Σαικσπήρου Δράματα, Ο Βασιλιάς Ληρ

Part 6

Chapter 6 7 words Public domain Markdown

β’ ΥΠΗΡ. Πηγαίνωμεν κατόπιν απ' τον τυφλόν τον γέροντα. Εκείνον τον ζητιάνον τον παλαβόν να εύρωμεν, να γίνη οδηγός του. Αν και τρελλός, είν' ικανός να κάμη ό,τι θέλεις.

α’ ΥΠΗΡ. Πήγαινε συ. Από ξαντό κ' από αυγού ασπράδι εγώ θα κάμω αλοιφήν ν' αλείψω ταις πληγαίς του. Να ελεήσουν οι θεοί τον άτυχον τον γέρον!

Εξέρχονται εκατέρωθεν.

ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Εξοχή άδενδρος.

ΕΔΓΑΡ (εισερχόμενος). Καλλίτερα η τύχη μου η καταφρονημένη παρά η καταφρόνησις με ψευτοκολακείαν! Της Μοίρας τ' απορριξιμιό, όσον βαθειά κι' αν πέση, δεν έχει τι να φοβηθή κ' ενόσω ζη ελπίζει. Η αλλαγή προς το κακόν απ' τα καλά θα έλθη, ενώ απ' τα χειρότερα ξανάρχονται τα γέλια. Λοιπόν, καλώς τον άυλον αέρα π' αγκαλιάζω! Καμμίαν χάριν δεν χρωστά, αέρα, 'ς την πνοήν σου ο δυστυχής, που τον φυσάς 'ς της συμφοράς τα βάθη!...

(Εισέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ, οδηγούμενος υπό χωρικού ΓΕΡΟΝΤΟΣ).

Ποιος είναι; Ο πατέρας μου!... Ωσάν πτωχόν ζητιάνον άλλος πτωχός τον οδηγεί!... Ω κόσμε, κόσμε, κόσμε! Μ' αυτά σου τα γυρίσματα κάμνεις να σε μισούμεν, ειδέ που άφιν' η ζωή να την νικά το γήρας!

ΓΕΡΩΝ Αγαπητέ αυθέντα μου, είν' ογδοήντα χρόνοι αφότου τον πατέρα σου κ' εσένα σας δουλεύω.

ΓΛΟΣΤ. Φύγε· να φύγης, φίλε μου. Με την περίθαλψίν σου χωρίς εμέ να ωφελής, τον εαυτόν σου βλάπτεις.

ΓΕΡΩΝ Αλλοίμονον! τον δρόμον σου δεν θα τον βλέπης μόνος.

ΓΛΟΣΤ. Δεν έχω δρόμον να ιδώ διά να θέλω 'μάτια. Όταν τα είχα, 'σκόνταψα. Συχνά συμβαίνει τούτο, πολύ συχνά, η στέρησις να είν' ωφέλειά μας κι' ασφάλεια η πτώχεια μας! — Ω Έδγαρ, ω παιδί μου, συ, της οργής μου της τυφλής το θύμα, ας 'μπορούσα να σε ιδώ ψηλαφητά, και θάλεγα πως βλέπω!

ΓΕΡΩΝ. Τι είν' αυτός; Ποιος είν' εκεί;

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν). Θεοί, θεοί μεγάλοι! Και ποίος δύναται να 'πή: «Χειρότερα δεν έχει; » Ποτέ, ποτέ, χειρότερα δεν ήμουν από τώρα!

ΓΕΡΩΝ Είν' ο ζητιάνος ο τρελλός, αυθέντα μου.

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν). Και όμως ίσως μου μέλλει να ιδώ χειρότερ' από τούτο. Δεν ήλθαν τα χειρότερα, ενόσω ζη κανένας και γλώσσαν έχει να ειπή: Χειρότερα δεν έχει!

ΓΕΡΩΝ (προς τον Έδγαρ). Τι δρόμον παίρνεις, άνθρωπε;

ΓΛΟΣΤ. Τι είν' αυτός; Ζητιάνος;

ΓΕΡΩΝ Είναι ζητιάνος και τρελλός.

ΓΛΟΣΤ. Ολίγον νουν θα έχη, αλλέως δεν εζήτευε. Εις την ανεμοζάλην την χθεσινήν απήντησα την νύκτα ένα τέτοιον και είπα μέσα μου: Ιδού ο άνθρωπος! Σκουλήκι!... Και μ' ήλθε τότε εις τον νουν ο υιός μου· αλλ' ο νους μου ακόμη τον εχθρεύετο... Τα έμαθα κατόπιν... Ημάς μας έχουν οι θεοί 'σάν τα παιδιά ταις μυίγαις· το έχουν διασκέδασιν να παίρνουν την ζωήν μας!

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν). Πώς τάχασε τα 'μάτια του; — Τέχνη κακή που είναι να κάμνη τις τον παλαβόν ενώπιον της λύπης! Κ' εις άλλους βάρος γίνεται και εις τον εαυτόν του.

(Προς τον Γλόστερ).

Να σ' ευλογήσουν οι θεοί!

ΓΛΟΣΤ. Είν' ο γυμνός εκείνος;

ΓΕΡΩΝ Μάλιστ', αυθέντα μου.

ΓΛΟΣΤ. Λοιπόν φύγε και άφησέ με. Μιας ώρας δρόμον απ' εδώ ή δύο πρόφθασέ μας 'ς του Δούβρου την διεύθυνσιν. Αν θέλης να μου δείξης την παλαιάν αγάπην σου, όπως σου λέγω κάμε, και φέρε τι να σκεπασθή αυτός ο γυμνωμένος. Αυτόν θα πάρω οδηγόν.

ΓΕΡΩΝ Είναι τρελλός, αυθέντα.

ΓΛΟΣΤ. Τρελλοί τυφλούς να οδηγούν είναι η ώρα τώρα. Κάμε αυτό, που σου ζητώ, ή όπως θέλεις κάμε, πλην φύγε, σε παρακαλώ.

ΓΕΡΩΝ Πηγαίνω να του φέρω ανθρωπινά φορέματα, κι' ας γίνη ό,τι γίνη!

ΓΛΟΣΤ. Πού είσαι συ; Έλα εδώ.

ΕΔΓΑΡ Α! ο τρελλός κρυώνει!

(Καθ' εαυτόν).

Δεν ημπορώ, δεν δύναμαι να προσποιούμαι πλέον!

ΓΛΟΣΤ. Έλα εδώ εσύ, γυμνέ.

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν. Ας κρύπτωμαι ακόμη!

(Προς τον Γλόστερ).

Ω! Τα αιματωμένα σου 'μάτια! Οι θεοί να σου τα ευλογήσουν!

ΓΛΟΣΤ. Ηξεύρεις τον δρόμον του Δούβρου;

ΕΔΓΑΡ Ηξεύρω και τον δρόμον και το μονοπάτι, μέσ' από φραγαίς κ' επάνω από χανδάκια. Ο καϋμένος ο τρελλός από τρομάρα τα έχασε. Οι θεοί να σε φυλάγουν, καλής μάνας υιέ, από τα βρωμοδαιμόνια. Ο καϋμένος ο τρελλός είχε πέντε δαιμόνια μέσα του, όλα μαζί και τα πέντε! Οι θεοί να σ' ευλογήσουν, αυθέντα! (45)

ΓΛΟΣΤ. Πάρε αυτό μου το πουγγί συ, εξευτελισμένε απ' την οργήν των ουρανών και την καταδρομήν των. Ας γίνη η δυστυχία μου ελάφρωσις 'δική σου. Αυτό να είναι πάντοτε, θεοί, το θέλημά σας! Εκείνος οπού χαίρεται και ηδονάς και πλούτη, και όσα του χαρίζετε θαρρεί πως τα ορίζει και ούτε θέλει να ιδή εκεί, που δεν τον καίει, την δύναμίν σας, ω θεοί, κ εκείνος ας την 'νοιώση, ώστε με μοίρασμα σωστόν να παύση η αδικία κι' ό,τι είναι αρκετόν να έχη ο καθένας! — 'Ξεύρεις το Δούβρον;

ΕΔΓΑΡ Μάλιστα, αυθέντα.

ΓΛΟΣΤ. Εκεί πέρα είν' ένας βράχος υψηλός, που γέρνει το κεφάλι και βλέπει κάτω χαμηλά το πέλαγος με φρίκην. Εκεί, 'ς την άκρη του κρημνού να μ' οδηγήσης θέλω, κ' εγώ την δυστυχίαν σου θα σου την ελαφρώσω με χάρισμα βαρύτιμον που έχω να σου δώσω. Δεν μου χρειάζετ' οδηγός, όταν εκεί με φέρης.

ΕΔΓΑΡ Δος μου το χέρι. Ο τρελλός εκεί θα σ' οδηγήση.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Έξωθεν του μεγάρου του δουκός της Αλβανίας. Εισέρχονται εξ ενός η ΓΟΝΕΡΙΛΗ και ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ, εξ αντιθέτου δε της σκηνής μέρους ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ.

ΓΟΝΕΡ. Εδμόνδε, καλώς ώρισες! Ο αγαθός μου άνδρας πώς να μην έλθη απορώ να μας προϋπαντήση;

(Προς τον Οσβάλδον).

Πού είναι ο αυθέντης σου;

ΟΣΒ. Κυρία, είναι, μέσα, αλλ' έγιν' άλλος άνθρωπος. Το φθάσιμον του Γάλλου του είπα, κ' εμειδίασε· του είπα πως θα έλθης, και, τόσον το χειρότερον, εκείνος απεκρίθη. Και όταν του ανέφερα ότι ο Γλόστερ είναι προδότης, κι' ότι 'φέρθηκε εντίμως ο Εδμόνδος, ανόητον μ' εφώναξεν εκείνος, και μου είπεν ότι τα πράγματα εγώ ανάποδα τα λέγω. Εκείνα οπού έπρεπε να τον λυπούν τ' αρέσει, και όλα τα ευχάριστα δυσάρεστα τα βλέπει.

ΓΟΝΕΡ. (προς τον Εδμόνδον). Μείνε λοιπόν εσύ εδώ. Η άνανδρη ψυχή του δεν έχει τόλμην μέσα της! Να αισθανθή δεν θέλει το άδικον, που έπρεπεν αυτός ν' αντιπληρώση! Τα λόγια, που αλλάξαμεν 'ς τον δρόμον, κ' αι ευχαί μας, ίσως θα έλθη ο καιρός να πληρωθούν, Εδμόνδε. Τώρα να φύγης! Πήγαινε να εύρης τον γαμβρόν μου. Εσέν' ας κάμη στρατηγόν και στράτευμ' ας σηκώση! 'Πάγω 'ς τον άνδρα μου κ' εγώ τα όπλα να του πάρω, και να του δώσω να κρατή 'ς τα χέρια του την ρόκαν! Αυτός ο δούλος ο πιστός θα είναι 'ς τα κρυφά μας, κ' ίσως συντόμως πρόσκλησιν ερωτικήν σε φέρη, αν δεν ψηφάς τον κίνδυνον, όπου υπάρχει κέρδος. Φόρεσ' αυτό, και σιωπή.

(Τω δίδει ταινίαν εκ του φορέματος αυτής).

Την κεφαλήν σου κλίνε.

(Τον ασπάζεται).

Αν ημπορούσε το φιλί αυτό να ομιλήση, 'ς τους Ουρανούς θα έκαμνε να πεταχθή η καρδιά σου! Εννόησέ με! Πήγαινε.

ΕΔΜ. 'Δικός σου ως τον τάφον!

ΓΟΝΕΡ. Φίλε μου!

(Απέρχεται ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

Τι διαφορά απ' άνδρα έως άνδρα! Εσύ τ' αξίζεις κύριος μιας γυναικός να είσαι, κ' εκείνος, που του έπρεπε ο δούλος μου να είναι, είναι ο άνδρας μου!

ΟΣΒ. Ιδού, κυρία μου, ο δούκας.

(Εισέρχεται ο ΔΟΥΞ της ΑΛΒΑΝΙΑΣ).

ΓΟΝΕΡ. Ήτον καιρός που ήξιζα πλειότερον νομίζω.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ω Γονερίλη, ούτ' αυτήν την σκόνην δεν αξίζεις, που του άνεμου η πνοή φυσά 'ς το πρόσωπόν σου! Ως πού θα πας; Και πού φραγμός να σ' εμποδίση πλέον, αφού επεριφρόνησες και τον γεννήτορά σου! Αν αποκόψης το κλαδί απ' τον κορμόν του δένδρου, όπου βυζάνει τον χυμόν, θα μαραθή!

ΓΟΝΕΡ. Ω! Φθάνει! Ν' ακούω τα βαρύνομαι τ' ανόητα ρητά σου.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Νουν κι' αρετήν ο ποταπός ως ποταπά τα έχει. Μόνον 'ς ταις βρώμαις ηδονήν ο βρωμερός θα εύρη! Τι είν' αυτό, που 'κάμετε, σεις,... όχι θυγατέρες, τίγρεις! — Τι κατωρθώσετε κ' αι δύο; — Τον πατέρα, τον γέροντα τον σεβαστόν, που τ' άσπρα του τα γένεια κι' αρκούδαις θα τα έγλειφαν, — ω φρίκη, ω αισχρότης! — εσείς τον ετρελλάνετε! — Αλλά ο αδελφός μου πώς το υπέφερεν αυτό εκείνος, άνδρας, άρχων... και ύστερ' από τόσας του ευεργεσίας; — Όχι, εάν αγγέλους οι θεοί δεν στείλουν να παιδεύσουν τόσον φρικτά εγκλήματα, θα καταντήσουν πλέον οι άνθρωποι να τρώγωνται 'ς το αναμεταξύ των, 'σάν του πελάγους τέρατα!

ΓΟΝΕΡ. Ω άνδρα. χωρίς αίμα, εσύ, που 'ς τα ραπίσματα τα μάγουλα προτείνεις, κ' εμπρός 'ς την καταφρόνησιν την κεφαλήν σου σκύπτεις, και 'μάτια εις το μέτωπον δεν έχεις να χωρίζης πού τελειών' υπομονή, πού η τιμή αρχίζει! Εσύ που δεν το εννοείς, ότι μωρία είναι να ελεής ένα κακόν, εάν η τιμωρία επρόλαβε το έγκλημα! — Πού είν' τα τύμπανά σου; Σκεπάζει την βουβήν μας γην του Γάλλου η σημαία, η περικεφαλαία του το κράτος σου τρομάζει, κ' εν τούτοις, άνθρωπ' αγαθέ, σταύρωνε συ τα χέρια, και κάθου κλαίε: «Διατί, αχ, διατί να έλθη!»

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Να η εικών σου, Σατανά! Ω! Η φρικτή μορφή σου εις μιαν γυναίκα φαίνεται ακόμη φρικτοτέρα!

ΓΟΝΕΡ. Ανόητε!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Κρύψου καλά! Μη προδοθής τι είσαι· Μη λάβης σχήμα τέρατος! — Αν ήθελα ν' αφήσω αυτά τα χέρια την φωνήν του αίματος ν' ακούσουν, θα 'ξέσχιζαν την σάρκα σου από τα κόκκαλά σου! Αλλ' έχεις σχήμα γυναικός. Αυτό σε προστατεύει, κι' ας είσαι δαίμονας!

ΓΟΝΕΡ. Να δα! Τι άνδρας οπού είσαι!

(Εισέρχεται είς ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τι νέα;

ΑΓΓΕΛ. Ω αυθέντα μου, απέθανε ο δούκας! Τον σκότωσ' ένας δούλος του εκεί όπου τον Γλόστερ ο δούκας τον ετύφλωνε!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ετύφλωσε τον Γλόστερ!

ΑΓΓΈΛ. Δούλον τον είχε από παιδί, — αλλ' ο θυμός τον 'πήρε κ' ετόλμησε ν' αντισταθή με το σπαθί 'ς το χέρι 'ς την πράξιν του κυρίου του. Ο δούκας αφρισμένος ώρμησε τότε και νεκρόν τον άφησε 'ς τον τόπον. Αλλ' είχε πάρει την πληγήν κ' εκείνος, που κατόπιν του έφερε τον θάνατον.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Με τούτο μαρτυρείτε ω επουράνιοι κριταί, ότ' είσθ' εκεί επάνω και γρήγορα παιδεύετε 'ς την γην τα κρίματά μας. — Ω Γλόστερ! Του ετύφλωσε το ένα 'μάτι είπες;

ΑΓΓΕΛ. Ω! και τα δυο, αυθέντα μου! — 'ς το γράμμ' αυτό, [κυρία, απόκρισίν σου άμεσον προσμέν' η αδελφή σου.

(Τη εγχειρίζει επιστολήν).

ΓΟΝΕΡ. (καθ' εαυτήν). Αυτό μ' αρέσει εξ ενός! Αλλ' όμως είναι χήρα εκείνη, και πλησίον της τον έχει τον Εδμόνδον. Τα σχέδιά μου ημπορεί αυτό να τ' ανατρέψη και να κρημνίση όλα μου τα όνειρα. Εξ άλλου, πολύ πικρά τα νέα του δεν είναι δι' εμένα.

(Προς τον Αγγελιαφόρον).

Θα στείλω την απάντησιν 'ς ολίγον.

(Εξέρχεται).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Κι' ο Εδμόνδος πού ήτον, ενώ έβγαζαν τα 'μάτια του πατρός του;

ΑΓΓΕΛ. Συνώδευε την δούκισσαν εδώ.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Εδώ δεν ήλθε.

ΑΓΓΕΛ. 'Σ τον δρόμον τον απήντησα κ' επέστρεφεν, αυθέντα.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Γνωρίζει το κακούργημα;

ΑΓΓΕΛ. Αυθέντα, το γνωρίζει. Εκείνος τον επρόδωσε. Και έφυγ' επί τούτου, διά να μην εμποδισθούν εις την εκδίκησίν των.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. (καθ' εαυτόν). Ω Γλόστερ, είμ' εδώ εγώ! Την αφοσίωσίν σου 'ς τον βασιλέα μας, εγώ θα σου την ανταμείψω, εγώ διά τα 'μάτια σου εκδίκησιν θα πάρω! — Έλα, ω φίλε, να μου 'πής και ό,τι άλλο 'ξεύρεις.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Το γαλλικόν στρατόπεδον παρά το Δούβρον. (Εισέρχονται ο ΚΕΝΤ και είς ΙΠΠΟΤΗΣ).

ΚΕΝΤ Πώς επέστρεψε τόσον εξαφνικά ο βασιλεύς της Γαλλίας; Ηξεύρεις τον λόγον;

ΙΠΠΟΤ. Είχεν αφήσει κάτι ατελείωτον εις το βασίλειόν του, και αφού ήλθεν εδώ το εσυλλογίσθη. Ήτο πράγμα σοβαρόν και επικίνδυνον, και έπρεπε να επιστρέψη ο ίδιος να το κάμη.

ΚΕΝΤ Και ποίον άφησε στρατηγόν εις τον τόπον του;

ΙΠΠΟΤ. Τον στρατάρχην της Γαλλίας, τον Λεφάρ.

ΚΕΝΤ Και απέδειξε την λύπην της η βασίλισσα, όταν της έδωκες τα γράμματα;

ΙΠΠΟΤ. Τα έλαβ' απ' το χέρι μου, τ' ανέγνωσεν εμπρός μου, και πού και πού εστάλαζε ένα μεγάλο δάκρυ 'ς τα εύμορφά της μάγουλα. Ενόμιζες πως θέλει κ επάνω εις την λύπην της βασίλισσα να είναι· κ' η λύπη δεν υπήκουε, αλλ' επαναστατούσε κ' εις την ψυχήν της ήθελε να βασιλεύη μόνη.

ΚΕΝΤ Ω! Εταράχθηκε πολύ;

ΙΠΠΟΤ. Έως εκεί 'πού πρέπει. Ήτον ωσάν να πολεμούν Υπομονή και Λύπη, ποια να την κάμη να φανή ωραιοτέρ' ακόμη. Ήλιον δεν είδες με βροχήν; Πλέον ωραία ήσαν τα δάκρυα που έχυνε μαζί με χαμογέλια. Εκείνα τα χαρμόσυνα χαμογελάσματά της, που έβλεπες και έλαμπαν 'ς τα δροσερά της χείλη, έλεγες ότι αγνοούν τι είχε εις τα 'μάτια. Και έσταζαν τα δάκρυα, 'σάν μέσ' από διαμάντια μαργαριτάρια! (46) Βέβαια, αν ήτο να στολίζη η λύπη κάθε πρόσωπον, καθώς το ιδικόν της, τότε θα ήτο λατρευτόν κειμήλιον η λύπη!

ΚΕΝΤ Κ' ερώτησιν δεν έκαμε;

ΙΠΠΟΤ. Μίαν φοράν ή δύο βαθειά βαθειά εστέναζε και είπε, «Ω πατέρα!» ωσάν να της επλάκωνε η λέξις την καρδιάν της. «Ω αδελφαί μου, έκραξε, ω! ήτο εντροπή σας! »ω Κεντ! Πατέρα! Αδελφαί! 'Σ την τρικυμίαν μέσα, »την νύκτα! Τότε, πού λοιπόν υπάρχει ευσπλαγχνία!» Και από τα ουράνια τα 'μάτια της εχύθη τ' αγίασμα και έβρεξε τους αναστεναγμούς της. Κ' επήγε μέσα να κρυφθή μονάχη με την λύπην. (47)

ΚΕΝΤ Τ' άστρα εκεί 'ς τους ουρανούς μορφώνουν την ψυχήν μας! Τ' άστρα! Ειδέ να γεννηθούν αδύνατον θα ήτο τόσον ανόμοια παιδιά απ' το αυτό ζευγάρι! Την είδες, της ομίλησες κατόπιν;

ΙΠΠΟΤ. Δεν την είδα.

ΚΕΝΤ Ήτο πριν φύγη ο βασιλεύς;

ΙΠΠΟΤ. Όχι· κατόπιν ήτο.

ΚΕΝΤ Ω Ληρ, ο φίλε, είν' εδώ — ελεεινός και μαύρος! Είν' ώραις που συνέρχεται και 'ξεύρει τι συμβαίνει, αλλά την θυγατέρα του να την ιδή δεν θέλει.

ΙΠΠΟΤ. Και διατί;

ΚΕΝΤ Η εντροπή τον εμποδίζει, φίλε, διότι ήτον άδικος. Έως και την ευχήν του αρνήθηκε 'ς την κόρην του, την έδιωξε 'ς τα ξένα να εύρη τύχην, έδωκε τα δικαιώματά της 'ς ταις άκαρδαίς της αδελφαίς. Αυτά τον φαρμακεύουν, τον καίουν να τα σκέπτεται και τον απομακρύνουν από την Κορδηλίαν του.

ΙΠΠΟΤ. Δυστυχισμένος γέρος!

ΚΕΝΤ Πού είναι τα στρατεύματα των δυο δουκών, γνωρίζεις;

ΙΠΠΟΤ. Μάλιστα· εξεστράτευσαν.

ΚΕΝΤ Καλά. Μαζί μου έλα να σ' οδηγήσω εις τον Ληρ, κ' εκεί να σε αφήσω να τον προσέχης. Χρεωστώ να κρύπτωμαι ακόμη, αλλ' όταν έλθη ο καιρός να μάθης ποίος είμαι, δεν θα το έχης εντροπήν, αν μ' έδειξες φιλίαν.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Εντός σκηνής εν τω γαλλικώ στρατοπέδω. (Εισέρχονται η ΚΟΡΔΗΛΙΑ, ο ΙΑΤΡΟΣ, οι αξιωματικοί και στρατιώται).

ΚΟΡΔ. Εκείνος είν', αλλοίμονον! Έξω φρενών τον είδαν να τρέχη, σαν το πέλαγος το εξαγριωμένον και δυνατά να τραγουδή, ανθοστεφανωμένος με όλα τ' άγρια φυτά π' ανθίζουν 'ς τα χωράφια. (48)

(Προς αξιωματικόν).

Στείλ' ένα λόχον, — πρόσταξε 'ς τον κάμπον να σκαλίσουν τα στάχυα μέσα τα 'ψηλά, κ' εδώ να μου τον φέρουν.

(Εξέρχεται ο αξιωματικός,). (Προς τον ιατρόν).

Ανθρώπου τέχνη δύναται τον νουν του να ιατρεύση; Ό,τι κι' αν έχω τόδιδα εις όποιον μου τον σώση!

ΙΑΤΡΟΣ Υπάρχει τρόπος να σωθή. Της φύσεως, κυρία, τροφός είν' η ανάπαυσις. Να ησυχάση πρέπει. Αλλ' υπάρχουν βότανα καλά ν' αποκοιμίσουν κι' απελπισμένα βλέφαρα.

ΚΟΡΔ. Κρυφά ευλογημένα, ω σεις δυνάμεις μυστικά μέσα 'ς την γην κρυμμέναι, φυτρώστε με το δάκρυ μου, ανακουφίσετέ μου αυτού του γέρου του καλού τα πάθη. — Εύρετέ τον μη τύχη κ' εις την τρέλλαν του θελήση ν' αφανίση την ύπαρξίν του, που ο νους δεν διευθύνει πλέον.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ (εισερχόμένος) Το στράτευμα των Βρεττανών προς τα εδώ προβαίνει, κυρία.

ΚΟΡΔ. Το εγνώριζα και είμ' ετοιμασμένη να τους δεχθώ! — Πατέρα μου, εδώ αν είμαι τώρα, το άδικον που σ' έγινε μ' εκίνησε να έλθω. Ο άνδρας μου, ο βασιλεύς ο κραταιός των Γάλλων, ελέησε τα δάκρυα και την βαθειάν μου λύπην. Δεν τα κινεί τα όπλα μας το φούσκωμα της δόξης· αγάπη μόνον τα κινεί, αληθινή αγάπη, αγάπη, και τα δίκαια του γέροντος πατρός μας! Ν' αξιωθώ να τον ιδώ, ν' ακούσω την φωνήν του!

(Εξέρχονται)

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Θάλαμος εν τω μεγάρω του Γλόστερ. (Εισέρχονται η ΡΕΓΑΝΗ και ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).

ΡΕΓ. Ώστ' εξεστράτευσε λοιπόν ο δούκας;

ΟΣΒ. Ναι, κυρία.

ΡΕΓ. Κ' επήγε εις τον πόλεμον κι' ο ίδιος;

ΟΣΒ. Ναι, κυρία. αλλ' όμως χωρίς όρεξιν. Η αδελφή σου είναι ο άνδρας ο αληθινός!

ΡΕΓ. Προτού αναχωρήση μαζί του δεν ωμίλησε διόλου ο Εδμόνδος;

ΟΣΒ. Όχι, κυρία μου.

ΡΕΓ. Αλλά, τι άραγε να γράφη η αδελφή μου εις αυτό το γράμμα 'ς τον Εδμόνδον; (49)

ΟΣΒ. Δεν 'ξεύρω.

ΡΕΓ. Έφυγε απ' εδώ διά σπουδαίους λόγους. Αφού τον απετύφλωσαν τον Γλόστερ, ήτο λάθος να τον αφήσουν και να ζη. Όπου κι' αν 'πάγη τώρα, λυπούνται όσοι τον ιδούν κι' οργίζονται μαζί μας. Του δε Εδμόνδου ο σκοπός, εάν δεν σφάλλω, είναι 'ς τον άθλιον πατέρα του να δείξη ευσπλαγχνίαν, κι' από την μαύρην του ζωήν να τον ελευθερώση. Προς τούτοις θέλει να ιδή το στράτευμα του Γάλλου.

ΟΣΒ. Τρέχω κατόπιν του λοιπόν, το γράμμα να του δώσω.

ΡΕΓ. Το στράτευμά μας αύριον θα ξεκινήση. Μείνε· μη φύγης. Επικίνδυνοι κατήντησαν οι δρόμοι.

ΟΣΒ. Δεν ημπορώ. Την προσταγήν να εκτελέσω πρέπει που μ' έδωσ' η κυρία μου.

ΡΕΓ. Τι θέλει και του γράφει; Το μήνυμά της διατί με λόγια δεν το είπε; Ω! Τρέχει... Δεν ηξεύρω τι, αλλ' όμως κάτι τρέχει. Φίλος μου είσαι. Άφησε το γράμμα της νανοίξω.

ΟΣΒ. Χίλιαις φοραίς καλλίτερα, κυρία...

ΡΕΓ. Το γνωρίζω. Δεν αγαπά τον άνδρα της. Πολύ καλά το 'ξεύρω. Κι' ακόμη τώρα ύστερα που ήτον εδώ πέρα, κάτι αλλόκοταις 'ματιαίς κ' εκφραστικά σημεία εις τον Εδμόνδον έκαμνε. Γνωρίζεις τα κρυφά της!

ΟΣΒ. Εγώ, κυρία!

ΡΕΓ. 'Ξεύρω 'γώ εκείνο που σου λέγω. Ιδού λοιπόν. Τα λόγια μου καλά σημείωσέ τα. Ο άνδρας μου απέθανε. Εγώ και ο Εδμόνδος είμεθα σύμφωνοι. Αυτός ανήκει εις εμένα και όχι 'ς την κυρίαν σου. Εννόησέ τα τ' άλλα. Ειπέ τα κ' εις τον ίδιον εάν τον ανταμώσης. Και όταν η κυρία σου ακούση όσα λέγω, τον νουν της 'ς το κεφάλι της ελπίζω να τον έχη. Πήγαινε τώρα 'ς το καλό. Κι' αν τον τυφλόν προδότην τον εύρης εις τον δρόμον σου, μη λησμονήσης ότι, όποιος του κόψη την ζωήν ανταμοιβήν θα λάβη.

ΟΣΒ. Ας ήτο να τον εύρισκα, και ήθελ' αποδείξει με τίνος μέρος είμ' εγώ!

ΡΕΓ. Καλά. Καλή σου ώρα

(Απέρχονται)

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

Εξοχή παρά το Δούβρον. (Εισέρχονται ο ΓΛΟΣΤΕΡ κι ο ΕΔΓΑΡ ενδεδυμένος ως χωρικός)

ΓΛΟΣΤ. Κοντεύομεν να φθάσωμεν 'ς την κορυφήν του βράχου;

ΕΔΓΑΡ. Την ράχην αναβαίνομεν. Την κούρασιν δεν νοιόθεις;

ΓΛΟΣΤ. Μου φαίνεται ολόισα.

ΕΔΓΑΡ Ανήφορος μεγάλος! Να, του πελάγους η βοή. Ακούεις;

ΓΛΟΣΤ. Δεν ακούω.

ΕΔΓΑΡ Ως φαίνετ' αδυνάτισαν κι' αι άλλαι σου αισθήσεις αφ' ότου ετυφλώθηκες.

ΓΛΟΣΤ. Αυτό θα είναι ίσως. Μου φαίνεται πως ήλλαξε ως κ' η φωνή σου τώρα, κ' ευρίσκω και την φράσιν σου και τα νοήματά σου καλλίτερ' απ' τα πρώτα σου.

ΕΔΓΑΡ Έχεις μεγάλον λάθος. Εις τίποτε δεν ήλλαξα, παρά 'ς την φορεσιάν μου.

ΓΛΟΣΤ. Και όμως, 'σάν να ομιλής καλλίτερα νομίζω.

ΕΔΓ. Έλα. Εμπρός! Εφθάσαμεν. Μη προχωρείς!... Τι φρίκη! Μου φέρει ζάλην απ' αυτό το ύψος να κυττάζω. Τα μαυροπούλια φαίνονται κ' οι κόρακες 'σάν ζήναις που αποκάτω μας πετούν και σχίζουν τον αέρα. Μαζώνει ένας κρίταμα καταμεσής 'ς τον βράχον. Δύσκολη τέχνη! Απ' εδώ μικρόν μικρόν τον βλέπω. Ωσάν ποντίκια φαίνονται 'ς την άμμον οι ψαράδες. Και ένα θεοκάραβο αγκυροβολημένον κάτω εκεί, μου φαίνεται ωσάν να είναι βάρκα, και 'σάν φελλόν την βάρκα του την διακρίνω μόλις. Εδώ επάνω η βοή δεν φθάνει των κυμάτων, που σπάνουν 'ς την ακρογιαλιά και βράζουν 'ς τα χαλίκια τ' αμέτρητα κι' αναίσθητα. — Δεν ξαναβλέπω κάτω, μη μου γυρίση η κεφαλή και ζαλισθή το φως μου και πέσω κατακέφαλα!

ΓΛΟΣΤ. Βάλε μ' εκεί 'πού στέκεις.

ΕΔΓΑΡ Δος μου το χέρι σου εδώ. Ακόμη ένα βήμα κ' είσαι 'ς την άκρην του κρημνού. Δεν ήθελα να κάμω αυτό εδώ το πήδημα διά τον κόσμον όλον!

ΓΛΟΣΤ. Μη με κρατείς! — Να, φίλε μου, κι' άλλο πουγγί [σου δίδω. Μέσα εδώ διαμαντικό θα εύρης, που αξίζει να το χαρή κάθε πτωχός. Και οι θεοί κ' αι Μοίραις να δώσουν καλορρίζικον το δώρον μου να είναι. Πήγαινε τώρα μακρυά. Αποχαιρέτισέ με. Παρακαλώ ν' μακρυνθής· ν' ακούσω ότι φεύγεις.

ΕΔΓΑΡ Ώρα καλή, αυθέντα μου! (Προσποιείται ότι απομακρύνεται).

ΓΛΟΣΤ. Εις το καλό, παιδί μου!

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν). Με την απελπισίαν του ας παίξω, να τον σώσω.

ΓΛΟΣΤ. Ω παντοδύναμοι θεοί! Τον κόσμον απαρνούμαι κ' εδώ, χωρίς παράπονον, ν' αποτινάξω θέλω ενώπιόν σας το βαρύ της συμφοράς φορτίον! Εάν μου ήτο δυνατόν ακόμη να το σέρνω, χωρίς να τρέχω κίνδυνον να επαναστατήσω 'ς τα κραταιά κι' ακλόνητα, θεοί, θελήματά σας, θα άφινα ν' αποκαή και μόνον του να σβήση της μισητής μου της ζωής το άθλιον φυτήλι! Αν είν' ο Έδγαρ ζωντανός, ω! προστατεύετέ τον!... Υγίαινε!

ΕΔΓΑΡ Ώρα καλή!

(Ο ΓΛΟΣΤΕΡ, φρονών ότι ίσταται αληθώς επί βράχου, ορμά όπως κρημνισθή, πίπτει δε κατά γης).

Αλλά η φαντασία μη έξαφνα τον θησαυρόν του κλέψη της ζωής του, αφού την θέλει την κλοπήν και η ζωή αυτή του!... Αν ήτον όπου το θαρρεί, θα ήτο 'πεθαμένος.

(Πλησιάζων προς τον Γλόστερ και μεταβάλλων φωνήν).

Είσαι νεκρός ή ζωντανός; Αι άνθρωπε! ακούεις; Δεν ομιλείς; (Μη έφυγεν αλήθεια η ζωή του! — Α! όχι· ζη!) Ποιος είσαι συ;

ΓΛΟΣΤ. Ω! άφες ν' αποθάνω.

ΕΔΓΑΡ Πρέπει να είσαι ή πτερόν ή πάχνη ή αέρας. Να κρημνισθής από εκεί, από αυτό το ύψος χωρίς να σπάσης 'σάν αυγό και τρίμματα να γίνης! Αλλ' αναπνέεις! — Άυλον το σώμα σου δεν είναι. — Πληγήν δεν έχεις! Ομιλείς! Δεν είσαι σκοτωμένος! Δέκα κατάρτια υψηλά, το έν επάνω 'ς τ' άλλο, το ύψος οπού έπεσες δεν ημπορούν να φθάσουν. Θαύμα να είσαι ζωντανός! Ομίλησέ μου πάλιν.

ΓΛΟΣΤ. Αλήθεια όμως έπεσα ή όχι;

ΕΔΓΑΡ Απ' επάνω απ' του φρικτού αυτού κρημνού την κορυφήν. Ιδέ την! Ούτε ν' ακούσης ημπορείς ούτε να διακρίνης εκεί επάνω το πουλί, όσον κι' αν λαρυγγίζη. Γύρνα κ' ιδέ!

ΓΛΟΣΤ. Αλλοίμονον! Δεν έχω πλέον 'μάτια. Κι' αυτό το καταφύγιον η συμφορά δεν τόχει, το τέλος της να δύναται 'ς τον θάνατον να εύρη! Κι' όμως θα ήτο δι' αυτήν παρηγορία κάπως, αν του τυράννου την οργήν 'μπορούσε ν' αποφύγη και το σκληρόν του θέλημα να του το ματαιώση.

ΕΔΓΑΡ Δος μου το χέρι σου εδώ. Σήκω! Καλά! Πώς είσαι; Είναι τα πόδια σου γερά; Τα νοιώθεις; Σε σηκώνουν;

ΓΛΟΣΤ. Είμαι καλά. Καλλίτερα απ' όσον θέλω είμαι.

ΕΔΓΑΡ Ανθρώπου νους δεν το χωρεί! 'Σ την κορυφήν του [βράχου τι πράγμα ήτο, κ' έφυγεν ολίγον πριν να πέσης;

ΓΛΟΣΤ. Ένας ζητιάνος δυστυχής.

ΕΔΓΑΡ Κάτω εδώ που ήμουν, τα 'μάτια του τα έβλεπα 'σάν δύο πανσελήνους, και μύταις χίλιαις έβλεπα και κέρατα στραμμένα που 'σάν την φουσκοθάλασσα εδώ κ' εκεί 'κουνούσαν. Ήτο δαιμόνιον αυτός, καλότυχέ μου γέρε, και έχε χάριν 'ς τους θεούς, οπού το έχουν δόξαν να κάμνουν όσα οι θνητοί αδύνατα τα έχουν. Εκείνοι σ' επροφύλαξαν!

ΓΛΟΣΤ. Το ενθυμούμαι τώρα! — Εις το εξής μ' υπομονήν την λύπην θα σηκώνω, ως που να κράξη μόνη της _Αρκεί_, και ν' αποθάνη! Το πράγμ' αυτό που έλεγες, δι' άνθρωπον το είχα. Συχνά την λέξιν Σατανάς επρόφερεν. — Εκείνος εις τον κρημνόν μ' ωδήγησε.

ΕΔΓΑΡ Υπομονή και θάρρος!...

Εισέρχεται ο ΛΗΡ περιβεβλημένος άνθη άγρια).

Ποιος είν' αυτός που έρχεται; Χαμένα θα τα έχη. Δεν μαρτυρούν σωστά μυαλά τα συγυρίσματά του.

ΛΗΡ Όχι! Δικαίωμα κανείς δεν έχει να μ' εγγίξη, κι' ας έκοψα και νόμισμα! Διότι εγώ είμαι ο βασιλεύς!

ΕΔΓΑΡ Ω θέαμα, που την καρδιάν ξεσχίζει!

ΛΗΡ Ως προς τούτο η φύσις υπερβαίνει την τέχνην. — Πάρε συ αυτά τα χρήματα. Είναι ο αρραβώνας σου. Αυτός εδώ κρατεί το τόξον του 'σάν σκιάχτρο (50). Τέντωσέ το μίαν οργυιάν σωστήν... Κύττταξε εκεί. Ένας ποντικός! Σιγά, σιγά! Τώρα θα τον πιάσω με κομμάτι ψημένο τυρί. — Να το χειρόφτι μου. Θα το ρίξω εις τα μούτρα ενός γίγαντος! — Τι έγιναν οι στρατιώται μου;... Α! Πώς επέταξε το πουλάκι! 'Σ το σημάδι, 'ς το σημάδι!... Αι, συ, το σύνθημα!

ΕΔΓΑΡ Μαντζουράνα.

ΛΗΡ Καλός! Πέρνα!

ΓΛΟΣΤ. Την γνωρίζω αυτήν την φωνήν.