Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος
Part 27
Σαν τέτοιος ο ναός της Άγιας Σοφιάς. Η ιδέα, είπε ένας, όταν πρωτομπής και κοιτάξης περίγυρα είναι φως, αλαφράδα κι αρμονία. Άλλος ακόμα πιο φιλοσοφικός παρατήρησε πως κάθε ευλαβής άνθρωπος εκεί μέσα μπορεί να λατρέψη τον Ύψιστο δίχως να φέρη χαμόγελο στον αλλόθρησκο, αφού βρίσκεται εκεί συναρμολογημένο ταρχαίο πνέμα, το ελληνικό, μαζί με το νέο, το χριστιανικό — που γεννήσανε τέλειο έργο για θεία λατρεία. Αφίνουμε τα εγκώμια και τις ποιητικές περιγραφές των συγκαιρινών, που ένας τους είπε πως φαινότανε σα να το κρατούσε χρυσή αλυσίδα από τα ουράνια κρεμασμένη, κι άλλος πως έπρεπε να δη άνθρωπος για να πιστέψη πως υπάρχει τέτοιο μεγαλούργημα στον κόσμο.
Συγκρίνοντας κάποιος γνωριστής το θόλο της Άγιας Σοφιάς με το θόλο του Άγιου Πέτρου της Ρώμης, παρατηρεί πως άμα μπαίνοντας ανασηκώσης τα μάτια σου κι αγναντέψης τη στέγη του δικού μας ναού, αμέσως παίρνει το μάτι σου όλη τη θολωσιά του. Ενώ στον Άγιον Πέτρο πρέπει ως καταμεσής να προχωρήσης, και μόλις τότες αναγυρίζοντας το κεφάλι μπορείς να κοιτάξης το θόλο. Είναι και ζήτημα αν ο Άγιος Πέτρος σου φέρνει την ανατριχίλα, το θρησκευτικό ενθουσιασμό, τη θεοφοβωσύνη που σε κυριεύει στη Αγιά Σοφιά μέσα.
Μερικά χρόνια κατόπι ο περήφανος εκείνος θόλος γκρεμήστηκε, καθώς ξέρουμε, από σεισμό, κ' ένα του μέρος θρουβάλιασε τον άμπωνα καθώς και τη σολέα. Είταν τότες αποθαμμένοι κι ο Ανθέμιος κι ο Ισίδωρος. Ζούσε όμως ο ανιψιός του Ισιδώρου, Ισίδωρος κι αυτός. Σε κείνονα λοιπόν ανάθεσε ο Ιουστινιανός το χτίσιμο του καινούριου θόλου. Δυνάμωσε ο Ισίδωρος τη βορεινή και τη μεσηβρινή την καράρα, γεμίσαντας ταδειανά μέρη με τοίχο, έπειτα στήριξε τον καινούριο θόλο απάνω σε διπλή σειρά κολώνες. Μ' αυτόν τον τρόπο και τον αψήλωσε το θόλο και σύγκαιρα τονέ στέριωσε.
Έχτισε ο Ιουστινιανός κι άλλες πάμπολλες εκκλησιές κι όχι μονάχα στην Πρωτεύουσα μέσα. Κάμποσες μάλιστα και με ρυθμούς διαφορετικούς από την Αγιά Σοφιά. Απ' άλλα χτίρια έχει χτισμένο το _Βαλανείο_, δηλ. λουτρά, με πλήθος χάλκινα και μαρμάρινα καλλιτεχνήματα μέσα. Ξανάχτισε και τα λουτρά Ζεύξιππος, κι αυτά καταστόλιστα με αγάλματα.
Άλλο έξοχο έργο του είναι το ξαναχτίσιμο της _Χαλκής_, που κάηκε κι αυτή στη Στάση του Νίκα. Στοά σαν είδος προπύλαια μπροστά στο παλάτι τετράγωνη. Η σφαιρωτή του στέγη ακουμπησμένη σε οχτώ καμάρες στολισμένες με εικόνες πολεμικές· μια άξαφνα του Βελισάριου σανέ γύριζε από τις νίκες του με το στρατό και με τα λάφυρα, και στη μέση ο Ιουστινιανός κ' η Θεοδώρα καμαρώνοντας την παράταξη, και μάλιστα το Γότθο και το Βάνταλο βασιλέα που τους φέρνανε σκλάβους· χαρούμενοι κ' οι συγκλητικοί σεριανίζουν από τριγύρω το δοξασμένο το θέαμα. Της Χαλκής πρωτομάστορης είταν ο Αιθέριος.
Εξαιρετικά εδώ πρέπει ναναφερθούν οι ναοί της Θεσσαλονίκης· επειδής εκεί βλέπουμε όχι μονάχα την πρώτη τέχνη, δηλαδή τότες που είταν ακόμα μισή μισή, μα και τη νέα τέχνη βλέπουμε στην εντέλεια της, και μάλιστα το κυριώτερο χαραχτηριστικά της, τα μωσαϊκά στους θόλους· αν κ' είναι δύσκολο να καλοριστή η εποχή τους. Οι πιο ξακουστές εκκλησιές είναι του Άγιου Δημήτρη και του Άγιου Γιώργη. Ο Άγιος Δημήτρης έχει ρυθμό Βασιλικής (δρομικό), και χτίστηκε τον πέμτο αιώνα. Οι κολώνες του νάρθηκα ιωνικές, και τα κολωνοκέφαλα είδος κορινθιακά μ' ανάμεσα αϊτούς και ξόμπλια. Μάρμαρο χρωματιστό ο στολισμός μέσα, και χτυπάει λέγουν αυτό στο μάτι κι από μωσαϊκά καλλίτερα.
Ο Άγιος Γιώργης πάλε είναι τρουλλωτός ή θολωτός σαν τις εκκλησιές του Ιουστινιανού. Όλα του τα στολίσματα μωσαϊκό του πρώτου νερού. Οχτώ τέτοιες ψηφιδωτές ζουγραφιές απάνω στο θόλο παρασταίνουν παλάτια μεγαλόπρεπα, κολώνες στολισμένες με μυριοχρωμάτιστα πετράδια, σκηνώματα με πορφυρένια παραπετάσματα, διαζώματα πολυσφάνταχτα με πουλιά, δελφίνια, φοινικόδεντρα κι άλλα παρόμοια στολίδια μέσα· κι αποκάτω από τη μέση καθεμιάς τέτοιας ζουγραφιάς παρασταίνεται οχτάγωνο ή στρογγυλό τουρλοσκέπαστο χτίριο τριγυρισμένο με κολώνες και παρέξω με κάγκελα· παραπετάσματα κρέμουνται ανάμεσα από τις κολώνες και σκεπάζουν ταπομέσα, που φαίνεται σα να φωτίζεται από καντήλι κρεμασμένο από το θόλο.
Μα κι Αγιά Σοφιά είπαμε πως έχουμε στη Θεσσαλονίκη, χτισμένη όχι πολύ αργότερα από το περίφημο πρότυπό της. Στον ίδιο ρυθμό κι αυτή, και μ' εξαίρετα ψηφιδώματα.
Μερικά ακόμα να σημειώσουμε για τα μωσαϊκά δεν είναι άσκοπα εδώ στο τέλος. Τα πιο ξακουστά στην Πόλη είταν τα πολεμικά εκείνα ψηφιδώματα της Χαλκής. Μήτ' αυτά όμως, μήτε της Άγιας Σοφιάς δεν τα κρίνουν έργα του έχτου αιώνα μόνε αργότερης εποχής. Λαμπρά δείγματα της τέχνης του έχτου αιώνα είναι τα ψηφιδωτά της Θεσσαλονίκης και της Ραβέννας. Άμα μπης στην εκκλησιά του Άγιου Βιτώλιου της Ραβέννας παρατηρείς αμέσως απάνω στην καμάρα δυο μεγάλες ιστορικές εικόνες. Η μια παρασταίνει τον Ιουστινιανό ανάμεσα στους μεγιστάνους του και τους δορυφόρους του, η άλλη την πεντάμορφη Θεοδώρα με τις ακόλουθες της, και της προσφέρουν τα δώρα που έφεραν οι βασιλιάδες στην εκκλησιά. Η αυτοκρατόρισσα στέκεται σε νάρθηκα με «φιάλη» στη μέση, και μια θεραπαινίδα ανασηκώνει το παραπέτασμα της θύρας του ναού. Το δούλεμα τω φορεμάτων της Θεοδώρας είναι όσο γίνεται πλούσιο. Στην πλατειά ούγια του ποδόγυρου σειρά ζουγραφιές παρασταίνουν την προσκύνηση τω Μάγων. Στα στήθια της άλλο δεν βλέπεις παρά πολύτιμα πετράδια, και τα μαλλιά της αστράφτουνε στο διαμάντι και στο μαργαριτάρι. Έτσι κ' η αψηλή και καταστόλιστη κορώνα της λάμπει μέσα στ' αλώνι που την τριγυρίζει. Κάθε πρόσωπο της εικόνας εκείνης, σύμμετρο και κανονικό, με μάτια μεγάλα, μόνε σα ορθάνοιχτα κάπως. Οι φορεσιές όχι μονάχα της βασίλισσας, παρά όλης της συνοδιάς, λαμπρές κι ανάλογες με τους μεγαλόπρεπους εκείνους χρόνους. Σ' άλλη εκκλησιά της Ραβέννας, στον Άγιο Απολλινάριο, σώζουνται ψηφιδώματα του έχτου αιώνα που παρασταίνουνε μακρινή σειρά γυναίκες πλουσιοφορεμένες και με «μίτρα» στο κεφάλι, φέρνοντας ανθοστέφανα στην Παρθένο. Κ' εδώ η ίδια συμμετρία στα πρόσωπα, με κάποιο μάλιστα γέρμα του κεφαλιού που σου θυμίζει την παλιά τέχνη, την κλασσική.
Δυο λόγια τώρα για τους τεχνίτες. Πρώτα για τον Ανθέμιο. Από τις Τράλλες της Λυδίας αυτός, καθώς είδαμε. Είχε σκεδιασμένα ο Ανθέμιος κι άλλα πολλά χτίρια. Συνήθιζε να τοιμάζη τα έργα του κάθε τεχνίτη ή μάστορη με προπλάσματα και με δείγματα που χάραζε. Έξοχος όχι μονάχα αρχιτέχτονας, μα και μηχανικός και μαθηματικός. Δηγούνται μάλιστα μερικά περίεργα μηχανικά του παιχνίδια, καθώς όταν τον πείραζε κάποιος του γείτονας με φωνές απάνω από την κατοικία του, κ' έκαμε τεχνητό σεισμό μ' ατμό για τον τρομάξη και να γλυτώση από τη γειτονιά του.
Άλλος μεγάλος αρχιτέχτονας και μηχανικός της ίδιας εποχής είταν ο Ιωάννης ο Βυζάντιος, που μαζί με το νεώτερο Ισίδωρο έχτισε μεγάλα οχυρωματικά έργα στη Ζηνοβία, καθώς και ναούς και λουτρά και στοές.
Μεγάλος μηχανικός κι ο Χρύσης της Αλεξάντρειας, που κατασκεύασε τα μεγάλα υδραυλικά έργα της Δάρας για να μποδίζη τις πλημμύρες του Κόρδου του ποταμού.
4 Φιλολογία και γλώσσα Από τέλη τέταρτου ως έχτου αιώνα
Δεν ταιριάζει να μείνη έξω από τη γενική αυτή περιγραφή της πρώτης βυζαντινής εποχής η φιλολογία κ' η γλώσσα. Δύσκολο θέμα, μα πρέπει. Για να καταφερθή όμως ο σκοπός μας δίχως πελαγώματα χρειάζουνται και δω λίγα λόγια, κι αυτό θα πασκίσουμε.
Το καθαυτό χαραχτηριστικό της φιλολογίας του πέμτου αιώνα είναι η αττική ρητοράδα τους, μάλιστα των Πατέρων· και φυσικό, αφού οι δάσκαλοι τους είταν αληθινά παιδιά της αρχαιότητας. Τόσο μάλιστα βουτηγμένος είταν ο ρωμαίικος ο νους μέσα στην κλασσική φιλολογία, που για να πούνε πράματα που είτανε της θρησκείας μας παράχωναν άξαφνα και μια εικόνα, μια παρομοίωση παρμένη από τα μυθολογικά του παλιού καιρού.
Έπαιρνε κάμποσα μ' άλλους λόγους κ' η ρητορική από τα παλιά καθώς κ' οι άλλες τέχνες, μόνο αυτή σε πολύ μεγαλήτερο βαθμό· γιατί ας μη λησμονούμε πως ο εθνικομάχος ο Θεοδόσιος δεν έβγαλε και κανένα νόμο να παιδεύη τους όσους παρομοίαζαν τις νίκες του με τους αγώνες του Ηρακλέα.
Εξόν από λόγους μερικών Πατέρωνε μήτε τα τέλη του τέταρτου, μήτε ο πέμτος ο αιώνας δεν είδαν τίποτις έργα του πρώτου νερού. Δε γεννούσε ο νους μεγάλα φιλολογικά καλλιτεχνήματα. Όχι πως δεν είχε ο κόσμος μεγάλες ιδέες, κι ορίστε μια, η χριστιανική ξαναγέννηση και της Ρωμιοσύνης και του κόσμου όλου. Η ιδέα αυτή όμως, όσο γιγαντένια κι αν είτανε, είχε το κακό να κομποδένη το νου σα δημιουργούσε, αντίς να του δίνη δύναμη, φτερά και λεφτεριά.
Δεν μπορούσανε να βγουν έξω από το βαγγέλιο. Έπειτα, όσες ιδέες είχε τότες ο κόσμος, τις αρμήνευε με τη ζωή του κι όχι πας το χαρτί. Τις έκαμνε πράξη, δεν τις έγραφε. Ήρθε και το δόγμα και τονέ σφιχτόδεσε το νου ακόμα πιώτερο. Σωστή στερεοτυπία πια τότες. Τίποτις καινούριο, τίποτις τολμηρό. Μάλιστα είχε και τιμωρία. Αν πήγαινες κατά τον εθνισμό, κατατρεγμός· αν κατά την αίρεση, πάλε κατατρεγμός. Α γράφηκε και τίποτις με κάποια ζωή, πάλε από εθνικούς γράφηκε, καθώς άξαφνα τα στοϊκά συγράματα της εποχής εκείνης.
Μα α δεν έχουμε Ιλιάδες κι Οδύσσειες, δεν είναι δα και τόσο αχαμνά μερικά έργα του τέταρτου και του πέμτου αιώνα. Τη σάτυρα του Ιουλιανού «_Ο Μισοπώγων_» δεν την έχουν κι όλως διόλου για πέταμα, καθώς μήτε το _Συμπόσιο των Αυτοκρατόρων_. Ο Ιουλιανός που δεν είχε αρκετό νου για να νοιώση την εποχή του, το νου που είχε δεν τον έδεναν τα δόγματα, και κάτι μας έφτειαξε.
Μα και στον πέμτον αιώνα τα βρίσκουμε τα κλασσικά αυτά τα στοιχεία, κι ας είναι πιο ανάργια, πιο αδύνατα. Βρίσκουμε το Συνέσιο, το μαθητή της Υπατίας, της στερνής αχτίδας του κλασσικού ήλιου. Καλός στιχουργός, μα όχι και ποιητής· φιλοσοφιστής, μα όχι και φιλόσοφος. Ο Πρόκλος, κάτι καλλίτερα. Κάτι πιο δυνατός και πρωτότυπος. «Ο αληθινός ο φιλόσοφος, (είπε ο Πρόκλος) δεν μπορεί να κολλήση σε μια και μονάχη θρησκεία. Είναι ιεροφάντης του κόσμου ο φιλόσοφος». Ο Συνέσιος δεν μπορούσε, μα και δεν τολμούσε να την πη τέτοια ιδέα. Έτσι και τα ποιήματα του Πρόκλου, όσα έμειναν. Είδος Ορφικά και κάμποσο σκοτεινά· μα πάντα καλλίτερα φιλολογικά έργα από τα χριστιανικά στιχουργήματα. Είτανε φτερουγιάσματα φαντασίας κι όχι απλή κατάνυξη.
Σπούδαξε ο Πρόκλος στην Αθήνα και δίδαξε εκεί μάλιστα. Την είδαμε την Αθήνα πολλές φορές στην ιστορία απάνω. Τα φιλολογικά της συστατικά δεν είτανε και να τα ζουλέψης. Κι ως τόσο φύλαγε πάντα κάποια ηθική δύναμη η παλιά «Εστία τω Φώτων» και μάλιστα με το σπρώξιμο πούδωσε ο Πρόκλος του νεοπλατωνισμού.
Πολύ μεγαλήτερη ηθική δύναμη όμως είχε, καθώς κι αλλού είδαμε, η Αλεξάντρεια. Το φιλολογικό το κέντρο είταν εκεί. Ό,τι γράφηκε της ανθρωπιάς τον τέταρτο και τον πέμπτο αιώνα, στην Αλεξάντρεια γράφηκε. Αφίνοντας την Υπατία, του κόσμου όλου αστέρι, ας έρθουμε σ' έναν όχι και πολύ γνωστό, μα αξιοσημείωτο κατά τη γνώμη των όσοι τονέ μελέτησαν· το Νόννο τον Πανοπολίτη. Εθνικός όντας στη νιότη του έγραψε τα _Διονυσιακά_. Αργότερα, σανέ βαφτίστηκε, έγραψε σε είδος εποποιία το βαγγέλιο «κατά Ιωάννην». Ανάγκη δεν είναι να πούμε πως τα Διονυσιακά είναι το καθαυτό έργο του. Δουλεύει εκεί η φαντασία κ' εικονίζει μαγευτικές σκηνές κ' ιδέες· τόσο, που και μ' αρχαιότερους τεχνίτες τονέ συγκρίνουνε.
Μελετούσαν κι όλο μελετούσαν τους αρχαίους. Σα να τόξεραν πως τους έφευγε η κλασσική η χρωματιά μια για πάντα και βαλθήκανε να τη φυλάξουνε με δαιμονισμένους αγώνες. Δος του Όμηρο λοιπό, δος του Ευριπίδη, κι από κει στόλιζαν τα χριστιανικά τους δοκίμια. Η χριστιανική εποποιία ως τόσο του Νόννου βγήκε ανώτερη απ' άλλα παρόμοια έργα, και πολύ φυσικό αυτό, αφού τη φαντασία του την είχε ο Νόννος αναθρεμμένη ανεμπόδιστα μέσα στον Εθνισμό.
Τονέ μιμήθηκαν το Νόννο κάμποσοι στα κλασσικά του. Ο πιο αξιοσημείωτος είναι ίσως ο Μουσαίος, που μας αφήκε την Ηρώ και το Λέαντρο, το χαριτωμένο εκείνο το επικό του ποίημα.
Αν υπάρχη κλώνος στη φιλολογία που στ' αλήθεια ανθοβόλησε τα χρόνια εκείνα, είναι το μυθιστόρημα. Μπορούμε μάλιστα να πούμε πως πρωτοφάνηκε κιόλας τότες, ή καλλίτερα από τον τρίτο αιώνα. Ανεκατεμένες εκεί μέσα η παλιά κ' η νέα ζωή, η βουκολική φαντασία με την τυχοδιωχτική τη φαντασία που πήρε δρόμο αυτούς τους καιρούς. Από τη μια αγάπες κι αγκαλιάσματα μέσα σε πρασινάδες και σε λιβάδια, από την άλλη χωρισμοί κι απελπισίες που προξενούνε ληστάδες και κακούργοι. Τρομαχτικά μπερδέματα κι απερίμενα ξεμπερδέματα. Τέτοιο περίπου είναι το ρομάντζο του τρίτου, του τέταρτου και του πέμτου αιώνα. Λέχτηκε πως δε θα ξεφύτρωνε ίσως τότες το δροσερό και μυρωδάτο αυτό λούλουδο α δεν είχε η Ρώμη σκοτωμένο από χρόνους το δράμα.
Τα πιο κυριώτερα είναι· Τα «Κατά Δάφνιν και Χλόην» του Λόγγου (και ποιος δεν το διάβασε το βλογημένο εκείνο ειδύλλιο), του Αχιλλέα Τάτιου τα «Κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα», και του επισκόπου του Ηλιοδώρου τα «Αιθιοπικά». Άκαιρο κι άτοπο ναναλυθούν τα μαγευτικά εκείνα έργα, τα γεμάτα κλασσική χάρη κι αφροδιτοσύνη μαζί με πόθους και λαχτάρες και στεναγμούς, που μα την αλήθεια φαίνουνταν σαν προανακρούσματα του ρομαντισμού. Ένα μονάχα που παρατηρήθηκε ας αναφερθή, η μεγάλη σημασία που δίνεται εκεί μέσα στις παρθενικές χάρες, χαραχτηριστικά που οι χριστιανικοί εκείνοι αιώνες το φέρανε στη Δύση κατόπι και ριζώθηκε το μεσαιωνικό το ρομάντσο.
Ας έρθουμε τώρα στην ιστορία που και τόσα της χρωστούμε, αφού κι από τα όσα γνωρίζουμε πολύ λιγώτερα θα ξέραμε δίχως τα ιστορικά εκείνα έργα — ευτύχημα που βάσταξε ως τα τέλη της ρωμαίικης αυτοκρατορίας, με όχι και τόσα χάσματα όσα μπορούσε άνθρωπος να προσμένη.
Οι πιώτεροι ιστορικοί του πέμτου αιώνα στάθηκαν Εθνικοί, ο Ολυμπιόδωρος, ο Ευνάπιος, ο Πρίσκος στην αρχή του· ο Μάλχος κι ο Ζώσιμος στα τέλη του.
Ο Ευνάπιος ιστόρησε το ρωμαϊκό κράτος από το γοτθικό Κλαύδιο (270 μ. Χ.) ως τα χρόνια του Αρκαδίου (404). Ύφος χρωματισμένο τόσο ζωηρά με τη ρητορική παίδεψη της εποχής του, που το δάκριο δε δίσταξε να τονομάση «ποταμώδες!» Φανατικός Εθνικός κ' εγκωμιαστής του Ιουλιανού. Όσο για τους χριστιανούς αυτοκρατόρους, λόγους δε βρίσκει να τους ψεγαδιάση.
Ύστερ' απ' αυτή την ιστορία ήρθε η ιστορία του Ζώσιμου, που μας είναι σήμερα από τις πιο σημαντικές πηγές της ιστορίας του τέταρτου αιώνα. Ο Ζώσιμος πάλε τάβαλε με τους καιρούς του όχι τόσο από φανατισμό, όσο από τις πίκρητες που έπαθε σαν είχε πολιτικό αξίωμα. Πρότυπο του είχε αυτός τον Πολύβιο.
Του Ολυμπιόδωρου η ιστορία είναι κάτι πιο άταχτη, και σαν είδος χρονικά, με λεχτικό όχι πολύ χτενισμένο. Σπουδαίο όμως το υλικό τους (από 407 ως 425).
Εθνικός κι ο Πρίσκος, κι από τα έργα του σώζουνται όσα δηγήθηκε σαν πήγε πρέσβης στη χώρα των Ούνων. Το παινούν το ύφος του.
Ο Μάλχος έγραψε στις μέρες του Αναστασίου. Αυτός είναι που μας δηγάται τα καμώματα τω δυο Θεοδορίχων. Κι' αυτός ρητορικά μαθημένος, μα της μπιστοσύνης και με ύφος καθάριο κι απλό.
Μερικά τώρα και για τη φιλολογία του έχτου αιώνα, μαζεμένα από την ίδια πηγή που μας χρησίμεψε παραπάνω. Αναφέρθηκε αλλού κάτι για τους λίγους εκείνους φιλοσόφους που απελπισμένοι έφυγαν από το κράτος τον έχτο αιώνα και σύρανε κατά την Περσία, να ζητήσουν την προστασία, του Χοσρόη φημισμένου σαν είδος Μάρκος Αυρήλιος· φήμη μυθική που τους έκαμε και γύρισαν πίσω, μ' ένα καλό όμως, που τους θυμήθηκε ο Χοσρόης σαν έκαμε ειρήνη στα 532 με τον Ιουστινιανό, κ' έβαλε όρο να μείνουν ανέγγιχτοι από τους χριστιανούς οι εφτά εκείνοι φωστήρες του μισοζώντανου Εθνισμού, ο Σιμπλίκιος της Καλλικίας ένας τους.
Όσοι άλλοι φιλοσόφοι βγήκαν αυτόν τον αιώνα δε φαίνουνται τόσο κομματικοί στα θρησκευτικά καθώς πρώτα. Παράδειγμα ο Ιωάννης ο φιλόπονος, που αν και γράφοντας για τη χριστιανωσύνη, βούτηξε όμως σε βαθιά φιλοσοφικά ζητήματα, πολεμώντας Αριστοτελικές ιδέες και θεωρίες. Σαν τέτοιος είταν κι ο καλόγερος ο Κοσμάς ο «Ινδικοπλεύστης», που ζήτησε, δίχως να πάη ενάντιο σε θεολογικά συστήματα και δόγματα, να προσδιορίση τη θέση της γης στάπειρο μέσα, καθώς και το σκήμα της. Την ήθελε παραλληλόγραμμο αυτός.
Οι ιστορικοί, είταν ακόμα πιο διχρώματοι, ή καλλίτερα, πιο αχρωμάτιστοι στις θρησκευτικές διαφορές απάνω. Ο Προκόπιος, ο Αγαθίας, ο Μέναντρος, όλοι τους γράψανε δίχως θρησκευτικό πάθος.
Για τον Προκόπιο είπαμε αλλού μερικά. Άλλα γενικά προσόντα του είναι που πάσκιζε να μιμηθή τα παλιά τα πρότυπα όχι μονάχα κατά το καλλιεργημένο το ύφος, μα και κατά την ιστορική μέθοδο, τον Ηρόδοτο άξαφνα στα εθνογραφικά, τον Πολύβιο στη συνήθεια να ταποδίνη όλα στην τύχη ή στο θεό, κι άλλα τέτοια αρχαϊκά συστήματα, ίσως όχι τόσο γιατί πίστευε να πούμε στο «Γραφτό» όσο για ν' αρχαΐζη· μανία ρωμαίικη από τα τότες.
Ακολουθούσε το Βελισάριο ο Προκόπιος στις εκστρατείες του και σημείωνε. Αυτό το σημειωματάρι που βάσταγε χρησίμευε για το μεγαλήτερο έργο του, την Ιστορία τω Γοτθικών Πολέμων. Το δεύτερο έργο του, τα «Κτίσματα», φαίνεται σαν εγκώμιο του Ιουστινιανού, αφορμή από τα χτίρια του Αυτοκράτορα. Για το τρίτο του έργο, τ' απόκρυφο, είπαμε αρκετά.
Την Ιστορία του Προκοπίου την ξακολούθησε (από τα 550) ο Αγαθίας. Είτανε «σχολαστικός», δηλαδή δικηγόρος. Δηγάται εφτά χρονών πολέμους κι άλλα αξιοσημείωτα στα χρόνια εκείνα. Χριστιανός κι αυτός, και καλλίτερος χριστιανός από τον Προκόπιο, αφού δε συνήθιζε να τα φορτώνη της τύχης μόνε στο θέλημα του Θεού, ή και στην οργή του αν είτανε μεγάλα δεινά. Τανθρώπινα πάλι έργα ταπόδινε όλα στην ανθρώπινη θέληση κι όχι στο « πεπρωμένο ». Κατά το ύφος όμως αγαπούσε να μιμάται τον Προκόπιο, και με το παραπάνω. Γεμάτος ο Αγαθίας ποιητικές εικόνες. Έγραψε μάλιστα και ποιήματα.
Δικηγόρος σπούδαξε κι ο Μέναντρος· πλούσιος όμως όντας δεν πολυσκοτίστηκε, μόνε τόρριξε στο ξεφάντωμα και στα ιπποδρόμια. Και μόλις σαν απέθανε ο Αγαθίας καταπιάστηκε ιστορικές μελέτες κ' έφερε την ιστορία του ως τα 582. Κάτι πιο αργότερος λοιπόν αυτός από τον Ιουστινιανό, καθώς κι ο Βυζάντιος ο Θεοφάνης, πούγραψε ιστορία από τα 566 ως τα 581.
Ο Ιωάννης ο Λυδός έγραψε κατά διαταγή του Αυτοκράτορα «περί Αρχών» κι άλλα μερικά που χαθήκανε. Δικηγόρος κι αυτός. Άρχισε από στενογράφος του πραιτωριανού Επάρχου Ζωτικού, και κέρδιζε πολλά μ' αυτή τη δουλειά. Ξέροντας και πώς να κολακεύη το Ζωτικό έβαλε στο χέρι, εξόν από μια πλούσια γυναίκα, κι απόνα χρυσό νόμισμα την αράδα για ένα εγκώμιο που τούγραψε. Αργότερα όμως σα να λιγόστεψαν τα πλούτη του, και τότες έγραψε «Περί Αξιωμάτων». Έγραψε και Πανηγυρικό του Ιουστινιανού κ' ιστορία του Περσικού πολέμου. Στα τέλη του διορίστηκε Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο. Η θρησκευτική του χρωματιά κι αυτουνού ανεκατεμένη.
Ποίηση δε μας έβγαλε αυτός ο αιώνας. Έγραψε, καθώς είπαμε, μερικούς στίχους ο Αγαθίας, κ' είναι αλήθεια πως τους παινούνε. Πιώτερο όμως απ' όλους φαίνεται πως τους παίνεσε ο ίδιος του.
Ο Παύλος Σιλεντιάριος έψαλε την Άγια Σοφιά και τα εγκαίνια της. Οι πρώτοι ογδόντα στίχοι είναι εγκώμιο του Ιουστινιανού· στιχουργημένες υπερβολές και τίποτις άλλο. Η ποίηση του καιρού εκείνου βρισκότανε όχι σε στίχους μέσα, παρά στα χτίρια και στους πολέμους και στα μεγάλα τα κατορθώματα.
_Γλώσσα_. Αν κρίναμε για τη γλώσσα του έχτου αιώνα από τα έργα του Αγαθία και του Προκόπιου, θα κάμναμε περίπου το ίδιο λάθος που θα κάμναμε αν κρίναμε τη γλώσσα του δέκατου πέμτου αιώνα από τη Θουκυδίδικη ιστορία του Λαόνικου του Χαλκοκοντύλη. Δεν πρέπει όμως να θαρρέψουμε πάλε πως η γλώσσα του έχτου αιώνα είταν τόσο αλλαγμένη που να πλησιάζη τη ρωμαίικη μας γλώσσα. Πολύ μακριά. Η γλώσσα είταν ακόμα η παλιά η ελληνική στη μορφολογία της· είταν η λεγάμενη κοινή, και κατά την Ιστορική Γραμματική του αθάνατου μας Ψυχάρη έτσι απάνω κάτω πήγε ως τον εντέκατο αιώνα, τότες που πρωτοφαίνουνται με κάποια σειρά και συνέχεια σημάδια αλάθευτα της σημερνής της ρωμαίικης στο ποίημα του πρώτου Σπανέα. Δηλαδή βάση η παλιά η κοινή με τύπους καινούριους που τους συνηθίζουμε και τώρα Το πρώτο _ρωμαίικο_ που γράφηκε στην καθαυτό τη σημερνή μας τη δημοτική, δε γράφηκε πριν από το 16ο ή 17ο αιώνα· θέλω να πω τον Ερωτόκριτο και την Ερωφίλη· κ' είναι μάλιστα πολύ περίεργο που άργησε τόσο να γραφή, δηλ. να γίνη γλώσσα καινούρια. Πριν από τον Ερωτόκριτο και την Ερωφίλη δε βρίσκουμε τίποτις παρά τύπους ανακατεμένους, μισό ρωμαίικους μισό ελληνικούς, όπως και στο Σπανέα τον ίδιο.
Άρχισε ως τόσο, αν όχι η καθαυτό αλλαγή, δίχως άλλο όμως η προετοιμασία της αλλαγής από τους πρώτους χρόνους μετά Χριστό, από τότες δηλαδή που χάθηκαν οι διάλεχτες και καταστρώθηκε η κοινή, που είναι και του Βαγγέλιου η γλώσσα. Σιγά σιγά τότες χάθηκαν και τα μακρά και τα βραχιά φωνήεντα, και πήραν οι τόνοι τον τόπο τους, καθώς παρατηρούμε κι από τα εκκλησιαστικά μας άσματα κι από το δεκαπεντασύλλαβο στίχο.
Ας δούμε τώρα τι λογής λεχτικές αλλαγές παρατηρούνται στον έχτον αιώνα· να σημειώσουμε όμως πάλι πρώτα πως αν η γλώσσα του τόπου είταν τα ελληνικά, δηλαδή η κοινή, επίσημη γλώσσα είταν η λατινική. Είδαμε πόσο πολεμήσανε μερικοί αυτοκρατόροι να την κάμουνε γλώσσα του κράτου. Με τέτοια δύναμη πολέμησαν, κι ως τόσο η ρωμαίικη την είχε καταδικασμένη σε θάνατο άμα πρωτοφάνηκε στην Ανατολή. Η γλώσσα που λες και κυρίεψε τον κόσμο, κυριεύτηκε τέλος κι αυτή από τη ρωμιοσύνη. Άρχισε ο τελικός ο αφανισμός της λατινικής στην Ανατολή ύστερ' από τον έχτον αιώνα.
Δεν έμεινε ως τόσο η εθνική μας γλώσσα και δίχως σημάδια ολοφάνερα της λατινικής ανεκατωσιάς, και μήτε μπορούσε να μη γίνη τέτοιο πράμα. Τα βρίσκουμε όχι μονάχα στους τίτλους, όχι μονάχα στους στρατιωτικούς όρους (δουξ, κόμης, κάστρον, φρατρία, μανδάτα, μανδάτορας, νοβίσκουμ, οπτίματοι, όρδισον, σίγνον, σιλέντια, τέντα, κτλ.) στους διοικητικούς (στράτα, ρούγα, σπίτι, πόρτα, κτλ.) και σ' άλλους, μα και στη γενική φιλολογία και στη λαϊκή τη γλώσσα μέσα· στη γλώσσα δηλαδή που μιλιούνταν καθεμέρα στην Πόλη.
Της καθημερνής αυτής γλώσσας, αφίνοντας πια τα λατινικά κατά μέρος, μας έδωσε κάποιο δείγμα ο διάλογος εκείνος μεταξύ Πράσινους κι Αυτοκράτορα στη Στάση του Νίκα. Άλλο δείγμα βρίσκεται στο Θεοφάνη, εκεί που περιγράφει τον τρόπο που πείραζαν οι Πράσινοι το δύστυχο εκείνονα πούμοιαζε του Μαυρίκιου, και που αφού τονέ φορέσανε «σαγίον μαύρον» και τονέ στεφανώσανε με σκόρδα, τονέ καθίσανε σε γαδούρι και του φώναζαν· «Εύρηκε την δαμαλίδα απαλήν, και ως το καινόν αλεκτόριν ταύτη πεπήδηκεν, και εποίησε παιδία ως τα ξυλοκούκουδα. Και ουδείς τολμά λαλήσαι, αλλ' όλους εφίμωσεν· άγιέ μου, άγιε φοβερέ και δυνατέ, δος αυτώ κατά κρανίον, ίνα μη υπεραίρεται· καγώ σοι τον βουν τον μέγαν προσαγάγω εις ευχήν».
Από επιγραφή του έχτου αιώνα που βρέθηκε στη Νουβία μαθεύτηκε πως το ύδωρ «τόλεγαν» από τότες «_νηρόν_». Πως τον «όνο» τον έλεγαν από τότες «γαυδάριν» ή «σγουδάριν», αν όχι «γάιδαρο», το ξέρουμε κι από την περίφημη εκείνη φράση που πέταξαν του Ιουστινιανού στη Στάση του Νίκα.
Μα και στη γλώσσα των πιο γραμματισμένωνε νάρθουμε, και κει τα βρίσκουμε τα σημάδια της σιγανής, μα και βέβαιης αλλαγής. Εκεί άξαφνα που ο Μέναντρος παστρικά το λέει πως δίνει τα λόγια του πρέσβη καταπώς τα είπε, κι όχι «επί το αττικώτερον».
Αξιοσημείωτες είναι κ' οι αλλαγές όχι μονάχα από μια λέξη σ' άλληνα, μόνο κι από μια σημασία σ' άλληνα· π. χ. _ωραίος_ αντίς _καλός_, _πονώ_ αντίς _άλγω_, _θεραπεύομαι_ αντίς _ευφραίνομαι_, κτλ.
Τους λατινισμούς οι γραμματισμένοι δεν τους καταδέχουνταν, κι από ανάγκη έλεγε ο Προκόπιος «ραιφερενδάριον τη Λατίνων φωνή την τιμήν ταύτην καλούσι Ρωμαίοι» και σ' αυτό κάπως μας θυμίζει το λογιώτατο της Βαβυλωνίας. Πολλές φορές μάλιστα το ρίχνει στην περίφραση για ν' αποφύγη λατινική λέξη. Έτσι πήγε η αττική αυτή η καθαρογλωσσιά των ιστορικών πότε λίγο πότε πολύ, ως τον καιρό του Χαλκοκοντύλη. Ώστε όποιος διαβάζοντας τους βυζαντινούς χρονογράφους θαρρέψη πως θα παρακολουθήση και την ιστορία της καθαυτό γλώσσας, κάμνει μεγάλο λάθος.
Από της μεσαιωνικής εκείνης γλώσσας τα σπλάχνα βγήκε, καθώς είπαμε, πολύ αργότερα, κι από τότες λουλουδίζει η νέα η γλώσσα, όχι πια σιδεροδεμένη με μισοζώντανους τύπους, μόνο λεύτερη, σπαρταριστή και βουνήσια, και μορφώθηκε με τόση χάρη και τόση δύναμη που καταντάει από τις ομορφότερες γλώσσες του σημερνού κόσμου(9).
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ
ΠΙΝΑΚΑΣ
Σελ. ΑΦΙΕΡΩΜΑ....................................................3 ΠΡΟΛΟΓΟΣ...................................................13