Σαικσπήρου Δράματα, Ο Βασιλιάς Ληρ

Part 2

Chapter 2 7 words Public domain Markdown

ΓΛΟΣΤ. Αυταί αι τελευταίαι εκλείψεις του Ηλίου και της Σελήνης δεν μας προμηνύουν τίποτε καλόν. Μολονότι η φυσική επιστήμη μας εξηγεί αυτά τα φαινόμενα κατά ένα ή άλλον τρόπον, τα επακόλουθά των όμως κάμνουν άνω κάτω την φύσιν. Η αγάπη ψυχραίνεται· η φιλία παύει· τα αδέλφια χωρίζονται· ταραχαί εις τας πόλεις, διχόνοιαι εις τα έθνη, προδοσίαι εις τα παλάτια· και ραγίζονται δεσμοί μεταξύ πατρός και υιού. Του αχρείου υιού μου η διαγωγή είναι μέσα εις αυτά τα προμηνύματα! Ο υιός εναντίον του πατρός του! — Ο δε βασιλεύς καταπατεί και αυτός τους νόμους της φύσεως! Εκεί ο πατέρας είναι εναντίον του παιδιού του! — Επέρασε και 'πάγει ο καλός μας ο καιρός! Τώρα συνωμοσίαι, απιστίαι, προδοσίαι και καταστροφαί μας ταράζουν και μας συνοδεύουν έως τον πάτον! — Πήγαινε να τον εύρης, Εδμόνδε, τον κακούργον. Δεν θα ζημιωθής εσύ από τούτο. Πρόσεχε καλά τι θα κάμης. — Και ο αγαθός και πιστός Κεντ εξόριστος! Και τι είναι το πταίσμα του; Η τιμιότης! Παράδοξα πράγματα!

(Απέρχεται).

ΕΔΜ. Τι μάταιος ο άνθρωπος! Άμα η Τύχη του αρρωστήση (και συχνά την αρρωστά μόνος του από το πολύ παραχόρτασμα), αμέσως θα εύρη, ότι του πταίει ο ήλιος ή η σελήνη ή τα άστρα! Ωσάν να γινώμεθα αχρείοι εξ ανάγκης· ωσάν να μας κάμνη ανοήτους η πίεσις των ουρανών ωσάν να μας κάμνη των σφαιρών η ενέργεια κακοήθεις, κλέπτας και προδότας· ή ωσάν να μας βιάζη των πλανητών η δύναμις να γινώμεθα μέθυσοι, ψεύσται και πόρνοι! Ό,τι κακόν έχομεν μέσα μας θεία είναι η καταγωγή του! Περίφημα το σοφίζεται ο αισχρογεννημένος άνθρωπος, να φορτώνη εις τα άστρα κάθε του κτηνώδη ορμήν! Ο πατέρας μου τα εταίριαξε με την μητέρα μου κάτω από τον αστερισμόν του Δράκοντος, κ' εγώ έτυχε να γεννηθώ κάτω από τον αστερισμόν της Μεγάλης Άρκτου, άρα, είμαι θηριώδης και ασελγής. Σιγά! Θα ήμουν, όπως είμαι, και αν το πλέον παρθενικόν άστρον του στερεώματος ελαμπύριζεν εκεί επάνω την ώραν οπού μ' εγεννοβολούσαν!

(Εισέρχεται ο ΕΔΓΑΡ).

ΕΔΜ. (καθ' εαυτόν). Ιδού· εξεφύτρωσε με την ώραν του, καθώς η λύσις των παλαιών κωμωδιών! (11) Ας κάμω τον μελαγχολικόν και ας αρχίσω με αναστεναγμούς! — Αχ! αι εκλείψεις τα πταίουν και καταστρέφουν την αρμονίαν μας! Φα, σολ, λα, μι (12).

ΕΔΓΑΡ Τι έπαθες, Εδμόνδε αδελφέ; Τι είσαι τόσον συλλογισμένος;

ΕΔΜ. Συλλογίζομαι, αδελφέ, μίαν προφητείαν, την οποίαν εδιάβασα ταις προάλλαις, το τι θα μας φέρουν αι εκλείψεις αυταί.

ΕΔΓΑΡ Με αυτά τα πράγματα χάνεις τον καιρόν σου;

ΕΔΜ. Σε βεβαιώνω ότι κατά δυστυχίαν όλα τα κακά, όσα προλέγεις γίνονται. Ήγουν, μαλλώματα μεταξύ γονέων και παιδιών, θάνατοι, πείνα, διαλύσεις παλατιών, φιλιών, διχόνοιαι εις το κράτος, φοβέραι και κατάραι εναντίον βασιλέων και αρχόντων, δυσπιστίαι χωρίς λόγον, εξορίαι φίλων, διασπορά στρατευμάτων, χαλάσματα γάμων, και δεν ηξεύρω τι ακόμη!

ΕΔΓΑΡ Από πότε έπεσες εις την σπουδήν της αστρολογίας;

ΕΔΜ. Έλα, έλα! Από πότε έχεις να ιδής τον πατέρα μου;

ΕΔΓΑΡ Τον είδα χθες βράδυ.

ΕΔΜ. Του μίλησες;

ΕΔΓΑΡ Συνωμιλούσαμεν δύο ώραις.

ΕΔΜ. Εχωρισθήκατε αγαπημένοι; Δεν σου έδειξε δυσαρέσκειαν, είτε με λόγια είτε με τον τρόπον του;

ΕΔΓΑΡ Διόλου!

ΕΔΜ. Συλλογίσου τι έκαμες να τον θυμώση. Το καλόν οπού σε θέλω, απόφευγέ τον, έως ου να κρυώση ο θυμός του. Τώρα είναι τόσον αναμμένος εναντίον σου, ώστε δεν θα τον ησύχαζε άλλο τι παρά να σ' έβλεπε να κακοπάθης.

ΕΔΓΑΡ Κανείς αχρείος θα μ' εσυκοφάντησε.

ΕΔΜ. Το υποπτεύομαι. Έχε υπομονήν, έως ου να μετριασθή η έξαψίς του. Κάμε ό,τι σου λέγω. Κλείσου εις την κατοικίαν μου και θα σου εύρω τρόπον ν' ακούσης τον πατέρα μας τι λέγει. Πήγαινε, σε παρακαλώ. Πάρε το κλειδί μου· κύτταξε, αν τύχη και σαλεύσης απ' εκεί, να ήσαι ωπλισμένος.

ΕΔΓΑΡ Ωπλισμένος, αδελφέ!

ΕΔΜ. Αδελφέ, σε συμβουλεύω διά το καλόν σου. Να μην είμαι τίμιος άνθρωπος, αν δεν τρέχης κίνδυνον. Σου είπα ό,τι είδα και ό,τι άκουσα· αλλά δεν σου είπα κάθε τι· δεν σου είπα πόσον φοβερά είναι τα πράγματα! Φύγε σε παρακαλώ.

ΕΔΓΑΡ Θα σε δω γρήγορα;

ΕΔΜ. Έχω την φροντίδα σου.

(Απέρχεται ο ΕΔΓΑΡ)

Πατέρας ευκολόπιστος και αδελφός αθώος! Απ' το να κάμη το κακόν αυτός απέχει τόσον, ώστε δεν υποπτεύεται κακίαν εις τους άλλους. Θα παίξω με την τέχνην μου την αγαθότητα του! Η γέννησίς μου μ' αδικεί — ας με πλουτίση ο νους μου. Τολμώ τα πάντα, μου αρκεί να κάμω τους σκοπούς μου. (13)

(Απέρχεται)

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Αίθουσα εν τω μεγάρω του Δουκός της Αλβανίας· (Εισέρχονται η ΓΟΝΕΡΙΛΗ και ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).

ΓΟΝΕΡ. Τον έδειρε ο πατέρας μου τον άνθρωπόν μου λέγεις διότι του εμάλλωνε τον γελωτοποιόν του;

ΟΣΒΑΛ. Ναι!

ΓΟΝΕΡ. Βάσανόν μου είν' αυτός και νύκτα και ημέραν! Νέον ξεσπάνει άτοπον κάθε στιγμήν και ώραν και όλους μας αιώνια μας έχει άνω κάτω! Αυτό δεν υποφέρεται! Κατήντησαν αυθάδεις οι άνθρωποί του, αυτός δε οργίζεται μαζί μας εις κάθε ψύλλου πήδημα! Να τον ιδώ δεν θέλω, όταν απ' το κυνήγι του θα επιστρέψη τώρα. — Αν τα θελήματά [του δεν τα ψηφάς κάμνεις καλά· επάνω μου το παίρνω και μη σε [μέλει!

Σάλπιγγες έσωθεν.

ΟΣΒΑΛ. Έρχεται, κυρία, τον ακούω.

ΓΟΝΕΡ. Και συ κ' οι άλλοι κάμετε ότι τον αμελείτε, κι' ας μου το παραπονεθή. Εάν δεν του αρέση, 'ς της αδελφής μου ημπορεί, αν θέλη, να κοπιάση. Εγώ το ξεύρω: είμεθα κ' αι δύο μας μια γνώμη και δεν θα τον αφήσωμεν να μας καβαλλικεύση. Ανόητον γερόντιον! Και πώς; Την εξουσίαν αφού μας την εχάρισε, την θέλει να την έχη! Μα την ζωήν μου, καταντούν ωσάν μωρά οι γέροι, κ' αν βλάπτη το καλόπιασμα, τους πρέπει αυστηρότης. Το τι σου είπα μη ξεχνάς!

ΟΣΒΑΛ. Πολύ καλά, κυρία.

ΓΟΝΕΡ. Και κρύα τους ιππότας του μεταχειρίζεσθέ τους. Ειπέ το 'ς τους συνδούλους σου. Ας έβγη, ό,τι έβγη! Άλλο δεν ήθελα κ' εγώ ή αφορμήν να εύρω να του ειπώ την γνώμην μου. — Θα γράψω 'ςτην Ρεγάνην να του φερθή, όπως κ' εγώ. — Ετοίμασε το γεύμα.

(Εξέρχονται)

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Αυλή εν τω αυτώ μεγάρω. (Εισέρχεται ΚΕΝΤ μετημφιεσμένος.)

ΚΕΝΤ Εάν και ήχον δανεικόν 'μπορέσω ν' αποκτήσω, ως κ' η φωνή μου να κρυφθή, τότ' εκτελείται ίσως ο αγαθός μου ο σκοπός που μ' έκαμε ν' αλλάξω μορφήν και πρόσωπον. — Λοιπόν, ω Κεντ, εξωρισμένε, εκεί οπού σ' επαίδευσαν, αν σε δεχθούν ως δούλον, ο σεβαστός σου κύριος ακούραστον θα σ' εύρη!

(Εισέρχεται ο ΛΗΡ ακολουθούμενος υπό ΙΠΠΟΤΩΝ και συνοδείας).

ΛΗΡ Να μην αργοπορήση ούτε στιγμήν το γεύμα μου. Ετοιμάσατέ μου το αμέσως. — Ποιος είσαι συ;

ΚΕΝΤ Είμ' ένας άνθρωπος, αυθέντα μου.

ΛΗΡ Τι θέλεις εδώ; Τι επαγγέλλεσαι;

ΚΕΝΤ Τι επαγγέλλομαι; Να μην είμαι χειρότερος από ό,τι φαίνομαι — να υπηρετώ πιστά όποιον μ' εμπιστεύεται· ν' αγαπώ τους καλούς — να τα ταιριάζω με τους φρόνιμους και με όσους έχουν τα λόγια των ολίγα· να φοβούμαι τον νόμον· να πολεμώ, όταν δεν ημπορώ να το αποφύγω, και να μην τρώγω ψάρι (14).

ΛΗΡ Τι είσαι;

ΚΕΝΤ Είμαι ένας άνθρωπος καλόκαρδος, και πτωχός.. ωσάν βασιλεύς.

ΛΗΡ Αν είσαι ως υπήκοος ίσα με τον βασιλέα πτωχός, είσαι πτωχός και τω όντι! Και τι ζητείς;

ΚΕΝΤ Να δουλεύσω.

ΛΗΡ Και ποίον θέλεις να δουλεύσης;

ΚΕΝΤ Εσένα.

ΛΗΡ Με γνωρίζεις, άνθρωπε;

ΚΕΝΤ Όχι. Όμως έχεις εις το πρόσωπον κάτι, το οποίον μου δίδει την όρεξιν να σε κάμω κύριόν μου.

ΛΗΡ Και τι είναι αυτό;

ΚΕΝΤ Μεγαλείον!

ΛΗΡ Και τι ηξεύρεις να κάμνης;

ΚΕΝΤ Ηξεύρω να κρατώ μυστικά, να καβαλλικεύω, να τρέχω, να λέγω άνοστα μίαν νόστιμην ιστορίαν και στραβά ένα ίσιον μήνυμα. Ό,τι ημπορεί να κάμη ένας συνηθισμένος άνθρωπος, ημπορώ κ' εγώ να το καταπιασθώ. Και το καλλίτερόν μου προτέρημα είναι η καλή θέλησις.

ΛΗΡ Πόσων χρόνων είσαι;

ΚΕΝΤ Δεν είμαι ούτε τόσον νέος, ώστε να ερωτεύωμαι κάθε γυναίκα, οπού μου τραγουδήση, ούτε τόσον γέρος, ώστε να τα χάνω διά κάθε γυναίκα με το τίποτε. Έχω τους σαράντα οκτώ εις την ράχην.

ΛΗΡ Έλα μαζί μου. Αν και αφού γευθώ δεν μου φανής χειρότερος από τώρα, σε παίρνω εις την δούλευσίν μου. Μείνε κοντά μου εν τοσούτω. — Το γεύμα! Αι, το γεύμα! — Πού είναι το παιδί; Πού είναι ο τρελλός μου; — Πήγαινε συ να μου τον φέρης.

(Εξέρχεται είς υπηρέτης. Εισέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).

ΛΗΡ Εσύ, — εσένα λέγω, πού είναι η κόρη μου;

ΟΣΒ. Με συμπάθειον...

(Απέρχεται).

ΛΗΡ Τι λέγει αυτός εκεί; Φέρε μου τον εδώ! Το κνώδαλον!

Εξέρχεται είς ΙΠΠΟΤΗΣ.

Πού είναι ο τρελλός μου; Αποκοιμήθηκε ο κόσμος όλος εδώ;

Επιστρέφει ο ΙΠΠΟΤΗΣ.

Αι, λοιπόν; Πού είναι αυτός ο μούλος;

ΙΠΠΟΤ. Λέγει, αυθέντα μου ότι δεν είναι καλά η κόρη σου.

ΛΗΡ Και πώς δεν ήλθεν οπίσω, το ζώον, όταν τον έκραξα;

ΙΠΠΟΤ. Μου το είπεν ολοστρόγγυλα, αυθέντα μου· δεν θέλει να έλθη!

ΛΗΡ Δεν θέλει!

ΙΠΠΟΤ. Αυθέντα μου, δεν ηξεύρω τι τρέχει· αλλά δεν βλέπω πλέον εδώ την συνηθισμένη περιποίησιν διά την Μεγαλειότητά σου. Μου φαίνεται να ωλιγόστευσεν η προθυμία όχι μόνον των υπηρετών, αλλά και του δουκός και της θυγατρός σου.

ΛΗΡ Α! Σου φαίνεται;

ΙΠΠΟΤ. Παρακαλώ να με συμπαθήσης, αυθέντα μου, αν έκαμα λάθος. Αλλά το θεωρώ χρέος μου να μη σιωπώ, όταν νομίζω ότι σου γίνεται άδικον.

ΛΗΡ Μου ενθυμίζεις πράγμα, το οποίον μου επέρασεν από τον νουν κ' εμένα. Το παρετήρησα, ότι κάπως με αμελούν εδώ τώρα τώρα. Αλλά το απέδωκα εις ιδικήν μου παραξενιά και όχι εις κακήν πρόθεσιν ιδικήν των. Θα το εξετάσω καλλίτερα. — Αλλά πού είναι ο τρελλός μου; Έχω δύο ημέρας να τον ιδώ.

ΙΠΠΟΤ. Είναι καταλυπημένος, αφ' ότου ανεχώρησε διά την Γαλλίαν η κόρη σου.

ΛΗΡ Αρκεί. Το παρετήρησα κ' εγώ. — Πήγαινε συ και ειπέ της κόρης μου ότι θέλω να της ομιλήσω.

Εξέρχεται ο υπηρέτης.

Και συ, πήγαινε να μου φέρης εδώ τον τρελλόν μου. Εξέρχεται είς υπηρέτης. Επιστρέφει ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ.

ΛΗΡ Έλα εδώ εσύ, κύριε· έλα εδώ. Ποιος είμαι εγώ;

ΟΣΒ. Ο πατέρας της κυρίας μου.

ΛΗΡ Ο πατέρας της κυρίας σου! Παληόδουλε του κυρίου σου! Βρωμόσκυλε! Αχρείε!

ΟΣΒ. Δεν είμαι τίποτε από όλ' αυτά, αυθέντα, με συμπάθειον.

ΛΗΡ Τολμάς να με βλέπης 'ς το πρόσωπον, αυθάδη!

Τον ραπίζει.

ΟΣΒ. Δεν θέλω να με κτυπάς, αυθέντα.

ΚΕΝΤ (ρίπτων αυτόν καταγής). Κάμε λοιπόν μίαν κουτρουβάλαν, παληάνθρωπε!

ΛΗΡ Ευχαριστώ, παλληκάρι μου! Μου έκαμες δούλευσιν και σε αγαπώ.

ΚΕΝΤ Έλα· σήκω και ξεκουμπίσου! Να σου μάθω εγώ να σέρνεσαι! Φύγε απ' εδώ! Έχεις όρεξιν να ξαναπάρης καταγής το μέτρος σου, ζώον; Φύγε, σου λέγω· αν έχης γνώσιν, φύγε!

(Τον σπρώχνει απερχόμενον).

ΛΗΡ (δίδων χρήματα εις τον Κεντ). Ευχαριστώ, φίλε. Σε παίρνω εις την δούλευσίν μου. Να ο αρραβώνας σου.

(Εισέρχεται ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ).

ΓΕΛΩΤ. Να του δώσω κ' εγώ αρραβώνα. Ιδού· πάρε τον σκούφον μου.

Προσφέρει τω ΚΕΝΤ τον κωδωνοφόρον αυτού πίλον.

ΛΗΡ Καλώς το παιδί μου! Τι γίνεσαι;

ΓΕΛΩΤ. (Προς τον Κεντ). Άκουσέ με, σου λέγω, και πάρε τον σκούφον μου.

ΚΕΝΤ Διατί, τρελλέ;

ΓΕΛΩΤ. Διατί; Διότι πηγαίνεις με τους ξεπεσμένους. Αν δεν ηξεύρης να γελάς εκεί, από όπου ο αέρας φυσά, θ' αρπάξης γρήγορα κρυολόγημα. Να, πάρε τον σκούφον μου. — Αυτός που βλέπεις εξώρισε τας δύο κόρας του, κ' έδωκε εις την τρίτην την ευχήν του, χωρίς να το θέλη. Αν μείνης κοντά του, σου πρέπει ο σκούφος μου. — Τι νέα, παππού; — Κρίμα να μην έχω δύο σκούφους και δύο κόρας.

ΛΗΡ Διατί, παιδί μου;

ΓΕΛΩΤ. Αν εχάριζα ό,τι και αν είχα εις τας κόρας μου, θα εκρατούσα δι' εμένα και τους δύο σκούφους. Να· πάρε τον ιδικόν μου, και ζήτησε άλλον ένα από τας κόρας σου.

ΛΗΡ Πρόσεχε, κύριε, να μη παίξη ξύλον.

ΓΕΛΩΤ. Η αλήθεια είναι μία σκύλα και της πρέπει ν' αλυσοδένεται και να τρώγη ξύλον, ενώ τα χαδευμένο σου σκυλάκι βρωμολογά, ’ξαπλωμένο εμπρός εις την φωτιά.

ΛΗΡ Αυτά τα λέγεις να με πειράξης!

ΓΕΛΩΤ. Άκουσε να σου μάθω ένα γνωμικό.

ΛΗΡ Λέγε.

ΓΕΛΩΤ. Άκουε, παππού: Έχε πλειότερα απ' όσα ξοδεύεις, λέγε λιγώτερα απ ’όσα γνωρίζεις, βάστα πλειότερα απ' όσα δανείζεις, μην περιπατής όταν ημπορής να καβαλικεύης, άκουε πολλά κ’ ολίγα να πιστεύης, όλα σου τα κέρδη μη τα κινδυνεύεις, μη μεθοκοπάς ούτε να πορνεύης, κάθου και ησύχαζε, κ' έτσι θα κερδίζης εις τα κάθε είκοσι, δέκα δυο φοραίς.

ΚΕΝΤ Αυτό και το τίποτε είναι ένα, τρελλέ.

ΓΕΛΩΤ. Και τι συμβουλήν περιμένεις από απλήρωτον δικηγόρον; Τι μου επλήρωσες, εσύ; — Ημπορείς, παππού, να ’βγάλης κάτι από το τίποτε :

ΛΗΡ Όχι παιδί μου. Από το τίποτε δεν’βγαίνει τίποτε.

ΓΕΛΩΤ. προς τον Κεντ. Ειπέ του, σε παρακαλώ, ότι άλλο τόσον’βγάζει από τα βασίλειά του. Αν του το ειπή ο τρελλός, δεν θα τον πιστεύση.

ΛΗΡ Α, κακέ τρελλέ!

ΓΕΛΩΤ. Ποία είναι η διαφορά μεταξύ ενός κακού και ενός καλού τρελλού; Ηξεύρεις, παλληκάρι μου;

ΛΗΡ Όχι, αγόρι μου· μάθε μου την.

ΓΕΛΩΤ. _Όποιος είν' αυτός, που είχε σοφισθή κ' είπε να χαρίσης τα βασίλειά σου, φέρε τον εδώ, κοντά μου να σταθή· ή εσύ δι’ εκείνον στάσου. Δυο τρελλοί θα είναι τότ' εδώ εμπρός, ο κακός ο ένας κι’ άλλος ο καλός. Παρδαλά φορεί ένας, ο σκουφάτος· και ο άλλος νά τος!

ΛΗΡ Τρελλόν με λέγεις εμένα;

ΓΕΛΩΤ. Όλους σου τους άλλους τίτλους τους παραίτησες. Αυτόν τον έχεις εκ γενετής σου.

ΚΕΝΤ Αυτά οπού λέγει δεν είναι όλα τρέλλα, αυθέντα μου.

ΓΕΛΩΤ. Όχι βέβαια! Πού με αφίνουν οι μεγάλοι και οι τρανοί να έχω όλην την τρέλλαν εγώ; Αν την είχα μονοπώλιον, θα μου εγύρευαν κ' εκείνοι μερτικόν. Και αι αρχόντισσαις δεν θα μου την άφιναν να την έχω εγώ όλην· θα μου την ήρπαζαν (15). Παππού, δος μου έν αυγό, να σου δώσω δύο κορώναις.

ΛΗΡ Τι κορώναις θα μου δώσης;

ΓΕΛΩΤ. Εκείναις οπού θ' απομείνουν, αφού σπάσω το αυγό εις την μέσην και φάγω ό,τι έχει μέσα. Όταν την έσπασες εις δύο την βασιλικήν σου κορώνα κ' εχάρισες τα δύο κομμάτια, εφόρτωσες τον γάδαρον εις την ράχην σου να τον περάσης επάνω από ταις βρώμαις. Πού τα είχες τα μυαλά σου, όταν την εχάριζες την χρυσήν σου κορώνα; Αν σου ειπή κανείς, ότι ο τρελλός σου λέγει τρέλλαις, δος του ξύλο.

(άδει:)

Η χρονιά εφέτος είναι των τρελλών έγιναν οι φρόνιμοι κουτοί, και κανείς δεν ξεύρει τι χορόν κρατεί, και σου κάμνουν όλοι άλλα των αλλών.

ΛΗΡ Από πότε έγινες τόσον του τραγουδιού, κύριε;

ΓΕΛΩΤ. Από τον καιρόν όπου οι θυγατέρες σου έγιναν μητέρες σου παππού. Διότι από τότε οπού έβαλες εις τα χέρια των το ξύλο και συ κατέβασες τα βρακιά σου, από τότε.

(άδει:) Απ' την χαρά τους κλαίουν εκείναι και απ' την λύπην εγώ τραγουδώ, τον βασιλέα μου πως να ιδώ όπως παιδάκι μωρόν να είναι

Παρακαλώ, παππού, πάρε μου δάσκαλον να με μάθη να λέγω ψεύματα. Πώς ήθελα να μάθω να λέγω ψεύματα!

ΛΗΡ Αν ειπής ψεύμα. κύριε, θα σε ξυλίσω.

ΓΕΛΩΤ. Δεν ημπορώ να καταλάβω τι συγγένειαν έχεις με ταις κόραις σου. Εκείναις με ξυλίζουν, διότι λέγω την αλήθειαν· εσύ θέλεις να με ξυλίσης, αν ειπώ ψεύμα. Κάποτε ταις τρώγω, διότι δεν λέγω τίποτε. Ήθελα να είμαι κάθε άλλο παρά τρελλός. Δεν ήθελα όμως να είμαι ο Ληρ, παππού. Εξεφλούδισες το καύκαλό σου και από τα δύο μέρη, και δεν σου έμεινε μέσα τίποτε. — Ιδού, έρχεται το ένα ξεφλούδισμα,

Εισέρχεται η ΓΟΝΕΡΙΛΗ.

ΛΗΡ Τι έχεις, κόρη μου; Τι θέλει αυτό το σούφρωμα εκεί; Ωσάν να τα πολυσουφρώνης τώρα τώρα τα φρύδια σου.

ΓΕΛΩΤ. Καλά την είχες, όταν δεν σ' έμελλε είτε τα σουφρώνει είτε όχι. Τώρα έγινες ένα μηδενικόν χωρίς τίποτε απ' εμπρός του. Πάλιν καλλίτερός σου εγώ. Εγώ είμαι τουλάχιστον τρελλός. Εσύ δεν είσαι τίποτε.

Προς την Γονερίλην.

Βέβαια, βέβαια· θα την μαζεύσω την γλώσσαν μου. Μου το προστάζει η ματιά σου, αν και δεν λέγης λέξιν. Βούβα, Βούβα!

_Αν σου λείψει του ψωμιού η ψίχα και η κόρα απ ’ εκεί που χόρταινες, θα σου έλθει πείνα τώρα_

Να ένα ξεκουκκισμένο ρεβίθι. (Δείχνει τον Ληρ).

ΓΟΝΕΡ. Δεν φθάνει μόνον ο τρελλός αυτός σου ο αυθάδης αλλά κ' οι αναιδέστατοι ακόλουθοί σου όλοι μαλλοκοπούν και πιάνονται κάθε στιγμήν και ώραν και είναι ανυπόφορα τα ατακτήματά των! Ενόμιζα πως έφθανε το πράγμα να το μάθης διά να παύση το κακόν. Αλλ' ύστερον απ' όλους τους λόγους και τους τρόπους σου αρχίζω να φοβούμαι ότ' είναι με το θέλημα και με την άδειάν σου. Αν η αλήθεια είν' αυτή, ιδού 'πού σου το λέγω: δεν ημπορεί με σιωπήν το πράγμα να περάση, και ούτε η διόρθωσις η πρέπουσα θα λείψη. Ίσως βαρύ θα σου φανή εκείνο που θα γίνη, κ' ίσως θα είναι εντροπή· αλλ' όμως η ανάγκη ως μέτρον της φρονήσεως θα το υπαγορεύση.

ΓΕΛΩΤ. Διότι 'ξεύρεις, ω παππού.

_τόσον καιρόν τον έτρεφε τον κούκκον ο σπουργίτης ως που του κούκου τα παιδιά έφαγαν τον σπουργίτην._

Κ' εκεί ο λύχνος έσβυσε, κ' εμείναμεν 'ς το σκότος (16).

ΛΗΡ Είσαι η κόρη μου;

ΓΟΝΕΡ. Aρκεί! θέλω να κάμνης χρήσιν του λογικού, που βέβαια διόλου δεν σου λείπει, κι' αυτούς τους θυμούς οπού σε κάμνουν τώρα να γίνεσ ’ άλλος άνθρωπος παρά το φυσικόν σου.

ΓΕΛΩΤ. Μήπως το γαϊδούρι δεν βλέπει πότε το αμάξι σέρνει το άλογο; Εμπρός! Τράβα να μου ζήσεις.

ΛΗΡ Ποιος θα μου πη ποιος είμ' εγώ; Ο Ληρ αυτός δεν είναι. Ο Ληρ εδώ περιπατεί; Αυτά ο Ληρ τα λέγει; Τι έγιναν τα μάτια του; Ή μη αδυνατίζει κ' εις λήθαργον ευρίσκεται ο νους του; — Ή κοιμάται; Α! Όχι! — Δεν θα μου ειπή κανείς εδώ ποιος είμαι;

ΓΕΛΩΤ. Ίσκιος του Ληρ!

ΛΗΡ Ποιος είμ' εγώ, ειπήτε μου. Διότι μ’ επλάνεσε κι ο θρόνος μου, κ’ η κρίσις μου κι ο νους [μου και μ’ είχαν κάνει να φρονώ πως έχω θυγατέρας.

ΓΕΛΩΤ. Κι' αυταίς πατέρα ευπειθή ηθέλησαν να έχουν.

ΛΗΡ Ωραία μου αρχόντισσα, μου λέγεις τ' όνομά σου :

ΓΟΝΕΡ. Κ' η απορία σου αυτή ταιριάζει μ' όλα τάλλα. Παρακαλώ, τους λόγους μου καλά εννόησέ τους. Αν είσαι γέρος σεβαστός, και γνωστικός να είσαι. Εδώ μας έχεις εκατόν ιππότας, ένα κ' ένα, δοσμένους 'ς το ξεφάντωμα κι' αυθάδεις και ατάκτους τόσον, 'που έκαμαν εδώ 'σάν χάνι την αυλήν μας! Με τα αισχρά φερσίματα και την αναίδειάν των φαίνεται μάλλον καπηλειό παρά σεμνό παλάτι! Είναι το πράγμα εντροπή και θέλει θεραπείαν. Κάμε την χάριν το λοιπόν 'ς εκείνην, η οποία ό,τι ως χάριν σου ζητεί 'μπορεί και να το πάρη, τον αριθμόν των ιπποτών να τον ολιγοστεύσης· κι όσους κρατήσης απ' αυτούς κοντά σου, διάλεξέ τους να είναι όλοι ταιριαστοί με τα γεράματά σου, και άνθρωποι να εννοούν ποιοι είναι και ποιος είσαι.

ΛΗΡ Φωτιά και λαύρα! — Τ’ άλογα σελλώσετε αμέσως! Να έλθη η συνοδεία μου! — Εσύ, ξεντροπιασμένη, δεν θα σου δώσω πείραξιν. Μου μένει κι’ άλλη κόρη!

ΓΟΝΕΡ. Μου δέρνεις τους ανθρώπους μου, ενώ τα σκύβαλά σου τους ανωτέρους των εδώ τους θεωρούν’σαν δούλους!

(Εισέρχεται ο ΔΟΥΞ της ΑΛΒΑΝΙΑΣ)

ΛΗΡ Αλλοίμονον, εάν αργά κανείς μετανοήση,

Προς τον δούκα.

Α ήλθες συ! Τα συγχωρείς εσύ αυτά; Ομίλει! Σελλώσετέ μου τ' άλογα ευθύς! — Αχαριστία, ω στρίγλα μαρμαρόκαρδη, εις την καρδιάν μιας κόρης φρικωδεστέρα φαίνεσαι κι' από πελάγους δράκον!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τι έχεις; Σε παρακαλώ, αυθέντα, μη θυμώνης

ΛΗΡ Κατηραμένη, ψεύδεσαι! Οι άνθρωποί μου όλοι είναι καλοί και διαλεκτοί· τα χρέη των τα ’ξεύρουν δεν εντροπιάζουν την τιμήν και το αξίωμά των. — Ω Κορδηλία, διατί το ελαφρόν σου πταίσμα να μου φανή τόσον φρικτόν; Και πώς να μου στρεβλώση το φυσικόν, και την καρδιάν να μου την ξετοπίση, και εις χολήν την τόσην μου αγάπην να γυρίση;

(Κτυπών το μέτωπον).

Ω Ληρ, ω Ληρ! Κτύπα εδώ, ν' ανοίξη, Ληρ, η θύρα να έμβη η τρέλλα και ο νους να φύγη! Άνθρωποί μου ας φύγωμεν! Ας φύγωμεν!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Εγώ ούτε σου πταίω αυθέντα ούτε ξεύρω καν τι πράγμα σε συγχύζει.

ΛΗΡ Ίσως δεν ΄ξεύρεις — Άκουσε, ω Φύσις, άκουσέ με. Εισάκουσέ μ’ αγαπητή Θεά! Εάν την είχες να γίνη γόνιμη αυτή, ν’ αλλάξης τον σκοπόν σου· Τα όργανα του τοκετού εντός της μάρανέ τα, και στείρευσε τα σπλάγχνα της! Εις το αισχρόν της [σώμα να μη χαρίσης την τιμήν να της βλαστήση βρέφος! Κι αν κάμη σύλληψιν ποτέ, να πλάσης το παιδί της από χολήν, ώστε να ζη διά να καταντήση να είναι τυραννία της και βάσανον! Να σκάψουν χαράκια εξ αιτίας του το νέον μέτωπόν της, τα μάγουλά της ρεύματα δακρύων ν' αυλακώσουν! Κάθε της πόνος μητρικός και μητρική λαχτάρα να στρέψη 'ς αναγέλασμα και καταφρόνησίν της! Ώστε κ’ αυτή να αισθανθή τι σπαραγμός και πόνος είναι τ' αχάριστον παιδί· πώς την καρδιάν ξεσχίζει από το δόντι του φιδιού πλέον σκληρά... Να φύγω!

(Εξέρχεται)

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Μα τους θεούς που προσκυνώ, τι έπαθε; Ειπέ μου!

ΓΟΝΕΡ. Εις μάτην βασανίζεσαι την αφορμήν να μάθης. Ας ξεθυμάνη ως εκεί 'που ημπορεί να 'πάγη το ξαναμώραμά του.

ΛΗΡ (επιστρέφων). Πώς! Διά μιας πενήντα από τους ακολούθους μου, — εις δύο εβδομάδας;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τι έχεις, ω αυθέντα μου;

ΛΗΡ Να σου ειπώ τι έχω...

Προς τον Γονερίνην).

Ιδέ με! το εντρέπομαι την δύναμιν να έχης να φέρης τόσον κλονισμόν 'ς το ανδρικόν μου στήθος, Τα δάκρυά μου τα θερμά, που τρέχουν άθελά μου, να χύνωντ' εξ αιτίας σου το έχω εντροπήν μου, Ω να σε πάρη η καταχνιά και η ανεμοζάλη! Η αθεράπευτη πληγή της πατρικής κατάρας να καταφάγη σύρριζα την ύπαρξίν σου όλην! — Πτωχά μου ’μάτια γέρικα, αν κλαίετε ακόμη, σας ξερριζώνω μόνος μου να σας πετάξω κάτω 'ς το χώμα, να ζυμώσετε με δάκρυα την λάσπην! — Καλά, καλά! Μου έμεινε ακόμη μία κόρη. Εκείνη τον πατέρα της θα τον παρηγορήση, και όταν μάθη όλ' αυτά, ω βέβαια, θα έλθη, θα έλθη με τα 'νύχια της να σου καταξεσχίση το πρόσωπόν σου, λύκαινα! ’Σ τα χέρια μου και πάλιν την εξουσίαν θα ιδής εκείνην, που νομίζεις ότι εγώ την άφησα διά παντός!

(Εξέρχονται ο ΛΗΡ, ο ΚΕΝΤ και η συνοδεία του.)

ΓΟΝΕΡ. Τον είδες;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Δεν ημπορώ αληθινά διόλου, Γονερίλη, όσον και αν σε αγαπώ, να δικαιολογήσω...

ΓΟΝΕΡ. Παρακαλώ, ησύχασε. — Οσβάλδε, αι, Οσβάλδε! — Εσύ, τρελλέ ή πονηρέ, καλλίτερα να φύγης να εύρης τον αυθέντην σου!

ΓΕΛΩΤ. Παππού, παππού Ληρ, στάσου μη τρέχης να έλθη μαζί σου και ο τρελλός σου.

Μια αλεπού αν τσακωθή ή τέτοια θυγατέρα πρέπει ευθύς να κρεμασθή Το δε σχοινί ν’ αγορασθή κι' η κάπα μου ας πωληθή.

Μ' αυτά τα λόγια ο τρελλός σας λέγει καλή 'σπέρα.

Αναχωρεί).

ΓΟΝΕΡ. Ωραία το εσκέφθηκε! Με εκατόν ιππότας! Πολύ θα ήτο γνωστικόν, αλήθεια, να τον έχης εδώ να μένη μ' εκατόν ανθρώπους οπλοφόρους, κ’ εις κάθε φαντασίαν του, εις κάθε όνειρόν του, εις κάθε του παράπονον ή δυσαρέσκειάν του, να προστατεύη με αυτούς το ξαναμώραμά του, η δε ζωή μας και των δυο 'ς τα χέρια του να είναι! Οσβάλδε!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Με τους φόβους σου θαρρώ το παρακάμνεις.

ΓΟΝΕΡ. Καλλίτερα οι φόβοι μου παρά το ξέννοιασμά σου. Να προλαμβάνω προτιμώ το πράγμα 'πού φοβούμαι ή να φοβούμαι μη αυτό εμένα με προλάβη! Τι έχει μέσα 'ς την καρδιάν το ξέρω. Όσα είπε, με γράμμα τώρα τα μηνώ εγώ 'ς την αδελφήν μου. Αφού της τον απέδειξα τον κίνδυνον, αν θέλη να τον κράτηση μ' εκατόν ιππότας του...

Εισέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ.

Οσβάλδε, 'ς την αδελφήν μου· έγραψες εκείνα 'πού σου είπα;

ΟΣΒ. Τα έγραψα, κυρία μου.

ΓΟΝΕΡ. Ξεκίνησε αμέσως· πάρε μαζί σου μερικούς ανθρώπους μου. Ειπέ της τους φόβους μου, και πρόσθεσε και ιδικούς σου λόγους, ώστε το πράγμα δι’ αυτήν χειροπιαστόν να γίνη. Ξεκίνησε. Και κύτταξε αμέσως να γυρίσης. —

Απέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ.