρόβλημα του κόσμου·
Και δεν 'μπορεί και κλαίει, και δεν 'μπορώ και κλαίω, όρσε κι' αυτός μου λέει, όρσε κι' εγώ του λέω.
8
Την σοφίαν, λέγει, ζήτει ο μεγάλος Πυθαγόρας, και αυτήν σκοπόν κηρύττει πας σοφός εκ πάσης χώρας.
Μα κι' εγώ, κυρ Πυθαγόρα, την γυρεύω κάθε ώρα και γι' αυτήν γυρνώ με δίσκο, μα του κάκου... δεν την 'βρίσκω.
9
Πού βρίσκεται, πού κάθεται, γιατί να μην ειξεύρω; κι' αν της σοφίας κάποτε ταπόκρυφα σπουδάζω δεν προσπαθώ με την σπουδήν το βέβαιον να εύρω... την ώρα θέλω να περνώ και να διασκεδάζω.
Κι' οπόταν εκ του υψηλού στραφώ 'στήν κοινωνίαν κι' εμπρός μου τύχη να ιδώ κανένα Παυσανίαν, που πριν οκάδες είκοσι τα μέλη του εζύγιζαν κι' εκ της νηστείας της πολλής τα γόνατά του 'λύγιζαν.
Μα σήμερα, που έπεσε 'στό Κεντρικόν σαν γλάρος, μετρά οκάδες εκατό το ειδικόν του βάρος, εις τούτον τον περίεργον σπουδάζω πατριώτην τον νόμον της βαρύτητος, την δύναμιν την πρώτην.
Κι' οπόταν βλέπω κάποτε Δημόσιον Ταμίαν πώς προσπαθεί τον πειρασμόν να φύγη του παρά, αν και δεινώς μαστίζεται από την βουλιμίαν, να! η κεντρόφυξ δύναμις φωνάζω εν χαρά.
Αλλ' όταν τέλος τον ιδώ με όλην του την πάλην ακάθεκτος να σύρεται περί το κέντρον πάλιν ως ότου γίνη άφαντος με το Ταμείον όλον, βλέπω την άλλην δύναμιν, που λέγουν κεντρομόλον.
10
Όσους μεγάλους κόπους, φιλόσοφε, κι' αν κάμης, μονάχα ' στούς ανθρώπους ερεύνα τας δυνάμεις μυστηριώδους φύσεως.
Κι' όστις εις τούτους μόνον σπουδάζει να εγκύψη, καθ' άπαντα τον χρόνον ανέρχεται εις ύψη σοφίας και ποιήσεως.
11
Όστις ποθεί ευχάριστα την ώραν να σκοτώση εδώ να κύψη πρέπει... θαρρώ πως πάσ' απόστασις ποτέ δεν είναι όση το μάτι μας την βλέπει.
Κι' όταν εις πάσαν εποχήν καυμάτων και χειμώνων ο άνθρωπος οδεύη, τας αποστάσεις ο σκοπός τας μεγαλόνει μόνον κι' αυτός τας συντομεύει.
Κι' αυτό μου τώπε Βουλευτής με λιπαράν γαστέρα: «εις όποιο κι' αν ευρίσκωμαι της πόλεως σημείον καμμία δεν μου φαίνεται οδός συντομωτέρα παρά εκείνη που τραβά 'στό Κεντρικόν Ταμείον».
12
Ψηλά μη βλέπης, σοφέ μου χάχα, κι' όλα τα κάνει ο νους μονάχα. Μικρά μεγάλα λόγια χαμένα... τέτοια τα δείχνει ο νους σ' εμένα.
Ό,τι εκείνος θαρρεί πως πρέπει και πως ταιριάζει με το εγώ, τούτο καθένας καλόν το βλέπει και τούτο θέλω και κυνηγώ.
Ο νόμος γράφει «ποτέ μην κλέψης μηδέ πεντάρα, μηδέ βελόνι», αλλ' όταν έλθουν τοιαύται σκέψεις καθείς τον νόμο τον φασκελόνει.
13
Γιατί αλήθεια πάντα καθένας να γυρεύη εκείνο που ο νόμος σαφώς απαγορεύει;
Πώς κι' ο Αδάμ ακόμη, που τόσον ετιμάτο, οπού ποτέ σκοτούραις δεν είχε και δουλειαίς, και μες 'στού Παραδείσου τους κήπους εκοιμάτο με πάνθηρας, με σαύραις και με δεντρογαλιαίς, τον απηγορευμένον ωρέγετο να φάγη ως που κατεκρημνίσθη με το δεξί του πλάγι;
Γιατί κι' εγώ, σαν τύχη ανάγκη φυσική 'στόν δρόμο να με σφίξη, πηγαίνω προς εκεί, που πάσα μας ανάγκη ρητώς απαγορεύεται;..... Θεούλη μου, τι κόσμος!... ας πάη να κουρεύεται.
14
Θεέ μου, τι κόσμος !... πολλάκις το είπα... μου πίνει το αίμα κι' ο ψύλλος κι' η σκνίπα, και όμως δεν έχω ποτέ μου το θάρρος να ρίψω μακράν μου του βίου το βάρος.
Το είπα... η πλήξις την πλήξιν μου φέρει.. δεν θέλω θυέλλας, ανοίξεις, λειμώνας... σαν έλθουν οι πάγοι ζητώ καλοκαίρι, σαν έλθη και τούτο ζητώ τους χειμώνας.
'Στό χάος το πρώτον το Σύμπαν ας πέση κι' έν' άλλο ας γίνη καθώς μου αρέσει, αλλ' όμως συστρέφω κι' αυτό ανωκάτω και δεύτερον, τρίτον και τέταρτον πλάττω.
Οπόταν δε κόσμους συνθέσω πολλούς για 'μένα τελείους, για 'μένα καλούς, κι' εκείνοι με πλήττουν κι' αυτούς ανατρέπω και φθάνω και πάλιν εις τούτον που βλέπω.
15
Παντοτεινή μουρμούρα και κλάψα και φαγούρα.
Τι τόφελος, χαμένε, φιλοσοφίας τόσης!.., οι άνθρωποι σου λένε: «σκοτώσου να γλυτώσης».
Μα συ και αν γρινιάζης δεν έχεις νου χαζό και 'στούς κουτούς φωνάζεις: «'στό πείσμα σας θα ζω».
16
Κι' αν λέγη πας σοφός πως της ζωής το φως και όλα τα βαρύνεται, αλλ' είναι μασκαράς και κάλπικος παράς και ως τοιούτος κρίνεται.
Κι' ο Λεοπάρδης έπληττε με γόους τον αέρα και την ζωήν την εύρισκε σιχαμερό τσιμπούρι, αλλ' όταν εις τον τόπον του ενέσκηψε χολέρα πρώτος ο αφιλότιμος το έκοψε κουμπούρι.
Όμως κι' εγώ, που την ζωήν πετώ εις τα σκυλιά, σπανίως τρέχω 'στήν Βουλήν ν' ακούσω κάθε ρήτορα, εκ φόβου μήπως έξαφνα βροντήση πιστολιά και κράξω προς βοήθειαν Χριστόν και Θεομήτορα.
17
Και των σοφών οι λόγοι θαρρώ πως είναι ψώρα, πιστός εις ό,τι λέγει κανένας δεν εφάνη... αυτός ο πλάνος κόσμος και πάντοτε και τώρα δεν κάνει ό,τι λέγει, δεν λέγει ό,τι κάνει.
Αν έλεγε καθένας τι κρύπτει κατά βάθος χωρίς κανένα φόβον, χωρίς κανένα πάθος, θα 'βλέπαμε αμέσως το παν ν' ανατραπή, θα 'βλέπαμε αμέσως το πάν μορφήν ν' αλλάξη, μα σήμερα κι' ο κλέπτης θ' ακούσης να σου 'πη: «εγώ ποτέ να κλέψω;... πα! πα! Θεός φυλάξοι!»
18
Είδα κουφό μια 'μέρα και είπα εν σπουδή: «ποτέ του δεν θ' ακούση εκείνα που θα 'δη». Κι' είδα στραβό και είπα «μη για το φως στενάξης, εκείνα που θ' ακούσης ποτέ δεν θα κυττάξης».
Κι' είδα βουβό και είπα «γιατί στενοχωρείσαι; έχεις το μέγα δώρον, εγκράτειαν της γλώσσης». Κι' είδα χωλό και είπα «ευτυχισμένος είσαι, που δεν 'μπορείς να τρέχης και 'στάς διαδηλώσεις»
19
Το κάθε δώρον, η κάθε χάρις, περνά ως πόνος και δυστυχία... ο κόσμος είναι όπως τον πάρης, χαραί και λύπαι ψευδή λαχεία.
Αν σε μαραίνουν οι στεναγμοί και τόσα πάθη παντοτεινά, πλην ίσως έλθη και μια στιγμή, που θα γελάσης αληθινά.
Αν όμως όλα σου δείχν' η πλάσις με όψεις μόνον απατηλάς, ποτέ 'στ' αλήθεια δεν θα γελάσης κι' ας κάνης πάντα ότι γελάς.
20
Είδα εις τον τάφον γαύρου Βασιλέως να καθίση κάποιος πλάνης πειναλέος· είπε πόσην δόξαν είχε τόνομά του κι' έφυγε τρις πτύσας εις το άγαλμά του.
Ήλθε κι' ένας άλλος, λόγιος συγγράφων, και σοφούς χαράξας εις την πλάκα στίχους έκαμεν ευσχήμως δίπλα εις τον τάφον ό,τι κάνει σκύλος αναιδώς 'στούς τοίχους.
21
Ιδού λοιπόν ο κόσμος την δόξαν βεβηλών !... αι αμοιβαί τοιαύται, τοιαύτα τα βραβεία... ορίστε και η δόξα... πού είσαι, Βαβυλών; πού είναι κι' η Ευδαίμων εκείνη Αραβία με τόσων αρωμάτων μυροβολούσαν χλόην, με βάλσαμον, με κύπρον, με σμύρναν, με αλόην;
Πού Μωυσής ξηραίνων τον δρόμον τον υγρόν; εις άγνωστον κοιμάται της Χαναάν αγρόν. Πεντάπολις πού είσαι; πού είσθε τόσαι χώραι; καπνόν και σκόνην βλέπω και την Ιεριχώ, και με τα τύμπανά των του Ισραήλ αι κόραι δεν εξυπνούν ερήμων κοιλάδων την ηχώ.
Χειμάρρους δεν σκιάζουν αι Κέδροι του Λιβάνου, παιάνας δεν ακούω πολέμων καλλινίκων, ουδέ παρά τας όχθας εκεί του Ιορδάνου απλόνουν τους καρπούς των οι κλάδοι των φοινίκων.
Πώς έσβυσε το κλέος του καθενός μεγάλου; τις ομιλεί ακόμη περί του μεγαλείου;... τι έγινε κι' η δόξα του ίππου Βουκεφάλου; τι έγινε κι' ο Δόρκων αυτός του Ηρακλείου;
Πού έθαψαν κι' εκείνην του Βαρλαάμ την όνον; πού δε κι' η τρεφομένη από το Πρυτανείον;.... ίσως μετεμψυχώθη με την ροήν των χρόνων 'στους Έλληνας εκείνους των νέων καφφενείων. Εγέρασε ο κόσμος κι' ακόμη θα γεράση κι' η δόξα της 'δικής μου γαϊδάρας θα περάση.
22
Όσοι ώραις έχουν και καιρό για χάσιμο κι' εις κηδείαις τρέχουν με καυμάτων βράσιμο, όταν Χάρος πάρη τούτο το κουφάρι, που δεν έχει πιάσιμο, θάλθουν και θα κλαίνε δόξα μια φορά, κι' όλοι των θα λένε: «Βρε τον μασκαρά!... είχε και παράσημο!»
23
Οπόταν φασκελόνω τον κόσμον τον χυδαίον κι' εις τας μετεμψυχώσεις εγκύπτω των Χαλδαίων, μου έρχεται η σκέψις πως ίσως δεν χαθώ, αλλ' εις κανένα ζώον θα μετεμψυχωθώ.
Γιατί να μην πιστεύσω και τους Χαλδαίους; είπα... πάς ο τυφλώς πιστεύων λογίζεται μακάριος... γιατί, οπόταν βλέπω βουλιμιώντα γύπα, να μην ειπώ πως ήτον Αλαταποθηκάριος;
Κι' οπόταν άνδρας βλέπω εμπρός μου Βουληφόρους να παραβαίνουν πάντας τους ανθρωπίνους όρους και να κλωτσούν αγρίως και με τα δυο ποδάρια πώς να μην 'πώ πως είναι τουλάχιστον μουλάρια;
Αυτά για κολοκύθια ως σήμερα θαρρούσα, μα τώρα ποίος κόσμος πραγματικώς εξαίσιος... φαντάζομαι πως είναι σαρανταποδαρούσα ο Περικλής, ο Κόδρος, ο Νεύτων, ο Καρτέσιος.
Αλλ' ίσως και ο πρώτος και ίσος εν τοις ίσοις, οπού τον καίει δίψα φιλοπολέμου λύσσης, παντού δ' ως Στρατηλάτης δαφνοστεφής θαυμάζεται, γενή απροσδοκήτως εκείνο το πτηνόν, που κατ' Αριστοφάνην Χεσάς επονομάζεται, ανήκει δε κατ' είδος εις τον Φασιανόν.
24
Μετά την μετεμψύχωσιν σ' ανοίγεται η Πύλη ωραίων Παραδείσων, υπάρχουν δε Παράδεισοι πολλοί τε και ποικίλοι εν μέσω των αβύσσων.
Εις τούτον Άγγελοι χρυσοί τας πτέρυγάς των σμίγουν με μουσικάς ευμόλπους, ο δ' Αβραάμ και Ισαάκ 'στούς ευσεβείς ανοίγουν χαριτοβρύτους κόλπους.
'Στόν άλλον όρη και βουνά με μέλι και πιλάφι και Οδαλίσκαι που στιγμή δεν κάνουν και νισάφι, και αν επλάσθης με ροπήν προς την πολυγαμίαν εκάστην ώραν ειμπορείς ν' αλλάζης κι' από μίαν.
Πλην μ' απολαύσεις κι' αγαθά προς ταύτα παραπλήσια υπήρχον κι' άλλοι προ πολλού Παράδεισοι κι' Ηλύσια, μα παν κι' αυτοί 'στόν διάβολο με Κρόνους και με Δίας και τους θεούς των σήμερα φρουρεί ο Καββαδίας.
Και πηλαλείς εδώ κι' εκεί να εύρης ποιος σ' αρέσει ωσάν σκυλί που του κρεμούν οπίσω καραβάνα, αλλ' αν απ' όλους δεν 'βρεθή κανείς να σε χωρέση, υπάρχει άλλος ανοικτός... του Βούδδα η Νιρβάνα.
25
Μηδέ πιλάφια είν' εδώ κι' Αγγέλων πανηγύρεις, μηδέ πολυγαμία... εκεί Μηδέν αιώνιον, μακαριότης πλήρης, κι' ανταμοιβή καμμία.
Με μαρτυρίου στέφανον την κεφαλήν δεν στέφεις κι' αν όντως μάρτυς ήσο... χωρίς ελπίδ' ανταμοιβής και πάλιν επιστρέφεις εις το Μηδέν οπίσω.
Εις τούτον τον Παράδεισον της ιεράς σιγής, οπού τελείως θνήσκεις, παντός δικαίου αληθούς και μάρτυρος της γης το Πάνθεον ευρίσκεις.
Εις τούτον τον Παράδεισον, που δεν σε περιμένει ουδέποτε τρυφή, χωρίς χυδαία όνειρα κοιμούνται κουρασμένοι οι αληθώς σοφοί.
26
Σεις όσοι εφορέσατε ακανθωτούς στεφάνους και θρόνους εσαρώσατε, κι' από σκηπτούχους Καίσαρας κι' αιμοχαρείς τυράννους λαούς απελυτρώσατε.
Σεις όσους δεν επτόησεν ακόλαστος Σατράπης διά των μαρτυρίων, και άφθονον εχύσατε την δρόσον της αγάπης και εις ψυχάς αγρίων.
Σεις όσοι εσκορπίσατε του λόγου την ειρήνην 'στών πόνων την κοιλάδα, και μετελαμπαδεύσατε την άσβεστον εκείνην της επιστήμης δάδα.
Σεις όσοι ατενίζοντες προς ύψιστον σκοπόν, προφήται αληθείς, ερρίψατε τα σπλάγχνα σας εις στόματα γυπών ως άλλοι Προμηθείς.
Σεις όσοι και τους κώνωπας ακόμη διυλίσατε με παν το δυνατόν, και εις φασματοσκόπια και πρίσματ' ανελύσατε το φως των πλανητών.
Σεις όσοι εχαράξατε τους πριν αβάτους δρόμους ανά τους ουρανούς, κι' εστράφη προς του Σύμπαντος τους αιωνίους νόμους πας υγιαίνων νους.
Σεις όσοι εξελίξατε την ανθρωπίνην πλάσιν με μόχθους ερευνών, κι' ευρόντες εχωρίσατε εις είδος και εις κλάσιν τα πλήθη των γενών.
Σεις όσους δεν ετρόμαξεν ο Δράκων ο πυρίπνους βαρβάρου αμαθείας, κι' εις ρόδων ετρυφήσατε αρωματώδεις ύπνους και εις εκστάσεις θείας.
Σεις όσοι συνετρίψατε παν είδωλον του σκότους 'στό κοίλον της παλάμης, και τόσας εδεσμεύσατε κρυπτάς κι' αναλλοιώτους της φύσεως δυνάμεις.
Σεις όσοι ανεστείλατε τον ρουν και τας φοράς ακατασχέτου ρεύματος, και τα δεσμά εθραύσατε δουλείας βδελυράς του ανθρωπίνου πνεύματος.
Προς σας του Βούδδ' ανοίγεται ο μέγας ουρανός, Επαγγελίας χώρα, κι' εις ταύτην την επίζηλον Εδέμ του Μηδενός αναπαυθήτε τώρα.
Εκεί ας αναπαύεται πας μάρτυς και πας ήρως, γευθείς σοφίας μάνα... δεν είναι αμοιβή παντός και του τυχόντος κλήρος του Βούδδα η Νιρβάνα.
Χρυσούς ορθούται 'στόν Ναόν εκείνον της σιγής ο τρίπους της Πυθίας, και δεν εισέρχεται ποτέ χειρώναξ εναγής κι' εχθρός της αληθείας.
Εκεί φωτίζει την πυκνήν του Μηδενός σκοτίαν φως αληθών θαυμάτων, και βλέπομεν αθάνατον την αριστοκρατίαν των ευγενών πνευμάτων.
27
Εγώ αυτόν τον Βούδδα τον εκτιμώ πολύ... τι άνθρωπος τωόντι και ποία κεφαλή ! Αν κι' ήτο Βασιλέως κραταιοτάτου θρέμμα εμούντζωσε τον θρόνον, εμούντζωσε το στέμμα, και τα βουνά επήρε με ιεράν μανίαν κι' εδίδασκε τον κόσμον αγάπην αιωνίαν.
Κι' εμόναζε ρεμβάζων αυτός ο Ηγεμών πότε παρά τον Γάγγην ή άλλον ποταμόν, και πότε εις χειμάρρους κι' υπό σκιάν συκής, ακούων αρμονίας αγνώστου μουσικής, κι' εφούντωναν ως δάσος τα μαύρα του μαλλιά κι' εφώλιαζαν απάνω λογής λογής πουλιά.
Τροφή του ήσαν μόνη τα χόρτα κι' αι οπώραι και προς τα ύψη στρέφων καθ' εαυτόν ελάλει, κι' εφάνησαν εμπρός του της Ηδονής αι κόραι παγίδας να του στήσουν με τα γυμνά των κάλλη, και των σαρκών το σφρίγος πολύ τον εσκανδάλιζε κι' εκείνη τον εφίλει κι' αυτή τον εγαργάλιζε.
Όμως ο μέγας Βούδδας, κατανικών τα πάθη, 'στούς δόλους της μαγείας ατρόμητος εστάθη, και πριν 'στόν δόλον φθάσουν της Ηδονής τον έννατον και είδαν πως εκείνος δεν χάνει τα πασχάλια του, μ' αφρούς θυμού και λύσσης επήραν τα βρεμμένα των και άφησαν τον Βούδδα να κάθεται 'στά χάλια του.
Εγώ αυτόν τον Βούδδα τον εκτιμώ πολύ... τι άνθρωπος τωόντι και ποία κεφαλή! Ν' ανθέξ' εις τόσα κάλλη την ράχη να γυρίση; να μη του φέρη ρίγος και της σαρκός το χνούδι;... δόξα πολλή 'στόν Βούδδα, μα να με συγχωρήση αν του ειπώ με σέβας πως είναι 'λίγο βούδι.
28
Κι' εμπρός μου είχαν έλθει μια φορά γυναίκες πονηραί να με τρελλάνουν, που ήσαν σαν τα κρύα τα νερά, και άρχισαν τα μάγια να μου κάνουν.
Εστάθησαν ολόρθαις εμπροστά μου κι' εσκόρπιζαν αρώματα και μύρα, κι' επέμεινα κι' εγώ με τα σωστά μου να δείξω σαν τον Βούδδα χαρακτήρα.
Μα μόλις είδα κάποιας 'λίγο πόδι κι' η άλλη τόνα χέρι 'ξεμανίκωσε, ο Βούδδας μου εφάνη τότε βώδι κι' ο διάβολος μ' επήρε και μ' εσήκωσε.
29
Κι' αν ο Βούδδας προς των νεύρων ηγωνίζετο την δράσιν, μα δεν ζη κανείς ειξεύρων ποίαν άρα είχε κράσιν.
Αλλ' αν ήτο σαν κι' εμένα τον αχρείον, τον κανάγια, δεν θα 'πήγαιναν χαμένα της αγάπης τόσα μάγια.
30
Εμπρός 'στήν σάρκ' αν τρέμετε νομίζω πως το παν από την κράσιν κρέμεται κι' αυτό το αγαπάν.
Κι' εγώ δεν θέλ' ο τάλας σφοδράς επιθυμίας, που να γεννούν μεγάλας εντός μου τρικυμίας.
Αλλ' όταν αι δυνάμεις δεν είναι αρκεταί, τι διάβολο να κάμης, ω Βούδδ' αγαπητέ;
31
Κι' ο Επίκτητος μου λέγει: «καθυπόταξε 'στό πνεύμα κάθε πόθον που σε φλέγει και θεώρει τον ως ψεύμα».
Κι' είπα πλήρης ηρεμίας: «κλάσμα γνήσιον ας κάνω και το πνεύμ' ας είναι άνω πονηράς επιθυμίας».
Πλην τους όρους αίφνης είδα αντιστρόφως παρ' ελπίδα, κι' ανεφάνη κλάσμα νόθον εις των σκέψεων το ρεύμα, έχον άνωθεν τον πόθον, έχον κάτωθεν το πνεύμα.
32
Μπορεί να είσαι άνθρωπος εκ της κοινής σωρείας και να μη δίδης προσοχήν ποτέ προς τας κυρίας· αλλ' ειμπορεί να λέγεσαι φιλόσοφος Σενέκας κι' ενός παρά να γίνεσαι και δούλος 'στάς γυναίκας.
Ω πονηραί απόγονοι της παμπονήρου Εύας, σπανίως οι σοφοί για σας ωμίλησαν με σέβας, κι' αυτή του Σοπεγχάουερ και η 'δική μου γλώσσα εξήμεσ' εναντίον σας κακά μυρία όσα.
Αλλ' όσα είπαν οι σοφοί εξώλης και προώλης, σεις, δαίμονες του πονηρού, αν κινηθήτε μόλις, αμέσως τανατρέπετε με μόνον το ριπίδι σας και κάθε Σοπεγχάουερ τον κάνετε σκουπίδι σας.
33
Κι' αν είσθε κούφα, ως λέγουν, πλάσματα και καρακάξαις και νεροβράσματα, έτσι σας έπλασε η φύσις μόνον και 'στόν αιώνα μας και προ αιώνων.
Αν δεν σας 'στόλιζε στόμα στωμύλον κι' ανοησίας χάρις αβρά, δεν θα ελέγεσθε ωραίον φύλον και της 'δικής μας πλευράς πλευρά.
Πώς η καρδία μου για σας λυπείται, όταν την φύσιν σας τοιαύτην βλέπη... μ' όσα κι' αν κάμετε, μ' όσα κι' αν 'πήτε, πάντα θα μένετε όπου σας πρέπει.
Και αν χαρίσουν κι' εις σας προνόμια με τα 'δικά μας καθ' όλα όμοια, κι' εξ ίσου νέμεσθε μαζί μ' εμάς και ταξιώματα και τας τιμάς
Κι' αν η κυρία Παρέν εκδώση εφημερίδων σοφών σωρείας, κι' αν επιμείνη και αν ιδρώση σοφάς να κάμη και τας κυρίας.
Πάντα τα χείλη σας θα σαλιαρίζουν για τον ποδόγυρο τον τρισμακάριο, για ποιαις παντρεύονται, για ποιαις χωρίζουν, για ποιαις εχόρεψαν με Σεκρετάριο.
34
Κι' ένας σοφός μεγάλος κάθε σοφήν γαλιάνδρα την παραβάλλει μ' ένα φτειασιδωμένον άνδρα.
Κι' εγώ σαν 'δώ γυναίκα, δι' όλης της ημέρας να έχη την σοφίαν ως μόνον της αγώνα, μου φαίνεται πως βλέπω περίεργόν τι τέρας, πούναι μισό γυναίκα και το μισό Γοργόνα.
Ποτέ δεν θα 'μπορούσα να ερασθώ με πάθος την Σεβινιέ, την Στάελ, και κάθε τέτοια κόρυζα, κι' αν έπερνα γυναίκα ομοίαν κατά λάθος εκ κοίτης και τραπέζης αυθημερόν θα 'χώριζα.
35
Τείναι κι' αυτός ο Έρως!... τι τούψαλαν τωόντι σοφών και τροβαδούρων τα στόματα ταπύλωτα... εκείνος είν' αιτία να μας πονή το δόντι και σύρει τον πλανήτην οπίσω του ως Είλωτα.
Ενώ χαλούν ντουνιάδες εκείνος τον χαβά του... χωρίς ποτέ καθόλου ν' ανοίγη τα στραβά του ακούραστος τοξεύει καρφιά, βελόναις, βέλη, και πού εκείνα πάνε κουκούτσι δεν τον μέλει.