Σαικσπήρου Δράματα, Ο Βασιλιάς Ληρ

Part 8

Chapter 8 54 words Public domain Markdown

ΕΔΜ. Έκρινα φρόνιμον τον Ληρ εις φρούριον να στείλω και να του βάλω φύλακας· διότι έχουν μάγια ο τίτλος ο βασιλικός και τα γηράματά του· αυτά τον όχλον ημπορούν να του ελκύσουν, κ' ίσως να στρέψουν εναντίον μας τα όπλα του στρατού μας. Μαζί μ' εκείνον έστειλα, διά τον ίδιον λόγον, την Κορδηλίαν. Αύριον, ή άλλοτε αν θέλης, αποφασίζεις δι' αυτούς. Τώρα καιρός δεν είναι· Μας περιχύνει ο ιδρώς ακόμη και το αίμα· φίλος τον φίλον έχασε· και εις την έξαψίν του κανείς τον ιερώτερον αγώνα καταράται, ενόσω είναι ζωντανή ακόμη η πληγή του. Της Κορδηλίας και του Ληρ πρέπει να γίνη η κρίσις εις τον αρμόδιον καιρόν.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Αν είναι μ' άδειάν σου. σε θεωρώ υποτελή και όχι αδελφόν μου.

ΡΕΓ. Τι είν' αυτός, από εμέ και μόνην εξαρτάται! Να ερωτήσης ήρμοζε μου φαίνεται κ' εμένα την θέλησίν μου, πριν ειπής τα λόγια όπου είπες. 'Σ το στράτευμά μου αρχηγόν τον έβαλα να είναι, τον έχω αντιπρόσωπον και τοποτηρητήν μου· να σ' ονομάση αδελφόν δικαίωμά του είναι!

ΓΟΝΕΡ. Μη τρέχης. Τον ανύψωσαν τα προτερήματά του και όχι οι τίτλοι σου.

ΡΕΓ. Εγώ τα δικαιώματά μου 'ς εκείνον τα μετέφερα, και έγινεν ο ίσος και με τους πλέον υψηλούς!

ΓΟΝΕΡ. Αυτά θα ημπορούσες να μας τα λέγης, το πολύ, εάν τον είχες άνδρα.

ΡΕΓ. Φυλάξου, τ' αναγέλασμα μη γίνη προφητεία.

ΓΟΝΕΡ. Σιγά, και αλλοιθώριζε το 'μάτι 'που σου το 'πε.

ΡΕΓ. Καλά δεν είμαι, ει δε μη, ν' αποκριθώ θα είχα, καθώς σου πρέπει! — Στρατηγέ, πάρε τους αιχμαλώτους και την κληρονομίαν μου και τα στρατεύματά μου κ' εμένα, — όλα πάρε τα, — τα πάντα ιδικά σου! Ο κόσμος όλος μάρτυς μου, Εδμόνδε, σε κηρύττω αυθέντην μου και άνδρα μου!

ΓΟΝΕΡ. Να τον χαρής ελπίζεις;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. (προς την Γονερίλην). Η άδεια δεν κρέμαται από την θέλησίν σου.

ΕΔΜ. Ούτ' από 'σένα κρέμεται.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ναι, νόθε, απ' εμένα!

ΡΕΓ. (προς τον Εδμόνδον). Να τυμπανίσουν πρόσταξε και διαλάλησέ το, ότι είσαι άνδρας μου!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Σιγά! Έχω κ' εγώ τον λόγον! Εδμόνδε, είσαι ένοχος εσχάτης προδοσίας! Σε συλλαμβάνω, — με αυτό το χρυσωμένο φίδι!

(Δεικνύων την Γονερίλην).

Παραίτησε τα σχέδια του γάμου σου, Ρεγάνη. Προς χάριν της συζύγου μου εγώ τον εμποδίζω. Τον λόγον της τον έδωκε κρυφά εις τον Εδμόνδον. Δεν συγχωρώ, ο άνδρας της εγώ, να της τον πάρης. Αν θέλης άνδρα και καλά, εμένα ερωτεύσου. Αυτός αρραβωνίσθηκε με την αρχόντισσάν μου!

ΓΟΝΕΡ. Τι κωμωδία είν' αυτή;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Φορείς σπαθί, Εδμόνδε. Ας ακουσθούν αι σάλπιγγες, και αν κανένας άλλος δεν έλθη με τα όπλα του εδώ να σ' αποδείξη ψεύτην, προδότην βδελυρόν, χίλιαις φοραίς προδότην, ιδού, εγώ σε προκαλώ.

(Τω ρίπτει το χειρόκτιόν του).

Κι' ούτε ψωμί θα φάγω εάν μ' αυτό μου το σπαθί 'ς το στήθος σου επάνω δεν σ' αποδείξω άξιον των όσων σου προσάπτω!

ΡΕΓ. Πονώ, πονώ! Είμ' άρρωστη!

ΓΟΝΕΡ. (καθ' εαυτήν). Αν άρρωστη δεν είσαι, δεν θα πιστεύσω 'ς το εξής ποτέ μου εις φαρμάκι.

ΕΔΜ. Απόκρισίς μου είν' αυτό!

(Ρίπτει κατά γης το χειρώκτιόν του).

Όποιος κι' αν είν' εκείνος, οπού προδότην με καλεί, ψεύτης αχρείος είναι! Την σάλπιγγα σημάνατε! Αντίκρυ μου ας έλθη, και εις εκείνον, κ' εις εσέ, κ' εις όποιον και αν είναι, θα δείξω με τα όπλα μου, την πίστιν, την τιμήν μου!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Πού είν' ο κήρυξ;

ΕΔΜ. Κράξετε τον κήρυκα! Ας έλθη!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Εις άλλο τι μη στηριχθής παρά εις το σπαθί σου. Τους στρατιώτας σου εγώ τους είχα συναθροίσει κ' εγώ σου τους απέλυσα!

ΡΕΓ. Ω! δεν αντέχω πλέον

(Εισέρχεται ο ΚΗΡΥΞ).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. (δεικνύων την Ρεγάνην). Είν' άρρωστη. Πηγαίνετε μαζί της 'ς την σκηνήν μου.

(Εξέρχεται η ΡΕΓΑΝΗ στηριζομένη επί αξιωματικών). (Προς τον κήρυκα).

Την σάλπιγγά σου σήμανε, κ' ανάγνωσέ το τούτο.

(Τω εγχειρίζει έγγραφον).

ΑΞΙΩΜ. Σαλπίσατε!

(Ηχεί η σάλπιγξ).

ΚΗΡΥΞ (αναγινώσκει). «Εάν ευρίσκεται εις τας τάξεις του στρατού άνθρωπος με αξίωμα και από γένος, να υποστηρίξη, ότι ο Εδμόνδος, ο λεγόμενος Κόμης του Γλόστερ, είναι προδότης, ας παρουσιασθή εις τον τρίτον ήχον της σάλπιγγος. Ο Εδμόνδος είναι έτοιμος να τον αντικρύση».

ΕΔΜ. Σάλπισε!

(Πρώτον σάλπισμα).

ΚΗΡΥΞ Και πάλιν!

(Δεύτερον σάλπισμα).

ΚΗΡΥΞ Και πάλιν!

(Τρίτον σάλπισμα). (Εισέρχεται ο ΕΔΓΑΡ φέρων πανοπλίαν. Προηγείται σαλπιγκτής).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. (προς τον κήρυκα). Ερώτησέ τον τι ζητεί; 'ς της σάλπιγγος τον ήχον τι έρχεται;

ΚΗΡΥΞ Ποιος είσαι συ; Το γένος; Τ' όνομά σου! Και διατί ν' αποκριθής 'ς την σάλπιγγα; Τι θέλεις;

ΕΔΓΑΡ Το όνομά μου τόχασα. Μου τόφαγε το δόντι της προδοσίας, σύρριζα. Αλλ' είμαι από γένος, όσον και ο αντίπαλος που ήλθα ν' αντικρύσω.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ποιος είναι ο αντίπαλος;

ΕΔΓΑΡ Τον Γλόστερ, τον Εδμόνδον, ποιος τον υπερασπίζεται;

ΕΔΜ. Ο ίδιος! Τι τον θέλεις;

ΕΔΓΑΡ Ξεσπάθωσε! Αν άνθρωπον αθώον αδικήσω με όσα έχω να ειπώ, την αθωότητά σου με το σπαθί σου δείξε την! — Ιδού το ιδικόν μου. Μ' αυτό υπερασπίζομαι τους όρκους, την τιμήν μου, και την κατηγορίαν μου μ' αυτό υποστηρίζω! Ας είσαι νέος, δυνατός, ας έχης μεγαλεία, ας είν' η τύχη σου νωπή κ' η νίκη 'ς το σπαθί σου, ας έχης στήθος και καρδιάν, — ένας προδότης είσαι! Προδότης 'ς τον πατέρα σου και εις τον αδελφόν σου κ' εις τους θεούς! Και εις αυτόν τον ένδοξον τον δούκα! Από την πλέον υψηλήν της κεφαλής σου άκρην, έως την σκόνην που πατείς, αισχρός προδότης είσαι! Ειπέ μου όχι, κ' έτοιμον το χέρι μου προσμένει μ' αυτό εδώ μου το σπαθί να σ' αποδείξη ψεύτην!

ΕΔΜ. Θα ήτο πλέον τακτικόν να 'ξεύρω τόνομά σου. Αλλ' είσαι, υπερήφανος και φαίνεσαι ανδρείος και μαρτυρούν ευγένειαν οι τρόποι σου κ' η γλώσσα Δεν καταδέχομαι λοιπόν αναβολήν να φέρω, κι' ας έχω το δικαίωμα την τάξιν ν' απαιτήσω (54). 'Σ το πρόσωπόν σου την πετώ την λέξιν προδοσία, και να στραφή 'ς το στήθος σου τ' αναίσχυντόν σου ψεύδος! Τα λόγια σου επάνω μου γλιστρούν και δεν μ' εγγίζουν. Αλλ' όμως και τα λόγια σου, μαζί κ' εσένα, τώρα μ' αυτό εδώ μου το σπαθί ς' τον δρόμον θα σας στείλω όπου δεν έχει γυρισμόν! Η σάλπιγξ ας λαλήση!

(Σάλπιγγες. Μάχονται. Πίπτει ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ελέησέ τον! Άφες τον!

ΓΟΝΕΡ. Σ' επρόδωσαν, Εδμόνδε. Δεν είχες χρέος μ' άγνωστον εχθρόν να πολεμήσης. Σ' εγέλασαν, σ' επρόδωσαν! Δεν είσαι νικημένος!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Κλείσε το στόμα σου εσύ, να μη σ' αποστομώσω μ' αυτό το γράμμα. — Διάβασε τα κακουργήματά σου, εσύ, που ό,τι κι' αν σου 'πώ ολίγον θα σου είναι!

(Η ΓΟΝΕΡΙΛΗ πειράται ν αρπάση την επιστολήν εκ των χειρών του συζύγου αυτής).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Δεν θα το σχίσης! — Φαίνεται 'ξεύρεις τι περιέχει.

ΓΟΝΕΡ. Και αν το 'ξεύρω, τι μ' αυτό; 'δικός μου είν' ο Νόμος, όχι 'δικός σου! Ποιος τολμά να μ' εγκαλέση;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Φρίκη! 'Ξεύρεις το γράψιμον αυτό;

ΓΟΝΕΡ. Μη μ' ερωτάς τι 'ξεύρω.

(Εξέρχεται).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Πηγαίνετε κατόπιν της, και είν' απελπισμένη. Προσέχετέ την!

(Εξέρχονται αξιωματικοί τίνες).

ΕΔΜ. Όλ' αυτά τα έκαμα, που είπες, τ' άλλα πολλά που ο καιρός θα ξεσκεπάση μόνος, πολλά, πολλά! Επέρασαν, κ' εγώ περνώ μαζί των. Πλην συ, οπού μ' ενίκησες, ειπέ μου ποίος είσαι; Αν ευγενής, σε συγχωρώ.

ΕΔΓΑΡ Ο ένας μας τον άλλον ας συγχωρήση! Από σε κατώτερος δεν είμαι. Αν είμαι δε καλλίτερος, αυξάνει τ' άδικόν σου. Υιός του πατρός σου είμ' εγώ, και τώνομά μου Έδγαρ. Δίκαια κρίνουν οι θεοί! Αυτοί την ανομίαν την κάμνουν εργαλειόν των τον πταίστην να παιδεύσουν. 'Σ το σκότος ο πατέρας μου σ' εγέννησεν ανόμως, και έχασ' εξ αιτίας σου το φως!

ΕΔΜ. Αλήθεια λέγεις! Έγιν' ο κύκλος του τροχού ολόκληρος, — κ' ιδού με!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. (προς τον Έδγαρ). Μ' εφάνη η παρουσία σου ωσάν να προφητεύη ευγένειαν βασιλικήν! Να σ' αγκαλιάσω έλα! — Να μου ραγίση την καρδιάν η λύπη, αν ποτέ μου ή του πατρός σου ο εχθρός ή ο δικός σου ήμουν! —

ΕΔΓΑΡ Το 'ξεύρω, ω αυθέντα μου.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Που είχες καταφύγει; Ποιος σ' έκρυψε; Πώς έμαθες τα πάθη του πατρός σου;

ΕΔΓΑΡ Τα είδα με τα 'μάτια μου, — συνέπασχα μαζί του! 'Σ ολίγα λόγια να σου 'πω, αυθέντα, τα δεινά μου και την καρδιάν μου ύστερα ας την ραγίση η λύπη! Η φοβερά προκήρυξις μ' ηνάγκασε να φύγω με την ελπίδα να σωθώ...! ( Ω! της ζωής η γλύκα! Μας είναι προτιμότερον κάθε στιγμήν και ώραν να μας σκοτώνη ζωντανούς ο πόνος του θανάτου, παρά το τέλος της ζωής διά μιας να έλθη!) Τρελλός ζητιάνος έγινα, εφόρεσα κουρέλια, κατήντησα και των σκυλιών περίγελως να γίνω! Και τότε, τον πατέρα μου απήντησα 'ς τους δρόμους μ' αιματωμένα των 'ματιών τα δύο δακτυλίδια και δίχως τα διαμάντια των. Μ' επήρε οδηγόν του, 'ψωμοζητούσα δι' αυτόν, του έδειχνα τον δρόμον, απ' την απελπισίαν του τον έσωσα — αλλ' όμως δεν εφανέρωσα ποτέ (τι λάθος!) ποίος είμαι, ως τώρα που ωπλίσθηκα να έλθω 'ς τον αγώνα, αν όχι με πεποίθησιν, μ' ελπίδα να νικήσω. Εζήτησα να μ' ευχηθή, κι' απ' την αρχήν 'ς το τέλος τα όσα εδοκίμασα κ' υπέφερα του είπα. Αλλ' η σχισμένη του καρδιά 'ς τον κλονισμόν τον τόσον ν' ανθέξη δεν ημπόρεσε. Την δύναμιν δεν είχε ν' αντισταθή 'ς την σύγκρουσιν τόσης χαράς και λύπης, και μ' ένα χαμογέλασμα εβγήκε η ψυχή του.

ΕΔΜ. Τα λόγια σου με συγκινούν, κ' ίσως καρποφορήσουν. Εξακολούθει. Φαίνεσαι κι' άλλα να 'πής πώς έχεις.

ΔΟΥΞ. ΑΛΒ. Και άλλα πλέον θλιβερά αν έχης, μη τα λέγεις. Τα όσα είπες μ' έκαμαν να λυώσω απ' την λύπην.

ΕΔΓΑΡ Αυτά τω όντι φαίνονται ο κολοφών της λύπης εις όποιον πράγματα πικρά δεν αγαπά ν' ακούη. Αλλ' έχω κι' άλλα να ειπώ διότι κι' άλλη πίκρα ήλθε ν' αυξήση το κακόν και να το κορυφώση. Ενώ 'θρηνούσα κ' έκλαια, εμβαίνει μέσα ένας, που άθλιον μ' εγνώρισε και καταφρονημένον κι' ως τότε με απέφευγε με φρίκην. Όταν είδε ποιος είμαι, και τι βάσανα υπέφερα και λύπαις, 'ς την αγκαλιάν μου χύνεται και ταις φωναίς αρχίζει, ωσάν να θέλη με φωναίς τους ουρανούς ν' ανοίξη, και πέφτει 'ς τον πατέρα μου επάνω, και μου λέγει τα όσα εδοκίμασεν ο Ληρ, κι' αυτός μαζί του, οπού δεν ήκουσεν αυτί ακόμη τέτοια πάθη! Και όσον μου τα έλεγε τον έσφιγγε η λύπη και της ζωής του αι χορδαίς επήγαιναν να σπάσουν. Αλλά η σάλπιγξ δυο φοραίς εσήμανε, και τότε έφυγα και τον άφησα ωσάν νεκρόν.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ποιος ήτο;

ΕΔΓΑΡ Ήτον ο Κεντ, ο δυστυχής εξόριστος, αυθέντα! Αγνώριστος τα βήματα του Ληρ ακολουθούσε και τον εδούλευε πιστά χειρότερ' από σκλάβος!

(Εισέρχεται δρομαίος ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ, κρατών μάχαιραν αιματωμένην).

ΑΞΙΩΜ. Βοήθεια! Βοήθεια!

ΕΔΓΑΡ Τι θέλεις;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τι συνέβη;

ΕΔΓΑΡ Τι είν' η μάχαιρα αυτή η αιματοβαμμένη;

ΑΞΙΩΜ. Αχνίζει! Είν' ολόζεστη! Απ' την καρδιά της 'βγήκε! Απέθανε!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ποιος πέθανε, ω άνθρωπε! Ομίλει!

ΑΞΙΩΜ. Απέθαν' η γυναίκα σου, αφού την αδελφήν της την εφαρμάκευσε! Αυτή μόνη της μου το είπε.

ΕΔΜ. Και εις τας δύο των εγώ υποσχεμένος ήμουν. Και των τριών μας γίνονται διά μιας οι γάμοι!

ΕΔΓΑΡ Ιδού ο Κεντ!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ή ζωντανά ή και αποθαμένα, τα σώματά των και των δυο εμπρός μας φέρετέ τα. Η τιμωρία των θεών αυτή εμπνέει φρίκην, αλλ' όχι έλεος!

(Εισέρχεται ο ΚΕΝΤ).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ω Κεντ! Συ είσαι; — Καθώς πρέπει αυτός δεν είναι ο καιρός να σε φιλοφρονήσω.

ΚΕΝΤ Έρχομ' εδώ να ευχηθώ και να καλονυκτίσω τον Ληρ, τον βασιλέα μου, διά παντός! — Πού είναι;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ω! τούτο πώς μας έφυγεν από τον νουν! — [Εδμόνδε, λέγε, πού είν' ο βασιλεύς; πού είν' η Κορδηλία;

(Φέρονται επί της σκηνής τα πτώματα της ΡΕΓΑΝΗΣ και της ΓΟΝΕΡΙΛΗΣ)

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Βλέπεις το θέαμα αυτό, ω Κεντ!

ΚΕΝΤ Ω! πώς συνέβη;

ΕΔΜ. Και όμως αγαπήθηκε 'ς τον κόσμον ο Εδμόνδος! Η μία εφαρμάκευσε την άλλην δι' εμένα, και μόνη της σκοτώθηκε κατόπιν.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Είν' αλήθεια! Τα πρόσωπά των κρύψετε.

ΕΔΜ. Ψυχομαχώ... θα κάμω κ' ένα καλόν, 'ς της φύσεως το πείσμα της κακής μου. 'Σ το φρούριον πηγαίνετε, αμέσως, μην αργείτε! Έχω δοσμένην προσταγήν τον Ληρ, την Κορδηλίαν να τους φονεύσουν! Τρέξετε! Ευθύς! Προφθάσετέ τους.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τρέξετ' ευθύς! Ω! Τρέξετε!

ΕΔΓΑΡ Ποιος είν' ο δεσμοφύλαξ; Σημάδι ότι αναιρείς την προσταγήν σου δος μου!

ΕΔΜ. Να το σπαθί μου, πάρε το και δος το.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τρέξε, τρέξε!

(Εξέρχεται δρομαίος ο ΕΔΓΑΡ).

ΕΔΜ. Της γυναικός σου προσταγήν και ιδικήν μουν έχουν να πνίξουν μέσ' 'ς την φυλακήν εκεί την Κορδηλίαν, και να κηρύξουν έπειτα πως μόνη της επνίγη εις την απελπισίαν της.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Θεοί, φυλάξετέ την! Σηκώσετέ τον απ' εδώ.

(Σύρεται ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ υπό στρατιωτών έξω της σκηνής). (Εισέρχεται ο ΛΗΡ, φέρων εις τας αγκάλας του νεκράν την ΚΟΡΔΗΛΙΑΝ. Έπονται ο ΕΔΓΑΡ και έτεροι).

ΛΗΡ Βογκάτε! Ω! Βογκάτε! βογκάτε! Είσθε όλοι σας πλασμένοι από πέτραις! Ας είχα 'γώ τα 'μάτια σας, ας είχα την φωνήν σας, κ' ερράγιζα τους ουρανούς! — Ω! Είν' αποθαμένη! 'Ξεύρω ποιος είναι ζωντανός, και ποιος αποθαμένος. Νεκρά 'σάν χώμα είν' αυτή! — Καθρέπτην φέρετέ μου. Εάν θολώση το υαλί απ' την αναπνοήν της, τότε σημαίνει ότι ζη! (55)

ΚΕΝΤ Αυτό εδώ μην είναι του κόσμου η συντέλεια;

ΕΔΓΑΡ Ή φοβερά εικών της;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Πέσε καλλίτερα 'ς την γην, ω Ληρ, και αναπαύσου! (56)

ΛΗΡ Ιδού, σαλεύει το πτερό! Σαλεύει! Ζη ακόμη!... Ω! Αν εζούσ' αληθινά,... θα ήτον ευτυχία που όσαις κι' αν υπέφερα πίκραις ταις ξεπληρώνει.

ΚΕΝΤ (γονατίζων παρ' αυτώ). Αυθέντα μου αγαπητέ.

ΛΗΡ Παρακαλώ να φύγης!

ΕΔΓΑΡ Είναι ο φίλος σου, ο Κεντ.

ΛΗΡ Κατάρα να σας εύρη Προδόται είσθε όλοι σας! Είσθ' όλοι δολοφόνοι! Ίσως μου ήτο δυνατόν να την γλυτώσω! Τώρα, την έχασα διά παντός! Ω Κορδηλία, στάσου, μη φεύγεις, Κορδηλία μου, ακόμη... Α! Τι λέγεις... Ήτον γλυκειά, ήτον σεμνή και ήσυχη η φωνή της, και είναι τούτο στολισμός μεγάλος 'ς την γυναίκα!... Εκείνον οπού σ' έπνιξε του πήρα την ζωήν του!

ΑΞΙΩΜ. Αλήθεια. Τον εφόνευσε;

ΛΗΡ Δεν είν' αλήθεια; Πε το! Ήτον καιρός που έφθανε το κοπτερόν σπαθί μου να κάμη όλους να πηδούν! Πλην τώρα είμαι γέρος, κι' αυτά εδώ τα βάσανα μ' αφάνισαν...

(Προς τον Κεντ).

Ποιος είσαι; Τα 'μάτια μου εχάλασαν. — Τώρα σου λέγω — τώρα...

ΚΕΝΤ Αν ημπορή να καυχηθή η Τύχη διά δύο 'π' αγάπησε κ' εμίσησεν εις άκρον, να ο ένας!

ΛΗΡ Είναι τα 'μάτια μου θολά. Ο Κεντ εσύ δεν είσαι;

ΚΕΝΤ Ο Κεντ, αυθέντα μου, ο Κεντ, ο δούλος ο πιστός σου. Κι' ο δούλος σου ο Κάιος πού είναι; (57)

ΛΗΡ Ω! Εκείνος, ήτο καλός! Αυτό 'μπορώ να το ειπώ, αλήθεια! Είχε το χέρι του βαρύ και γρήγορα 'κτυπούσε. Απέθανε κ' εσάπισε.

ΚΕΝΤ Εγώ, αυθέντα, ήμουν. Εγώ...

ΛΗΡ Αυτό θα το ιδώ αμέσως.

ΚΕΝΤ Εγώ είμαι, που τ' άτυχά σου ρήματα παντού ακολουθούσα, αφού σε κατεπλάκωσε η συμφορά κ' η πίκρα.

ΛΗΡ Καλώς μας ώρισες λοιπόν.

ΚΕΝΤ Όχι καλώς, διότι εδώ είν' όλα θλιβερά και σκοτεινά και μαύρα. Αι δύο άλλαις κόραις σου επρόλαβαν την Μοίραν, κι' απέθαναν ελεεινά.

ΛΗΡ Αυτό κ' εγώ νομίζω.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Δεν 'ξεύρει τι του γίνεται. Εις μάτην του μιλούμεν.

ΕΔΓΑΡ Εις μάτην! Ναι!

(Εισέρχεται ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ).

ΑΞΙΩΜ. Απέθανε, αυθέντα, ο Εδμόνδος.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τι τούτο ως προς τα εδώ! — Ω άρχοντές μου [φίλοι, ιδού ποιος είναι ο σκοπός και η απόφασίς μου! Ό,τι μου είναι δυνατόν διά ν' ανακουφίσω αυτό μας το ερείπιον το μέγα, θα το κάμω. Ενόσω ζη, 'ς τα χέρια του και πάλιν επιστρέφω την εξουσίαν, — και εις σας τα δικαιώματά σας με πρόσθετα προνόμια. Αλλ' ό,τι και αν κάμω, θα είναι ολιγώτερον απ' ό,τι σας αξίζει, θ' ανταμειφθούν οι φίλοι μας και οι εχθροί μας όλοι θα λάβουν τα επίχειρα των έργων των... Ιδέτε, ιδέτε!

ΛΗΡ Μου τον έπνιξαν και τον πτωχόν τρελλόν μου...(58) Όχι· δεν είναι ζωντανή! — Ω! Πώς ζωήν να έχη το άλογον, ο ποντικός, και όμως να μην έχης αναπνοήν εσύ; Εσύ οπίσω δεν θα έλθης ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ... 'Ξεκούμπωσέ με, (59) παρακαλώ... Ευχαριστώ... Αυτό εδώ το βλέπεις; Ιδέ! Τα χείλη της ιδέ... Κύτταξ' εδώ... Ιδέ την...

(Αποθνήσκει).

ΕΔΓΑΡ Λιγοθυμά! Αυθέντα μου! Αυθέντα!

ΚΕΝΤ Ω καρδιά μου, σχίσου, καρδιά μου, ράγισε!

ΕΔΓΑΡ Ω! Άνοιξε τα 'μάτια, αυθέντα!

ΚΕΝΤ Μη τον τυραννείς! Ας ησυχάση πλέον! Πρέπει κανείς να τον μισή διά να προσπαθήση να τον τεντώση 'ς τον σκληρόν τον φάλαγγα του βίου ακόμη περισσότερον!

ΕΔΓΑΡ Απέθανε τω όντι!

ΚΕΝΤ Το θαύμα είναι ως εδώ, κ' εις τόσα, πώς ν' ανθέξη! Παρέζησεν. Ο Θάνατος τον είχε λησμονήσει.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Σηκώσετε τα πτώματα. — Καιρός των θρήνων [τώρα! 'Σ το μεταξύ εσείς οι δυο, ω της ψυχής μου φίλοι, το κράτος κυβερνήσετε το αιματοβαμμένον.

ΚΕΝΤ Να ταξειδεύσω χρεωστώ αγύριστον ταξείδι. Με κράζει ο αυθέντης μου. Να υπακούσω πρέπει.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Το βάρος ας σηκώσωμεν της λύπης κι' ας ειπούμεν τα όσα αισθανόμεθα, αν όχι όσα πρέπει. Οι γέροντες μας... τα πολλά τα έπαθαν εκείνοι. Δεν θα περάσωμεν ποτέ ημείς οι νέοι τόσα και ούτε τόσον μακρινή θα είναι η ζωή μας (60).

(Εξέρχονται πάντες, παιανιζούσης της μουσικής νεκρώσιμον ήχον).

ΤΕΛΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ο Βασιλεύς Ληρ, η κατ' εξοχήν αύτη τραγωδία, ως την αποκαλεί ο Γερβίνος, εγράφη κατά το 1606 ή 1605 μ. Χ. κατά τινας. Ελήφθη δε η υπόθεσις αυτής εκ των μύθων, οίτινες κατ' εκείνο τον καιρό επιστεύοντο ως η αληθής της αρχαίας Βρεταννίας ιστορία. Ο Άγγλος χρονογράφος Geoffrey of Monmouth, όστις πρώτος αναφέρει τον μύθον του βασιλέως Ληρ και των θυγατέρων αυτού, ορίζει το οκτακοσιοστόν προ Χριστού έτος ως εποχήν, καθ' ην ούτος απέθανε. Και προ της τραγωδίας δε ταύτης του Σαισκπείρου, παρεστάθη επί της Αγγλικής σκηνής τω 1594 δράμα τι, υπό ετέρου δραματουργού ποιηθέν και την αυτήν πραγματευόμενον υπόθεσιν. Επί των πηγών τούτων στηριζόμενος έγραψεν ο ποιητής το δραματικόν τούτο αριστούργημα, το παθητικώτερον των δραμάτων αυτού.

Η εξελλήνισις του ονόματος του πολυπαθούς βασιλέως ίσως δεν επιδοκιμασθή παρά τινων των αναγνωστών μου. Αλλά διά του ακλίτου τούτου μονοσυλλάβου, Ληρ, διατηρείται η προφορά του αγγλικού ονόματος Lear, ακριβέστερον ή αν έγραφον Λέαρ. Ίσως ήθελόν τινες θεωρήσει ως ορθοτέραν την γραφήν Λειρ, καθόσον μάλιστα και ο προγενέστερος του Σαικσπείρου δραματουργός έγραφε διά του ei το όνομα, King Lear. Αλλ' είθε η καιριωτέρα της μεταφράσεώς μου έλλειψις να είναι η σόλοικος του _Ληρ_ γραφή.

2. Παραπέμπω τους θέλοντας εκ των αναγνωστών μου να παραβάλωσι την μετάφρασιν προς το κείμενον εις την υπ' αριθμόν 4 σημείωσιν της τραγωδίας «ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα ».

3. Ο Κεντ και ο Γλόστερ, ως υποδεικνύεται εκ του διαλόγου αυτών, ήσαν ήδη εν γνώσει της περί διανομής του κράτους αποφάσεως του βασιλέως, αλλ' ηγνόουν ότι οι μυστικοί αυτού σκοποί ήσαν να κανονίση την διανομήν αναλόγως των προς αυτόν αισθημάτων των τριών θυγατέρων του.

4. Οι χρονογράφοι του μεσαιώνος ωνόμαζον την Σκωτίαν Αλβανίαν, Albania, Albany. Μολονότι το τοιούτον ενδέχεται να επιφέρη σύγχυσίν τινα ιδεών εις τον Έλληνα αναγνώστην, ενόμισα ορθόν να μένη ανέπαφος ο τίτλος του γαμβρού του Ληρ.

5. Αι επικλήσεις αύται και οι όρκοι του Κεντ μαρτυρούσιν ευθύς εξ υπαρχής, ότι τα του Ληρ διαδραματίζονται εν εποχή ειδωλολατρείας, προ της εγκαθιδρύσεως του Χριστιανισμού εν τη Μεγάλη Βρεττανία. «Ούτω, λέγει ο Γερβίνος, και οι αρχαίοι ποιηταί ανεζήτουν συννήθως την υπόθεσιν των τραγωδιών αυτών εν τη προ του εκπολιτισμού εποχή, εν τοις προ των τρωικών μύθοις. Τα φρικώδη συμβεβηκότα της γενεάς του Λαΐου ή της του Ταντάλου ήσαν αι πηγαί, αι αφθονωτέραν δίδουσαι τροφήν εις την αρχαίαν τραγωδίαν. Μεταφερόμενοι εις απομεμακρυσμένας τοιαύτας εποχάς, βλέπομεν μεθ' ηδονής παριστάμενα ενώπιον ημών τα ηρωικά εκείνα γεγονότα, τα παθήματα των αδαμάστων εκείνων ανδρών, των Τιτάνων εκείνων και ημιθέων. Η δ' υπερβολή της σκληρότητας γίνεται ήττον επαισθητή εις ημάς, αναλογιζομένους λεληθότως πως, ότι οι άνθρωποι είχον τότε και δυνάμεις μεγαλειτέρας, όπως υποφέρωσι καρτερικώτερον τα δεινά και τα παθήματα εκείνα. Αλλ' ουδ' επηρεαζόμεθα υπό της ιδέας, ότι άνθρωποι τοιούτοι δεν ήτο δυνατόν να υπάρξωσι, καθ'ό πάντη δήθεν διάφοροι της γνωστής και συνήθους ημίν φύσεως του ανθρώπου. Διότι εξ αυθεντικών πηγών γνωρίζομεν ότι κατά τους Μεροβιγγινούς, φέρ' ειπείν, χρόνους ή τους Βουργουνδικούς υπήρξαν αληθώς άνθρωποι τοιούτοι, ότι γεγονότα φρικώδη, όσον και τα της οικογενείας του Ληρ, διεδραματίζοντο επί αιώνας εν τω μέσω χριστιανικών φυλών ώστε δεν ήσαν εξ ανάγκης μυθώδη και πλαστά και τα εν τη αρχαία τραγωδία εγκλήματα των Τανταλιδών. Εις τοιαύτας εποχάς μεταφέρει ημάς ο Σαικσπείρος διά της τραγικωτέρας ταύτης των τραγωδιών αυτού, ουδαμού δ' ίσως ανέδειξε πλειότερον το έμφυτον μεγαλείον και το διορατικόν της διανοίας αυτού ή εις ταύτην την ευφυεστέραν και τολμηροτέραν των ποιητικών αυτού επινοήσεων... Ο θεατής οφείλει ευθύς και εξ υπαρχής να εννοήση ότι εις τοιαύτην εποχήν μεταφερόμεθα. Ο Tieck εθεώρει ως ουδαμώς ουσιώδες το ζήτημα της ενδυμασίας των ηθοποιών κατά την παράστασιν της τραγωδίας ταύτης. Αλλά βεβαίως ως προς τούτο έσφαλεν. Αν θέσωμεν τον Ληρ επί της σκηνής εν τω μέσω μεσαιωνικών οικοδομών και πλουσίων επίπλων και των χαριέντων ενδυμάτων της ιπποτικής Ισπανίας, καταστρέφομεν διά μιας το πιθανόν του δράματος. Απ' εναντίας, εάν έχωμεν στενόχωρα δωμάτια αρχαϊκού αρχιτεκτονικής ρυθμού, και χώραν αγρίαν και άδενδρον, και ενδύματα φέροντα σύμμικτόν τινα τύπον Γοτθικής απλότητσς και βαρβαρικής πολυτελείας, προετοιμαζόμενα διά των τοιούτων εντυπώσεων, όπως εννοήσωμεν καλλίτερον τον χαρακτήρα και την φύσιν των διαδραματιζομένων προσώπων» (Gervinus, Shakespeare Commentaries.

Περί του εν τη προκειμένη τραγωδία υφισταμένου ιστορικού στοιχείου παραθέτω το εξής χωρίον εξ αξιολόγου διατριβής, δημοσιευθείσης υπό του «J. W. Hales εν τω αγγλικώ περιοδικώ Fortnightly Review κατά Ιανουάριον του 1875 έτους.

«Μη λησμονώμεν ότι οι σύγχρονοι του Σαικσπείρου επίστευον ότι ο βασιλεύς Ληρ υπήρξεν αληθώς. Καθ' εκάστην εποχήν επικρατούσι παραδόσεις τινές, αναξιόπιστοι μεν, αλλά θεωρούμεναι ως αληθείς, μέχρις ου η διάδοσις των γνώσεων υποσκάψη και διαλύση αυτάς. Αλλ' οφείλει πάντως να λαμβάνη ταύτας υπ' όψιν ο της ιστορίας σπουδαστής. Τοιουτοτρόπως κατ' εκείνην την εποχήν ουδαμώς ημφεσβητείτο η ύπαρξις του Ληρ, αλλά κατείχεν ούτος θέσιν εν τη σειρά των βασιλέων, οίτινες ιστορούντο ως άρξαντες εν τη Βρεττανία. Την δε θέσιν ταύτην εισέτι κατέχει εις τας δημώδεις ιστορίας, τας οποίας αναγινώσκουσιν οι κάτοικοι της Ουαλλίας (Wales)... Αλλά, εκτός τούτου, δεν ελησμόνησεν ο Σαικσπείρος και εις οποίαν ο Ληρ ανήκε φυλήν. Επρόσεχε δε ιδιαζόντως περί την απεικόνισιν των εθνικών χαρακτηριστικών των εν τοις δράμασιν αυτού προσώπων, και τούτο καταφαίνεται εις πολλά των δραμάτων αυτού, κατ' εξοχήν δε εις τον «Έμπορον της Βενετίας» (Merchant of Venice), ένθα δι' ανεξιτήλου γραφίδος χαρακτηρίζει τον Ιουδαίον, εις τον Ρωμαίον και την Ιουλιέταν, ένθα ζωγραφίζει το ζωηρόν και ευερέθιστον της ιταλικής ιδιοσυγκρασίας, και εις τον Οθέλλον, ένθα το κοχλάζον της Αφρικής αίμα θερμαίνει του ήρωος αυτού τας φλέβας. Ούτω και εν τω Βασιλεί Ληρ απεικονίζεται ζωηρώς της κελτικής φυλής η φύσις. Την δε φυλήν εκείνην εμελέτησεν ουχί διά των βιβλίων, αλλ' εξ ιδίας αντιλήψεως.... ιδών και εξετάσας ουχί έντυπα, αλλά τα ζώντα και δρώντα μνημεία, άτινα εξεπροσώπουν τον φυλετικόν του Κέλτου χαρακτήρα εν τη συγχρόνω τότε Μεγάλη Βρεττανία. Κατά τον 16ον αιώνα ήτο, ως και σήμερον, γνωστόν ότι οι κάτοικοι της Ουαλλίας (Welhmen) ήσαν οι απ' ευθείας των αρχαίων Βρεττανών έκγονοι... Εν δε τω Βασιλεί Ληρ ευρισκόμεθα εν τω μέσω της φυλής εκείνης, φυλής εξόχως ευερεθίστου». Προβαίνει δε ο συγγραφεύς εις λεπτομερή φυσιολογικήν και ψυχολογικήν μελέτην εκάστου των του δράματος κυρίων προσώπων.

6. Kill thy physician and the fee bestow upon the foul disease.

Φόνευσε τον ιατρόν σου, τα δε χρήματα, άτινα εχρεώστεις να δώσης εις εκείνον, εξόδευέ τα υποθάλπων την βρωμεράν σου ασθένειαν. Αντί να κάμνης χρήσιν του πλούτου σου, έχων πλησίον σου επί πληρωμή τον ιατρόν, όστις ηδύνατο να σε θεραπεύση, σπατάλησε αυτόν εις τρόπον, ώστε να κορύφωσης το νόσημά σου.