Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος
Part 8
Σαράντα μέρες βάσταξε ταξέχαστο εκείνο το πανηγύρι· αξέχαστο, επειδή ως τέλος τη φύλαξαν τη γιορτή αυτή, τα γενέθλια της Πόλης.
Τέτοια μεγαλοκάμωτη πολιτεία χρειαζότανε και νέους κατοίκους. Προσκάλεσε λοιπόν ο Βασιλέας Συγκλητικούς από τη Ρώμη, προσκάλεσε αρχόντους και νοικοκυρέους από Ελλάδα και Μικρασία. Τους διόρισε στην καινούρια Σύγκλητο και τους έδωσε σπιτότοπους για να χτίσουνε. Μαζί με τους μεγάλους έτρεχαν και παντής λογής έμποροι, τεχνίτες κ' εργάτες. Γέμισε λοιπόν η πόλη κατοίκους, και δίχως άλλο το Ελληνικό είταν το πιο πολυάριθμο από τα νέα αυτά στοιχεία.
Στην Αυλή μέσα ως τόσο, σταπέραντα εκείνα παλάτια, οι νεοφερμένοι είτανε μεγάλο μέρος Ασιατικοί· επειδή καθένας από τους αμέτρητους αξιωματικούς και τους μεγιστάνες που έβραζαν εκεί μέσα έσερνε κατόπι του ακόμα πιο αμέτρητους σκλάβους κι άλλους παρατρεχάμενους.
Είπαμε πως το φυσικό του Κωσταντίνου είτανε μέρος Ρωμαϊκό και μέρος Ελληνικό. Ίσως έπρεπε να τονέ χωρίσουμε σε τρία και να του βάλουμε κ' ένα μέρος Ασιατικό. Τι παράξενο όμως· η πατρίδα του, οι γονιοί του, η αναθροφή του στην Αυλή του Διοκλητιανού, κατακεί τονέ γύριζαν όλα. Δεν είταν και τέτοιος ο Χριστιανισμός του που να τις μετριάζη τις Ασιατικές του συνήθειες. Λοιπόν όχι σκλάβους μονάχα, μα κ' ευνούχους κι αρχιευνούχους μάζεψε, και σατραπικά μεγαλεία τα γέμισε τα Βυζαντινά του παλάτια. Με παρόμοια ασιατική μεγαλοδωρία πρόσταξε να μοιράζεται στους κατοίκους κι ο φόρος πούδινε σε σιτάρι η Αφρική και που τονέ χαίρουνταν ως τα τότε η Ρώμη.
Άλλο τώρα δεν έμνησκε παρά τόνομα της νέας πρωτεύουσας. Ονομάστηκε λοιπό Νέα Ρώμη και Κωνσταντινούπολη. Το πρώτο τόνομα γλήγορα ξεχάστηκε, κι απόμεινε μονάχα σε βιβλία και σ' έγγραφα. Το δεύτερο έμεινε και θα μείνη, εξόν αν άλλες φυλές και γλώσσες μας το ιεροσυλήσουν κι αυτό, και κάμουν ό,τι μια Τουρκιά δε δυνήθηκε.
ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Αρχίζει και βράζει το λεβέτι της Ρωμιοσύνης
Άλλο δεν είχε τώρα στο νου του ο Κωσταντίνος παρά να κανονίση το Κράτος. Ή να πούμε, το γέρικο τον οργανισμό της παλιάς Ρώμης, τους ξεπεσμένους της Συγκλητικούς και τους πιο κακορρίζικους Πραιτωριανούς να τους συμμαζέψη και να τους μεταφέρη σε γης που δεν είχε φόβο να θεριέψουν και να πνίξουν την Αυτοκρατορική δύναμη, καθώς έκαμναν όταν ανεβοκατέβαζαν Αυγούστους και Καισάρους κάθε λίγο. Της Νέας Ρώμης η «Σύγκλητος» άλλη δουλειά δεν είχε παρά να δικάζη «Συγκλητικούς» κάποτες, να διορίζη πολιτική υπαλληλία, και να εγκρίνη Βασιλικά Διατάγματα. Οι Πραιτωριανοί πάλι, η Βασιλική δηλαδή φρουρά, από εφτά χιλιάδες πεζούρα και καβάλλα που είταν άλλοτες, απόμειναν ως χίλιοι πεντακόσοι. Χωρίστηκαν κ' οι Επαρχίες κ' έγιναν ως εκατό δεκάξη, και της καθεμιάς ο άρχοντας είχε χρέη μονάχα πολιτικά, δικαστικά κ' οικονομικά. Όσο πάλι για τα στρατέματα που μένανε σκόρπια μέσα στις Επαρχίες, οι «Δούκες» κ' οι «Κόμητες» που τα διοικούσαν καθώς κ' οι Γενικοί Αρχηγοί της καβαλλαρίας και του πεζικού, που όριζαν τους Κόμητες και τους Δούκηδες, με το να μην κυβερνούσανε πια τα επαρχιακά οικονομικά, φόβο δεν είχε να σηκώσουν κεφάλι εναντίον της Βασιλείας.
Κ' έτσι, στη δημοκρατική αυτή χώρα, που και σκλαβωμένη την άφιναν οι Ρωμαίοι κ' έπαιζε με τα δημοκρατικά της απομεινάρια, στη γης αυτή που ανθοστόλιστα και καρπερά δέντρα μας έβγαλε αρίφνητα, θεόρατους όμως πλατάνους και λεύκες όχι, φυτεύτηκε τέλος πάντων το δέντρο που έμελλε να ρίξη τρίσβαθες ρίζες και χίλιους χρόνους ναπλώνη τον ίσκιο του και να προστατεύη το έθνος από μανιασμένα στοιχεία. Καιρός μας είταν κάποιο δυνατό χέρι να μας συμμαζέψη και να μας γλυτώση από το φοβερό το φάγωμα, φάγωμα ο ένας με τον άλλον πια όχι, μα το φάγωμα από τα λιμασμένα ταγρίμια που μας παραμόνευαν ολοτρόγυρα. Καιρός του είταν ενός Κωνσταντίνου, που λες και τόννοιωθε πως δίχως ραβδί μοναρχικό το σκαρί μας δεν τόχει να ορθοστέκεται — σταλήθεια όμως τα δικά του συλλογιώντας, κι όχι τα δικά μας τα μέλλοντα —, να μας πάρη και να μας φυλάξη από βέβαιο ξολοθρεμό· θαρρώντας πως έτσι στέριωνε τη Ρωμαϊκή την Αυτοκρατορία στην Ανατολή, κι ως τόσο θεμελιώνοντας αθέλητα τη Ρωμαίικη τη δύναμη.
Τα σημειώνουμε αυτά για τους όσους σα να τον ψεγαδιάζουν τον Κωνσταντίνο, που τάχα δε σεβάστηκε πιώτερο το Ελληνικό το Έθνος και δε μας έδωσε να πούμε είδος «Σύνταγμα» από τότες!
Το ρωμαίικο μήτ' έκαμε μήτε θα κάμη ποτές μεγάλα πράματα δίχως ένα και δυνατόν αρχηγό· κ' είταν η ώρα της λαμπρότερης τύχης του όταν ο σταυρός έφερε τον πρώτο μας Βασιλέα στον απόλυτο θρόνο της νέας του Ρώμης.
Καθώς είπαμε, ο Κωσταντίνος δεν κατέβηκε στην Πόλη να συστήση κράτος Ελληνικό. Ο σκοπός του είτανε Ρωμαϊκός. Ο οργανισμός του λατινικός, ταξιώματα λατινικά, ως κ' η επίσημη η γλώσσα λατινική. Μα ο χριστιανικός του ο ενθουσιασμός, που τον αποξένωσε από την παλιά τη Ρώμη, τον έκαμε, δίχως να το ξέρη, δίχως να τα προβλέπη τα σπουδαία αποτελέσματα πούκρυβε το κίνημά του, Πατέρα και Προστάτη της Χριστιανικής Ρωμιοσύνης. Δεν το πρόβλεπε πως η Εκκλησία εκείνη, που τηνέ θαρρούσε απλή λατρεία του Αληθινού Θεού, είταν εθνικό μας πράμα, ολοζώντανο και παντοδύναμο, που είχε δεν είχε έμελλε να καταπιή κάθε άλλη ιδέα, και να σταθή ολομόναχο στην Ανατολή, ανάμεσα στα εθνικά τα στοιχεία που το θρέφανε — γλώσσα, φιλολογία, συνήθειες. Δίδασκε τα παιδιά του την ελληνική τη γλώσσα, κ' ίσως δεν περνούσε από το νου του πως δεν είταν πια τέκνα της Ρώμης τα παιδιά εκείνα. Διόριζε Συνόδους, και δεν τόβλεπε πως εγκαινίαζε συστήματα που ξανάνιωναν τον Ελληνισμό.
Κι όχι μονάχα δεν τον πρόβλεπε το δρόμο που μας χάραζε, μα μήτε και καλόνοιωθε το χαρακτήρα μας, κακίες και καλά μας. Είδαμε στο δεύτερο το Κεφάλαιο πόσο αρχάριος είτανε στα θεολογικά και στα σοφιστικά μας, πόσο λίγο τον καταλάβαινε και τον Αθανάσιο και τον Άρειο. Τώρα να δούμε και με τι τρόπο άλλος θεομπαίχτης, ο φίλος του ο Ευσέβιος της Νικομήδειας, εκεί που σύχαζε ο τόπος ύστερ' από τους κανονισμούς της Νίκαιας, κατόρθωσε να τον κάμη του χεριού του τον Αυτοκράτορα, με σκοπό να ξαναφέρη πίσω τον ξορισμένο τον Άρειο.
Βλέποντας ο Ευσέβιος πως ο μεγάλος ο πόθος του Κωσταντίνου είτανε να ξεκάμη από τη μέση κάθε αφορμή ταραχής, τον καταπείθει πως ο μόνος τρόπος είναι να λευτερώση τον Άρειο και να φιλιώση μαζί του. Τονέ φέρνει λοιπόν ο Βασιλέας τον Άρειο στην Κωσταντινούπολη (330), και τονέ ρωτάει αν είταν έτοιμος να παραδεχτή της Νίκαιας το Σύβολο. Αποκρίνεται ο Άρειος με τρόπο σα να συφωνούσε με το Σύβολο. Τον προστάζει τότες ο Κωσταντίνος να γράψη την ομολογία του. Καθίζει ο Άρειος και γράφει το «Πιστεύω» της Νίκαιας απαράλλαχτο σ' όλα, μόνο που αφήκε όξω το «ομοούσιος τω Πατρί». Πολύ πιθανό να μην την πρόσεξε ο Κωσταντίνος αυτή την παραδρομή· μα και να την παρατηρούσε, δεν είταν άνθρωπος να καταλάβη πόσους πολέμους έκρυβε μέσα του τέτοιο λάθος, και θάκλειε τα μάτια του θαρρώντας πως γλήγορα θα ξεχαστή τέτοιο μικρό πράμα. Όποιος κι αν είναι ο καθαυτό ο λόγος, τον αθώωσε ο Κωσταντίνος τον Άρειο και τον αφήκε μέσα στη Χριστιανωσύνη, σαν την αλεπού του Σαμσώνα μέσα στα ώριμα στάχια.,
Άρχισαν αμέσως, κι ο Άρειος κ' οι φίλοι του, και δουλεύανε με κάθε τρόπο θεμιτό κι αθέμιτο. Πρεσβύτερος όντας της Αλεξάντρειας, εκεί φυσικά τον τραβούσε κ' η φιλοδοξία του. Ήθελε να την κάμη την Αλεξάντρεια Πρωτεύουσα της σοφιστικής Ρωμιοσύνης, καθώς έκαμε ο Κωσταντίνος το Βυζάντιο Πρωτεύουσα της Ρωμιοσύνης της πολιτικής.
Έτυχε ως τόσο εκείνο το χρόνο απάνω ναποθάνη ο Μητροπολίτης ο Αλέξαντρος. Και ψυχορραγώντας ο γέρος διόρισε διάδοχο του το γνωστό μας Αθανάσιο. Πήγε να τρελλαθή ο λαός από τη χαρά του σαν τάκουσε πως ο αγαπημένος τους ο Αθανάσιος διορίστηκε Ιεράρχης. Σκύλιασαν οι Αρειανοί, εναντιωθήκανε μερικοί άλλοι Επίσκοποι, μα η φωνή του λαού έπνιξε κάθε αντίσταση και κάθε ραδιουργία. Πανηγύριζε το λοιπόν η Χριστιανωσύνη την εκλογή του νέου Φωστήρα της.
Είτανε μα την αλήθεια Πρόνοια και μας έφερε τον Αθανάσιο την κρίσιμη αυτή στιγμή, να σοφιστή και να πράξη όσα ο Κωτσαντίνος δεν είτανε φυσικό του μήτε να πράξη μήτε να σοφιστή. Λες κ' άδραξε την ηθική και τη διανοητική διοίκηση της χώρας στα πιδέξιά του χέρια, καθώς ο Κωσταντίνος την πολιτική διοίκηση.
Ανέβηκε δεν ανέβηκε στο δεσποτικό θρόνο ο Αθανάσιος, και λαβαίνει γράμμα από τον Ευσέβιο της Νικομήδειας που τον παρακινούσε να δεχτή τον Άρειο στη Μητρόπολή του. Ο Αθανάσιος όμως δεν πιάνουνταν εύκολα σε τέτοιες παγίδες. Αμέσως το κατάλαβε πως ο Άρειος μήτ' άλλαξε μήτε μπορούσε ναλλάξη, και πως αν ερχότανε στην Αλεξάντρεια, θάσπαιρνε ζιζάνια και διχόνοιες εκεί που ο ίδιος ζητούσε να σπείρη ειρήνη κι ορθοδοξία. Στέλνει λοιπόν απάντηση του Ευσεβίου πως αδύνατο τέτοιο πράμα. Πηγαίνει τότες ο Ευσέβιος και καταπείθει τον Κωνσταντίνο, ο ίδιος να γράψη του Αθανασίου, και τούγραψε ο Αυτοκράτορας. Πάλι όμως ο Αθανάσιος αποκρίνεται πως αδύνατο πράμα γυρεύει ο Βασιλέας. Τα ίδια και δυνατώτερα μάλιστα του ξαναπάντησε σε δεύτερο φοβεριστικό γράμμα του Κωσταντίνου ο Αθανάσιος. Κ' έπρεπε έτσι, αφού ο Βασιλέας δεν ήθελε να το νοιώση.(3)
Βλέπει ο Κωνσταντίνος τέτοια δύναμη και τέτοια επιμονή, και με τον κοινό του νου συλλογιέται πως δίκιο πρέπει νάχη ο νέος Μητροπολίτης. Παρατηρεί το δισταγμό του ο αλιτήριος ο Ευσέβιος, κι αμέσως καταπιάνεται άλλο πονηρότερο παιχνίδι για να περάση το θέλημά του. Κατεβαίνει στην Αντιόχεια, συναγροικιέται με πολλούς δικούς του Επισκόπους, συκοφαντεί τον ορθόδοξο Μητροπολίτη της Αντιόχειας, τον Ευστάθιο, φέρνει Σύνοδο και τον ξεθρονιάζει, κ' έτσι βγάζει από τη μέση έναν από τους δυνατώτερους βοηθούς του Αθανασίου. Φωνάζει ο λαός και διαμαρτυριέται. Αυτό ήθελε κι ο Ευσέβιος. Καταμηνάει το λαό του Κωσταντίνου, πως τάχα σήκωσε Στάση. Ακούγει Στάση ο Κωνσταντίνος και φρενιάζει. Στέλνει αμέσως έναν Κόμητα της Αυλής του κ' επικυρώνει τη συνοδική την απόφαση. Κατόπι, σαν το καλοσυλλογίστηκε, κατάλαβε πως δε σύφερνε να τον αγριέψη και πολύ το λαό, και πάσκισε να φέρη κάποιο συβιβασμό· και για να μη μένη κανένα μέρος παραπονεμένο, διόρισε διάδοχο του Ευσταθίου όχι τον υποψήφιο του Ευσεβίου, παρά τον Ευφρόνιο της Αντιόχειας.
Κ' έτσι έμεινε μισοκάμωτη η ραδιουργία του Ευσεβίου. Πάλι όμως δεν απελπίστηκε ο Ευσέβιος. Είναι αλήθεια πως αναγκάστηκε να καθίση ήσυχος μερικόν καιρό, τότες που ο Κωσταντίνος βγήκε σε πόλεμο, και χτυπήσαντας Γότθους και Σαρμάτες, τους πρώτους τους
χριστιάνεψε μέγα μέρος, κι από τους δεύτερους αφήκε ως τρακόσες χιλιάδες και κατοικήσανε σε διάφορους τόπους του βασιλείου. Και πάλε τότες που μαζευόντανε στην Κωσταντινούπολη Πρεσβείες από Ιντική, από Αιθιοπία, από τα Βορεινά, και τέλος από την Περσία, το φιλόδοξο αυτό Έθνος που ξανασήκωνε και τώρα κεφάλι και ξαναγύρευε παλιά μεγαλεία, έθνος που κάμποσες ακόμα φορές θα το δούμε στο δράμα της ιστορίας μας, μα που ο Κωσταντίνος με πιδέξια διπλωματική το κρατούσε ήσυχο για την ώρα. Σε τέτοια αυτοκρατορικά ζητήματα μπλεγμένος ο Κωσταντίνος, καιρό δεν είχε να χάνη με τον Ευσέβιο. Αποφασισμένος όμως ο Ευσέβιος νανεβάση και καλά τον Άρειο και να ταπεινώση τον Αθανάσιο, όλο κρυφοδούλευε, όλο σκάρωνε τρόπους νανακατέψη άλλη μια τη βασιλική τη χολή και να πετύχη το θέλημά του.
Είτανε στην Αίγυφτο κι άλλα είδη αιρετικοί εξόν από τους Αρειανούς, και μάλιστα οι Μελετινοί. Αυτούς λοιπόν τους Μελετινούς τους έκαμε τώρα όργανά του. Γνωρίζοντας το σφυγμό του Κωσταντίνου, πούτρεμε άμ' άκουγε στάση και ταραχή, βάζει τους Μελετινούς και διαδίνουν παντής λογής ψεύτικες κατηγορίες εναντίον του Ιεράρχη της Αλεξάντρειας. Φτάνουν αυτές οι συκοφαντίες ως την Πρωτεύουσα. Ακούγει ο Κωσταντίνος ιεροσυλίες, φονικά, στάσες, τέλος πως και θησαυρό μεγάλο μάζεψε τάχα ο Αθανάσιος να πολεμήση τον Άρειο και τον Κωσταντίνο, έχοντας κι άσκημα γράμματα από τον Έπαρχο το Φιλάγριο που δεν του ερχότανε να βλέπη τον Αθανάσιο να τονέ θεοποιή ο λαός, άρχισε πάλε να οργίζεται και να χολοσκάνη. Έγινε ο σκοπός του Ευσεβίου. Ήρθε η ώρα του. Πηγαίνει και προτείνει του Βασιλέα Σύνοδο στην Καισάρεια της Παλαιστίνης. Δέχεται ο Βασιλέας, και τρέχουν όλοι οι φίλοι του Ευσεβίου στην Καισάρεια να δικάσουν τον Αθανάσιο. Προσκαλιέται ο Αθανάσιος, ή καλλίτερα, _προστάζεται_ από τον ίδιο τον Κωσταντίνο νάρθη στην Καισάρεια. Ο Αθανάσιος όμως δεν έρχεται, κ' έτσι δε γίνεται τίποτε στην Καισάρεια. Μη θέλοντας ο Κωσταντίνος να ταράξη την ησυχία της χώρας δεν τόκρινε εύλογο να παρατραβήξη το σκοινί, κι αφήκε τη φουρτούνα και πέρασε. Τον ακόλουθο όμως χρόνο προστάζει να γίνη δεύτερη Σύνοδο στην Τύρο, και προσκαλεί πάλι τον Αθανάσιο, τώρα όμως πια με φοβέρες.
Μαζεύεται η Σύνοδο της Τύρος στα 335. Έρχεται κι ο Βασιλικός Επίτροπος, ο Κόμητας Διονύσιος, με ρητή προσταγή ακόμα και να τους ξορίση τους κατηγορημένους αν είναι ανάγκη. Γέμισε η Τύρο φίλους του Ευσεβίου, ενώ οι ορθόδοξοι οι Επίσκοποι μήτε προσκαλέστηκαν. Το τέλος δεν είταν ανάγκη να πάη ο Αθανάσιος στην Τύρο για να το μάθη. Τι να κάμη όμως, που η προσταγή του Κωσταντίνου είταν οριστική. Θέλοντας και μη τράβηξε κατά την Τύρο και παρουσιάστηκε μπρος στους λύκους εκείνους, ο αληθινός ο ποιμένας της χριστιανωσύνης.
Τονέ συνόδεψαν κι' άλλοι επίσκοποι, ως πενήντα. Του Ευσεβίου δεν του ήρθε να βλέπη και τόσους ορθοδόξους μαζεμένους· αυτός ήθελε να καταδικάση τον Αθανάσιο και να γλυτώση. Συλλογιέται λοιπό να τους τρομάξη τους αντίπαλους του με τακόλουθο κίνημα. Έχοντας μικρή πλειονοψηφία, έπειτα και το Βασιλικό Επίτροπο μαζί του, ψηφίζει να παρασταθή ο Αθανάσιος μέσα στη Σύνοδο ολόρθος σαν ένοχος. Όξω φρενών οι πενήντα οι Επίσκοποι σαν άκουσαν τέτοια απόφαση. Και τόσο κακό έγινε, που αναγκαστήκανε να τη διακόψουν εκείνη τη συνεδρίαση.
Σαν ξανάρχισε τέλος η δίκη (επειδή Δικαστήριο είταν κι όχι Σύνοδο), και στάθηκε ο άγιος Ιεράρχης ομπρός τους, με τόση δύναμη τις πολέμησε τις κατηγορίες τους που τάχασαν οι φίλοι του Ευσεβίου. Και για να μην τους ξεφύγη όλως διόλου, σοφίζουνται και διορίζουν Επιτροπή (από δικούς τους ανθρώπους), να πάη στην Αλεξάντρεια και τάχα να ξετάση αν έχουν τον τόπο τους οι κατηγορίες. Δε δυσκολεύτηκε να νοιώση ο Αθανάσιος τι θα είναι το τέλος τέτοιας Επιτροπής. Βλέπει πως σωτηρία δεν υπάρχει, σηκώνεται λοιπόν και φεύγει νύχτα από την Τύρο.
Μεταφέρνεται τώρα το δράμα στην Κωσταντινούπολη. Γύριζε ο Αυτοκράτορας από περιοδία κ' έμπαινε στην Πρωτεύουσα. Και καθώς διάβαινε από την πύλη της Πόλης, παρουσιάζεται κάποιος ομπρός του, αρπάζει τα χαλινάρια του βασιλικού του άλογου, και φωνάζει «Δικαιοσύνη!». Ο Βασιλέας, και πριν αναγνωρίση τον Αθανάσιο, μα και κατόπι, φάνηκε πολύ χολιασμένος με τέτοια τόλμη. Είταν κι από τα πριν οργισμένος, θαρρώντας τον αδιόρθωτο στασιαστή και ραδιούργο, και τέλος άνθρωπο που χαλνούσε την ησυχία του τόπου μ' ακατάπαβες φιλονεικίες και λογομαχητά. Άλλο ένα, που είχε παραγγελμένη τη Σύνοδο της Τύρος, άμα τελειώση, να περάση στα Ιεροσόλυμα και να εγκαινίαση το ναό εκείνο που είχε χτισμένο στον Άγιον Τάφο. Δεν ήθελε λοιπόν μήτε νακούση τον Αθανάσιο, και μόλις μετά πολλά έστερξε να τόνε δεχτή· μα και τότες του κακομίλησε, και μάλιστα και πως θα τονέ διώξη από το Παλάτι τονέ φοβέριζε. Όταν όμως τέλος ο Αθανάσιος στάθηκε μπρος του και φώναζε «δικάσει Κύριος ανάμεσον εμού και σου», ξύπνησε πάλι η ευλάβεια κ' η δικαιοσύνη του, κ' έστειλε μήνυμα των Επισκόπων του νανέβουνε στην Πρωτεύουσα και να τονέ φωτίσουν.
Οι Επίσκοποι ως τόσο είχαν άλλο δρόμο παρμένο. Άμα έγινε άφαντος ο Αθανάσιος, αυτοί δίχως μήτε της Επιτροπής το γύρισμα να προσμένουν, καταδικάζουν όπως όπως τον Αθανάσιο και τραβούν κατά τα Ιεροσόλυμα να εγκαινιάσουνε το βασιλικό ναό. Γύρισε τότες κ' η Επιτροπή από την Αλεξάντρεια. Οι ατιμίες που σοφίστηκαν οι Επίτροποι για να βγάλουνε φταιξιάρη τον Αθανάσιο, οι φοβέρες, οι δωροδοκίες, οι εβραίικες οι μαρτυρίες τους (επειδή τους Χριστιανούς δεν τους δεχτήκανε μάρτυρες), όλ' αυτά φαίνουνται σε τρία διαμαρτυρικά γράμματα τριών ορθοδόξων Επισκόπων, που σώζουνται ως τα σήμερα· Πού να τακούσουν όμως αυτά οι Ευσεβιανοί! Όχι μόνο καταδικασμένο τον είχαν τον Αθανάσιο, μα και χερεμένο κήρυξαν το θρόνο της Αλεξάντρειας.
Αυτού απάνω έρχεται του Κωσταντίνου το μήνυμα. Των Ευσεβιανών όμως δεν τους σύφερνε τώρα να παν και να μιλήσουνε με το Βασιλέα. Για ναποφύγουνε λοιπόν αυτή τη δυσκολία, κηρύττουνε διαλυμένη τη Σύνοδο, μισεύουν ο καθένας στην Επαρχία του, και στέλνουνε στην Πρωτεύουσα Επιτροπή διαλεγμένη από τους μεγαλήτερους εχτρούς του Αθανασίου. Αυτό το παιχνίδι πέτυχε απ' όλα τάλλα πιώτερο. Κόρωσε ο Κωνσταντίνος ακούγοντας τα λόγια της πρώτης της Αλεξαντρινής Επιτροπής, άναψαν οι Κωσταντινουπολίτες ακούγοντας τα πιο χοντρά αβανιάσματα της δεύτερης. Τέλος, τόσο ερεθίστηκε ο κόσμος, που ο Κωσταντίνος, δίχως μήτε να τον ξανακούση τον Αθανάσιο, τον ξορίζει στην Τριβήρα της Γαλλίας.
Σα να το μισομετάνοιωσε κι αυτό ο Αυτοκράτορας, σα να του ξανάνοιξε τα μάτια κάποιος ορθόδοξος συβουλάτορας, κι άξαφνα μήτε τη Συνοδική απόφαση δεν επικύρωσε, μήτε κήρυξε το θρόνο της Αλεξάντρειας χερεμένο. Το κακό όμως έγινε που έγινε πια τώρα. Πέρασε είχε δεν είχε του Ευσεβίου το θέλημα.
Ήρθε ο Αθανάσιος στη Γαλλία στα 336, κ' οι μεγάλες τιμές που του κάμανε κληρικοί και λαϊκοί μας φανερώνουν πόσο καθάρια τον έννοιωθαν τον Αθανάσιο όσοι δεν έμνησκαν τυφλωμένοι από το πάθος. Ως κι ο μεγάλος ο γιος του Βασιλέα, ο Κωσταντίνος, πήγε και τονέ χεροφίλησε τότες.
Από την άλλη μεριά ο Άρειος, βλέποντας ξεκαμωμένο τον Αθανάσιο, συλλογιέται πως καιρός του είναι να κατέβη και να θρονιαστή πια στην Αλεξάντρεια, και πηγαίνει εκεί μ' αυτό το σκοπό. Η Αλεξάντρεια όμως, ορθόδοξους γεμάτη, ησυχία δεν είχε αφότου ξαναφάνηκε πάλε ο Άρειος. Δεν τους ήρθε των φίλων του Αρείου και του Ευσεβίου αυτή η αναστάτωση. Μια και νάφτανε σταυτιά του Αυτοκράτορα, είτανε χαμένοι. Λοιπόν τι κάμνουν; Αφορμή από κάποια φιλονεικία μεταξύ του Επισκόπου της Άγκυρας κ' ενός Αρειανού, λαβαίνουν άδεια και κάνουν Επίσημη Σύνοδο στην Πρωτεύουσα, να κανονίσουν τάχα το ζήτημα. Καταδικάζουνε σ' αυτή τη Σύνοδο τον Επίσκοπο της Άγκυρας σαν ορθόδοξος που είτανε, έπειτα έρχουνται στο καθαυτό το ζήτημα. Αποφασίζουνε δηλαδή να φέρουν τον Άρειο στην Κωσταντινούπολη, να τονέ δεχτούν επίσημα στην Αγιά Τράπεζα, παρόντας μάλιστα κι ο Βασιλέας, κ' έτσι να καταντήση παντοτινός του Προστάτης. Συφωνεί ο Κωσταντίνος, να συχάση τέλος πάντων ο τόπος. Έρχεται λοιπόν ο Άρειος στην Κωσταντινούπολη, και ζητάει να κοινωνήση. Άλλο όμως κι αναπάντεχο εμπόδιο πάλι! Έτυχε τότες Επίσκοπος στην Κωσταντινούπολη ένας γέρος, ήμερος, άκακος, ίσως και λιγάκι ανίκανος, στην ορθοδοξία όμως απάνω γερός κι ασάλευτος. Αυτός λοιπόν ο Επίσκοπος — Αλέξαντρος τόνομά του — αρνιέται να δώση άδεια να κοινωνήση ένας αποκλεισμένος από της Νίκαιας τη Σύνοδο. Μήτε παρακάλια μήτε φοβέρες δεν τονέ γύριζαν· θεριό μονάχο ο γέρος απάνω στην πίστη. Βλέπει πάλι ο Κωσταντίνος τέτοια επιμονή, κι αρχίζει άλλη μια και συλλογιέται πως κάτι τρέχει εδώ, πως ο Άρειος δεν πρέπει να είναι ακόμα μετανοιωμένος, καθώς αυτός θάρρειε. Τον προσκαλεί λοιπόν στο Παλάτι και τον ξαναρωτάει αν τα πιστεύει όλα τα θεσπισμένα με δίχως ξαίρεση. Με τη συνηθισμένη του ευκολία ο Άρειος τονέ βεβαιώνει το Βασιλέα, κι ορκίζεται μάλιστα πως «απέπτυσσε πάσαν κατά του Κυρίου ημών βλασφημίαν ». — « Πήγαινε τώρα να μεταλάβης» του αποκρίνεται ο Κωσταντίνος· «ανίσως κ' έκαμες ψεύτικο όρκο, ο Θεός θα σε τιμωρήση».
Είταν ο γέρος ο Αλέξαντρος να τονέ λυπάται άνθρωπος, που μήτε να μιλήση, δεν τον άφινε πια ο Βασιλέας. Έκλαιγε ο δύστυχος από το κακό του, και παρακαλούσε τη θεία βοήθεια σε τέτοια παρανομία.
Ας έρθουμε στη στερνή την πράξη της δραματικής αυτής ιστορίας. Να την περάσουμε πια τη θεολογική την ανεμοζάλη, για την ώρα τουλάχιστο, αφού της τύχης μας είταν, ίσως και για καλό μας, πολλά της ιστορίας μας να είναι θεολογικά από τους πρώτους εκείνους αιώνες και κάτω.
Έβγαινε ο Άρειος από το Παλάτι χαρά χαρούμενος και καμαρώνοντας που είχε πια τη Βασιλική προστασία. Της Πρόνοιας όμως την προστασία δε φαίνεται να την είχε. Εκεί που διάβαινε από τους δρόμους της Πρωτεύουσας με μεγάλη παράταξη, τούρχεται φυσική ανάγκη και μπαίνει σε κατάλληλο μέρος. Κι όντας εκεί έσκασε κι απόμεινε ξερός. Φώναξε τότες ο όχλος πως είταν η θεία δίκη. Φωνάξανε μερικοί πως είτανε φονικό, άλλοι πάλε πως τονέ μάγεψαν. Η αλήθεια είναι πως δε ζούσε πια ο Άρειος να περηφανεύεται για την προστασία του Κωσταντίνου.
Τον παρατρόμαξε το Βασιλέα αυτός ο θάνατος. Φαρμακώθηκε η καρδιά του βλέποντας ως και την Πρόνοια να εναντιώνεται με τα μέτρα που αυτός λάβαινε να φυλάξη ειρηνικό το Κράτος του, ναποφεύγη λογομαχίες και ταραχές, μα ας είταν και για σπουδαία ζητήματα. Τι τον έμελαν τέτοια ζητήματα, αφού δεν τάννοιωθε ο δύστυχος, αφού μήτε τους Ρωμιούς του δεν τους καλόνοιωθε.
Τι να κάμη δεν ήξερε. Να ξαναφέρη πίσω τον Αθανάσιο; μα τι να τους κάμη τους Ευσεβιανούς που του στάθηκαν και τόσο πιστοί; Είτανε βαρεμένος και καταπονεμένος από φροντίδες κι από φόβους που δεν περίμενε.
Δεν το γνώριζε ο Κωσταντίνος πως είταν όργανο της Πρόνοιας κι αυτός! πως έπρεπε κι αυτός να μαρτυρήση, καθώς ο Αθανάσιος και τόσοι άλλοι μεγάλοι, άλλος για την αλήθεια, άλλος για τη δικιοσύνη, την ειρήνη και καθεξής. Δεν τονειρεύτηκε, σα μάζευε τους δαυλούς κάτω από το καζάνι της Ρωμιοσύνης και τους άναβε, πως το καζάνι φυσικό του είτανε να βράση και να ζεματίση μάλιστα πολλές καρδιές, και πρώτη πρώτη τη δική του.
ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Τα υστερνά του Κωσταντίνου
Βαριά κι απελπισμένα τα πέρασε τα στερνά του αυτά χρόνια. Τι παράξενο, θα πήτε, να θλίβεται και να στενοχωριέται ύστερ' από τα χάλια που προϊστορήθηκαν! Κι ως τόσο άνθρωπος με τη δύναμη και τη θέληση πούδειξε στα πρώτα του χρόνια δεν έπρεπε να καταπονιέται και τόσο εύκολα από αταξίες όχι ασυνήθιστες, μήτε σε καινούρια Κράτη μήτε σε παλιά. Δε φαίνεται να έπαθε ακόμα κ' η υγεία του, ή σωματική ή ψυχική. Κι όμως κάτι χαλάρωνε, κάτι αδυνάτιζε τώρα τους λογισμούς του. Αλλιώς δεν καλοξηγιέται το φέρσιμο του στ' Αρειανικό το ζήτημα, όσο πεζός κι αν είτανε στα θεολογικά· καθώς μήτε το μεγάλο του λάθος ένα χρόνο κατόπι (336), που βλέποντας τα παιδιά του και τανίψια του νάρχουνται σε διχόνοιες και να μαλλοτρώγουνται, κάθισε και κομμάτιασε το Κράτος και τους το μοίρασε για να τους ησυχάση, κ' έτσι με τα χέρια του κατάστρεψε ένα από τα μεγαλήτερα έργα του, την ένωση της Αυτοκρατορίας.
Μα ίσως είτανε για καλή μας τύχη και τούτο, ίσως για να ξεχωριστούνε μια και καλή Ανατολή και Δύση, Φραγκιά και Ρωμιοσύνη, και ναπομείνουμε ξέχωρο στοιχείο, απείραχτο από τις φουρτούνες και τις αναστάτωσες που περίμεναν τις βορεινότερες χώρες.
Δίνει λοιπόν ο Κωσταντίνος του μεγάλου του γιου, του Κωσταντίνου, Γαλατία, Ισπανία, και Βρεταννία· στο δεύτερο του, τον Κωστάντιο, παραχωρεί Ανατολή, Μικρασία, κ' Αίγυπτο· και στον τρίτο, τον Κώστα, Ιταλία, Ιλλυρία κι Αφρική. Στα δυο του ανίψια πάλι, Δαλμάτιο κι Αννιβαλιανό, που είχαν αναφανή στους πολέμους του και τους τιμούσε ο κόσμος κι από τους γιους του πιώτερο, έδωσε άλλα μικρότερα κοψίδια, δηλαδή Θράκη, Μακεδονία κι Αχαΐα στο Δαλμάτιο, Πόντο κι Αρμενία στον Αννιβαλιανό. Ώστε την καθαυτό Ελλάδα και την Πελοπόννησο τη βλέπουμε για την ώρα στα χέρια, του Δαλματίου.
Άλλος ακόμα πιο θλιβερός ασιατισμός του είταν το χτίσιμο του τάφου του, ζώντας ακόμα, μέσα στο Ναό των Άγιων Αποστόλων, καταμεσή στα δώδεκα κενοτάφια που είχε στημένα τω δώδεκα μαθητών του Χριστού! Ως και λόγους πανηγυρικούς πρόσταζε και τούβγαζαν τότες.
Τόθελε, ως φαίνεται, και καλά ναποθάνη πριν την ώρα του. Σα να μισοξύπνησε μια στιγμή όταν ο Πέρσος ο Βασιλέας πρόβαλε στη Μεσοποταμία, θαρρέψαντας πως ο Κωσταντίνος αποναρκώθηκε και πήγε. Γελάστηκε όμως· κι άμα είδε μεγάλο στρατό έτοιμο να ξεκινήση καταπάνω του, έστειλε κ' έκαμε ειρήνη (387). Μόλις έκαμε αυτή την ειρήνη, και τούρχεται μικρή ανημποριά. Τον παρακινούν οι γιατροί να πάη στα λουτρά της Ελενόπολης στη Βιθυνία. Ώσπου να κατέβη στην Ελενόπολη χεροτέρεψε η αρρώστια. Ακόμα λίγο, και κατάντησε αγιάτρευτη. Προβλέποντας τότες το τέλος του, πήγε στην Εκκλησιά και ξομολογήθηκε μεγαλόφωνα· κ' είχε κάμποσες αμαρτίες να τους πη. Θέλησε κατόπι να βαφτιστή. Καλός χριστιανός σε πολλά, μα το βάφτισμα δεν το είχε λάβει ακόμα, και μήτε με τους κατηχουμένους δεν είταν ακόμα καταταγμένος κατά τους κανόνες των καιρών εκείνων. Ξεκινάει λοιπόν και πηγαίνει στη Νικομήδεια. Μαζεύει εκεί τους Επισκόπους, κι αφού με συγκινητικά λόγια τους ανάφερε την επιθυμία του, κατηχήθηκε και βαφτίστηκε.