Σαικσπήρου Δράματα, Ο Βασιλιάς Ληρ

Part 7

Chapter 7 3 words Public domain Markdown

ΛΗΡ Α! Γονερίλη! και με άσπρα γένεια!.. Μ' εκαλόπιαναν 'σάν τα σκυλιά, και μου έλεγαν ότι έχω άσπραις τρίχες, προτού ακόμη φυτρώσουν αι μαύραις. Να μου λέγουν ναι και όχι εις ό,τι έλεγα, να μου λέγουν και ναι και όχι μαζί, δεν ήθελε πολλήν θεολογίαν. Όταν ήλθεν η βροχή και μ' εμούσκευσε, και ο βορειάς μ' έκαμε να τρίζω τα 'δόντια, και ο κεραυνός δεν με υπήκουε να σιωπήση, τότε τους εμυρίσθηκα τι πράγματα ήσαν! Πηγαίνετε 'ς το καλό! Μου έλεγαν όλοι ψεύματα! Μου έλεγαν, ότι εγώ είμαι το παν. Ψεύματα! Ούτε τον παροξυσμόν δεν ημπορώ να νικήσω.

ΓΛΟΣΤ. Την ενθυμούμαι την φωνήν. Την ήκουσα... Δεν είναι ο βασιλεύς;

ΛΗΡ Ναι, βασιλεύς απ' την κορφήν 'ς τα 'νύχια! Πώς τρέμουν όλοι, κύτταξε, το 'μάτι αν γουρλώσω... Αυτόν εδώ τον συγχωρώ. Τι έχει καμωμένον; Μοιχείαν! Πήγαιν' απ' εδώ! Δεν θα σε θανατώσω. Να θανατώνετ' ο μοιχός! Μήπως το ίδιον πράγμα δεν κάμνει κ' η χρυσόμυιγα και ο μικρός σπουργίτης; Ας σμίγουν και ας χαίρωνται! Ο νόθος υιός του Γλόστερ ήτο καλλίτερο παιδί απ' ταις 'δικαίς μου κόραις, ταις κόραις που απέκτησα εις νόμιμα σεντόνια. Εμπρός, πορνεία, δούλευε, και θέλω στρατιώτας!... Την βλέπεις την αρχόντισσαν εκείνην; Να την βλέπης νομίζεις ότι χαμηλά θα είναι κρύα, χιόνι. Την λέξιν μόνον «ηδονή» αν τύχη και ακούση, σου κάμνει την ενάρετην και σκύπτει το κεφάλι. Αλλά και γάτους ξεπερνά και άλογα βαρβάτα! Γυναίκες είναι μοναχά από την μέσην κι' άνω, 'ς τα κάτω είναι Κένταυροι! Εις τους θεούς ανήκει έως την μέσην το κορμί! 'Σ τον διάβολον τα κάτω! Εκεί 'ναι σκότος, κόλασις και ζεματά και καίει. Εκεί θειάφι και καπνός και βρώμα και σαπίλα!... Πουφ, πουφ, φούχι! Φαρμακοπώλη, δος μου μίαν ουγγιάν μόσχον να μυρίσω την φαντασίαν μου. Να χρήματα.

ΓΛΟΣΤ. Ω! δόσε μου το χέρι σου να το φιλήσω.

ΛΗΡ Στάσου, Να το σκουπίσω πρόσμενε. Μυρίζει ανθρωπίλαν.

ΓΛΟΣΤ. Ελεεινή καταστροφή! Κι' ο μέγας τούτος κόσμος θα καταντήση 'ς το μηδέν επίσης! — Με γνωρίζεις;

ΛΗΡ. Τα ενθυμούμαι τα 'μάτια σου. Τι με αλλοιθωρίζεις; Ό,τι θέλεις κάμε, τυφλέ Έρωτα, δεν με πιάνεις! Δεν ερωτεύομαι εγώ! — Διάβασε αυτά εδώ. Κύτταξε πώς το έγραφα. Είναι πρόσκλησις εις μονομαχίαν.

ΓΛΟΣΤ. Δεν ημπορώ να το ιδώ, κι' αν ήτον ένας ήλιος το κάθε γράμμα.

ΕΔΓΑΡ Αν κανείς μου το εδιηγείτο δεν θα το 'πίστευα ποτέ. Το βλέπω, κ' η καρδιά μου ραγίζει απ' την λύπην της.

ΛΗΡ Ανάγνωσέ το, λέγω.

ΓΛΟΣΤ. Με τ' άδεια μου τα βλέφαρα;

ΛΗΡ Ω, ω! Λοιπόν είμεθα ίσα κ' ίσα! Χωρίς 'μάτια 'ς το κεφάλι και χωρίς χρήματα 'ς το πουγγί! Σου εβάρυναν τα 'μάτια και σου ελάφρωσε το πουγγί! Και όμως βλέπεις πώς τρέχει ο κόσμος!

ΓΛΟΣΤ. Το βλέπω ψηλαφητά.

ΛΗΡ Τρελλός είσαι; Δεν χρειάζονται 'μάτια διά να βλέπη κανείς πώς τρέχει ο κόσμος. Βλέπε με τ' αυτιά σου! Ιδέ πώς υβρίζει εκείνος ο κριτής τον κακόμοιρον εκείνον τον κλέπτην. Άκουσε να σου το ειπώ κρυφά: Άλλαξέ τους θέσιν, και ειπέ μου έπειτα, αν ημπορής, ποίος είναι ο κριτής και ποίος ο κλέπτης. — Είδες ποτέ σου ζητιάνον να του γαυγίζη μανδρόσκυλος;

ΓΛΟΣΤ. Ναι, αυθέντα μου.

ΛΗΡ Και να φεύγη τον σκύλον ο πτωχός; Αν τον είδες, είδες την εικόνα της εξουσίας. Ο σκύλος είναι εις υπούργημα, και τον υπακούουν. — Αχρείε χωροφύλακα, το χέρι μη σηκώνεις το άσπλαγχνόν σου! Τι κτυπάς αυτήν εκεί την πόρνην; Καλλίτερα την ράχην σου να μου ξυλοκοπήσης! Ενώ της δίδεις ραβδισμούς διά το πταίσιμόν της, επιθυμείς κι' ορέγεσαι να έπταιες μαζί της! Αν κρεμασθή ο σπάταλος, ο τοκογλύφος πταίει! Μέσ' 'ς τα κουρέλια θα φανή κάθε μικρή κακία αλλά το παν σκεπάζεται με γούναις και στολίδια! Το έγκλημα με μάλαμμα απ' έξω σκέπασέ το, κ' επάνω του συντρίβεται του Νόμου το κοντάρι χωρίς αυτό να εγγιχθή. Κουρέλια φόρεσέ το, και μ' ένα τσάκνο το τρυπά κι' ο νάνος πέρα πέρα! Κανείς δεν είναι ένοχος! Κανείς, κανείς σου λέγω. Κανείς δεν πταίει! Όλους των εγώ τους δικαιώνω. Άκουσ' εμένα· επειδή την δύναμιν την έχω, εάν κανείς κατηγορή, το στόμα να του κλείσω. Βάλε 'ς τα 'μάτια σου υαλιά, και 'σάν τον δημοκόπον κάμε πως βλέπεις κάθε τι, και τίποτ' αν δεν βλέπης. — Έλα εδώ! Έλα εδώ! Το 'πόδημά μου 'βγάλε. Τράβα καλά! Τράβα καλά! Την δύναμίν σου βάλε!

ΕΔΓΑΡ Τι ανακάτωμα και νου και ασυναρτησίας! Νους μέσ' 'ς την τρέλλαν!

ΛΗΡ Άκουσε — αν θέλης να με κλαύσης, πάρε τα 'μάτια μου, εσύ. Γνωρίζω ποίος είσαι. Σε λέγουν Γλόστερ. Χρεωστείς υπομονήν να έχης. Με κλαύματα ερχόμεθα 'ς τον κόσμον. Δεν το 'ξεύρεις; Από την πρώτην την στιγμήν που μυρισθή αέρα, βογκά και κλαίει το παιδί. — Να σου το εξηγήσω. Την διδαχήν μου άκουσε:

ΓΛΟΣΤ. Αλλοίμονον! Τι θλίψις!

ΛΗΡ Θρηνούμεν, όταν μας γεννούν διά τον λόγον, ότι με λύπην μας ερχόμεθα εις τούτο της μωρίας το θέατρον τ' απέραντον... Ω! τι ωραίος σκούφος! (51) Τι φοβερόν στρατήγημα κανείς να καλλιγώση το ιππικόν του με αυτό το ύφασμα του σκούφου!... Θέλω να γίνη δοκιμή. Και όταν τους πλακώσω με τ' άλογά μου τους γαμβρούς εκείνους,... σκότωνέ τους και σκότωνε και σκότωνε!

(Εισέρχεται ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ μετά στρατιωτών).

ΑΞΙΩΜ. Εκείνος είναι! Να τος! Συλλάβετέ τον! — Η καλή, η ακριβή σου κόρη, αυθέντα μου...

ΛΗΡ Δεν είν' εδώ κανείς να με γλυτώση; Αιχμάλωτός σας;... Έγινα το παίγνιον της Τύχης! Καλά φερθήτε μου εσείς, και θα πληρώσω λύτρα. — Έχω πληγήν εις τα μυαλά. Χειρούργους φέρετέ μου.

ΑΞΙΩΜ. Θα έχης ό,τι αγαπάς.

ΛΗΡ Πού είν' οι άνθρωποί μου; Κατάμονον με άφησαν; Ω! είναι τούτο πράγμα να κάμη κάθε άνθρωπον να κλαίη και να κλαίη, ως που τα 'μάτια του τα δυο να γίνουν ποτιστήρια, την σκόνην του καλοκαιριού να την κατακαθίζουν!

ΑΞΙΩΜ. Καλέ αυθέντα μου...

ΛΗΡ Αλλά γενναία θ' αποθάνω! Ωσάν γαμβρός! Θα είμ' εγώ χαρούμενος!... Ελάτε! Είμαι ο Ληρ, ο βασιλεύς! Το 'ξεύρετε, παιδιά μου;

ΑΞΙΩΜ. Ναι, είσαι συ ο βασιλεύς κ' ημείς πιστοί σου δούλοι.

ΛΗΡ Ώστε δεν εχαθήκαμεν ακόμη! Ελάτε λοιπόν, να τρέξωμεν, κι' όποιος με πιάση! Σα, σα, σα, σα! (52)

(Εξέρχεται της σκηνής τρέχων. Έπονται στρατιώται).

ΑΞΙΩΜ. Φρικτόν κανείς να το ιδή 'ς τον πλέον τιποτένιον, αλλ' όταν είναι βασιλεύς... δεν το εκφράζουν λόγια! Μια κόρη σ' έμεινε, ω Ληρ, κι' αυτή εξαγοράζει όσας κατάρας ήξιζε να δώσης εις την φύσιν διά τα άλλα σου παιδιά.

ΕΔΓΑΡ Σε χαιρετώ, αυθέντα.

ΑΞΙΩΜ. Ώρα καλή. Τι αγαπάς;

ΕΔΓΑΡ Παρακαλώ, αυθέντα, ειπέ μου, αν ακούεται πότε θα γίν' η μάχη;

ΑΞΙΩΜ. Το πράγμα είναι φανερόν. Όπ' έχει αυτί τ' ακούει.

ΕΔΓΑΡ Παρακαλώ, είναι κοντά το στράτευμα το άλλο;

ΑΞΙΩΜ. Κοντά, και όλον προχωρεί. Όπου κι' αν είναι φθάνει.

ΕΔΓΑΡ Τόσον να 'ξεύρω ήθελα. Σ' ευχαριστώ.

ΑΞΙΩΜ. Ακόμη είν' η βασίλισσα εδώ. Να μένη έχει λόγους. Αλλ' ο στρατός μας προχωρεί εμπρός.

ΕΔΓΑΡ Ευχαριστώ σε.

(Απέρχεται Ο ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ).

ΓΛΟΣΤ. Ω! Ας μου κόψουν την ζωήν τα ιδικά σας χέρια, θεοί μου πολυεύσπλαγχνοι! Μη ο κακός μου δαίμων με ξαναβάλη εις πειρασμόν και πάλιν ν' αποθάνω προτού να το θελήσετε.

ΕΔΓΑΡ Καλή ευχή, πατέρα!

ΓΛΟΣΤ. Φίλε καλέ, παρακαλώ, ειπέ μου ποίος είσαι;

ΕΔΓΑΡ Ένας πτωχός απ' την οργήν της Τύχης δαμασμένος, ένας που τον εμάλαξαν τα πάθη και οι πόνοι και συμπονεί τους δυστυχείς. — Έλα, το χέρι δος μου, να σ' εύρω καταφύγιον.

ΓΛΟΣΤ. Ω! των θεών η χάρις τα όσα μ' έκαμες, διπλά να σου τ' ανταποδώσω!

(Εισέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).

ΟΣΒ. Προκηρυγμένε! Σ' έπιασα! Την τύχην μου θα κάμη τ' αόμματο κεφάλι σου. Επλάσθηκ' επί τούτου! Γέρο προδότη, γρήγορα την προσευχήν σου κάμε, κ' είναι συρμένο το σπαθί που θα σε θανάτωση!

ΓΛΟΣΤ. Ω! Ας κτυπήση δυνατά το εύσπλαγχνό σου χέρι.

Ο ΕΔΓΑΡ ανθίσταται.

ΟΣΒ. Και πώς, αυθάδη χωρικέ, τολμάς ενός προδότου εσύ να γίνης βοηθός; Φύγε απ' εδώ, μη τύχη και σου κολλήσ' η Μοίρα του κ' εσένα: Άφησέ τον! Μη του κρατείς το χέρι του, σου λέγω!

ΕΔΓΑΡ Δεν τ' αφίνω, αν δεν μου πης το διατί.

ΟΣΒ. Αμέσως άφησέ τον, ή σε σκοτώνω, κνώδαλον!

ΕΔΓΑΡ Τράβα εμπρός, κύριε, και άφησε τους πτωχούς να περάσουν. Αν ήτο να κόπτουν ζωαίς τα παχειά λόγια, θα την είχα χαμένην την ιδικήν μου εδώ και δέκα πέντε 'μέραις. Έλα, μακρυά από τον γέρο, ει δε μη, τώρα δοκιμάζω αν είναι το καύκαλό σου δυνατώτερο από το ραβδί μου. Σου το λέγω παστρικά!

ΟΣΒ. (σύρων το ξίφος). Έξω, κοπρόσκυλο!

ΕΔΓΑΡ Θα σου σπάσω τα 'δόντια! Κόπιασε! Δεν φοβούμαι ταις σπαθιαίς σου!

(Μάχονται. Ο ΕΔΓΑΡ διά του ροπάλου αυτού καταβάλλει τον ΟΣΒΑΛΔΟΝ).

ΟΣΒ. Ω σκύβαλο, μ' εσκότωσες! Να, πάρε το πουγγί μου, και αν μου θάψης τα κορμί, τόσον καλόν να έχης. Γράμμα επάνω μου κρατώ κρυμμένον. Πήγαινέ το εις τον Εδμόνδον, κόμητα του Γλόστερ. Θα τον εύρης 'ς των Βρεττανών το στράτευμα. Ω!... πάρωρ' αποθνήσκω...

(Αποθνήσκει).

ΕΔΓΑΡ Σε 'ξεύρω, δούλε ποταπέ και αφωσιωμένε 'ς τ' αχρεία της κυρίας σου θελήματα. Σε 'ξεύρω. Εκτελεστήν καλλίτερο δεν ήθελ' η αισχρότης.

ΓΛΟΣΤ. Απέθανε;

ΕΔΓΑΡ Κάθου εκεί, πατέρα. Αναπαύσου. — Ας εύρωμεν το γράμμα του — ίσως μας χρησιμεύση. — Αποθαμμένος είν' αυτός. Το μόνον που λυπούμαι ότι μου έλαχεν εγώ να γίνω δήμιός του. Ιδού το γράμμα. Να ιδώ. — Συμπάθησέ με, βούλλα, συ δε, ω Χρηστοήθεια, μη με καταδικάσης. Και του εχθρού του την καρδιάν σχίζει κανείς, να μάθη το μυστικόν του. Το χαρτί δεν βλάπτει να το σχίσω.

(Αναγινώσκει την επιστολήν).

«Μη λησμονείς τους όρκους μας. Δεν θα σου λείψουν »ευκαιρίαι να τον ξεπαστρεύσης. Αν έχης την θέλησιν, »θα εύρης και την ώραν και τον τόπον. Αν επιστρέψη »νικητής, δεν εκάμαμεν τίποτε. Τότε θα είμαι »αιχμάλωτός του εγώ, και φυλακή μου η κλίνη του. »Γλύτωσέ με από την μισητήν παρουσίαν του και διά τον »κόπον σου λάβε την θέσιν του. Η αγαπώσα σε φίλη »(είθε να έλεγα σύζυγος), Γονερίλη».

Αισχρότης χωρίς όρια! Τον αγαθόν της άνδρα να τον επιβουλεύεται, κι αντάλλαγμα να είναι ο αδελφός μου!...Ω! εδώ 'ς την άμμον θα σας χώσω, ανόσια μηνύματα και φόνου και λαγνείας, ως που να έλθη ο καιρός να σας ιδή εκείνος που την ζωήν του θέλετε! — Καλά που απ' εμένα θα μάθη και τον θάνατον και την αποστολήν σου!

Ο ΕΔΓΑΡ σύρει το πτώμα του ΟΣΒΑΛΔΟΥ έξω της σκηνής.

ΓΛΟΣΤ. Ο βασιλεύς είναι τρελλός, κι' ο νους ο ιδικός μου αντέχει να αισθάνωμαι τον άμετρόν μου πόνον! Καλλίτερα να έχανα κ' εγώ τα λογικά μου, να χωρισθούν οι πόνοι μου από τους στοχασμούς μου, και μέσα 'ς τα φαντάσματα της τρέλλας πλανημένος ο νους μου την συναίσθησιν της λύπης μου να χάση!

ΕΔΓΑΡ (επιστρέφων). Δος μου το χέρι. — Τύμπανα μου φαίνεται ακούω. Έλα εις σκέπην φιλικήν, πατέρα, να σε κρύψω.

(Εξέρχονται)

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ

Σκηνή εν τω γαλλικώ στρατοπέδω. Ο Ληρ κοιμάται επί κλίνης παρ' αυτώ ο ιατρός και έτεροι άρχοντες και υπηρέται.

(Εισέρχονται η ΚΟΡΔΗΛΙΑ και ο ΚΕΝΤ).

ΚΟΡΔ. Καλέ μου Κεντ, θα δυνηθώ ποτέ να ξεπληρώσω την τόσην καλωσύνην σου; Όση ζωή κι' αν έχω δεν θα μου φθάση — δεν αρκεί ό,τι και αν σου κάμω!

ΚΕΝΤ Είναι πλουσία πληρωμή τα λόγια σου, κυρία. Με όσα είπα έμαθες την καθαράν αλήθειαν, και τίποτε δεν σ' έκρυψα.

ΚΟΡΔ. Φορέματα ν' αλλάξης. Δυστυχισμένην εποχήν αυτά σου ενθυμίζουν. Να τα πετάξης!

ΚΕΝΤ Άφες με, κυρία μου, ακόμη. Αν από τώρα γνωρισθώ, δεν γίνετ' ο σκοπός μου. Παρακαλώ, πριν σου το 'πω να μη με φανερώσης.

ΚΟΡΔ. Ας γίνη, όπως αγαπάς.

(Προς τον ιατρόν).

Ο βασιλεύς πώς είναι;

ΙΑΤΡΟΣ Κοιμάτ' ακόμη.

ΚΟΡΔ. Ω θεοί, το χάλασμα του νου του επισκευάσετέ μου το! — Σεις διορθώσετέ μου τα ταραγμένα λογικά του γέροντος πατρός μου που είναι τώρα 'σάν παιδί.

ΙΑΤΡΟΣ Αν είναι ορισμός σου, να τον 'ξυπνήσω. Αρκετός του είναι τόσος ύπνος.

ΚΟΡΔ. Έχε την τέχνην οδηγόν και κάμε όπως θέλεις. Του ήλλαξαν φορέματα;

ΑΞΙΩΜ. 'Σ του ύπνου του το βύθος, κυρία, του εβάλαμεν φορέματα καινούργια.

ΙΑΤΡΟΣ Να είσαι εις το πλάγι του την ώραν που 'ξυπνήση, Θα είναι ήσυχος.

ΚΟΡΔ. Καλά.

ΙΑΤΡΟΣ Έλα εδώ, — κοντά του. Τώρα ας παίξη η μουσική.

ΚΟΡΔ. Πατέρ' αγαπητέ μου, το ιατρικόν του πάθους σου 'ς τα χείλη μου ας ήτον, και βάλσαμον ας έσταζεν από το φίλημά μου 'ς τα βάσανα, πού σ' έφεραν αι δύο αδελφαί μου!

ΚΕΝΤ Κόρη καλή κι' αγαπητή!

ΚΟΡΔ. Τα κάτασπρα μαλλιά σου να ελεήσουν έπρεπε, κι' αν κόραι σου δεν ήσαν. Ήτον αυτήν την κεφαλήν ν' αφήσουν να την δέρνη ο άνεμος;... κ' εις ταις βρονταίς ταις φοβεραίς ν' αντέχη; Κ' εις των φωτιών το σμίξιμον και εις τ' αστροπελέκια να στέκης έξω φύλακας, καϋμένε στρατιώτη, με μόνην σκέπην σου αυτήν την περικεφαλαίαν; Και του εχθρού μου το σκυλί, κι' ας μ' είχε δαγκαμένην, τέτοιαν νυκτιάν θα τ' άφινα να ζεσταθή κοντά μου! Και σ' έμελλε, πατέρα μου, εσύ να ξενυκτήσης όπου οι χοίροι ξενυκτούν κ' οι έρημοι ζητιάνοι! Αλλοίμονον! Πώς έγινε συγχρόνως με τον νουν σου να μη σου φύγη κ' η ζωή;... Ξυπνά! Ομίλησέ του.

ΙΑΤΡΟΣ Εσύ καλλίτερα, εσύ, κυρία, λάλησέ του.

ΚΟΡΔ. Πώς είναι ο αυθέντης μου; Ο βασιλεύς πώς είναι;

ΛΗΡ Από τον τάφον διατί με θέλετε να έβγω!... Ψυχή μέσ' 'ς τον παράδεισον συ είσαι... κ' εγώ είμαι εις ένα πύρινον τροχόν δεμένος, και με καίουν ωσάν λυωμένον μέταλλον τα δάκρυα που χύνω!

ΚΟΡΔ. Μ' αναγνωρίζεις;

ΛΗΡ Είσαι συ ψυχή. Εγώ το 'ξεύρω. Πότε απέθανες και συ;

ΚΟΡΔ. Ακόμη συγχυσμένα, ακόμη!

ΙΑΤΡΟΣ Δεν εξύπνησεν όλως διόλου. Έλα, να ησυχάση άφες τον.

(Απομακρύνονται της κλίνης.

ΛΗΡ Τι έγινα; Πού είμαι; Ο ήλιος λάμπει!... Μ' απατούν... Θ' απέθνησκ' από [λύπην, αν έβλεπ' άλλον 'σάν εμέ.,. Τι να ειπώ δεν 'ξεύρω... Όρκον δεν παίρνω πως αυτά είν' ιδικά μου χέρια. Στάσου να ιδώ... Αισθάνομαι... Μ' εκέντησ' η καρφίτσα! Ας ήξευρα τι γίνομαι!

ΚΟΡΔ. Ω! γύρισε τα 'μάτια να με ιδής, πατέρα μου, και κίνησε το χέρι να μ' ευλογήσης...

(Εμποδίζει τον Ληρ, θέλοντα να γονατίση).

Όχι! Μη! Εσύ θα γονατίσης, αυθέντα μου!

ΛΗΡ Παρακαλώ, μη με περιγελάσης. Εγώ είμ' ένας άκακος, δυστυχισμένος γέρος· τους ογδοήντα ακριβώς τους έχω. — Και αλήθεια, φοβούμαι ότι καθ' αυτό δεν είμαι 'ς τα σωστά μου. Νομίζω πως σ' εγνώρισα, κι' αυτόν πως τον γνωρίζω, αλλά — δεν είμαι βέβαιος· διότι δεν ηξεύρω διόλου πού ευρίσκομαι· και ούτε καν 'θυμούμαι αυτά μου τα φορέματα πώς τα φορώ· και ούτε απόψε πού επέρασα την νύκτα δεν ηξεύρω. — Μη με γελάσετε, αλλά.. μη με ειπήτε άνδρα, αν τώρα δεν μου φαίνεται αυτή εδώ η νέα ότ' είν' η Κορδηλία μου!

ΚΟΡΔ. Ναι! είμ' εγώ, πατέρα, εγώ, εγώ!

ΛΗΡ Είν' άραγε υγρά τα δάκρυά σου; Να τα ιδώ. Είναι υγρά! — Παρακαλώ, μη κλαίεις. Φαρμάκι αν ετοίμασες να πάρω, δόσε μου το. Το 'ξεύρω· δεν με αγαπάς. Απ' όσον ενθυμούμαι, αι αδελφαί σου μ' έκαμαν πολύ να υποφέρω. Εσύ θα έχεις αφορμήν. Εκείναις όμως όχι!

ΚΟΡΔ. Και ούτ' εγώ, και ούτ' εγώ.

ΛΗΡ Πού είμαι; 'ς την Γαλλίαν;

ΚΕΝΤ 'Σ το κράτος σου, αυθέντα μου.

ΛΗΡ Ω! μη με απατάτε!

ΙΑΤΡΟΣ Κυρία, μην ανησυχείς. Το βλέπεις· η μεγάλη η έξαψις επέρασε. Πλην κίνδυνος θα είναι 'ς την περασμένην του ζωήν να στρέφωμεν τον νουν του. Να έμβη μέσα κάμε τον. Και ως 'που να συνέλθη όλως διόλου, πρόσεχε, ατάραχος να μένη.

ΚΟΡΔ. Αν αγαπάς, αυθέντα μου, περιπατείς ολίγον;

ΛΗΡ Να μη με συνερίζεσαι. Λησμόνει και συγχώρει. Συγχώρει. Είμαι γέροντας και ξαναμωραμένος.

(Εξέρχονται ο ΛΗΡ, η ΚΟΡΔΗΛΙΑ, ο ΙΑΤΡΟΣ και η συνοδεία).

ΑΞΙΩΜ. Αλήθεια εσκοτώθηκεν ο δουξ της Κορνουάλλης;

ΚΕΝΤ Αλήθεια, ω αυθέντα μου.

ΑΞΙΩΜ. Και τα στρατεύματά του ποιον έχουν τώρα στρατηγόν;

ΚΕΝΤ Τον νόθον υιόν του Γλόστερ,

ΑΞΙΩΜ. Και ο εξόριστός του υιός, ο Έδγαρ, είναι λέγουν 'ς την Γερμανίαν με τον Κεντ.

ΚΕΝΤ Πλην άλλοι λέγουν άλλα. Καιρός να οπλιζώμεθα. Όπου κι' αν είναι φθάνουν τα εχθρικά στρατεύματα.

ΑΞΙΩΜ. Ως φαίνεται, θα γίνη αιματηρός ο πόλεμος. — Ώρα καλή, αυθέντα.

(Απέρχεται).

ΚΕΝΤ Ή θ' αποτύχω σήμερον ή γίνοντ' οι σκοποί μου! Της μάχης τ' αποτέλεσμα θα το αποφασίση.

(Εξέρχεται).

ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Το αγγλικόν στρατόπεδον παρά το Δούβρον. (Εισέρχονται μετά τυμπάνων και σημαιών αναπεπταμένων ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ, η ΡΕΓΑΝΗ, αξιωματικοί, στρατιώται κλπ.)

ΕΔΜ. (προς αξιωματικόν). Μάθε, αν είναι σταθερός ο δούκας 'ς τους σκοπούς του ή έχη πάλιν όρεξιν την γνώμην του ν' αλλάξη; Είναι γεμάτος δισταγμούς κι' αλλάζει κάθε ώραν! Επιθυμώ απόκρισιν οριστικήν να φέρης.

(Εξέρχεται ο αξιωματικός).

ΡΕΓ. Βεβαίως κάτι έπαθε 'ς τον δρόμον ο Οσβάλδος.

ΕΔΜ. Κ’ εγώ το υποπτεύομαι.

ΡΕΓ. Εδμόνδ' αγαπητέ μου, τι δι εσένα μελετώ να κάμω, το γνωρίζεις. 'Πε μου...αλλά ειλικρινώς, — ειπέ μου την αλήθειαν... Την αδελφήν μου αγαπάς;

ΕΔΜ. Την αγαπώ — εντίμως.

ΡΕΓ. Εκείνη σ' έδειξ' έρωτα ποτέ;

ΕΔΜ Τι υποψία!

ΡΕΓ. Σχέσιν δεν έλαβες μ’ αυτήν ερωτικήν;

ΕΔΜ. Ποτέ μου!

ΡΕΓ. Ω, την μισώ! Αν μ' αγαπάς, Εδμόνδε, μη την βλέπεις!

ΕΔΜ. Μη έχεις φόβον! Έρχονται ο άνδρας της κ' εκείνη.

(Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ της ΑΛΒΑΝΙΑΣ, η ΓΟΝΕΡΙΛΗ και στρατιώται).

ΓΟΝΕΡ. (καθ' εαυτήν). Να μη τον πάρη άνδρα της, κι' ας χάσωμεν την μάχην!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Αγαπητή μας αδελφή, μετά χαράς σε βλέπω. — Εδμόνδε, εις την κόρην του ο βασιλεύς επήγε με άλλους που απέλπισε του κράτους μας η βία. Όπου δεν είναι η τιμή δεν είμ' εγώ ανδρείος. Αν τώρα σύρω το σπαθί, τ' αποφασίζω μόνον, διότι κατεπάτησε τον τόπον μας ο Γάλλος, όχι διότι βοηθεί τον Ληρ, μαζί μ' εκείνους που είχαν ίσως δίκαιον να επαναστατήσουν.

ΕΔΜ. Λαλείς τω όντι ευγενώς!

ΡΕΓ. Προς τι αυτά τα λόγια;

ΓΟΝΕΡ. Αντισταθήτε 'ς τον εχθρόν συνενωμένοι τώρα! Καιρός διά μαλλώματα δεν είν' αυτός!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ελάτε ν' αποφασίσωμεν λοιπόν το σχέδιον της μάχης.

ΕΔΜ. Εις την σκηνήν σου έρχομαι αμέσως.

ΡΕΓ. Αδελφή μου, έλα και συ.

ΓΟΝΕΡ. Δεν ημπορώ.

ΡΕΓ. Σε έχομεν ανάγκην. Έλα και συ, παρακαλώ.

ΓΟΝΕΡ. (καθ' εαυτήν). (Ω, ω! Καταλαμβάνω το αίνιγμα). Σ' ακολουθώ.

Ενώ επείγονται πάντες, εισέρχεται Ο ΕΔΓΑΡ μετημφιεσμένος.

ΕΔΓΑΡ (προς τον δούκα). Αν συγχωρής, αυθέντα ένα πτωχόν να σου ειπή δυο λόγια, άκουσέ με.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Έρχομ' ευθύς.

(Προς τον ΕΔΓΑΡ).

Τι θα μου πης;

(Εξέρχονται ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ, η ΡΕΓΑΝΗ και η ΓΟΝΕΡΙΛΗ).

ΕΔΓΑΡ Προτού αρχίση η μάχη το γράμμα τούτο άνοιξε. Αν τύχη και νικήσης, προσκάλεσε με σάλπιγγα αυτόν, που σου το δίδει. Όσον κι' αν φαίνωμαι άθλιος, έχω να φέρω ένα (53) που όσα μαρτυρούντ' εδώ θα τα υποστηρίξη! Αν νικηθής, τετέλεσται το έργον σου 'ς τον κόσμον, και παύει κάθε βάσανον. Η Τύχη βοηθός σου!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Να το διαβάσω πρόσμενε.

ΕΔΓΑΡ Μου είν' εμποδισμένον. Όταν θα έλθη ο καιρός, οι κήρυκες ας κράξουν και τότε πάλιν θα με ιδής.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Λοιπόν, ώρα καλή σου. Θα το ιδώ το γράμμα σου.

(Απέρχεται ο ΕΔΓΑΡ).

ΕΔΜ. (επανερχόμενος). Εφάνησαν οι Γάλλοι. Παράταξε το στράτευμα. Ιδού, εδώ θα εύρης πληροφορίας ακριβείς, πόση είν' η δύναμίς των.

(Τω εγχειρίζει έγγραφον).

Αλλά να μην αργοπορής. Το πράγμα θέλει βίαν.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Θα μ' εύρη η ώρα έτοιμον.

(Εξέρχεται).

ΕΔΜ. Ωρκίσθηκα αγάπην και εις τας δύο αδελφάς. Η μια μισεί την άλλην, καθώς μισεί την όχεντραν ο φιδοδαγκαμένος. Ποίαν να πάρω; και τας δυο; την μίαν; ή καμμίαν; Ούτε την μίαν να χαρώ 'μπορώ ούτε την άλλην, ενόσω ζουν κ' αι δύο των. Την χήραν εάν πάρω, η άλλη απ' την ζήλειαν της έξω φρενών θα γίνη. Αλλά μ' αυτήν δεν ημπορώ να κάμω τους σκοπούς μου ενόσω ζη ο άνδρας της· κι' ως που να γίνη η μάχη εκείνος μου χρειάζεται. Όταν θα τελειώση, εάν αυτή επιθυμή, ας εύρη και τον τρόπον να τον ξεκάμη μόνη της, Αλλ' ως προς τον σκοπόν του να δείξη έλεος 'ς τον Ληρ και εις την Κορδηλίαν, ας έλθη η νίκη, και αυτούς 'ς το χέρι ας τους έχω, και δεν αφίνω να ιδούν εγώ το έλεός του!

(Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Πεδίον μεταξύ των δύο στρατοπέδων. (Σάλπιγγες έξωθεν. Διαβαίνουσιν επί της σκηνής ο ΛΗΡ και η ΚΟΡΔΗΛΙΑ επί κεφαλής των δυνάμεων αυτών μετά τυμπάνων κτλ.). (Εισέρχονται ο ΓΛΟΣΤΕΡ και ο ΕΔΓΑΡ).

ΕΔΓΑΡ Εδώ, πατέρα, 'ς την σκιάν εδώ φιλοξενήσου του δένδρου τούτου. Εύχου δε 'ς το δίκαιον την νίκην! Αν επιστρέψω ζωντανός, θα σε παρηγορήσω.

ΓΛΟΣΤ. Να σ' ευλογήσουν οι θεοί!

(Εξέρχεται ο ΕΔΓΑΡ). (Σάλπιγγες. Ακούεται μακρόθεν υποχώρησις στρατού).

ΕΔΓΑΡ (επανερχόμενος). Καλέ μου γέρε, φύγε! Δος μου το χέρι σου! Ο Ληρ κατεστραμμένος είναι! Κ' εκείνος και η κόρη του αιχμάλωτοι κ' οι δύο.! Ω! σήκω, δος το χέρι σου!

ΓΛΟΣΤ. Όχι. Εδώ θα μείνω. Μήπως κ' εδώ δεν ημπορεί κανένας να σαπίση;

ΕΔΓ. Ο νους σου πάλιν ς' το κακόν! Τ' ανθρώπου χρέος είναι μ' υπομονήν από την γην να φεύγη, όπως ήλθε, — αρκεί να ήλθ' η ώρα του!

ΓΛΟΣΤ. Και τούτο είν' αλήθεια!

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Το βρεττανικόν στρατόπεδον παρά το Δούβρον). (Εισέρχονται εν θριάμβω μετά τυμπάνων και σημαιών ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ, ο ΛΗΡ και η ΚΟΡΔΗΛΙΑ αιχμάλωτοι, αξιωματικοί, στρατιώται κτλ.).

ΕΔΜ. (προς αξιωματικόν). Τους αιχμαλώτους πάρετε. 'Σ την φυλακήν ας μένουν, ως που να γίνη φανερόν το θέλημα εκείνων, απ' τους οποίους κρέμαται η τύχη των.

ΚΟΡΔ Οι πρώτοι δεν ήμεθα, που άδικα η τύχη κατατρέχει. Εσένα μόνον, βασιλέα κακότυχε, λυπούμαι, ειδέ τα συννεφιάσματα της τύχης τ' αψηφούσα! Θέλεις ταις κόραις σου να ιδής;

ΛΗΡ Α, όχι! όχι! όχι! Έλα, πηγαίνωμεν μαζί. 'Σ την φυλακήν κλεισμένοι, 'σάν δυο πουλάκια ς' το κλουβί, κ' οι δυο θα κελαδούμεν κι' αν την ευχήν μου με ζητής, εγώ θα γονατίζω να σου ζητώ συγχώρησιν. Με προσευχαίς, τραγούδια, με παραμύθια, την ζωήν εκεί θα την περνούμεν. Ταις πεταλούδαις ταις χρυσαίς θα βλέπωμεν με γέλια, και θα μας φέρνουν οι πτωχοί των παλατιών ειδήσεις, και 'μείς οι δυο με τους πτωχούς θα πιάνωμεν τα λόγια, ποιος πέφτει; ποιος υψώνεται; ποιος χάνει; ποιος [κερδίζει; Κ' εκείθεν το μυστήριον θα βλέπωμεν του βίου, 'σάν να μας είχαν οι θεοί βαλμένους κατασκόπους· κ' εμπρός μας θα παρέρχονται κοπάδια οι μεγάλοι, που καθ' αλλαξοφεγγαριά θ' αναιβοκαταιβάζη.

ΕΔΜ. (προς αξιωματικόν). Πηγαίνετέ τους!

ΛΗΡ. Οι θεοί εις μιαν θυσίαν τόσην σκορπίζουν με το χέρι των θυμίαμα, παιδί μου! Σε ξαναέχω, κόρη μου; Διά να μας χωρίσουν τον κεραυνόν εξ ουρανού αν ημπορούν ας φέρουν! Ω, στέγνωσε τα 'μάτια σου! — Η λώβα να τους φάγη και κρέατα και κόκκαλα, να τους ψοφήση η πείνα, πριν τρέξουν εξ αιτίας των τα δάκρυά μας!... Έλα!

(Απέρχονται Ο ΛΗΡ και η ΚΟΡΔΗΛΙΑ φρουρούμενοι.)

ΕΔΜ. (προς αξιωματικόν). Άκουσ' εμένα. Το χαρτί οπού σου δίδω πάρε και φύλαξέ το. Πήγαινε 'ς την φυλακήν μαζί των. Ένα βαθμόν σ' ανύψωσα. Κάμε αυτό που γράφω, κι' ο δρόμος είναι ανοικτός της δόξης και του πλούτου. Μάθ' ότι πρέπει ο καθείς να είναι του καιρού του. Ευαισθησία και σπαθί, δεν συμφωνούν διόλου! Αλλά δεν θέλω δισταγμούς· 'πέ ότι θα το κάμης, ή αν δεν θέλης, ζήτησε την τύχην μ' άλλον τρόπον.

ΑΞΙΩΜ. Το κάμνω.

ΕΔΜ. Πήγαινε λοιπόν, κι' αφού το κάμης, λέγε πως έγινε η τύχη σου. Πλην μην αργοπορήσης! Ακούεις; Κάμε κάθε τι καθώς σου παραγγέλλω.

ΑΞΙΩΜ. Εγώ δεν τρώγω άχυρα ούτε φορώ σαμάρι. Αν είναι πράγμα 'π' άνθρωπος το κάμνει, θα το κάμω!

(Εξέρχεται). (Σάλπιγγες. Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ της ΑΛΒΑΝΙΑΣ, η ΓΟΝΕΡΙΛΗ, η ΡΕΓΑΝΗ, αξιωματικοί και υπηρέται).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Εδμόνδε, την ανδρείαν σου την έδειξες 'ς την μάχην, κ' η τύχη σ' εβοήθησε. Εκείνους οπού ήσαν αντίπαλοί μας σήμερα, τους έχεις αιχμαλώτους. Παράδοσέ τους εις εμέ, κ' εγώ θ' αποφασίσω ό,τι αξίξει δι' αυτούς και ό,τι με συμφέρει.