Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος
Part 6
Νου και προσοχή κι όνειρα, στο Θεό τα γύρισε όλα. Από κείνον έλπιζε, σε κείνον προσεύκουνταν. Κι απάνω σε μια από τις κατανυχτικές αυτές προσευκές του φανερώθηκε το περίφημο το Ουράνιο Σημάδι του. Είτανε, λέει, μεσημέρι περίπου, και καθώς διάβαινε ο Κωσταντίνος με το στράτεμά του, τηράει άξαφνα δίπλα στον ήλιο λαμπερό σταυρό από φως, κι απάνω στα σταυρό τα γράμματα « Τούτω νίκα». Το τήραγαν το σημάδι κι ο Κωσταντίνος κι ο στρατός του, κ' έλεγαν τι να σημαίνη. Σα βράδιασε και πλάγιασε ο Κωσταντίνος να κοιμηθή, βλέπει λαμπρό όνειρο, ανάλογο κι αυτό με το ουράνιο το σημάδι. Βλέπει τον Ιησού Χριστό και βαστάει τον ίδιο το σταυρό, και του παραγγέλνει αυτό να είναι η σημαία του τώρα κι ομπρός, αυτό ο σύμμαχός του, επειδή θα τον προφυλάγη από εχτρούς και θα τονέ δοξάζη. Ξυπνάει ο Κωσταντίνος ταποταχύ και δηγάται το παράξενο αυτό όνειρο. Και δίχως μήτε μέρα να χάση, φέρνει χρυσοχούς και τους προστάζει να του φτειάξουνε σταυρό απαράλλαχτο σαν το θείο σημάδι, όλο μάλαμα και πετράδια. Αυτή είναι η πρώτη αρχή της μυριοξάκουστης σημαίας που ονομάστηκε Λάβαρο. Είταν το λάβαρο κοντάρι μακρύ και χρυσωμένο, και ταπάνω του μέρος, σταυρός. Στην άκρη στεφάνι, μάλαμα και πετράδια. Μέσα στο γύρο του στεφανιού τα δυο Ελληνικά γράμματα Χ και Ρ, που τη γνωρίζει μια Χριστιανωσύνη τη σημασία τους. Ως το τέλος τα είχαν αυτά τα γράμματα βαλμένα στο κράτος τους οι Βυζαντινοί οι Αυτοκρατόροι. Από το σταυρό κρέμουνταν πορφυρένια τετράγωνη σκέπη, χρυσόφαντη κι αυτή και διαμαντοστόλιστη, που σαν τετράγωνη που είτανε, δεν κατέβαινε ως τα κάτω του μακρινού κονταριού, μόνο περίπου ως τα μισά. Κατά την κάτω άκρη της σκέπης έβλεπες ζουγραφιστές τις προτομές του Βασιλέα και των παιδιών του. Λεν πως ως στον έννατον αιώνα βάσταξε η σημαία εκείνη μέσα στα παλάτια του Βυζαντίου. Τέτοιο είταν το μυριοδόξαστο το Λάβαρο, που μαρτύρησε, μπορούμε να πούμε, του κόσμου τη βάφτιση. Σύγκαιρα όμως και τη δική μας την ξαναγέννηση και το πρώτο γερό μας θεμέλιωμα.
Το πώς ο Κωσταντίνος έθρεφε μέσα του βαθιά ευλάβεια προς τη νέα θρησκεία, ολοφάνερο πράμα. Κρίνοντας όμως από τον πραχτικό χαρακτήρα του, γνωρίζοντας κι από την κατοπινή του ιστορία πως ό,τι σπουδαίο και μεγάλο καταπιάνουνταν το είχε με το νου του πραχτικά λογαριασμένο, δύσκολο φαίνεται να πιστέψουμε πως ακολουθώντας τη χριστιανική του πολιτική πήγαινε μόνο κατά τα ουράνια σημάδια. Τόννοιωσε ο Κωσταντίνος πως το χριστιανικό στοιχείο μεγάλωνε και δυνάμωνε, και πως ταρχαίο ξέπεφτε και μαραίνουνταν. Έδειξε λοιπό σπάνια πολιτική φρονιμάδα και τόλμη σαν άκουσε στην αμηχανία του απάνω τα λόγια της μάννας του και κηρύχτηκε προστάτης του νέου στοιχείου.
Μια και πάρθηκε η απόφαση, ξεκίνησε το στράτεμά του μ' ελπίδα και με θάρρος, και πλημμύρισε τα βορεινά της Ιταλίας. Την πρώτη εναντίωση τη βρήκε στο Τουρίνο, κ' εύκολα την καταπόνεσε. Κατεβαίνει στο Μιλάνο και κείθε στη Βερόνα. Κερδίζει εκεί άλλη λαμπρότερη νίκη, και προχωρεί κατά τη Ρώμη. Βγαίνει τότες ο Μαξέντιος να τον απαντήση, και σε τρίτη μεγάλη μάχη (312) βρίσκει το τέλος του κι αυτός κ' η δύναμή του. Μπαίνει ο Κωσταντίνος νικητής μέσα στη Ρώμη, και κάθε Ρωμαίος τηράει και θαμάζει την ομορφιά του, τη μεγαλοπρέπεια, και τέλος τη μαγική εκείνη σημαία που από τα τώρα τούφερνε τόση δόξα.
Άλλη απόδειξη πως δεν τον καθοδηγούσε μόνο θρησκευτική πίστη παρά και λογαριασμένη πολιτική είναι ο τρόπος που τους φέρθηκε τότες τους Ρωμαίους. Λόγο δεν ξεστόμισε μέσα στην πρωτεύουσα που να τονέ δείξη πως είτανε Χριστιανός. Τις απόφευγε τις αρχαϊκές τελετές, είναι αλήθεια· μα όχι και τόσο που να γεννάη υποψίες. Το νόστιμο είναι που κ' η Σύγκλητο, σαν τούστησε την αψίδα που σώζεται ακόμα στη Ρώμη, δεν αφήκε ναποφανή μήτε πως με την αρχαία πήγαινε μήτε πάλε με τη νέα θρησκεία· παρά λέει η επιγραφή της αψίδας πως η «Θεότητα» τονέ βοήθησε και νίκησε τον τύραννο. Μάλλους λόγους, θέλοντας η Σύγκλητο να τον κολακέψη, ή και να τον τιμήση, μισόκαμνε το σταυρό της κι αυτή. Πρέπει όμως να παρατηρηθή πως ο Κωσταντίνος δεν έδειχνε πάντα και την ίδια προσοχή και δειλία, αφού όταν έστησε στη Ρώμη τον αδριάντα του έβαλε σταυρό απάνω στην άκρη του κονταριού του.
Άρχιζε και γλυκόφεγγε η μεγάλη του ιδέα στο διάβα του απάνω, και σε κάθε του πάτημα τώρα κι ομπρός ανταμώνουμε τις σωτήριες αχτίδες του.
Δεν πέρασαν πολλοί μήνες (313) και βρέθηκε πάλε στο Μιλάνο. Ξανανέβηκε ως εκεί νανταμώση τον Κυρίαρχο της Ανατολής, το Λικίνιο, φτασμένο τώρα για να πάρη την αδερφή του Κωσταντίνου, την Κωσταντία, να κανονίσουν κι όσα ζητήματα έμνησκαν ακανόνιστα. Τότες είναι που βγήκε το πρώτο διάταγμα που διαφέντεψε κάπως τη νέα την πίστη, να πηγαίνη δηλαδή ο καθένας μ' όποια θρησκεία επιθυμεί κι άλλο πιο γενναιότερο μέτρο, όλα τα σφετερισμένα χτήματα να δοθούνε πίσω στις εκκλησιές.
Έτρεχαν ως τόσο με τέτοια ορμή τα περιστατικά, που οι Αυτοκρατόροι έπεφταν και πήγαιναν ένας ένας, κι άφιναν τόπο για τον καταφρονεμένο του Γαλερίου. Πρώτο θύμα πέφτει ο Μαξιμίνος, που απάνω στην απουσία του Λικινίου έκαμε όρεξη ναρπάξη αυτός την Ανατολή, με σκοπό να κάμη το ίδιο κατόπι και στη Δύση. Χτυπάει λοιπόν το Βυζάντιο και το κυριεύει. Προφταίνει όμως ο Λικίνιος από τα Βορειοδυτικά, ανταμώνει τον Μαξιμίνο στην Αδριανούπολη και τονέ σπάνει. Απελπίζεται τότες ο Μαξιμίνος, σκοτώνεται, και μένει ο Λικίνιος μόνος κυρίαρχος όλης της Ανατολής, καθώς όλης της Δύσης ο Κωσταντίνος.
Σε τέτοιο απέραντο Κράτος είχε φυσικά τόπο και για τους δυο. Του Κωσταντίνου όμως η φιλοδοξία έπαιρνε τώρα το δρόμο της, κ' ένας Λικίνιος δε δυνότανε να τη σταματήση. Σ' ένα χρόνο μέσα πιάστηκαν αναμεταξύ τους. Καταπονιέται ο Λικίνιος κι αναγκάζεται ναφήση του Κωνσταντίνου Ιλλυρία, Μακεδονία, καθαυτό Ελλάδα, κι άλλες μερικές χώρες. Μα μήτ' αυτό δεν τη σταμάτησε την ορμή της Μοίρας που τον έφερνε, όλο τον έφερνε τον Κωσταντίνο στη δύναμη και στη δόξα.
Πριν όμως έρθη του Λικινίου το τέλος, πέρασε ο Κωσταντίνος εννιά απόλεμα, όχι όμως και ήσυχα χρόνια στη Γαλατία, στην Ιταλία, στην Ελλάδα, και μάλιστα στη Θεσσαλονίκη. Κανόνισε τότες τη δοίκηση και τη νομοθεσία, όσο γίνεται κατά τις χριστιανικές τις ιδέες· επειδή όντας οι χώρες εκείνες ανακατεμένες ακόμα, τέτοια έπρεπε να είναι και τα μέτρα του κ' η γενική του πολιτική. Παράτολμα πηδήματα δεν εννοούσε να κάμνη μήτε ριζικές αλλαγές να φέρνη στα σύχρονά του συστήματα· μα μήτε είταν ο κατάλληλος, αφού το νάθρεφε μεγάλη ευλάβεια προς το Χριστιανισμό δε θα πη πως είχε χωνεμένα κι όλα τα ηθικά στοιχεία της νέας θρησκείας. Ο Κωσταντίνος δεν είταν άνθρωπος μήτε γραμματισμένος μήτε θεωρητικός. Στα θεωρητικά μάλιστα, καθώς αργότερα θα δούμε, είταν και κάμποσο πεζός. Όντας γέννημα της εποχής του σε όλα, εξόν που αναγνώρισε την υπεροχή του Χριστιανισμού, πίστεψε και στη θαματουργική δύναμή του. Δεν πετούσαν τόσο αψηλά τα Χριστιανικά του νοήματα που να μην προστρέχη και στα βασανιστήρια σαν τον παρασκότιζαν οι Ειδωλολάτρες. Αυτά δα και σωστοί Χριστιανοί τα μεταχειρίστηκαν, και πολύ αργότερα. Άλλο ένα, που από τη μια απαγόρευε κάθε είδος μαγεία και μαγκανία, κι από την άλλη άφινε να μαντεύουν ακόμα τα μέλλοντα από τα σπλάχνα των ζώων. Τέτοιες ανακατωσιές δεν μπορούσανε να λείψουν. Η καρδιά του όμως πήγαινε πάντα με το Χριστιανισμό, κι αυτό είταν κάτι για τους λαούς του.
Ας ξανάρθουμε τώρα στο Λικίνιο. Δεν μπορούσε ο Λικίνιος να την ξεχάοη την ταπείνωσή του. Έβραζε, και την ώρα δεν έβλεπε να ξεσπάση. Άρχισε με τους Χριστιανούς. Δεν τους κατάτρεχε καθώς ο Διοκλητιανός κι ο Γαλέριος, τους έδιωχνε όμως από την Αυλή του, τους αδικούσε όπως μπορούσε, γκρέμησε τέλος και μερικές εκκλησιές. Και σαν πήρε μ' αυτή την πολιτική από το μέρος του όλους τους Εθνικούς, βγήκε να πολεμήση και τον Κωσταντίνο στα 323. Μεγάλοι στρατοί και στόλοι κι από τα δυο μέρη. Του Κωσταντίνου ο στόλος Ελληνικός, δηλαδή Ελληνικά πλοία και ναύτες. Πως βρέθηκε τέτοιο θαλασσινό υλικό στην Ελλάδα μέσα σε κείνη την παρακμή, μένει κάπως ανεξήγητο, εξόν αν ο Κωσταντίνος ναύλωσε ή αγόρασε τα εμπορικά· και γνωρίζουμε πως στα χερότερά μας, μαζί με γλώσσα, με θρησκεία, με κάθε άλλο εθνικό φυλαχτήρι, σώζουνταν πάντα και το εθνικό το εμπόριο, πότε στη μια, πότε στην άλλη άκρη της Ρωμιωσύνης.
Μαζεύει λοιπόν ο Κωσταντίνος τα στρατέματά του στη Θεσσαλονίκη, κι ο γιος του ο Κρίσπος το στόλο στον Πειραιά. Ο Λικίνιος πάλε το στρατό του τον έφερε στην Αδριανούπολη, και το στόλο στα Δαρδανέλλια.
Σωστή παράταξη το ξεκίνημα του Χριστιανικού του στρατού. Παντής λογής Κληρικοί τονέ συνόδευαν και τονέ βλογούσαν, και πενήντα διαλεχτοί αξιωματικοί προδιάβαιναν κρατώντας το Λάβαρο. Έτσι πηγαίνοντας ανταμώνουν τους αντιπάλους, καλοκαίρι του 323, και τους σπρώχνουν ως στο Βυζάντιο. Σύγκαιρα ξεκινάει κι ο Κρίσπος από τον Πειραιά, χτυπάει το στόλο του Λικινίου στα Δαρδανέλλια, και παρουσιάζεται στα πρόθυρα του Βυζαντίου. Ο Λικίνιος, στενοχωρημένος από στεριά κι από θάλασσα, σηκώνεται και περνάει αντικρύ, στη Χρυσόπολη. Τον πέρνει το κατόπι ο Κωσταντίνος, και τις 10 του Σεπτέβρη τονέ σπάνει μια και καλή. Φεύγει τότες ο Λικίνιος στη Νικομήδεια, και για χάρη της γυναίκας του σκόπευε ο Κωσταντίνος να τον αφήση ήσυχο. Μα δε σύχαζε ο γαμπρός του. Τότες κι ο Κωσταντίνος, που καθώς είπαμε δεν πολυέπαιρνε από χριστιανικές μακροθυμίες, τον κρέμασε και γλύτωσε από τα βάσανά του.
Κ' έτσι απόμεινε ο Κωσταντίνος κατά το τέλος του 323, ύστερ' από δεκαεφτά χρονών αγώνες, κυρίαρχος όλης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πρώτη του πράξη είτανε να ξαναβγάλη το διάταγμα εκείνο του Μιλάνου, που το είχε ακυρωμένο ο Λικίνιος στην Ανατολή. Ξαναβρήκε λοιπόν ο Χριστιανισμός τον προστάτη του, στηρίχτηκε πάλε η νέα θρησκεία στους δυο νόμους εκείνους που δίνανε το δίκιο του σε κάθε Χριστιανό, και γενική ανοχή. Το κείμενο τω νόμων αυτών είναι πιστή εικόνα της πολιτικής του Κωσταντίνου. Τους διαβάζει άνθρωπος, και νοιώθει πως δεν είταν αρπαγμένος ο νους του από θρησκευτικό ενθουσιασμό, παρά μόνο δεμένος από φόβο Θεού, από ευλάβεια κ' ευγνωμοσύνη για τα όσα του χορήγησε ο Ύψιστος ως τα τώρα, κι αυτό πάλι όχι τόσο που να ταράξουν την πολιτική του κρίση, τη διπλωματική του. «Την δύναμίν σου ευλαβώ (έλεγε) ην εν πολλοίς τεκμηρίοις έδειξας, και την εμήν πίστιν βεβαιοτέραν ειργάσω. » Παρακάτω όμως, « Ειρηνεύειν σου τον λαόν και αστασίαστον μένειν επιθυμώ υπέρ του κοινού της οικουμένης και πάντων ανθρώπων χρησίμου... Μηδείς τον έτερον παρενοχλείτω. Έκαστος όπερ η ψυχή βούλεται, τούτο και πραττέτω».
Ήθελε μ' άλλους λόγους να μην τους ερεθίζη τους Εθνικούς, μόνο να τους φυλάγη ήσυχους, για να μπορέση ναποτελειώση ειρηνικά τη μεγάλη επιχείρηση που λογάριαζε ο νους του.
Πού να τα ονειρευτή όμως ο θετικός εκείνος νους τα βάσανα που του μαγείρευε η σοφιστική μανία της αρχαιότητας, κι όχι πια με την παλιά της μορφή, παρά κρυμμένη μέσα στης νέας θρησκείας τα ράσα!
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κανονίζουνται τα θρησκευτικά
Όταν ο παλιός ο κόσμος, και μάλιστα ο πιο γραμματισμένος, είδε κι απόειδε πως προκοπή πια δεν είχε, κι ας τον υποστηρίζανε Γαλέριοι και Λικίνιοι, άλλο δεν τούμνησκε παρά νάρχεται και να κατασταλάζη μέσα στης νέας θρησκείας το χωνευτήρι. Με προστάτη μάλιστα της Χριστιανωσύνης τώρα τον Κωνσταντίνο, τέτοιο κίνημα και φυσικό φαίνεται και συφέρο τους είταν. Το χώνεμα όμως αυτό δεν είταν και δίχως τα δυσάρεστά του. Επειδή όσο και να χριστιανίζουνταν οι δικοί μας, τα συστήματά τους δεν μπορούσανε να χριστιανιστούν κι αυτά σε μια και σε δυο γενεές, μόνο περνούσανε μέσα στον καινούριο κόσμο σαν κρύφιο φαρμάκι μαζί με το αίμα τους. Και μπορούμε μα την αλήθεια να πούμε πως ο Εθνισμός, καθώς άλλοτε θέλοντας καταδίωχνε με βάσανα το Χριστιανισμό, τώρα μη θέλοντας τονέ φοβέριζε με όπλο φοβερό, με την τέχνη εκείνη που μπορούσε να σκίζη τρίχες, μα και βαθιόρριζα δέντρα να ρίχνη· με την ξεπεσμένη του τη φιλοσοφία, που αργαστήρι της ξακουσμένο σταθηκε η μεγαλονόματη η Αλεξάντρεια.
Η φιλοσοφία αυτή, αν και καθώς είπαμε ξεπεσμένη, δεν είταν κι όλως διόλου σοφιστική. Για δαύτο κι όσοι είχαν κεφάλι γερό, καθώς ο Αθανάσιος, δε δυσκολευτήκανε να διαλέξουν τα γερά τους στοιχεία και να δυναμώσουνε μ' αυτά τη Χριστιανωσύνη. Μα όσοι πάλι, κι αυτοί είταν οι πιώτεροι, δεν είχανε δύναμη να κατεβάσουν την αλήθεια ως τη συνείδησή τους, παρά φύλαγανε την εικόνα της μονάχα στη φαντασία τους μέσα, καθώς ο Άρειος, έφεραν ολέθρια ζιζάνια μέσα στην καινούρια Κοινωνία, κ' έπρεπε μα το ναι να είναι ένας Χριστινανισμός για να τα βαστάξη και με τον καιρό να τα καταπνίξη. Κ' επειδή στον πρώτο πόλεμο που σήκωσε μέσα στη Χριστιανωσύνη η ρωμαίικη η σοφιστεία παράστησε θέλοντας και μη σημαντικό πρόσωπο κι ο Κωνσταντίνος, είναι ανάγκη να χαρίσουμε ένα κεφάλαιο στα θεολογικά τα ζητήματα που σπάραξαν το Έθνος ό,τι άρχιζε να το συμμαζεύη ο νέος προστάτης του.
Είδαμε παραπάνω πως οι φρονιμώτεροι κ' οι πιο πραχτικοί πηγαίνανε με το Χριστιανισμό. Από τους λοιπούς μέρος λάτρευαν ακόμα, τους Ολύμπιους Θεούς, άλλοι ήσυχα και ποιητικά καθώς τον παλιόν καιρό, άλλοι με τα διατάγματα του Διοκλητιανού ή του Λικινίου στο χέρι. Έχουμε όμως και τρίτη μερίδα, τη γραμματισμένη καθώς την είπαμε, τη φιλοσοφική τη μερίδα. Κι αυτή τώρα βγαίνει πρωταγωνίστρα στο θρησκευτικό μας το δράμα.
Αν η φιλοσοφία είχε ξεθυμάνει, καθώς είδαμε, στην Αθήνα, και κατάντησε αγυρτεία, στην Αλεξάντρεια όμως, που είταν μαζεμένο διαλεχτό Ελληνικό στοιχείο, και με την προστασία των Πτολεμαίων πλούσιο κ' ευτυχισμένο, βγαίνανε σοφοί ανθρωπινώτεροι, και για την εποχή εκείνη στ' αλήθεια σπουδαίοι. Την έχουμε ακουστά την Αλεξαντρινή τη Σκολή, τους γνωρίζουμε τους Νεοπλατωνικούς, τους οπαδούς τους Πλωτίνου. Μερικοί όμως από τους σοφούς αυτούς για κακή μας τύχη, σαν που πήραν τον Πλατωνισμό και τον ξανάπλασαν, το ίδιο θάρρεψαν πως μπορούσανε να κάμουνε και με το Χριστιανισμό· τονέ μεταχειριστήκανε δηλαδή σα φιλοσοφικό σύστημα. Παίρνουνε λόγου χάρη την Αγία Τριάδα, και στη βάση της απάνω στένουνε δική τους Τριάδα με δικά τους ονόματα «Έν, Νους, και Ψυχή» κι άλλα ακόμα πιο δύσκολα και πιο ακατανόητα. Από τέτοιες άσκοπες — ας τις πούμε — μελέτες ξεφύτρωσε τέλος στη μέση κι ο Άρειος κ' η Αίρεση του, που πήγε να την πνίξη τη θρησκεία μέσα σε θεωρίες και σε σοφίσματα που κανένας λαός δεν μπορούσε να βγάλη όφελος από τέτοια, αφού δα μήτε να τα καλονοιώση δεν μπορούσε.
Είταν τότες Μητροπολίτης στην Αλεξάντρεια ο Αλέξανδρος, καλοκάγαθος άνθρωπος (319). Κι ακούσαντας πως ο Άρειος δίδασκε — και κάμποσοι κληρικοί τον ακολουθούσαν — πως ο Ιησούς Χριστός δεν είταν άναρχος καθώς ο Θεός, μόνο είδος πρωτότοκο πλάσμα του, τονέ φώναξε και τον καθοδήγεψε με το καλό, σαν πνεματικός του πατέρας. Όντας όμως ο Άρειος μεγαλάνθρωπος, αγέρωχος, και μ' αρχοντάδικη θεωρία, σα να του πήρε τον αέρα του γέρου, κ' έτσι δεν αποκότησε να του μιλήση και καθώς του άξιζε. Και πως του άξιζε πολύ αυστηρός τρόπος, και μάλιστα τιμωρία, απόδειξη έχουμε που δεν του απολογήθηκε του Μητροπολίτη μ' αληθινή σοφία κ' ειλικρίνεια, παρά με διφορούμενες ξυπνάδες που ρίχτανε σκότος κι όχι φως σε τέτοια δύσκολα ζητήματα. Και το πιο χερότερο, που άμα βγήκε, διαλάλησε πως συφωνάει κι ο Μητροπολίτης μαζί του, και ξανάρχισε τις αιρετικές διδαχές του. Τον καταμηνούν άλλη μια στη Μητρόπολη. Τι να κάμη τότες ο Αλέξαντρος; Πηγαίνει και βγάζει λόγο στην Εκκλησία κ' υποστηρίζει και ξηγάει το σωστό δόγμα, λέγοντας πως η μια υπόσταση της Τριάδας από την άλλη δε διαφέρει. Ο Άρειος τότες γνωρίζοντας πως είχε μαζί του και πολλούς Κληρικούς, σηκώνεται κι αρχινάει δική του ομιλία, σα να είταν Ακαδημία, κι αρμηνεύει το σύστημά του με δίχως καμιά συστολή. Τότες είπε και το περίφημο του το σόφισμα, πως αν ο Θεός γέννησε το Σωτήρα, πάει να πη πως είτανε μεγαλήτερός του· άρα, δεν είναι άναρχος ο Ιησούς καθώς ο Θεός.
Έγινε ανάστατη η Αλεξάντρεια με την ομιλία αυτή. Μοιράστηκε ο κόσμος σε δυο στρατόπεδα. Γέρος κ' ειρηνικός καθώς είταν ο δύστυχος ο Μητροπολίτης, ελπίδα πολλή για το σωστό το δόγμα δε φαινότανε, παρά κιδύνευε να βυθιστή ο Χριστιανισμός μέσα στα θολωμένα νερά της φιλοσοφίας. Είχε όμως ο Αλέξαντρος κάποιο νέο διάκο ως είκοσι χρονών, Αθανάσιο τον έλεγαν. Είτανε μικρουλός, ταπεινός, και χλωμός, μόνο που σπιθοβολούσαν τα μάτια του. Αυτός ο μικρός κι ο καταφρονεμένος διάκος, αυτός είναι ο μέγας και πολύς ο Αθανάσιος, που ως τα σήμερα Ανατολή και Δύση τον ονομάζει Μεγάλο Πατέρα της. Αυτός είναι ο μικρός ο Δαβίδ που παραβγήκε να πολεμήση με το γίγαντα. Τον πολέμησε, και ταποτέλεσμα του πολέμου εκείνου ακόμα σώζεται. Το «Πιστεύω» μένει πάντα θεμελιωμένο στη βάση που τόστησε.
Και δεν είχε μονάχα φυσική δεινότητα ο Αθανάσιος, είταν κ' ελληνιστής δεινός· και πρι να βγη ακόμα στο θρησκευτικό τον αγώνα, γνωρισμένος από μερικούς λόγους του, που μας δείχτουν πόσο πιδέζια ήξεραν και διάλεγαν οι Πατέρες τα κάλλη της αρχαίας σοφίας δίχως μήτε τρίχα να παραστρατούν από τα κανονισμένα τους δόγματα.
Με τον κοφτερό του νου, με την ακαταπόνετη τόλμη του, με τους θετικούς του συλλογισμούς, με την αντρίκια και καταπειστική ρητορική του, έμοιαζε ο μικρός ο Αθανάσιος αντίκρυ στον Άρειο καθώς τα μικρά εκείνα μα φοβερά τορπιλλοφόρα της σημερνής εποχής ομπρός σε παμπάλαια φεργάδα. Άρχισε τον αγώνα του με ζήλο ηρωικό, κ' η νίκη του είναι ίσως η μεγαλήτερη δόξα της Χριστιανικής ιστορίας.
Τέτοιος είταν ο Αθανάσιος, και τέτοιος φάνηκε στο πολύχρονο στάδιό του. Σ' αυτή την εποχή όμως δεν έβγαινε ακόμα ολομόναχος στην παλαίστρα παρά σα βοηθός του Μητροπολίτη. Και παίρνοντας θάρρος ο Αλέξαντρος από τον πεντάξυπνο διάκο του, αναθεμάτιζε Άρειο κι Αρειανούς. Ο Άρειος όμως αν είταν ένας, οι οπαδοί του είταν αμέτρητοι κι ολοένα πληθαίνανε. Ως και του Κωσταντίνου οι φίλοι, ο Ευσέβιος της Νικομήδειας κι ο Ευσέβιος της Καισαρείας (ο βιογράφος του Κωσταντίνου), και κείνοι με τον Άρειο πήγαιναν.
Ο Κωσταντίνος στην αρχή αυτά μήτε τάξερε μήτε τα πρόσεχε. Κι' όταν ύστερ' από τον αφανισμό του Λικινίου κατέβηκε στη Νικομήδεια και τρέξανε γύρω του Αρειανοί και Ορθόδοξοι γυρεύοντας την προστασία του, τα πήρε κατάκαρδα όλ' αυτά, και θύμωσε μάλιστα που χασομερούσε ο κόσμος με τέτοια μικρολογήματα. Δεν τους ήξερε τους Ρωμιούς του ακόμα ο Κωσταντίνος!
Ο Κωσταντίνος άλλες από πολιτικές ιδέες δεν κατείχε. Τον έχανες έξω από την πολιτική. Και μπορούμε ίσως να τον παρομοιάσουμε με βράχο που κρύβει μέσα του φλέβες γερό μάλαμα. Όσο ανακατευότανε με οργανισμούς και με νομοθεσίες, είτανε στα νερά του. Παρακείθε πελάγωνε. Έχοντας όμως και την ευλάβεια εκείνη που ξέρουμε, πολεμούσε μαζί με τα καινούρια πολιτικά του σκαρώματα να θεμελιώση και καινούρια θρησκεία. Μια και πετύχαινε τα δυο του αυτά όνειρα, όλα θα πήγαιναν ειρηνικά και λαμπρά. Πως όμως ο διαλεγμένος του ο λαός, το στήριγμα του νέου του θρόνου, φυσικό του είτανε να ψιλολογά, να χτίζη κ' ύστερα να γκρεμίζη φιλοσοφικά και θρησκευτικά συστήματα· πως τέτοια προσόντα καταντούν ολέθρια σ' ένα Κράτος όταν ο Αρχηγός δεν τα μυρίζεται και δεν τα χτυπάη πρι θεριέψουν, ως εκεί ο νους του δεν πήγαινε. Και σαν πήγε, σταμάτησε, καθώς θα δούμε, κ' έκαμε τότες μεγάλα σφάλματα.
Τη φανταζούμαστε λοιπόν τη στενοχώρια και την οργή του Κωσταντίνου σαν κατέβηκε στη Νικομήδεια και βρήκε τον κόσμο ανάστατο. Και μήτε τότες δεν το καλόνοιωσε τι βάσανα κρύβανε μέσα τους οι φιλονεικίες εκείνες. Οργίστηκε, κι ως τόσο ταψηφούσε ταεροκοπανίσματα. «Τέτοια ανωφέλευτα μωρολογήματα», έγραφε του Μητροπολίτη της Αλεξάντρειας, «μήτε να τα ξεστομίζουμε δεν πρέπει». Φρόνιμα λόγια, αν τάλεγε σε Ρωμαίους, σε Μακεδόνες, ή και σ' Εβραίους. Μα πού να τον ακούσουν οι Αλεξαντρινοί! Ως κι ο ταχυδρόμος πούφερε τα βασιλικό το γράμμα στην Αλεξάντρεια, ως κι αυτός κόρωσε μέσα στη φλογερή εκείνη λογομάχητα. Γένηκαν τέλος και ταραχές, κι απάνω στην έξαψη του ο όχλος κακομεταχειρίστηκε τους βασιλικούς αδριάντες. Λύσσαξε τότες ο Κωσταντίνος και στέλνει άλλο γράμμα, όχι πια ειρηνικό και στον Αλέξαντρο, παρά φοβεριστικό στον ίδιο τον Άρειο και τον προστάζει νάρθη και να του ξηγήση τακατανόητο δόγμα του. Έρχεται ο Άρειος, και με τη φοβερή του σοφιστική τον παραζαλίζει τον Αυτοκράτορα. Δεν μπόρεσε ο Κωσταντίνος να τα βγάλη πέρα μαζί του. Δεν έννοιωθε από φιλοσοφίες αυτός. Από πολιτική όμως έννοιωθε, και για να λύση τον κόμπο μια και καλή, αποφάσισε να προσκαλέση Μεγάλη Οικουμενική Σύνοδο να κανονίση το ζήτημα.
Αυτή είναι η πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, της Νίκαιας. Έξοχη ιδέα, άξια μεγάλου πολιτικού και μεγάλου Χριστιανού. Αν είταν και μεγάλος φιλόσοφος και πρόβλεπε απαρχής το τι του μαγείρευε ο Άρειος, δε θα είχε μήτε τέτοιο μέτρο ανάγκη. Όντας όμως ανήξερος από θεωρητικά έδειξε μεγάλη πολιτική και Χριστιανική φρόνηση που αφήκε τη λύση στους σπουδασμένους. Πολιτική φρόνηση, επειδή ο καθαυτό σκοπός του είταν πολιτικός, να λείψουν τα σκάνταλα και να ρηνέψη ο κόσμος· Χριστιανική γνώση έδειξε, επειδή σε ζήτημα θρησκευτικό παραδέχτηκε πρόθυμος το πατροπαράδοτο Χριστιανικό σύστημα, το _βουλευτικό_.
Από τη Δύση δεν κατέβηκαν πολλοί σ' εκείνη τη Σύνοδο· μόνο τρεις τέσσερεις. Δεν τα πολυνοστιμεύουνταν οι Δυτικοί τέτοια Δημοκρατικά Συνέδρια. Κι αν έστειλε δυο του αντιπροσώπους ο Πάπας, τους έστειλε δίχως άλλο για να μην κακοκαρδίση τον Αυτοκράτορα.
Μαζεύτηκε λοιπόν η Μεγάλη η Σύνοδο στα 325, και πλάγι του Κωσταντίνου παραστάθηκε ο αγαθός ο Αλέξαντρος μαζί με το νέο φωστήρα του. Έβγαλε το λόγο του ο Βασιλέας Λατινικά, επειδή και τα Ελληνικά δεν τα καλογνώριζε. Συντάχτηκε κατόπι το «Πιστεύω» και σε είκοσι μέρες μέσα τέλειωσε τη δουλειά της η Σύνοδο, παραδέχτηκε δηλαδή το _Ομοούσιο_, αναθεμάτισε τον Άρειο και τους οπαδούς του, και ξόρισε πολλούς τους στη Γαλατία μαζί με τον αρχηγό τους. Μα μήτε τούτο δεν τόκρινε αρκετό ο Κωσταντίνος, και δω αποφαίνεται πάλι ο Ρωμαϊκός του ο χαρακτήρας. Για να στερεώση και καλά την ειρήνη του τόπου πρόσταξε να πεταχτούνε στη φωτιά όλα τα έργα του Αρείου, και φοβέριζε με θανατική τιμωρία όσους φυλάγουνε τέτοια έργα κρυφά.
Είχε μ' άλλους λόγους μεγάλα στο νου του, και τρέμοντας μην τύχη και ξαναφυτρώσουν παρόμοιες διχόνοιες και του τα χαλάσουν, έβαλε και μια τυραννική σφραγίδα στο συνταγματικό του εκείνο μέτρο.
ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χτίζεται η Κωνσταντινούπολη
Από της Νίκαιας τη Σύνοδο ως τα εγκαίνια της Νέας Πρωτευούσης (330), πέρασε ο Κωσταντίνος πέντε χρόνια κάμποσο δραματικά και φουρτουνιασμένα. Γνωρίζοντας πως όσο κι α φαίνουνταν κατασταλαγμένη η Ανατολή, τη Δύση όμως την κυβερνούσε ακόμα η παλιά θρησκεία, έκρινε εύλογο να ξαναγυρίση στη Ρώμη, δίχως άλλο με σκοπό να φέρη και κει τη Χριστιανωσύνη. Βρήκε όμως στη Ρώμη απερίμενες δυσκολίες. Οι Ρωμαίοι εννοούσαν ακόμα οι πιώτεροι να πηγαίνουνε με τα πατροπαράδοτα και να θυσιάζουνε στον Καπιτώλιο Δία. Έκαμε να τους περιπαίξη στην αρχή και να τους περιφρονήση, μα γλήγορα το κατάλαβε πως οι Ρωμαίοι δεν είταν κι όλως διόλου ξεθυμασμένοι ακόμα. Κάποια ζωή, κάποιο νεύρο τους έμνησκε πάντα. Σα βγήκε μάλιστα ο λαός στους δρόμους και τονέ βλαστημούσε που γύρευε να καταργήση τους αγαπημένους Θεούς του, κάπως λαφιάστηκε, και μήτε τους παίδεψε μήτε ξανάβγαλε στη μέση τις χριστιανικές του ιδέες.
Ίσως όμως έγινε αφορμή και τούτο να ξανάρθη ο νους του ακόμα πιο πρόθυμα στην Ανατολή. Ίσως είταν απλή δοκιμή, κι αν απότυχε δεν τον πλήγωνε και πολύ βαθιά. Εκείνο που πρέπει να τον παραζάλισε τα χρόνια εκείνα, και τόσο τον αγρίεψε που ξέχασε και την αλφαβήτα του Χριστιανισμού — αυτός που γύρευε να τον ξαπλώση στον κόσμο — είταν τα κακορρίζικα οικογενειακά του, που για κακή του τύχη ιστορηθήκανε με τρόπο που να φαίνουνται ακόμα πιο κακορρίζικα.