Σαικσπήρου Δράματα, Ο Βασιλιάς Ληρ
Part 5
ΛΗΡ Εσύ πολύ το έχεις η τρικυμία η φρικτή αυτή να μας μουσκεύη. Και έχεις δίκαιον, εσύ. Αλλ' όμως, όπου είναι πόνος μεγάλος 'ς της καρδιάς τα βάθη ριζωμένος, ο πόνος ο μικρότερος εντύπωσιν δεν κάμνει (32). Αν 'δής αρκούδα, θα κρυφθής. Αλλ' αν, ενώ την φεύγεις, αγριευμένον πέλαγος εμπρός σου αντικρίσης, θα προτιμήσης να στραφής 'ς τα 'δόντια της αρκούδας. Όπου νους ήσυχος, εκεί ευαίσθητον το σώμα. Αλλά εγώ εις την ψυχήν ανεμοζάλην έχω, που κάθε άλλο αίσθημα και πόνον καταπνίγει, εκτός ενός, οπού πονεί εδώ.., Αχαριστία, αχαριστία των παιδιών προς τον πατέρα! Ήγουν, σαν νάθελε το στόμα μου το χέρι να σπαράξη, οπού του δίδει την τροφήν! Αλλά θα τας παιδεύσω! Δεν χύνω άλλα δάκρυα... Ω! Να με κλείσουν έξω τέτοιαν νυκτιά!... Πέφτε, βροχή! Πέφτε, βροχή, [κι' αντέχω! Τέτοιαν αλύπητην νυκτιά! Ρεγάνη, Γονερίλη, εμένα; τον πατέρα σας; που μ' όλην την καρδιάν μου τα πάντα σας εχάρισα;... Ας μη το συλλογούμαι, μη με αυτήν την συλλογήν χάσω τα λογικά μου! Αρκεί! Αρκεί!
ΚΕΝΤ Παρακαλώ, έμβα εδώ, αυθέντα.
ΛΗΡ Πήγαινε συ ν' αναπαυθής. Εγώ 'ς την τρικυμίαν ευρίσκω διασκέδασιν. Μου 'βγάζει απ' τον νουν μου εκείνα που θα μ' έβλαπταν πλειότερον ακόμη. Αλλ' ας έμβω.
(Προς τον Γελωτοποιόν).
Έλα συ, παιδί μου· έμβα πρώτος· έλα, ω άστεγε πτωχέ! Θα 'πώ την προσευχήν μου και ύστερα θα κοιμηθώ.
(Εισέρχεται Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ εις την καλύβην).
ΛΗΡ Εσείς, ξεγυμνωμένοι, εσείς, πτωχοί ελεεινοί, που τ' άσπλαγχνα Στοιχεία σας δέρνουν τώρ' αλύπητα, πώς θα σας προφυλάξουν απ' τον ανεμοστρόβιλον τα τρύπια σας κουρέλια, τα πεινασμένα σας πλευρά, τ' ασκέπαστα κεφάλια; Ω! Δι' αυτά προτίτερα μου έμελλε ολίγον Πιέ το και συ το ιατρικόν, εσύ, Μεγαλειότης, — τα όσα πάσχουν οι πτωχοί και συ δοκίμασέ τα, διά να ρίχνης εις αυτούς τα περισσεύματά σου, και να ιδούν 'ς τον ουρανόν κι' αυτοί δικαιοσύνην!
ΕΔΓΑΡ (εντός της καλύβης). Ω! είναι μια 'μιση οργυιά, μια και μισή! (33)
(Εξέρχεται εκ της καλύβης έντρομος ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ).
ΓΕΛΩΤ. Παππού μου, έχει δαιμόνια εκεί, μη τύχη κ' έμβης μέσα! βοήθεια!
ΚΕΝΤ Δος το χέρι σου. — Μέσα εκεί ποιος είναι;
ΓΕΛΩΤ. Δαιμόνιον! Δαιμόνιον!
ΚΕΝΤ (προχωρών προς την θύραν της καλύβης). Εσύ τι πράγμα είσαι, που μέσα 'ς τ' άχυρα βογκάς; Ποιος είσαι; Έβγα έξω!
(Εξέρχεται ο ΕΔΓΑΡ μετημφιεσμένος ως παράφρων).
ΕΔΓΑΡ Φευγιό! φευγιό! Ο Σατανάς μ' επήρε το κατόπιν.
»Μέσ' 'ς τα κλαδιά της μυρσινιάς ο άνεμος σφυρίζει!«
Ζεστοκοπήσου, αν 'μπορής, 'ς το κρύο σου κρεββάτι.
ΛΗΡ Και συ 'ς τας θυγατέρας σου εχάρισες τα πάντα, ώστε κατήντησες εδώ;
ΕΔΓΑΡ Ποίος θα τον ελεήση τον τρελλόν; Τον έκαμαν τα δαιμόνια κ' επέρασε φωτιαίς και φλόγες, ρευματιές και καταβόθραις, βάλτους και βούρκους. Του έβαλαν μαχαίρια κάτω από το προσκέφαλό του και σχοινιά κάτω από το στασίδι του (34). Του έρριξαν ποντικοφάρμακο μέσα εις το φαγί του. Του εφούσκωσαν τα μυαλά και τον έκαμαν να καβαλλικεύση κόκκινο άλογο και να περνά γεφύρια, τέσσαρα δάκτυλα στενά, και να κυνηγά τον ίσκιο του, ωσάν να ήθελε να πιάση ένα προδότην. — Ο Θεός να σου φυλάγη και τας πέντε σου αισθήσεις. — Ο τρελλός κρυώνει. Ω! το τέ, το τέ, το τέ! — Ο θεός να σε φυλάγη από ανεμοστρόβιλον, από αστεροκτύπημα και από βάσκαμμα! Ελέησέ τον τον τρελλόν, οπού τον βασανίζουν τα δαιμόνια, Να τα! Εδώ είναι τώρα, κ' εκεί, κ' εδώ! Η τρικυμία εξακολουθεί.
ΛΗΡ Αι θυγατέρες του τον έφεραν και τούτον εις αυτήν την κατάστασιν; — Όλα ταις τα έδωκες; Δεν εκράτησες τίποτε διά τον εαυτόν σου;
ΓΕΛΩΤ. Εκράτησεν ένα χράμι. Ει δε, θα ήτον εντροπή, να τον βλέπωμεν.
ΛΗΡ Όσα κι' αν κρέμανται δεινά επάνω 'ς τον αιθέρα να τιμωρήσουν έτοιμα τα κρίματα του ανθρώπου, να πέσουν εις ταις κόραις σου!
ΚΕΝΤ Κόραις αυτός δεν έχει.
ΛΗΡ Σου πρέπει, ψεύτη, θάνατος! Τι άλλο ημπορούσε, εκτός παιδί αχάριστο, εδώ να τον κρημνίση; Συρμός μην είναι, οι γονείς οι αποκηρυγμένοι να μην ευρίσκουν έλεος 'ς την ίδιαν των την σάρκα; Τ' αξίζουν να παιδεύωνται· διότι πελεκάνους (35) εγέννησεν η σάρκα των και όχι θυγατέρας!
ΕΔΓΑΡ Επελεκούσε πέτραις πετροπελεκητής, Αλλοί, αλλού, αλλοί, αλλοί, αλλού! (36)
ΓΕΛΩΤ. Το κρύο το αποψινό θα μας κάμη όλους να τα χάσωμεν.
ΕΔΓΑΡ Φυλάγου από κακά δαιμόνια. Τίμα τους γονείς σου. Βάστα τον λόγον σου. Μη επιορκήσης. Μη μοιχεύσης. Μη επιθυμήσης ματαιότητα... Κρυώνει ο τρελλός.
ΛΗΡ Τι έκαμνες προτίτερα;
ΕΔΓΑΡ Έκαμνα την αγάπην και ήμουν φανταγμένος και σώμα και ψυχήν. Εσγούραινα τα μαλλιά μου, είχα 'ς το σκιάδι μου το χειρόφτι της αγαπητικής μου και ευχαριστούσα τας επιθυμίας της. Κάθε μου λέξις ήτο και όρκος, και τον επατούσα αμέσως ενώπιον του Ουρανού. Αγαπούσα πολύ το κρασί· και ακόμη περισσότερον τα τυχηρά παιγνίδια. Εξεπερνούσα και Τούρκον εις την ερωτομανίαν. Είχα καρδίαν άπιστου, αυτί προδότου, χέρι φονηά. Ήμουν χοίρος εις την ακαμωσιά, αλωπού εις την κατεργαριά, λύκος εις την αχορταγιά, σκύλος εις το λύσσασμα, λέων 'ς το κυνήγημα. Κύτταξε μη σε πλανέση τρίξιμο παπουτσιού ή μεταξωτού φορέματος και πέσης εις χέρια γυναικός. Έχε μακρυά από καταγώγια το ποδάρι σου και το χέρι σου έξω από κατάστιχα τοκογλύφων, και τότε, δεν έχεις να φοβηθής τα δαιμόνια. Και όμως, μέσ' 'ς τα κλαδιά της μυρσινιάς ο άνεμος σφυρίζει. Φωνάζει σουμ, μουμ, νονί! Δέλφινα, παιδί μου, παιδί μου, σέσα! (37) Άφες τον κι' ας τρέχη.
(Η τρικυμία εξακολουθεί).
ΛΗΡ Καλλίτερα να σ' εσκέπαζεν η πλάκα του τάφου, παρά να υποφέρης μ' ασκέπαστο κεφάλι των Ουρανών την καταδρομήν! — Αυτό λοιπόν είναι ο άνθρωπος; Ιδέ τον! Εσύ δεν χρεωστείς ούτε μετάξι εις σκουλήκι ούτε δέρμα εις ζώον ούτε μαλλί εις πρόβατον ούτε μυρωδικό εις μοσχοποντικόν! Ημείς οι τρεις είμεθα τεχνητοί άνθρωποι. Συ είσαι ο φυσικός! Ο σωστός άνθρωπος είναι καθώς εσένα· είναι ζώον γυμνόν και κακορρίζικον, — δικράνι και τίποτε περισσότερον! (Σχίζων τα φορέματά του). Έξω, έξω τα περιττά!· Έλα ξεκούμβωσέ με.
ΓΕΛΩΤ. Ησύχασε, παππού. Ησύχασε και δεν είναι καιρός διά κολύμβημα. Αν είχαμεν ολίγην φωτιάν εις αυτόν εδώ τον αγριόκαμπον, θα ήτον ωσάν την καρδιάν ενός παραλυμένου γέρου: — μια μικρή σπίθα εις ένα μέρος και όλον το επίλοιπον σώμα παγωμένον. — Κύτταξε εκεί! Μια φωτιά περπατεί κ' έρχεται κοντά μας. (38)
ΕΔΓΑΡ Δαιμόνιον είναι αυτό που έρχεται! Το βλέπεις; Εβγαίνει έξω, αφού σημάνη ο εσπερινός, και περπατεί έως, να πρωτοκράξη ο πετεινός. Αυτό φέρνει τον καταρράκτην και το αλλοιθώρισμα και τα λαγώχειλα. Αυτό σαπίζει το σιτάρι και βασανίζει τα δυστυχισμένα πλάσματα της γης! (39)
ΚΕΝΤ Πώς είσαι, αυθέντα μου;
(Εισέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ φέρων δάδα).
ΛΗΡ Ποίος είναι αυτός;
ΚΕΝΤ Ποίος είν' εκεί; Τι θέλεις εδώ;
ΓΛΟΣΤ. Τι άνθρωποι είσθε σεις; Πώς σας λέγουν;
ΕΔΓΑΡ Εγώ είμαι ο καϋμένος ο τρελλός, οπού τρώγει βαθρακούς και σαμμιαμίθια· που, όταν τον βασανίζουν τα δαιμόνια και τον φρενιάζουν, τρώγει την σβουνιά και ποντικούς και πνιγμένους σκύλους και πίνει την πράσινην σκέπην από τα στεκάμενα νερά· που τον διώχνουν με ραβδισμούς από ενορίαν εις ενορίαν και τον καθίζουν εις τον φάλαγγα και εις την φυλακήν. και όμως ήτο καιρός που είχε τρεις φορεσιάς ν' αλλάξη κ' έξ υποκάμισα και άλογο να καβαλλικεύη και σπαθί εις την μέσην του.
_Όμως ποντικοί κι άλλα των αλλών τώρα επτά χρόνια τρέφουν τον τρελλόν_
Φυλάξου από αυτόν, που με κυνηγά. Ησύχασε, δαιμόνιον! Σιώπα!
ΓΛΟΣΤ. 'Σ αυτήν εδώ την συντροφιάν κατήντησες, αυθέντα;
ΕΔΓΑΡ Είναι τρανός και φοβερός ο βασιλεύς του σκότους. Μοδόν τον λέγουν και Μαχού! (40)
ΓΛΟΣΤ. Αυθέντα, τα παιδιά μας, η σάρκα και το αίμα μας, επήραν κακόν δρόμον και κατατρέχουν τους γονείς!
ΕΔΓΑΡ Αχ! ο τρελλός κρυώνει!
ΓΛΟΣΤ. Έλα μαζί μου. Δεν 'μπορώ εγώ να υπακούσω 'ς τ' απάνθρωπα προστάγματα των δυο σου θυγατέρων. Μ' επρόσταξαν, αυθέντα μου, να σε αφήσω έξω εις της νυκτός το έλεος και της ανεμοζάλης. Πλην δεν τας ελογάριασα, κ' ήλθα εδώ να σ' εύρω κ' εις μέρος όπου φαγητόν και ζέστη σε προσμένει να σ' οδηγήσω.
ΛΗΡ Άφησε να ομιλήσω πρώτα με τούτον τον φιλόσοφον. — Παρακαλώ, ειπέ μου, ο κεραυνός πώς γίνεται;
ΚΕΝΤ Την προσφοράν του δέξου και πήγαινε, αυθέντα μου, εκεί όπου σου λέγει.
ΛΗΡ Θα 'πω με τούτον τον σοφόν Θηβαίον δύο λόγια, — Ειπέ μου, τι εσπούδασες;
ΕΔΓΑΡ Τον διάβολον να φεύγω και να σκοτώνω ποντικούς.
ΛΗΡ Να σ' ερωτήσω θέλω κάτι κρυφόν.
ΚΕΝΤ (προς τον Γλόστερ). Ω, πείσε τον να σε ακολουθήση, καλέ μου άρχον! Ήρχισε ο νους του να σαλεύη.
ΓΛΟΣΤ. Και μη δεν έχει αφορμήν; Τον θάνατόν του θέλουν αι δύο θυγατέρες του! — Αχ, Κεντ καλέ, πού είσαι; Καλά τα επρομάντευες, εξόριστε καϋμένε! — Του βασιλέως μας ο νους εσάλευσε, μου λέγεις· αλλά κ' εγώ που σου 'μιλώ να τρελλαθώ κοντεύω. Ο υιός μου... πλην τον έδιωξα! Παιδί μου δεν τον [θέλω! Να με σκοτώση 'θέλησε. Τον αγαπούσα, φίλε, δεν δύναται πλειότερον πατέρας ν' αγαπήση! Αληθινά η λύπη μου εσάλευσε τον νουν μου
(Τρικυμία).
Ω! τι νυκτιά! Παρακαλώ, αυθέντα, άκουσέ με
ΛΗΡ Συμπάθησέ με. — Λέγε συ, καλέ φιλόσοφέ μου.
ΕΔΓΑΡ Ω! πώς κρυώνει ο τρελλός!
ΓΛΟΣΤ.(Προς τον Έδγαρ). Εις την καλύβα μέσα πήγαινε συ, να ζεσταθής.
ΛΗΡ Όλοι εκεί ελάτε!
ΚΕΝΤ. Έλ' απ' εδώ, αυθέντα μου.
ΛΗΡ Μ' αυτόν εγώ πηγαίνω· μαζί με τον φιλόσοφον.
ΚΕΝΤ (προς τον Γλόστερ). Ας γίνη ό,τι θέλει. Άφησ' αυθέντα μου, κι' αυτόν μαζί του να τον πάρη.
ΓΛΟΣΤ. (προς τον Ληρ). Εάν τον θέλης, πάρε τον.
ΚΕΝΤ (προς τον Έδγαρ). Έλα και συ μαζί μας.
ΛΗΡ Έλ', Αθηναίε!
ΓΛΟΣΤ. Σιωπή! Σιγά, σιγά! Ελάτε!
ΕΔΓΑΡ _Και ήτον 'ς τον πύργον σκοτάδι πυκνό, κ' εμβαίνει και κράζει: ω φάι, φουμ, φω, ανθρώπινο αίμα μυρίζει εδώ!_
(Εξέρχονται.)
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
Θάλαμος εν τω μεγάρω του Γλόστερ. (Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ της ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ και ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).
ΚΟΡΝ. Θα τον εκδικηθώ πριν φύγω απ' εδώ!
ΕΔΜ. Τρομάζω, αυθέντα μου, όταν συλλογίζομαι πόσον θα κατηγορηθώ, διότι εθυσίασα εις το καθήκον τα αισθήματά μου.
ΚΟΡΝ. Το βλέπω τώρα, ότι δεν ήτο μόνον η φυσική του αδελφού σου κακοήθεια, εάν ηθέλησε να σκοτώση τον πατέρα του. Η κακία του πατρός σου του έδωκεν αφορμήν.
ΕΔΜ. Πώς με κατατρέχει η τύχη! Να μετανοώ, διότι κάμνω εκείνο, το οποίον έχω χρέος να κάμω!... Ιδού το γράμμα, οπού μου έλεγε. Αυτό αποδεικνύει, ότι είναι συνεννοημένος και σύμφωνος με τον Γάλλον. Ω θεοί! Ας μην εγίνετο η προδοσία αύτη. Ή τουλάχιστον, ας μην είχα εγώ να την καταδώσω!
ΚΟΡΝ. Έλα μαζί μου εις την δούκισσαν.
ΕΔΜ. Εάν είναι αληθινά όσα γράφει εδώ, το πράγμα είναι σπουδαίον.
ΚΟΡΝ. Αληθινά ή ψεύματα, αυτά σ' έκαμαν εσένα κόμητα του Γλόστερ. Εξέτασε να μάθης πού είναι ο πατέρας σου διά να τον συλλάβωμεν.
ΕΔΜ. (καθ' εαυτόν). (Αν τον εύρουν, ενώ βοηθεί τον βασιλέα, θ' αυξήσουν αι υποψίαι εναντίον του). — Θα κάμω το χρέος μου, αυθέντα, όσον και αν με καίη ο πόλεμος μεταξύ χρέους και συγγενείας.
ΚΟΡΝ. Έχω όλα τα πιστά εις εσένα, και θα εύρης εις εμέ πατέρα καλλίτερον από εκείνον οπού σ' εγέννησε.
(Απέρχονται).
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
Θάλαμος εν οικία αγροτική, πλησίον του μεγάρου Γλόστερ. (Εισέρχονται ο ΓΛΟΣΤΕΡ, ο ΛΗΡ, ο ΚΕΝΤ, ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ και ο ΕΔΓΑΡ).
ΓΛΟΣΤ. Εδώ είναι καλλίτερα παρά έξω εις τ' ανοικτά. Ευχαριστήσου με το ολίγον, αυθέντα μου. Θα προσπαθήσω να σου προμηθεύσω κάποιαν ανάπαυσιν, όπως ειμπορέσω, Δεν θ' αργήσω να επιστρέψω.
ΚΕΝΤ Δεν ημπόρεσε ο νους του ν' αντέξη εις τα όσα υπέφερε. — Οι θεοί, φίλε, να σου πληρώσουν την καλωσύνην σου.
(Εξέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ).
ΕΔΓΑΡ Ο Σατανάς με φωνάζει και μου λέγει, ότι ο Νέρων ψαρεύει εις την λίμνην του σκότους. — (Προς τον Γελωτοποιόν). Εσύ, αθώε, κάμε την προσευχήν σου και φυλάγου από τα δαιμόνια.
ΓΕΛΩΤ. Ειπέ μου, παππού, τι πράγμα είναι ο τρελλός; Είναι από το αρχοντολόγι ή από τον λαόν;
ΛΗΡ. Είναι βασιλεύς! Βασιλεύς!
ΓΕΛΩΤ. Όχι. Είναι άνθρωπος του λαού, και ο υιός του αρχόνταινε. Διότι μόνον ένας τρελλός ημπορεί ν' αφήση τον υιόν του να γίνη άρχοντας προτίτερα από τον πατέρα του.
ΛΗΡ Να είχα χίλιους δαίμονας με σούβλαις πυρωμέναις, με άγρια σφυρίγματα επάνω των να πέσουν!
ΕΔΓΑΡ Μου δαγκάνουν την ράχην τα βρωμοδαιμόνια.
ΓΕΛΩΤ. Τρελλός είναι όποιος εμπιστεύεται εις την ημερότητα του λύκου, εις την υγείαν του αλόγου, εις την αγάπην ενός παιδιού και εις τους όρκους μιας πόρνης.
ΛΗΡ. Το απεφάσισα! Ιδού. Τας εγκαλώ εμπρός σας.
(Προς τον Έδγαρ).
Έλα, σοφέ μου δικαστά. Κάθισ' εδώ να κρίνης.
(Προς τον Γελωτοποιόν).
Συ λογιώτατε, εδώ. — Ελάτε, αλεπούδες!
ΕΔΓΑΡ. Ιδέ τον, πώς εγούρλωσε τα 'μάτια και κυττάζει. Και συ, κυρία, βλέπε τον. — Ποιος θα γελάση πρώτος; (41)
Έλα 'ς το ποτάμι, 'μάτια μου, να μ' εύρης.
ΓΕΛΩΤ Είναι τρυπημένο το μονόξυλό της και να τον φωνάξη δεν τολμά να σου 'πή τον λόγον που δεν έρχεται.
ΕΔΓΑΡ Το βρωμοδαιμόνιον κυνηγά τον κακόμοιρον τον τρελλόν και κάμνει την φωνήν του αηδονιού. Ο διάβολος φωνάζει μέσα εις τα έντερα του τρελλού και γυρεύει να του δώσουν δύο ψαράκια να φάγη. Μη φωνάζης, μαύρε άγγελε, και δεν έχω να σου δώσω να φάγης.
ΚΕΝΤ Τι έχεις, ω αυθέντα μου; Τι βλέπεις και θαυμάζεις; Εδώ 'ς το στρώμα πλάγιασε ν' αναπαυθής ολίγον.
ΛΗΡ Την κρίσιν πρώτα να ιδώ. Οι μάρτυρες ας έλθουν!
(Τω Έδγαρ).
Συ, που φορείς κριτού στολήν, 'ς την μέσην να καθίσης.
(Προς τον Γελωτοποιόν).
Εις το πλευρόν του κάθισε και συ, συνάδελφέ του.
(Προς τον Κεντ).
Κάθου 'ς το πλάγι των και συ. Μ' αυτούς και συ θα κρίνης.
ΕΔΓΑΡ Να κάμωμεν δικαιοκρισίαν.
Ξύπνα, βοσκέ μου, και μην κοιμάσαι. Πατούν τα στάχυα τα πρόβατά σου. Δεν τα σφυρίζεις νάλθουν σιμά σου; Ή τον δραγάτην δεν τον φοβάσαι;
Πρρρ! Η γάτα είναι στακτιά.!
ΛΗΡ Πρώτη αυτή να κριθή. Είναι η Γονερίλη. Ορκίζομαι ενώπιον του σεβαστού τούτου δικαστηρίου, ότι έδιωξε με ταις κλωτσιαίς τον δυστυχή τον βασιλέα τον πατέρα της.
ΓΕΛΩΤ. Πλησίασε, κυρία! Τ' όνομά σου είναι Γονερίλη;
ΛΗΡ Δεν ημπορεί να το αρνηθή.
ΓΕΛΩΤ. Να με συμπαθήσης. Σε πήρα διά σκαμνί.
ΛΗΡ Ιδού κ' η άλλη. Μαρτυρούν τι έχει 'ς την καρδιά της τα βλέμματά της τα λοξά. — Θα φύγη! Πιάσετέ την! 'Σ τα όπλα! Ω! σπαθιά, φωτιά!...Σας έχει πληρωμένους! Διεφθαρμένε δικαστά, πώς άφησες να φύγη;
ΕΔΓΑΡ Να ευλογήσουν οι θεοί τας πέντε σου αισθήσεις!
ΚΕΝΤ Ω θλίψις! Κ' η υπομονή, αυθέντα μου, πού είναι, που εσυχνοκαυχήθηκες ποτέ να μη την χάσης;
ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν) Δεν ημπορώ να κρατηθώ από την λύπην πλέον Φοβούμαι μήπως προδοθώ από τα δάκρυά μου.
ΛΗΡ Να τα σκυλάκια! τα σκυλιά! Ιδέ τα, πώς γαυγίζουν!
ΕΔΓΑΡ Τώρα να τα δώση κατακεφαλιαίς ο τρελλός. Έξω απ' εδώ, βρωμόσκυλα (42) Εμπρός! δρόμον! Πηγαίνωμεν εις εορταίς και πανηγύρια! Καϋμένε τρελλέ, εστέγνωσε το βούκινό σου και δεν αξίζει πλέον.
ΛΗΡ Ας την κόψουν λοιπόν την Ρεγάνην, να ιδούν από τι είναι καμωμένη η καρδιά της. Ποίος είναι ο λόγος, οπού σκληρύνεται τόσον η καρδιά της; (Προς τον Έδγαρ). Εσένα σε κρατώ, να είσαι ένας από τους εκατόν μου. Τα φορέματά σου μόνον δεν μου αρέσουν. Θα μου ειπής ότι είναι περσικά. Καλλίτερα όμως να τ' αλλάξης.
ΚΕΝΤ Καλέ αυθέντα, πλάγιασε. Ολίγον αναπαύσου.
ΛΗΡ Σιώπα. Μη κάμνεις ταραχήν.
(Κατακλίνεται επί στρωμνής.)
Κουκούλωσέ με τώρα, Καλά καλά! Και αύριον, πρωί πρωί, δειπνούμεν.
ΓΕΛΩΤ. Καλά! Λοιπόν θα κοιμηθώ κ' εγώ το μεσημέρι,
(Επανέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ).
ΓΛΟΣΤ. (προς τον ΚΕΝΤ). Φίλ', ένα λόγον να σου 'πω. Ο βασιλεύς πού είναι;
ΚΕΝΤ Μη τον ταράξης. Είν' εκεί. Χαμένος είν' ο νους του.
ΓΛΟΣΤ. Καλέ μου φίλε, σηκωτόν 'ς τα χέρια να τον πάρης. Τα μυστικά των ήκουσα· να τον σκοτώσουν θέλουν! Φορείον έχω έτοιμον εδώ απ' έξω. Έλα, αμέσως τώρα πάρε τον και πήγαινε 'ς το Δούβρον (43). Θα εύρης και υποδοχήν εκεί και προστασίαν. Σου λέγω, πάρε τον ευθύς! Μη στέκεσαι, διότι και η ζωή του θα χαθή 'ς ολίγον, κ' η ζωή σου, μαζί με όσους ευρεθούν να τον διαφεντεύσουν. Ω! σήκωσέ τον, πάρε τον και ακολούθησέ με σας έχω έτοιμα εδώ τα μέσα της φυγής σας.
ΚΕΝΤ Ιδέ. Απεκοιμήθηκε η κουρασμένη φύσις. Θα ήτον ίσως βάλσαμον αυτός ο ύπνος τώρα 'ς τον κλονισμένον του τον νουν. Πώς νάλθη θεραπεία, εάν και περιποίησις κι' ανάπαυσις του λείπη;
(Προς τον Γελωτοποιόν).
Βοήθησέ με συ εδώ να τον ανασηκώσω, Μαζί μας έλα.
ΓΛΟΣΤ. Γρήγορα. Ελάτε! μην αργείτε!
(Εισέρχονται ο ΚΕΝΤ, ο ΓΛΟΣΤΕΡ και ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ) φέροντες τον ΛΗΡ).
ΕΔΓΑΡ Όταν πονούν, καθώς ημάς, και οι καλλίτεροί μας, μας φαίνετ' ελαφρότερος ο ιδικός μας πόνος. Αν πάσχη μόνος του κανείς, πονεί διπλά ο νους του, ενώ θυμάται τ' αγαθά της παλαιάς ζωής του. Αλλά το βάρος της ψυχής πολύ ολιγοστεύει, αν έχη η λύπη συντροφιάν κ' ο πόνος έχη ταίρι. Πόσον κ' εγώ υποφερτήν την συμφοράν μου βλέπω, αφού ελύγισε τον Ληρ εκείνο που με γέρνει! Αυτός απέκτησε παιδιά, είχα κ' εγώ πατέρα! Κρύψου, τρελλέ, και κύτταζε τι γίνεται 'ς τον κόσμον. και τότε μόνον να φανής, όταν η ψεύτρα φήμη που τ' όνομά σου το κακόν εξευτελίζει τώρα, πεισθή ότι 'πλανήθηκε και σε καλέση 'πίσω. — Απόψε ό,τι κι' αν συμβή, ο βασιλεύς γλυτώνει. Πρόσεχε τώρα. Προσοχή!
(Απέρχεται).
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
Εν τω μεγάρω του Γλόστερ. (Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ, η ΡΕΓΑΝΗ, η ΓΟΝΕΡΙΛΗ, ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ και υπηρέται).
ΚΟΡΝ. (προς την Γονερίλην). Μη χάνεις καιρόν· πήγαινε να εύρης τον άνδρα σου, Δείξε του αυτό το γράμμα. Τα γαλλικά στρατεύματα έφθασαν. — Πηγαίνετε σεις να μου εύρετε τον Γλόστερ τον προδότην.
(Εξέρχονταί τινες των υπηρετών).
ΡΕΓ. Να τον κρεμάσης αμέσως!
ΓΟΝΕΡ. Να τον τυφλώσης!
ΚΟΡΝ. Αφήσετέ τον εις την οργήν μου. — Εδμόνδε, συνόδευσε την αδελφήν μας. Καλλίτερα να μην είσαι παρών τώρα οπού θα εκδικηθώ τον προδότην τον πατέρα σου! Παρακίνησε τον δούκα, εκεί όπου πηγαίνεις, να ετοιμασθή το ταχύτερον. Εις τούτο καταγίνομαι κ' εγώ. Θα φροντίσω να έχωμεν συχνήν και τακτικήν συγκοινωνίαν. Υγίαινε, αγαπητή μου αδελφή. Εις το καλόν, Γλόστερ.
(Εισέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).
Τι νέα; Πού είναι ο βασιλεύς;
ΟΣΒ. Τον εφυγάδευσ' απ' εδώ ο Γλόστερ. Εις την θύραν Ιππόται τον επρόσμεναν, έως τριανταπέντε, και μ' άλλους άρχοντας μαζί επήγαν εις το Δούβρον, όπου ελπίζουν φίλους των να εύρουν ωπλισμένους.
ΚΟΡΝ. Της αδελφής μου τ' άλογα ετοίμασε αμέσως.
ΓΟΝΕΡ. Υγίαινε, αυθέντα μου, υγίαιν', αδελφή μου!
(Απέρχονται η ΓΟΝΕΡΙΛΗ και ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).
ΚΟΡΝ. Πηγαίνετε να εύρετε τον Γλόστερ τον προδότην 'σάν κλέπτην να τον δέσετε κ' εμπρός μας φέρετέ τον!
(Εξέρχονται υπηρέται τινές).
Δεν ημπορώ εις θάνατον να τον καταδικάσω, αφού δεν έχω πρόσχημα δικαιοσύνης κάπως, αλλ' η οργή μου ημπορεί να κορεσθή αλλέως! Ο κόσμος ίσως με μεμφθή, αλλά να μ' εμποδίση δεν ημπορεί! Ποιος έρχεται; — Α! Ο προδότης είναι!
(Εισέρχονται ΥΠΗΡΕΤΑΙ οδηγούντες τον ΓΛΟΣΤΕΡ).
ΡΕΓ. Εκείνος είναι! — Αλεπού!
ΚΟΡΝ. Τα χέρια τ' αχαμνά του σφικτά να του τα δέσετε!
ΓΛΟΣΤ. Ποιος είναι ο σκοπός σας; Είσθε 'ς το σπίτι μου εδώ· μη το ξεχνάτε, φίλοι. Μη κάμετε το άδικον, ω φίλοι!
ΚΟΡΝ. Δέσετέ τον! Ακούετε;
ΡΕΓ. Σφικτά, σφικτά! — Αναίσχυντε, προδότη!
(Οι υπηρέται δένουν τας χείρας του ΓΛΟΣΤΕΡ).
ΓΛΟΣΤ. Ω άσπλαγχνη, δεν είμ' εγώ προδότης.
ΚΟΡΝ. Δέσετέ τον εδώ, επάνω 'ς το σκαμνί. Αχρείε θα σε μάθω...
(Η ΡΕΓΑΝΗ σπαράσσει την γενειάδα του ΓΛΟΣΤΕΡ).
ΓΛΟΣΤ. Μα τους θεούς, είν' αίσχος σου να μου τραβάς τα γένεια!
ΡΕΓ. Προδότη! Δεν εντρέπεσαι ταις άσπραις σου ταις τρίχες!
ΓΛΟΣΤ. Αι τρίχες, οπού μου τραβάς απ' τ' άσπρα μου τα [γένεια, θα ζωντανεύσουν, άσπλαγχνη, να σε καταδικάσουν! Εδώ σας 'φιλοξένησα! Τα ληστρικά σας χέρια τον φίλον, που σας δέχεται, θα τον κατασπαράξουν; Τι θέλετε;
ΚΟΡΝ. Να μας ειπής τι γράμματα σου ήλθαν από τον Γάλλον:
ΡΕΓ. Ξάστερα ν' αποκριθής, διότι τα πάντα τα γνωρίζομεν.
ΚΟΡΝ. Τι συμφωνίας έχεις με τον εχθρόν, που έφθασε εις τα παράλιά μας;
ΡΕΓ. Εις τίνος χέρια έστειλες τον γέροντα; — Ομίλει!
ΓΛΟΣΤ. Έλαβα γράμματα εδώ, αυτό είν' η αλήθεια αλλά δεν μ' ενοχοποιούν, κι' από εχθρόν δεν ήλθαν, έρχοντ' από ουδέτερον.
ΚΟΡΝ. Ω πονηρέ!
ΡΕΓ. Ω ψεύτη!
ΚΟΡΝ. Και πού τον έστειλες τον Ληρ;
ΓΛΟΣΤ. 'Σ το Δούβρον.
ΡΕΓ. Α! 'ς το Δούβρον! Και πώς το έκαμες αυτό; Δεν είχες προσταγήν μας...
ΚΟΡΝ. Πώς εις το Δούβρον; — Άφες τον ν' αποκριθή εις τούτο.
ΓΛΟΣΤ. Δεμένον χειροπόδαρα μ' έχετ' εδώ! Κτυπάτε!
ΡΕΓ. 'Σ το Δούβρον πώς τον έστειλες και διατί;
ΓΛΟΣΤ. Διότι δεν ήθελα με τ' άσπλαγχνα τα 'νύχια σου να βλέπω να ξερριζώνης τα πτωχά, τα γέρικά του 'μάτια! Και την σκληρήν σου αδελφήν δεν ήθελα ν' αφήσω εις την χρισμένην σάρκα του να χώνη λύκου 'δόντια! Την νύκτα την ολόμαυρην, οπού η τρικυμία 'κτυπούσε το ασκέπαστο κεφάλι του, θαρρούσες πως θα φουσκώση η θάλασσα ως τ' ουρανού τα ύψη, να σβήση με τα κύματα τα πυρωμέν' αστέρια! Αλλά επλήθαιν' η βροχή από τα δάκρυά του! Αν ήρχοντο 'ς την θύραν σου και λύκοι να ουρλιάζουν την νύκτα εκείνην την φρικτήν, όσον σκληρή κι' αν είσαι, θα έκραζες 'ς τους δούλους σου: ανοίξατε την θύραν! Αλλ' όμως η Εκδίκησις θ' απλώση τα πτερά της! Θα την ιδώ τέτοια παιδιά να τα πλακώση...
ΚΟΡΝ. Όχι! Ποτέ σου δεν θα το ιδής! — Κρατείτε το σκαμνί του. — Εγώ μέσα 'ς τα 'μάτια σου την πτέρναν μου θα χώσω! (44)
ΓΛΟΣΤ. Όποιος γηράματα καλά επιθυμεί να έχη, βοήθειά μου! Ω θεοί! Ω φρίκη!
ΡΕΓ. Τόνα 'μάτι αναγελά το άλλο του. Τυφλώσετε και τ' άλλο.
ΚΟΡΝ. Εάν ιδής εκδίκησιν...
α’ ΥΠΗΡ. Το χέρι κάτω, αυθέντα! Από παιδί σ' εδούλευσα, αλλά ποτέ ως τώρα τόσον μεγάλην δούλευσιν δεν σ' έκαμα, όπως τώρα, που 'κράτησα το χέρι σου!
ΡΕΓ. Και πώς τολμάς, ω σκύλε!
α’ ΥΠΗΡ. (προς την Ρεγάνην). Αν είχες γένεια, σ' έκαμνα εγώ εσένα τώρα να τρέμη το πηγούνι σου! Τι θέλεις;
ΚΟΡΝ. Ω αχρείε!
(Εφορμά κατά του υπηρέτου ξιφήρης).
α’ ΥΠΗΡ. Τόπον λοιπόν εις την οργήν, κι' ας γίνη ό,τι γίνη!
(Σύρει το ξίφος. Μάχονται. Τραυματίζεται ο ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ).
ΡΕΓ. (προς έτερον υπηρέτην). Δος το σπαθί σου. Ο αισχρός αντίστασιν θα κάμη!
(Τραυματίζει όπισθεν διά του ξίφους τον α' υπηρέτην).
α’ ΥΠΗΡ. Μ' εσκότωσε...Αυθέντα μου, σου μένει ένα 'μάτι να τον ιδής τι έπαθε! Ω!...
Αποθνήσκει.
ΚΟΡΝ. Δεν θα τον αφήσω τίποτε άλλο να ιδή και με το άλλο 'μάτι. Έξω, βρωμονερούλιασμα!... Τι έγινε το φως σου;
ΓΛΟΣΤ. Μαύρα τα πάντα... σκοτεινά! Εδμόνδε μου, πού είσαι; Έλα εδώ, πάρε φωτιάν, Εδμόνδε, κ' εκδικήσου αυτήν την πράξιν την φρικτήν.
ΡΕΓ. Σώπα, αισχρέ προδότη! Αυτός, που κράζεις, σε μισεί αντί να σε λυπάται. Αυτός μας εφανέρωσε τα έργα σου, προδότη!
ΓΛΟΣΤ. Ω της μωρίας μου! Κ' εγώ αδίκησα τον Έδγαρ! Θεοί μου, βοηθείτε τον, και συγχωρήσετέ με!
ΡΕΓ. Τραβήξετέ τον απ' εδώ! Πηγαίνετέ τον έξω, κι' ας μυρισθή τον δρόμον του να κρημνισθή 'ς το Δούβρον! Πώς είσαι, ω αυθέντα μου; Τι έπαθες; τι έχεις;
ΚΟΡΝ. Μ' επλήγωσε... Πηγαίνωμεν. — Πετάξετέ τον έξω τον μιαρόν αυτόν τυφλόν! Κι' αυτού εδώ του δούλου το πτώμα, να το ρίξετε 'ς την κοπριάν επάνω. Ρεγάνη, δος το χέρι σου, Τα αίματά μου τρέχουν. Δεν ήτο τώρα ο καιρός να πληγωθώ, Ρεγάνη!
Εξέρχεται ο ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ στηριζόμενος επί της ΡΕΓΑΝΗΣ. Οι υπηρέται λύουν τα δεσμά του ΓΛΟΣΤΕΡ και οδηγούν αυτόν έξω της σκηνής).
β’ ΥΠΗΡ. Αν είν' ο άνθρωπος αυτός να έχη καλά τέλη, ό,τι κακόν κι' αν φαντασθής το κάμνω, δεν με μέλει!
α’ ΥΠΗΡ. Κι' αν πολυζήση και ιδή γηράματα εκείνη, καλή γυναίκα εις την γην καμμιά δεν θ' απομείνη. Θα γίνουν όλαις τέρατα!