Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

Part 7

Chapter 7 14 words Public domain Markdown

Καθώς είδαμε, είχε ο Κωσταντίνος γιο τον Κρίσπο από την πρώτη του γυναίκα, τη Μινερβίνα. Από τη δεύτερη πάλε γυναίκα του, τη Φάουστα, είχε τον Κωσταντίνο και τον Κώστα. Έχουνε να πουν πως η Φάουστα τονέ μισούσε τον Κρίσπο, σα μητρυιά του που είταν, από αγάπη τω δυο της παιδιών, και πως τάχατες τραβούσε τον αυτοκράτορα από το μέρος της. Άλλοι πάλε υποψιάστηκαν το ενάντιο κ' είπαν πως από την αγάπη που είχε του Κρίσπου τον έψηνε στη ζούλια η Φάουστα τον άντρα της. Το φυσικώτερο μας φαίνεται πως τον οχτρεύουνταν τον Κρίσπο ο Κωσταντίνος από λόγους πολιτικούς. Δεν το σήκωνε να βλέπη το γιο του αγαπημένο και τιμημένο στη Ρώμη, και το δικό του τόνομα να σέρνεται καταφρονεμένο στους δρόμους. Ξέρουμε τώρα από τα περασμένα του πως τίποτις δεν το είχε ο Κωσταντίνος να ξεπαστρεύη όσους τούφερναν εμπόδια στους πολιτικούς του σκοπούς. Τέτοιο εμπόδιο δίχως άλλο του στάθηκε ο Κρίσπος. Τον αρπάζουνε λοιπόν από τη μέση μια μέρα οι στρατιώτες, τονέ ρίχνουνε στη φυλακή και τονέ θανατώνουν. Παρόμοιος πολιτικός λόγος τον έσπρωξε και σ' άλλη αγριώτερη πράξη, τότες που πρόσταξε και σφάξανε δώδεκα χρονών αγώρι τανίψι του, το παιδί του Λικινίου. Χαίρουνταν η Φάουστα από τη μια που άνοιγε ο δρόμος για τα δικά της τα τέκνα, έφριττε από την άλλη η Χριστιανωσύνη με τέτοιες θηριωδίες.

Ξαναφάνηκε τότες πάλι στη μέση η μητέρα του η Ελένη. Έτρεξε στη Ρώμη και λόγους δεν έβρισκε να παραστήση τη θλίψη της και την οργή της με τα βάρβαρα εκείνα καμώματα. Είπανε μερικοί πως από τη στενοχώρια του πήγε τότες ο Κωσταντίνος και σκότωσε τη Φάουστα. Αυτό φαίνεται σα δραματικό παραμύθι. Η αλήθεια είναι πως μετάνοιωσε ο Κωσταντίνος πικρά σαν άκουσε τους θρήνους της μάννας του. Την ξανάφερε στην καρδιά του γιου της η Ελένη τη θεοφοβωσύνη εκείνη που του μετρίαζε κάποτες την πολιτική του σκληρότητα, και τον έφερνε στα συλλογικά του.

Είταν αηδιασμένος από τη Ρώμη. Δε μπορούσε πια να μένη στα εχτρικά της παλάτια, να βλέπη και νακούγη αβανιές και βρισίδια. Σηκώθηκε κ' έφυγε μια για πάντα από τη Ρώμη. Πέτρα λες κέρριξε πίσωθέ του. Πέτρα όμως έστησε κι ομπρός του, την πελώρια την πέτρα της Νέας Πρωτεύουσας.

Καθώς πολλώνε μεγάλων οι μητέρες, έτσι κ' η Ελένη φαίνεται σα να τον είχε χαραγμένο, σα να τον έδειχνε κιόλας τον περίδοξο δρόμο του γιου της. Όντας όμως ειρηνικώτερη και πιο φιλάνθρωπη και χριστιανικιά η Ελένη, σαν κατέβηκε στην Ανατολή με τον Κωσταντίνο, δεν τονέ συνόδεψε στην περιοδεία του, παρά τράβηξε αυτή κατά τ' Άγια Χώματα. Είταν τότες τα Ιεροσόλυμα ρημασμένα, και μήτε ο τόπος του Άγιου Τάφου δεν έμνησκε καλά καλά πια γνωστός. Στα θεμέλια απάνω του Ναού του Σολομώντα είχανε ξαναχτισμένο Ναό του Καπιτωλίου Δία οι μερικοί Εθνικοί που κατοικούσανε στα μέρη εκείνα. Όλα τάλλα ρήμαξη και χαλάσματα. Προστάζει η Βασιλομητέρα ανασκαφή, κ' ύστερ' από πολλή εργασία ξαναβρίσκεται ο Άγιος Τάφος καθώς κι ο Τίμιος Σταυρός. Άμα τάκουσε τέτοιο θείο βρέσιμο ο Κωσταντίνος έστειλε προσταγή να χτιστή λαμπρή εκκλησιά στο μέρος εκείνο. Η ίδια η Ελένη εγκαινίασε το θεμελίωμά της. Και σα συμμάζεψε τους λίγους Χριστιανούς του τόπου και τους προστάτεψε, ξεκίνησε με τον Τίμιο Σταυρό νανταμώση το γιο της. Λέγουν πως είταν πολύ συγκινητικό ταντάμωμα εκείνο, και λαμπρές οι τιμές που της έκαμε ο Βασιλέας της άγιας του μάννας. Δεν τηνέ χάρηκε όμως πια τώρα πολύν καιρό. Μερικούς μήνες κατόπι (328), απέθανε η Ελένη ογδόντα χρονών. Την έθαψε μεγαλόπρεπα, και σαν αποκαταστάθηκε κατόπι στη Νέα Πρωτεύουσα, έφερ' εκεί και το λείψανό της.

Ας ακολουθήσουμε ως τόσο τον Κωσταντίνο στο μεγάλο ταξίδι του.

Σιγανό και μετρημένο ταξίδι· και σκοπός του, να διαλεχτή και να στηθή η Νέα Ρώμη, η Χριστιανική του Πρωτεύουσα. Πράμα που πήγαινε να πη για τα κείνονε, μα και για τα μας, θάνατος ή ζωή, δόξα ή όλεθρος. Πούθε πέρασε διαβαίνοντας δεν είναι πολύ φανερό. Λέγουν πως κοντοστέκουνταν κάθε λίγο και κοίταζε τόπους. Τη Σαρδική του Αίμου λόγου χάρη, — τη σημερινή τη Σόφια. Σα δυσκολοπίστευτο τούτο. Άλλοι πάλι θένε να πουν πως συλλογίστηκε κάποιο μέρος μεταξύ Πέργαμο και Τρωάδα. Αλήθεια, ψέματα, δεν το καλοξέρουμε μήτε τούτο. Ίσως ταξειδεύοντας και τηρώντας τα κοίταζε κι αυτά κι άλλα μέρη, καθώς αγοραστής διαμαντόπετρας πολλά πετράδια κοιτάζει πριχού να διαλέξη. Από τα περασμένα του όμως κρίνοντας, και μάλιστα από τη γνωριμία του με το Βυζάντιο από τους χρόνους του Λικινίου, μας φαίνεται σα να τον είχε διαλεγμένο τον τόπο από καιρό. Για να θεμελιώση το Κράτος του με τρόπο που να μη φοβάται από τάγρια στοιχεία που το τριγύριζαν, έπρεπε να στήση το κέντρο του σε τόπο μ' έξοχα στρατηγικά, διοικητικά, κ' εμπορικά προτερήματα. Μέρος που να το διαφεντεύουν και να το θρέφουν από κάθε μεριά θάλασσες. Τέτοιο μέρος ποιό είχε καταλληλότερο από το Βυζάντιο; Τα μεγάλα, τα σπάνια συστατικά της τοποθεσίας εκείνης, που δεν τα είδε μήτ' Αρταξέρξης μήτ' Αλέξαντρος μήτε Μιθριδάτης, που σα να τα συλλογίστηκε ο Καίσαρας ο Ιούλιος, μα δεν τα μεταχειρίστηκε, τα είδε, τάννοιωσε, και τάκαμε δικά του ο Κωσταντίνος. Φάνηκε λοιπόν εδώ απ' όλους πιο μεγαλήτερος, αν είναι μεγαλείο όχι να νικάς και να κυριεύης μονάχα, μα και να ρίχτης για ένα Κράτος θεμέλια βαθιά κι ακλόνιστα.

Μια μονάχη αδύνατη πλευρά την είχε η Νέα Πρωτεύουσα, την πλευρά τη βορειοδυτική, της Θράκης. Μα η Θράκη είτανε δική του. Μπορούσε τέλος και να προφυλαχτή ευκολώτερα παρά αν είχε παρόμοια πλευρά κι απ' αλλού.

Το τι είταν το Βυζάντιο πρι να γίνη Κωσταντινούπολη, δεν είναι ίσως αυτής της ιστορίας δουλειά. Επειδή όμως ο κόσμος έχει όρεξη πάντα να γνωρίζη τη φύτρα κάθε μεγάλης χώρας, καθώς κάθε μεγάλου άνθρωπου, σταματούμε μια στιγμή να γοργοκοιτάξουμε και την αρχαία την πόλη.

Ως χίλια περίπου χρόνια πριν από τον Κωσταντίνο ξεκίνησε από τα Μέγαρα στόλος, πέρασε την Προποντίδα, κι άραξε στον Κόρφο που σαν ποτάμι κόβει την Ευρωπαϊκή τη στεριά κατά τα πρόθυρα του Βοσπόρου, τον Κεράτιο, το σημερινό το Κατάστενο. Ως εφτά μίλια πηγαίνει μέσα η γλώσσα εκείνη. Και στην απομέσα την άκρη της, από τη μεριά της στεριάς, για να προφυλάγουνται οι Μεγαρίτες από τους άγριους της έξω χώρας, έρριξαν είδος φραγμό από τον ένα όχτο στον άλλονα. Συμμαζεύτηκαν εκεί μέσα και σύστησαν το Βυζάντιο, ονομασμένο από τον αρχηγό τους το Βύζαντα.

Μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως η ιστορία του τόπου πηγαίνει ακόμα πιο βαθύτερα στους αιώνες μέσα. Ως τα χρόνια δηλαδή των Αργοναυτών, τότες που μαγικά παραμύθια περνούσαν από στόμα σε στόμα κι ιστορούσαν την πάμπλουτη την Κολχίδα, τις πολεμόχαρες Αμαζόνες, και τους καλότυχους Υπερβόρειους που κατοικούσαν πέρ' από τα φωλιάσματα του Βοριά και τι θα πη χειμώνας δεν ήξεραν. Τους γαργάλιζαν την όρεξη τωνέ δικώ μας τα παραμύθια εκείνα για μεγάλες και τολμηρές εκστρατείες, κ' η σπουδαιότερη απ' όλες είναι η Αργοναυτική. Ανίσως και δε βρήκαν όσα ο μύθος τους παράσταινε, βρήκαν όμως καινούριες και πλούσιες χώρες. Αρίθμητες αποικίες συστηθήκανε με τον καιρό στη μεγάλη τριγύρω λεκάνη του «Άξεινου Πόντου» (που αργότερα ονομάστηκε κ' «Εύξεινος»), και τα πλούτη κατέβαιναν αυλάκι από το Βόσπορο.

Πιώτερα απ' όλους τους Έλληνες οι Μεγαρίτες, οι Άγγλοι αυτοί της πρώτης Ελληνικής εποχής, μίσευαν κι άνοιγαν το δρόμο στους καινούριους τους κόσμους. Και πριν ακόμα να συστηθή το Βυζάντιο, βρίσκουμε Μεγαρίτες αποκαταστημένους αντίκρυ, στην Καρχηδόνα. Ή όμως είταν ξυπνότερη η νέα η συντροφιά πούρριξε το σίδερο στο Κατάστενο μέσα, ή τους άνοιξε τα μάτια το Μαντείο με την πολύτιμη εκείνη συβουλή του, να στήσουν αποικία κατάντικρυ στους Τυφλούς.

Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά στην τοπογραφία, να δούμε α δεν έκρινε σωστά η Πυθία σαν τους έλεγε τυφλούς τους Καρχηδόνιους. Τηρώντας από την ανατολική την άκρη της Θράκης, κ' έχοντας Ευρώπη πίσωθέ μας κι Ασία κατάμπροστα, βλέπουμε αμέσως τι λαμπρό μπροστήθι γίνεται τέτοιος τόπος για την Ευρώπη, τι φοβερό και δυσκολόπαρτο για την Ασία. Κ' οι δυο οι πλευρές της τρίγωνης εκείνης άκρης διαφεντέμένες από τη θάλασσα· μα κ' η τρίτη, της στεριάς, τοιχωμένη κι αυτή σε γης, που μήτ' ένα βουναράκι δεν ξεπροβάλλει αντίκρυ της, για να στηθή επάνω του πολιορκητική μηχανή. Για τούτο και μήτε μια φορά δεν πάρθηκε με σκάλωμα το Βυζάντιο, παρά ή με πείνα ή με βοήθεια από μέσα.

Μα το μεγαλήτερο ίσως καλό του Βυζαντίου είναι η εμπορική του τοποθεσία. Όλο το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας στα χέρια του είταν από τότες, αφού κάθε πλεούμενο που πηγαινοερχότανε με πραμάτεια, από το Βόσπορο έπρεπε να περάση, και στο Βυζάντιο κόνεβε. Μα και δικό του εμπόριο είχε με τους ντόπιους της Θράκης, και μάλιστ' από τη ψαρική του.

Όσο για την πολιτική του ιστορία, σώνει να σημειωθή πως τρακόσα χρόνια περίπου χαιρότανε λευτεριά, έξω από μερικούς χρόνους που το βαστούσαν οι Πέρσοι. Πολλά κι αξιοσημείωτα γενήκανε μέσα στα τρακόσα εκείνα χρόνια. Πρώτο, που εκεί κάπου έστησε ο Δαρείος το γεφύρι του σαν περνούσε το Βόσπορο. Δεκαπέντε χρόνους κατόπι βρίσκουμε το Βυζάντιο λεύτερο από Πέρσους και στα χέρια του Ιστιαίου, τυράννου που σοφίστηκε να βάλη βαριούς φόρους στα εμπορικά που ανεβοκατεβαίνανε. Λίγο κατόπι ξαναπέφτει το Βυζάντιο στων Πέρσων τα χέρια, ώσπου πρόβαλαν τέλος οι δαφνοστεφανωμένοι οι Έλληνες της Μυκάλης και της Σαλαμίνας και τους έδιωξαν από κει μια για πάντα (479 π. Χ.). Ακόμα πιο ύστερα, βρίσκουμε τους Βυζαντινούς πιασμένους σε πόλεμο δυο φορές με τους Αθηναίους. Τη μια φορά στα 439· παραδόθηκαν τότες. Την άλλη φορά στα 408, που με προδοσία τους κυρίεψαν οι Αθηναίοι. Πλέρωσαν τότες βαρύ πρόστιμο οι Βυζαντινοί, μα σε δυο χρόνους μέσα πήραν απάνω τους πάλι και καλοπερνούσαν.

Την εσωτερική τους ιστορία τους καιρούς αυτούς δεν την πολυγνωρίζουμε. Όσο για τη θρησκεία τους, οι μεγαλήτεροί τους Θεοί είταν ο Ποσειδώνας κ' η Άρτεμη, αυτοί δα που τους έφερναν και τα πλούτη τους.

Αξιοσημείωτα είναι και τα παλιά χαραχτηριστικά τους. Τους είπανε φιλήδονους και καλοπαθιασμένους, μα όχι κι ακαμάτηδες, αν κ' οι ταβέρνες τους πάντα γεμάτες. Τους άρεζε, φαίνεται, και το καλοφάει. Μια φορά, λέει, οι στρατιώτες τους αρνηθήκανε να πολεμήσουνε σε πολιορκία απάνω, επειδή δεν τους έφερναν τραπεζαρίες εκεί που πολεμούσαν.

Σα φάνηκε ο Φίλιππος κι ο Αλέξαντρος, χάθηκε πάλι η λευτεριά τους. Είναι αλήθεια πως το Φίλιππο τον καταπόνεσαν. Εκεί που κινούσε καταπάνω τους, πρόβαλε θεόλαμπρο σημάδι στον ουρανό, έφεξε η χώρα γύρω τριγύρω, μάτιασαν τους Μακεδόνες, τους κυνήγησαν, και τους έδιωξαν. Έκαμαν τότες σύβολό τους Μισοφέγγαρο με Σταυρό. Περίεργο προμήνυμα της πολύ αργότερης ιστορίας του Βυζαντίου! Με τον Αλέξαντρο όμως δεν τάβγαλαν πέρα. Τους συνεπήρε η μπόρα του μαζί με τις άλλες χώρες, κ' έτσι βρέθηκαν κατόπι στα χέρια του Δημητρίου του Πολιορκητή και του Λυσιμάχου. Ύστερ' απ' αυτούς ορθοστέκουνται πάλι και χαίρουνται κάποια λευτεριά καμιά κατοστή χρόνους, ώσπου πλάκωσε και στα μέρη τους η πλημμύρα της Ρώμης.

Είχαν τη γνώση οι Βυζάντιοι να μη δείξουν αντίσταση στους Ρωμαίους, και τους καλομεταχειρίστηκαν. Τους αφήκανε δηλαδή να κυβερνούν όπως ήθελαν τα δικά τους, με συμφωνία να πλερώνουνε φόρους. Στου Βεσπασιανού τους καιρούς όμως τόχασαν αυτό το προνόμιο.

Ως τόσο την εμπορική του σημασία και τη δύναμη δε μπορούσε εύκολα να τη χάση το Βυζάντιο. Καλοπερνούσε λοιπόν και πλούτιζε χρόνους πολλούς, ώσπου ήρθε τέλος η εποχή του Σεβήρου, εποχή μαύρη, καθώς είδαμε σάλλο κεφάλαιο. Αφού δυο χρόνια του αντιστάθηκαν οι Βυζάντιοι, παραδόθηκαν τέλος, και την πλέρωσαν τότες ακριβά την παλικαριά τους· επειδή κάθε τους στρατιώτη και κάθε τους προύχοντα τους πέρασε ο Σεβήρος από το σπαθί του. Δημεύτηκαν οι περιουσίες τους, γκρεμίστηκαν τα τείχη τους και κατάντησε το Βυζάντιο μικρό και ταπεινωμένο χωριό. Τους τα ξανάδωσε τα προνόμια τους ο Καρακάλλας, μα του κάκου. Ειρήνη κ' ησυχία πια δεν έβρισκε το Βυζάντιο. Σε κείνη την κακορριζικιά απάνου πέφτουν κ' οι Γότθοι, καθώς είδαμε, και το ρημάζουν. Έρχεται κατόπι ο Γαλλιανός (263), κι αποσώνει τον ξολοθρεμό. Πέτρα πάνω στην πέτρα δεν αφήκαν οι στρατιώτες του, κι από το πολύ το σφάξιμο ψυχή, λέγουνε, με Μεγαρικό αίμα δεν απόμεινε. Κι ως τόσο το βλογημένο του το εμπόριο του ξανάφερε πάλε κάποια ζωή, και μετά δέκα περίπου χρόνια το βλέπουμε πάλι κ' υπάρχει, και πολεμάει μάλιστα τους Γότθους που κατεβήκανε στον καιρό του δεύτερου του Κλαυδίου.

Αργότερα, στου Διοκλητιανού τις μέρες, το βρίσκουμε ακόμα πιο πλουσιώτερο το Βυζάντιο, αφού δα είχε τώρα και την «Αυλή» δίπλα του στη Νικομήδεια. Μια όμως και προβάλανε στη μέση ο Λικίνιος και ο Μαξιμίνος, κι' ανταμωθήκανε στο Βυζάντιο, που μόλις το πήρε ο Μαξιμίνος κ' ήρθε και το ξανάρπαξε ο Λικίνιος (314), τι προκοπή μπορούσε να δη η δύστυχη η πόλη! Μόνο που δεν ξολοθρεύτηκε πάλι ολότελα. Πάσκισε μάλιστα ο Λικίνιος να την οχυρώση και να την κάμη ανίκητη. Την οχύρωσε, μα ολότελα ανίκητη δεν την έκαμε. Την είδαμε την τύχη της στα 323.

Απ' αυτόν τον καιρό αρχινάει το ρωμαίικο το Βυζάντιο, και δω ξαναπαίρνουμε το νήμα της ιστορίας μας.

Ήθελε ο Κωσταντίνος να συστήση Κέντρο χριστιανικό, πολιτικό, στρατηγικό. Δε γίνεται λοιπό να μην την έβαλε στο νου του τέτοια έξοχη τοποθεσία· από τότες έστησε τις σκηνές του στα ξώχωρά της να πολεμήση το Λικίνιο.

Και δίχως μήτε στιγμή να χάση όταν καταστάλαξε στη διαλεγμένη του χώρα, καταπιάστηκε το μεγάλο του έργο, άρχισε να χαράζη τα σύνορα της νέας του Ρώμης. Είναι νόστιμη η παράδοση που μας το ιστορεί αυτό το σημάδεμα. Ξεκίνησε, λέει, πεζός, ακολουθώντας οι αυλικοί του, και με το κοντάρι του χάραζε τη γραμμή που έπρεπε να πάρουν τα καινούρια τα τειχίσματα. Πήγαινε, κι όλο πήγαινε δυτικά, τραβήξαντας από τα βάθια του κόρφου, από τα παλιά δηλαδή το Βυζάντιο. Σαν πέρασε τα δυο μίλια και δε σταματούσε, άρχισαν οι ακόλουθοι του να παραξενεύουνται· και του λεν πως τέτοια περιοχή μήτε μια νέα Ρώμη δεν τη χρειάζεται. «Εγώ θα πηγαίνω ομπρός,» απολογιέται ο Βασιλέας «ώσπου να με σταματήση ο αθώρητος Οδηγός που μου δείχνει το δρόμο.»

Ως την άλλη άκρη τον έφερε ο αθώρητος οδηγός του, ο πεντάξυπνός του ο νους. Ως της Προποντίδας τα κύματα. Εκεί μονάχα στάθηκε, αφού πήρε μέσα στην καινούρια πόλη αλάκερη τη χερσόννησο που μας δείχνει ο χάρτης. Κι άρχισαν αμέσως να χτίζουν τειχίσματα και πόλη. Τα τειχίσματα από του πελάγου το μέρος μικρή δουλειά δεν είταν, επειδή βράχους θεόρατους αναγκαστήκανε να ρίξουνε για να πιάσουν θεμέλια που ν' αντέχουνε σε ρέματα και σε φουρτούνες. Έχτισαν και μόλους απ' αυτή τη μεριά κ' έκαμαν τα δύο πιο σημαντικά λιμάνια της Πρωτεύουσας, «Σοφιών» κ' «Ελευθερίου».

Σύγκαιρα δούλευαν και μέσα στην Πόλη οι χτίστες. Έστησαν πρώτα πρώτα το «Μίλιον», λίγο παρέξω από τα τειχίσματα του παλιού του Βυζαντίου, εκεί που ο Κωσταντίνος είχε στημένη τη σκηνή του στα 323. Σκοπός αυτού του χτίριου είτανε να προσδιορίζη τα διαστήματα της Αυτοκρατορίας. Γι' αυτό και στήθηκε επάνω σε ύψωμα. Εφτά κολώνες στεγωμένες, με δίχως τοίχο, και μέσα ο αδριάντας του Κωσταντίνου και της σεβαστής του μητέρας, καθώς κι άλλοι βασιλικοί αδριάντες αργότερα.

Για δική του κατοικία διάλεξε τη νοτιανατολική την πλευρά. Γκρέμισε σπίτια και ξοχικούς πύργους, καθάρισε όλο το μέρος, κ' έστησε το Παλάτι με ταρίφνητα «τρίκλινά» του και με τις περίφημες του βιβλιοθήκες. Στου μεγαλήτερου τρίκλινου την οροφή άστραφτε περίλαμπρος σταυρός από σπάνια πετράδια. Απέραντα περιβόλια και δάση, κι από την πρόσοψη του Παλατιού κι' αριστερά. Δεξιά πάλι έβλεπες το Φάρο εκεί που ο Βόσπορος σμίγει με την Προποντίδα. Από κει άρχιζε το βασιλικό το τοιχογύρισμα, τραβούσε παράλληλα με την ακρογιαλιά, ως ένα μίλι παραμέσα, και καταντούσε πάλε στη θάλασσα, στο Κατάστενο. Από την άλλη τη μεριά, την αριστερή, ύστερ' από τα περιβόλια και τα δάση, είταν το «Τζυκανιστήριον», μεγάλη περιοχή, που έπαιζαν τη σφαίρα καβάλλα βασιλόπουλα κι αρχοντόπουλα (ταγγλικό το Polo).

Εξόν από το καθαυτό το Παλάτι έχουμε κι άλλο της εξοχής, τη «Μαγναύρα», στα κατάβαθα του Κατάστενου μέσα.

Βορειοδυτικά του Παλατιού κοίτουνταν το «Αυγουσταίον», μεγαλόπρεπος φόρος, τριγυρισμένος με λαμπρά δημόσια χτίρια, ως χίλια πόδια μάκρος και τριακόσα φάρδος. Αυτόν τονέ μαρμαρόστρωσε κατόπι ο Ιουστινιανός, κι από κει ονομάστηκε «Μαρμαρωτόν» καθώς και «Πλακωτόν». Ανατολικά του «Αυγουσταίου» θώραες το Παλάτι, πέρα από τρία άλλα κτίρια που είχανε στημένα ανάμεσα, ενωμένα όμως και τα τρία με στοές. Το πρώτο απ' αυτά τα χτίρια, το πιο ανατολικώτερο, είταν τα λουτρά ο «Ζεύξιππος», χτισμένα κατά τα πρότυπα της Ρώμης. Κ' οι αυλές και τ' απομέσα καταστόλιστα όλα μ' αγάλματα διαλεγμένα από της πιο περίφημες Ελληνικές και Μικρασιατικές Πολιτείες, όσα δεν είχαν οι παλαιικώτεροι Ρωμαίοι μεταφερμένα στη Ρώμη. Εκεί έφερε ο Κωσταντίνος την πανώρια την Αθηνά της Λίντος, την Αμφιτρίτη της Ρόδος, τον Πάνα πούστησαν οι Αθηναίοι ύστερ' από τον ξολοθρεμό του Ξέρξη, και το Δία της Δωδώνης. Αυτό το χτίριο κάηκε στη Στάση του Νίκα (532), και το ξανάχτισε ο Ιουστινιανός· μα ταρχαία του τα θησαυρίσματα χάθηκαν τότες ανεπίστρεφα όλα. Δίπλα κατά τα βορεινά είταν το Σενάτο, χτισμένο αυτό αργότερα από τον Ιουλιανό κατά τους τύπους της Ρώμης, και στολισμένο μ' αξετίμωτα καλλιτεχνήματα, π.χ. τις εννιά Μούσες του Ελικώνα και πάμπολλα άλλα. Κάηκε κι αυτό, και δυο φορές μάλιστα· μια στον καιρό του Αρκαδίου απάνω στον καταδιωγμό του Χρυσοστόμου· έπειτα πάλι στου Νίκα τη Στάση.

Από το Σενάτο ξεκινούσε η μαρμάρινη η στοά και πήγαινε ως το τρίτο χτίριο, το Πατριαρχείο. Αυτό πρέπει νάβλεπε κατά την πίσω μεριά, προς το «Μίλιον». Έξοχο χτίριο κι' αυτό, με καταστόλιστα τρίκλινα και τριγυρισμένο περιβόλια.

Ερχούμαστε τώρα στη δυτική την πλευρά του «Αυγουσταίου». Απ' άκρη ως άκρη αυτής της πλευράς, και κατάντρικρυ στα τρία χτίρια που περιγράψαμε, είταν το περιξάκουστο το Ιπποδρόμιο, χτισμένο από το Σεπτίμιο Σεβήρο και καλλιτερεμένο τώρα από τον Κωσταντίνο. Ως εξακόσες σαράντα πήχες μάκρος κ' εκατόν εξήντα πλάτος. Σύστημα κι αυτό φερμένο από τη Ρώμη, μα πούπιασε νέες ρίζες στη νέα τη Ρώμη, κι αγαπήθηκε τόσο που κατήντησαν οι αγώνες του Εθνικό Πανηγύρι. Σαν έτρεχαν εκεί με τάρματα, το κάθε άρμα παράσταινε και μια μερίδα, και μάλιστα τους Κυανούς και τους Πράσινους, που θα τους ανταμώσουμε αργότερα. Όταν παράβγαιναν οι αντίπαλοι στο Ιπποδρόμιο, όλη η Πόλη είταν ανάστατη. Μα θα τα δούμε κατόπι τα τραγικά τους καμώματα, και κείνων που βγαίνανε στους αγώνες και κείνων που τους σεριάνιζαν. Ας αναφέρουμε μονάχα τώρα πως οι Πράσινοι μπαίνανε στο Ιπποδρόμιο από τη βορειανατολική την Πύλη, και καθίζανε στην ανατολική την πλευρά. Οι Κυανοί πάλι από τη βορειοδυτική την Πύλη, και πιάνανε τη δυτική τη μεριά. Είχε κι άλλες Πύλες το Ιπποδρόμιο, κ' η πιο σπουδαιότερη είταν η Νεκρή Πύλη. Στη βορεινή την άκρη, κατάντικρυ μικρού Παλατιού, στέκουνταν αψηλά το _Κάθισμα_, που ανέβαινε ο Βασιλέας με σαλιαγκωτή σκάλα («Κοχλίαν») και σεριάνιζε τους αγώνες. Τριγύρω του είχε κι άλλα πάμπολλα επίσημα καθίσματα για τους Αυλικούς και για τους Αρχόντους. Όποιος ήθελε να τονέ δη το Βασιλέα ή να τον παρακαλέση τίποτις, εκεί πήγαινε. Τύχανε μάλιστα και μερικά πολύ περίεργα και δραματικά εδώ πέρα. Σ' αυτό το θρόνο απάνω θα δούμε τον αντάρτη τον Υπάτιο στεφανωμένο από τον όχλο με το γερντάνι της γυναίκας του αντίς με Κορώνα. Και πάλι δυο αιώνες αργότερα, το δεύτερο τον Ιουστινιανό φορεμένο τη Βασιλική τη στολή, και με τους δυο του αντιπάλους, Λεόντιο κι Αψίμαρο, δεμένους αποκάτω από το υποπόδι του. Κι ο όχλος γύρω να φωνάζη ψέλνοντας «Επί ασπίδα, και βασιλίσκον επέβης και επάτησας λέοντα, και δράκοντα».

Καταμεσής στο Ιπποδρόμιο είταν τραβηγμένη γραμμή λεγάμενη Σπίνα, τοίχος δηλαδή που χώριζε το Ιπποδρόμιο κατά τη μέση, στολισμένος κι αυτός με τρία μεγάλα και πολύτιμα μνημεία, απόνα στην κάθε άκρη κ' ένα στη μέση. Το πρώτο είταν οβελίσκος φερμένος από την Αίγυφτο μ' επιγραφές ιερογλυφικές. Το δεύτερο είταν το τρικέφαλο Χάλκινο φείδι που οι Έλληνες το είχαν αφιερωμένο στους Δελφούς στα 479 π. Χ., σα νίκησαν τους Πέρσους στην Πλαταιά. Ο χρυσός ο Τρίποδας που ακκουμπούσε απάνω στο τρικέφαλο φείδι είτανε χαμένος εξακόσα χρόνια τώρα· η επιγραφή όμως φαίνεται ακόμα χαραγμένη στη βάση. Το τρίτο το στολίδι είταν τετράκοχη μετάλλινη κολώνα, μα όχι τόσο παλαιικό μνημείο αυτή. Σώζουνται ακόμα στην Κωσταντινούπολη και τα τρία αυτά τα μνημεία. Σώζεται και το Ιπποδρόμιο, φυσικά τουρκεμένο, όνομα και πράμα. Αυτό, καθώς κι ο γλυτωμός του οβελίσκου και της κολώνας, δε μας φαίνονται και πολύ παράξενα. Ταφιέρωμα όμως των Ελλήνων προς τον Απόλλωνα, καμωμένο από τότες που γλύτωσαν πατρίδα και κόσμο από τη βαρβαρότητα, να στέκεται ακόμα μέσα στην καρδιά εκείνη της Τούρκικης αλαζονείας και της Ελληνικής ταπεινοσύνης, σα ναποφάσισε ως κ' η παλιά η δόξα να μένη και να μαρτυρή την τωρινή την κακορριζικιά, κατεβάζει στο νου πολλούς στοχασμούς, θλιβερούς και παρηγοριτικούς· θλιβερούς, που ανιστορούμε το τι είτανε μια φορά τα έθνος και πού κατήντησε· και πάλε παρηγορητικούς, που μήτε δυόμιση χιλιάδες χρόνια δε σώνουνε ναφανίσουν τα σημάδια τέτοιας δόξας και τέτοιας μεγαλωσύνης, όσο και νανεμοσκορπιστούν, καθώς μήτε το αίμα δεν αφανίζεται, όσο και να χυθή.

Ας αποτελειώσουμε ως τόσο την περιγραφή μας.

Δίπλα στο Ιπποδρόμιο από τη μεριά του «Αυγουσταίου» άστραφτε σειρά αγάλματα κι άλλα μνημεία ως απάνω, κατά το «Μίλιον». Αύτη την εποχή η σειρά εκείνη άρχιζε από τα μισό δρόμο του Ιπποδρομίου και του «Αυγουσταίου», να πούμε αντίκρυ στο Σενάτο. Με τον καιρό όμως πλήθηναν ταγάλματα και πήγαν ως την άλλη άκρη, κατά το πέλαγο. Από τα πρώτα που έστησ' εκεί ο Κωσταντίνος είταν η πορφυρόλιθη κολώνα της Ιεράπολης, με το μπρούντζινο άγαλμα του Απόλλωνα στην κορφή της, μα κατά το ρωμαϊκό το σύστημα ταποκεφάλισε ο Κωσταντίνος αυτό τάγαλμα και τούβαλε κεφάλι όμοιο με το δικό του. Το εγκαινίασε τότες με παράταξη, «του Ιερέως μετά της λιτής παρεστηκότος και μετά κραυγής το Κύριε Ελέησον βοώντος εκατοντάκις». Μα και στο Φόρο είχε δυο παρόμοια μνημεία στημένα, μια κολώνα της Ελένης και μια δική του με σταυρό απάνω και μ' επιγραφή «Είς Άγιος, είς Κύριος Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός, Αμήν». Και στη Βασιλική Πύλη άλλος αδριάντας του Κωσταντίνου, που τον παράσταινε κάμνοντα την προσευκή του.

Βορεινά του Ιπποδρόμιου άλλο, ακόμα πιο σπουδαιότερο μνημείο, ο Ναός της «Θείας του Θεού Σοφίας». Όχι όμως ο περίφημος του Ιουστινιανού που γνωρίζουμε σήμερα· μετριώτερο έργο τούτο. Από τη δυτική πλευρά της Αγιά Σοφιάς έβγαινε πέρασμα χτισμένο απάνω σε καμάρες και σκεπαστό, που κατέβαινε ως τη Βασιλική την Πύλη. Από κει διάβαινε ο Αυτοκράτορας σαν πήγαινε να λειτουργηθή, κ' έτσι απόφευγε τα εβραίικα τα «Χαλκοπρατεία». Αυτά τα κατάργησε κατόπι ο μικρός ο Θεοδόσιος, κ' έχτισ' εκεί την εκκλησιά της «Θεομήτορος των Χαλκοπρατείων».

Αναφέραμε μερικά από τα κυριώτερα της Νέας Πρωτεύουσας, επιθυμώντας να συνηθίσουμε από τώρα τον αναγνώστη με τη σκηνή που θα παρασταθούν τα εθνικά μας τα δράματα, κ' αψηφώντας αν θα ξαναϊστορηθούνε μερικά σαν πιο περιστατωμένα σε ξέχωρο παράρτημα μαζί μ' άλλα παρόμοια. Κατασκεπάστηκε η πόλη στολίσματα θρησκευτικά και βασιλικά, σταυρούς, λάβαρα, κολώνες, αγάλματα, σε δρόμους, σε φόρους, σε ναούς, σε παλάτια. Κι όχι η καθαυτό η πόλη μονάχα, παρά και τα ξώχωρα, και μάλιστα κάμποσο μακρινά. Η εκκλησιά των Αγίων Αποστόλων, εκεί που θάφτουνται κ' οι Αυτοκράτοροι, είταν έξω από τον αρχικό το γύρο της Πόλης. Ακόμα παρέξω, κατά τις σκάλες του Κατάστενου, είταν τα δημόσια τα Σιταράδικα, που από πλάγι τους περνούσε ο μεγάλος ο δρόμος (_η Μέση_), κ' έμπαινε στην πόλη από τα δυτικά· καθώς και το παλάτι του Πραιτωριανού του Επάρχου, κι ο αδριάντας του Κωσταντίνου του καβαλλάρη σιμά σ' αυτό τα παλάτι, αδριάντας που κάμποσες έβγαλε λαϊκές παράδοσες.

Προχωρούσε το έργο και πήγαινε· και μαζί με τα καλλιτεχνικά σκαρώνουνταν και πλήθος άλλα πιο χρειαζούμενα. Υδραγωγεία, λουτρά, θέατρα, δικαστήρια, τέλος και πέρα από τέσσερεις χιλιάδες αρχοντόσπιτα και μέγαρα.

Και σαν άρχισε να φαίνεται η πόλη καθώς δηγούνται πως την ονειρεύτηκε τον καιρό που τηνέ χάραζε ο Κωσταντίνος, από γριά δηλαδή μεταμορφωμένη σε πεντάμορφη παρθένα, γιορτάστηκαν τα γεννητούρια της με βασιλική λαμπρότητα τις 11 του Μάη 330. Αφού άγιασαν τα παλάτια οι Αρχιερέοι, έσυραν και λειτουργήσανε στην Αγιά Σοφιά, κι αφιέρωσαν την πόλη στην Παναγιά. Μα και κοσμικά πανηγυρίσματα έγιναν πάμπολλα, και μάλιστα ιπποδρομικοί αγώνες. Κι απάνω στους αγώνες αυτούς ξεκίνησε συνοδία στρατιώτες φορεμένοι μακρινές χλαμύδες και κρατώντας λευκές λαμπάδες, κ' έφεραν τον αδριάντα του Κωσταντίνου στο Ιπποδρόμιο. Γονάτισε τότες ο λαός και τον προσκύνησε τον αδριάντα. Αυτό είναι το καλλιτέχνημα που στήθηκε κατόπι απάνω στην πορφυρόλιθη την κολώνα.