Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

Part 26

Chapter 26 25 words Public domain Markdown

Ονομάσαμε τους ξένους βαρβαρικά στοιχεία, όχι από καταφρόνια, ύστερ' από το καλό που μας έκαμαν οι ολοζώντανοι εκείνοι λεβέντηδες με το καινούριο τους αίμα μόνε από συνήθεια. Κ' είταν η Πόλη αλήθεια πασπερμία τους καιρούς εκείνους. Κάθε καρυδιάς καρύδι είχε μέσα του το ένα της μιλλιούνι. Γέπηδες, Γότθοι, Λομπάρδοι, Σλάβοι, Ούνοι, Ασιανοί, Εβραίοι, όλες οι γλώσσες μιλιόντανε στην ανατολική την πρωτεύουσα. Κι ως τόσο από επαρχία νάρθη Ρωμιός και να μείνη στην Πόλη ταπαγόρευε ο νόμος, εξόν αν είτανε για πολύ σημαντικό σκοπό.

3 Τέχνη από την αρχή ως τον έχτο αιώνα

Γενική ιδέα

Η βυζαντινή η τέχνη, της αξίζει κάποια σαν πιο αναλυτική μελέτη, επειδή, μαζί με τη θρησκεία στέκεται περίτρανο σημάδι της εθνικής μας ιδιοφυίας, και κάτι πιώτερο από τη φιλολογία. Μ' άλλους λόγους την ιδέα της η ρωμιοσύνη την αποκρυστάλλωσε με την τέχνη, και μάλιστα με την αρχιτεχτονική. Εκεί απάνω έγραψε το έθνος την ιστορία του πολλούς αιώνες, και την έγραψε σε δική του γλώσσα. Δε ζήτησ' εκεί να μιμηθή δουλικά την αρχαιότητα καθώς έκαμε γράφοντας στην αττική τα χρονικά του από Ευσέβιο ως Χαλκοκοντύλη. Παρθενώνα δε γυρέψανε να στήσουνε. Δε φυλάξανε μήτε τοσοδά από το κυριώτερο στοιχείο της παλιάς τέχνης, την ίσια γραμμή. Δικό τους δρόμο χαράξανε και στην αρχιτεχτονική, και στη ζουγραφική και στη μουσική. Θόλοι και καμάρες τα χτίρια. Ψηφιδωτοί και μυριόπλουμοι οι τοίχοι κ' οι οροφές τους. Περίλαμπρες οι κολώνες. Στοιχεία από παντού παρμένα, κι ως τόσο το σύνολο τους βυζαντινό. Όσο για τις εικόνες, σοβαρές πάντα και κανονικές, μα το ύφος τους, ο χαρακτήρας, από το χριστιανισμό φυσημένος, συμμαζεμένος δηλαδή και σεμνός, όχι πολυθεϊκός κι ολάνοιχτος. Το ίδιο κ' η μουσική· πήρε κι αυτή μέρος από τα παλιά και ταπόσωσε με τον ασιατισμό που σε κάθε κλωνάρι της εθνικής μας τέχνης κρυφοχώθηκε κ' έμεινε. Ίδια κι απαράλλαχτη καθώς την έχουμε στις εκκλησιές μας σήμερα και μας συγκινεί όσους δε μας αποξένωσε η φράγκικη μουσική· μόνο που τότες τη συνήθιζαν κι όξω από τη θρησκεία. Στις τελετές του ιπποδρομίου π. χ., είτε ύμνος είτανε προς τη Θεοτόκο από Πράσινους ή Βένετους, είτε χαιρετισμός προς τον αυτοκράτορα, ψελνότανε σε πλάγιο ήχο, ή στο βαρύ.

Τον είδαμε τον ασιατισμό και στην Αυλή, θα τονέ δούμε και στα φορέματα και σ' άλλα συνήθεια, από βασιλικά και κάτω. Τι παράξενο λοιπόν αν κι ο Χριστός ζουγραφιζότανε σε μιαν εποχή με χρυσοκέντητα βασιλικά φορέματα και με κορώνες πετραδοκόλλητες;

Παραλείποντας τη μουσική, που δε μελετήθηκε ακόμα καταπώς της αξίζει, αγγίζουμε τους άλλους σπουδαίους κλώνους της Βυζαντινής τέχνης, ζουγραφική κι αρχιτεχτονική· εδώ πέρα με γενικό τρόπο, κατόπι με κάποια ιστορική και περιγραφική χρωματιά, με τη χρειαζούμενη όμως συντομία πάντα.

Της ζουγραφικής εκείνης σύχρονο και σύρριζο παραβλάσταρο, και τόσο σπουδαίο που δύσκολα ξεχωρίζουνται οι δυο οι τέχνες, είταν τα μωσαϊκά, οι ψηφιδωτές ζουγραφιές που στόλιζαν τοίχους, πατώματα κι' οροφές. Τέχνη ελληνική φερμένη στη Ρώμη, κι από τη Ρώμη μεταφερμένη στην Πόλη. Παλάτια, λουτρά, εκκλησιές κι αρχοντόσπιτα, κατάστρωτα όλα με ψηφιδωτά έργα τεχνικά ξομπλιασμένα που παρασταίνανε ζώα, πουλιά, κάποτες και μυθολογικές ιστορίες. Στο μουσείο της Νεάπολης βρίσκεται τέτοια βυζαντινή ζουγραφιά. Μα και σε ναούς μέσα σώζουνται καθώς σε λίγο θα δούμε.

Οι θόλοι των εκκλησιώνε δίνανε λαμπρή αφορμή για τέτοια τέχνη. Καταστολιστήκανε λοιπόν από ψηφιδωτές ζουγραφιές αμίμητες. Και τόση αγάπη, τόσο σεβασμό την είχαν αυτή την τέχνη, που ο μεγάλος ο Κωσταντίνος δε φορολογούσε τους τεχνίτες της. Στη δόξα της όμως είταν αυτή η τέχνη τον έχτον αιώνα.

Και δεν είταν οι βυζαντινές οι «ψηφίδες» απλά πετράδια καθώς των Ελλήνων και τω Ρωμαίων, παρά τεχνητά· δηλαδή γυαλοκόμματα χρωματιστά ή και χρυσωμένα. Έτσι και σφαντούσανε πιώτερο, έδιναν και μεγαλήτερη ποικιλία στα χρώματα. Και με το νάβαζαν τις καλλίτερες στ' αψηλά, το σφάνταγμά τους από μακριά είταν πάντα λαμπρό. Τη χρωματική ποικιλία την έβλεπες μονάχα απάνω στην καθαυτό ζουγραφιά. Το έδαφος της ζουγραφιάς, είταν πάντα χρυσωμένο ή βαθύ γαλάζιο.

Έλειπε ως τόσο από τα ψηφιδωτά εκείνα, καθώς κι από τις κοινές εκκλησιαστικές ζουγραφιές, το λεύτερο το κίνημα, η πεταχτάδα, η αλλαγή. Κ' έλειπαν όλ' αυτά επειδής έλειπαν από τη βυζαντινή τη ζωή. Ψυχή της ζωής εκείνης είταν ο συντηρητισμός, σε όλα όσα πήραν είτε από τη Ρώμη είτε από το χριστιανισμό είτε κι από την Ασία. Συντηρητισμός που πρέπει να τονέ σεβούμαστε, επειδή πολλά μας φύλαξε κι' από πολλά μας γλύτωσε. Από της Νίκαιας τη σύνοδο ακόμα είταν κανονισμένο σε τι λογής τύπους απάνω έπρεπε να ζουγραφιέται ο Χριστός. Και παράδειγμα, πόσο δηλαδή τον έτρεμε τότες ο κόσμος το νεωτερισμό, έχουμε το ιστορικό του ζουγράφου που ζήτησε να ζουγραφήση το Σωτήρα κατά το πρότυπο του Δία κ' έμεινε ξερό το χέρι του. Αυτό μονάχα σώνει να μας δείξη τον κατατρεγμό που της είχε της παλιάς τέχνης ο νέος κόσμος.

Στην κοσμική ως τόσο ζουγραφική δεν είταν και τόσο δεμένη η φαντασία του Βυζαντινού του τεχνίτη. Σάνε ζουγραφούσε πολέμους, κυνήγια, και τέτοιες σκηνές ο βυζαντινός δεν είχε συνοδικούς κανόνες να τονέ χαλινώνουν. Τέτοιες όμως κοινές ζουγραφιές για κακή μας τύχη δε σώζουνται εξόν κάτι μικρογραφίες.

Εξόν από τις ψηφιδωτές και τις κοινές ζουγραφιές (δηλαδή της μεμπράνας), είχαν οι προγονοί μας και τις λεγάμενες _κηρόχυτες_. Ανεκατεύανε δηλ. το χρώμα με λιωμένο κερί, και με τη μάζα εκείνη ζωγραφούσαν τοίχους ή πλάκες ή σανιδοπινάκια. Είχαν όμως κι άλλα συστήματα για μικρογραφίες, καθώς λόγου χάρη τα λεγάμενα «χειμευτά έργα», χρωματιστές δηλαδή μικρογραφίες με χημικούς τρόπους βαλμένες απάνω σε μάλαμα ή σ' ασήμι.

Την αγάπη που είπαμε πως είχε ο Κωσταντίνος στους ψηφιδοζουγράφους την είχανε στ' αλήθεια τον καιρό εκείνο σ' όλους τους μαστόρους της τέχνης. Και σημαίνει αυτό πολύ, επειδή μας αποδείχνει πόσο σπουδαίο στοιχείο της βυζαντινής ζωής είταν η τέχνη. Σε κάθε τελετή είχε ξέχωρη τιμητική θέση ο ζουγράφος και παρουσιαζότανε λαμπροφορεμένος. Στο ιπποδρόμιο η κάθε φατρία είχε και τους ζουγράφους της, καθώς είχε τους «ποιητάδες» της. Μα και στις θανές των Αυτοκρατόρων είχαν οι ζουγράφοι χρέη να κάμουνε, ίσως να ιστορούνε σε πλάκες ταυτοκρατορικά κατορθώματα.

Όσο για τους ποιητάδες που αναφέραμε, η δουλειά τους είτανε να γράφουν ύμνους κ' εγκώμια στους αυτοκρατόρους. Σα να λέμε δαφνηφόροι. Μα είχαν κι άλλα χρέη· σαν τίναζαν π. χ. ψεγαδιάσματα η μια φατρία της αλληνής, αυτοί τους τα στιχουργούσανε.

Για την αγαλματική δε λέμε τίποτις, επειδή ξεψύχησε κι αυτή μαζί με την αρχαϊκή ζωή και με τους γυμνικούς αγώνες που την έθρεφαν κι αν έμνησκε ακόμα κάποια όρεξη στον κόσμο για γυμνές ομορφιές, την έπνιγε το χριστιανικό το μίσος προς κάθε «αφομοίωμα».

Ας έρθουμε τώρα στον πιο ξακουσμένο κλώνο της προγονικής τέχνης, την αρχιτεχτονική. Καθώς είπαμε, μήτε χνάρι της παλιάς τέχνης δεν παρατηρείς μέσα στη νέα τέχνη εξόν από τις κολώνες. Έφυγαν οι γραμμές κ' ήρθαν οι καμάρες κ' οι θόλοι. Ήρθαν από τη Ρώμη καθώς τόσα και τόσα άλλα. Ήρθαν όμως κι από την Ασσυρία κι απ' αλλού. Για δαύτο και του Διοκλητιανού το περίφημο παλάτι στα Σάλωνα (κι από το Διοκλητιανό πιο ασιατικώτερο μονάρχη δύσκολο νάβρουμε), είταν καμαροσκέπαστο σαν Αραβικό προσκυνητάρι. Οι βυζαντινοί ως τόσο πήγαν ακόμα πιο μακρήτερα, και μαζί με τις καμάρες βάλανε στους ναούς τους θόλους και παραθόλους. Το σύστημά τους αυτό πουθενά δε φαίνεται τόσο περίτρανα αποδειγμένο καθώς στο ναό της Αγιάς Σοφιάς, που από του Ιουστινιανού τον καιρό χρησίμεψε πρότυπο για κάθε άλλο ναό. Τολμηρό, μεγαλόπρεπο και δυνατό έργο, μνημείο που του άξιζε η δόξα που το στεφάνωσε, του άξιζε η μίμηση που τούκαμναν οι κατοπινοί οι χρόνοι. Αγιά Σοφιά και στη Θεσσαλονίκη, Αγιά Σοφιά και στην Τραπεζούντα, που σώζουνται κι αυτές ως τα σήμερα. Ολοξέχωρο μεγαλούργημα, που αν και μικρότερος ο θόλος του από το Πάνθεο της Ρώμης, με το να στέκεται όμως απάνω στα κυρτά εκείνα τα τρίγωνα που αφίνουν οι καμάρες δένοντας στ' αψηλά τις πελώριες κολώνες, φαίνεται πολύ μεγαλήτερος. Θα ιστορηθούν όμως παρακάτω τα πιο αξιοσημείωτα του εθνικού μας αυτού μνημείου, που σώνει μονάχο του ναντιπροσωπέψη όλη την αρχιτεχτονική του καιρού εκείνου. Λέμε του καιρού εκείνου επίτηδες, επειδή κάτι αργότερα αν κ' έμεινε πάντα ο ίδιος ο ρυθμός, και σε τούτο στάθηκε η Αγιά Σοφιά πρότυπο, άλλαξαν όμως οι θόλοι, και σε πολλούς ναούς τους έστηναν απάνω σ' οχτάγωνους γύρους· αλλού πάλε βάζανε σωρό θόλους και στόλιζαν τους γύρους εκείνους με διπλά ή μονά παραθυράκια· καθώς κι άλλες παρόμοιες αλλαγές. Της εποχής ως τόσο που ιστορούμε καθαυτό αρχιτεχτονικός τύπος είταν η Αγιά Σοφιά.

Ένα από τα χαραχτηριστικά της εποχής εκείνης είναι η φτωχουλή κι αστόλιστη θεωρία του χτίριου _απέξω_. Κάμποσο παράξενο τούτο, σα στοχαστούμε πόσο τους άρεζε η θεωρία τω βυζαντινών. Ίσως επειδή απέξω δεν πολυμαζεύουνταν ο λαός, μόνο μέσα πάντα, κ' έτσι μαζεύτηκε μέσα κι όλος ο στολισμός. Άλλαξε ως τόσο κάπως κι αυτό το σύστημα λίγο αργότερα.

Σε τρεις περίοδες τη χώρισαν τη Βυζαντινή την αρχιτεχτονική. Πρώτη περίοδο, της _Βασιλικής_. Ελληνορωμαϊκά χτίρια αυτά, πρώτα χτισμένα για δικαστήρια ή για παρόμοιους δημόσιους σκοπούς, κι αργότερα καμωμένα εκκλησιές. Είδος μισή εποχή που λες και μετάβαινε ο κόσμος από τον παλιό στο νέο ρυθμό. Άκμασε αυτό το σύστημα από Κωσταντίνο ως Ιουστινιανό. Δεύτερη έρχεται η περίοδο του _θόλου_, καμωμένου με πλίθους (αντίς τον παλιό τον _ξυλότρουλλο_), και στηριγμένου απάνω στα κυρτά τα τρίγωνα που ξηγήσαμε· κ' είταν αυτός ο θόλος στη μέση της εκκλησιάς καθώς της Αγιάς Σοφιάς ο θόλος. Κατόπι, κατά τον όγδοο αιώνα ήρθε η τρίτη η περίοδο, και βάσταξε ως τον εντέκατο αιώνα. Πολλοί θόλοι δηλαδή ακκουμπισμένοι απάνω σε γύρους στημένους σε τέσσερεις μεγάλες κολώνες απομέσα. Είχε κι άλλα χαραχτηριστικά η τρίτη εποχή, μα αυτά άλλοτες.

***

Ύστερ' απ' αυτή τη μικρή Εισαγωγή, ας ξετάσουμε κάπως πιο συστηματικά, σύντομα όμως πάντα, την ιστορία και τα συστατικά της ρωμαίικης τέχνης, από τον πρώτον ως τον έχτον αιώνα.

Τους πρώτους πρώτους χρόνους της χριστιανωσύνης, όταν η ελληνική τέχνη ακόμα έπαιρνε κ' έδινε, τότες που οι κλασσικοί εκείνοι χριστιανοί του πρώτου αιώνα τελούσανε στα κατώγια με λαμπάδες αναμμένες τις λεγάμενες _Αγάπες_ (είδος μνημόσυνα για τους μαρτύρους τους), τότες ίσια ίσια έβγαινε κ' η χριστιανική τέχνη από της παλιάς τέχνης τα σπλάχνα, και το καλλίτερο παράδειγμα αυτής της πρώτης χριστιανικής τέχνης λεν πως είναι μια ζουγραφιά μέσα στις Κατακόμπες της Ρώμης που παρασταίνει τους Αποστόλους και τον Καλό Ποιμένα στη μέση με ταρνάκι στον ώμο. Η σωματική η γύμνια των προσώπων, ταστάχια που θερίζουνται καθώς και τα σταφύλια που τρυγιούνται περίγυρα, όλα παρμένα από την παλιά την τέχνη που ζούσε ακόμα, καθώς ζούσε κ' η παλιά η θρησκεία. Εικόνα μ' άλλους λόγους που μας θυμίζει τον «Κριοφόρο» τον Ερμή. Μα κι άλλες παρόμοιες ζουγραφιές βρεθήκανε στη Ραβέννα και στην Αλεξάντρεια. Έργα που δε μαρτυρούνε καμιάν αλλαγή μήτε στο ρυθμό μήτε στο χαρακτήρα της τέχνης, και που μήτε τον παρασταίνουν πάντα το Σωτήρα τον ίδιο, μόνε αλλού νέο και δίχως γένεια, αλλού πάλε γέρο και με γένεια. Μ' ένα καινούριο συστατικό όμως αυτά τα έργα, το _συβολισμό_. Συνήθιζαν π. χ. να ιστορούν απάνω στις εικόνες τους ψάρι, επειδή τότες το ψάρι λέγουνταν από το λαό _ιχθύς_· και το κάθε γράμμα αυτής της λέξης είχε το συβολικό του νόημα· δηλαδή, Ι(ησούς) Χ(ριστός) Θ(εού) Υ(ιός) Σ(ωτήρ). Έτσι κι ο Ποιμένας συβολική σημασία είχε βέβαια.

Σιγά σιγά όμως, όσο μεγάλωνε ο χριστιανισμός και πλήθαιναν οι χριστιανικές εικόνες, γίνουνταν κι ο κλώνος αυτός της τέχνης ανεξάρτητο τμήμα με δικά του στοιχεία, με δικές του φαντασίες κ' ιδέες. Άρχιζε κ' έφευγε η τέχνη από το κλασσικό της πρότυπο, κ' ένα από τα σημαντικώτερα σημάδια της αλλαγής είταν η απόφασή τους να συστήσουν ξέχωρον τύπο για το πρόσωπο του Σωτήρα. Εδώ όμως δε συφωνούσαν, επειδή άλλοι τον ήθελαν άσκημο για να φαίνεται πως έπαθε στον κόσμο, κι άλλοι θεόμορφο καθώς παράσταιναν τους Ολύμπιους. Στην εποχή του Κωσταντίνου ο παραδεγμένος τύπος είταν πρόσωπο συλλογισμένο, ωραία μάτια, σγουρά μαλλιά, μαύρα γένεια. Και τέλος η επίσημη βυζαντινή μορφή του Χριστού ορίστηκε κατά την ιδέα της ανθρώπινης ματαιότητας — πρόσωπο αυγουλό, κοντά κι ανάργια γένεια, μαλλιά μακριά χωρισμένα στη μέση, φυσιογνωμία σοβαρή και μελαχολικιά. Αυτή είναι περίπου η μορφή που ακολουθάει ως τα σήμερα η εκκλησιαστική μας η τέχνη.

Ανάλογο δρόμο πήραν και τάλλα τα ιερά πρόσωπα, της Παναγιάς, των Αποστόλων κ.λ., που δεκαπέντε τώρα αιώνες ιστορούνται καταπώς τα γνωρίζουμε. Θα μας πη ίσως ο κριτικός πως η ορθοδοξία κι ο συντηρητισμός αυτός των προπατόρω μας την έβλαψε την τέχνη, με τα να της έκοψε τα φτερά της. Τα μεγάλα καλά όμως δεν έρχουνται πάντα και δίχως μερικά κακά. Και το καλό του συντηρητισμού το δείξαμε παραπάνω.

Περιττό ίσως ναναφερθή, πως πρωτοαίτιοι της επαναστατικής εκείνης αλλαγής της τέχνης από κινητή και ζωηρή σ' ακίνητη και κρυσταλλωμένη είταν οι ίδιοι οι Πατέρες, που έκαμαν ό,τι μπορούσανε για να μην πάρη ειδωλολατρική μορφή το πρόσωπο του Χριστού, και μάλιστα να μην πάρη μήτε καμιά μορφή, αφού κατά τα ιουδαϊκά φρονήματα η εικόνα είταν ειδωλολατρικό πράμα. Όλοι οι μεγάλοι του τέταρτου αιώνα, Ευσέβιος, Κλήμεντας, Αυγουστίνος, Επιφάνειος, Χρυσόστομος κλ. έδειξαν αποστροφή προς τις εικόνες, αν και δεν τις κατάκριναν όλοι· μια σύνοδο μάλιστα δυτική της Ελβίρας (305) πήγε κάτι μακρήτερα και τις αποκήρυξε. Ώστε από τότες έπεφτε ο σπόρος της φοβερής εικονομαχίας του όγδοου αιώνα. Ο λαός ως τόσο πάντα ζητούσε κάτι να βλέπη και να προσκυνάη, αφού μόλις έβγαινε από τα Εθνικά του συστήματα· και σ' αυτό απάνω έδειξαν οι δικοί μας Πατέρες κάμποση γνώση που δεν τις καταδίκαζαν ολότελα τις εικόνες.

Όσο για την Αρχιτεχτονική, ως τον καιρό του Κωσταντίνου αυτή δεν έπαθε σημαντική αλλαγή. Όσες εκκλησιές χτίστηκαν, κ' η Αγιά Σοφιά ακόμα, χτίστηκαν οι πιώτερες κατά τα πρότυπο της _Βασιλικής_. Ένα προστύλιο στην μπασιά, τετράγωνη αυλή παραμέσα με στοές ολοτρόγυρα, κ' η _φιάλη_ (η βρύση) στη μέση για τις _Κάθαρσες_, συνήθειο πούμεινε ως τα τώρα στους Δυτικούς· ύστερα η καθαυτό εκκλησιά με τρεις θύρες και μοιρασμένη σε τρία μερίσματα με σειρές κολώνες. Το καταμεσιανό το μέρισμα χωρισμένο στη μέσο με κάγκελα, κ' είτανε για τον κλήρο· το δεξί το μέρισμα για τους άντρες, ταριστερό για τις γυναίκες. Στο καταμεσιανό το μέρισμα, απάνω απάνω, είταν κ' η Αγιατράπεζα (θυσιαστήριον) με δυο άμπωνες από τα πλάγια· μήτε θόλος μήτε τίποτε· ίσια ξύλινη στέγη, πότε ολόγυμνη πότε σκεπασμένη απομέσαθε μ' άλλη ξύλινη στέγη χρωματισμένη ή χρυσοστόλιστη.

Η δυσκολία πούβρισκε τότες ο αρχιτέχτονας της Βασιλικής είτανε να φέρη μαζί την ίσια γραμμή και τη γυρτή· την κολώνα και την καμάρα. Πρώτο τέτοιο κατόρθωμα έγινε στο περιστύλιο του παλατιού του Διοκλητιανού.

Ο Κωσταντίνος όμως δεν περιορίστηκε, καθώς ξέρουμε, στις εκκλησιές. Έχτισε και τα παλάτια του με τα λαμπρά τρίκλινα τους, το ιπποδρόμιο, τους τρεις μεγάλους φόρους με τις στοές και με τα δημόσια χτίρια τριγύρω, τέλος και το ξοχικό παλάτι της Μαγναύρας.

Έξω από την πρωτεύουσα την εποχή αυτή έχουμε τον οχτάγωνο ναό της Αντιόχειας, μοναδικό στο είδος του και πρότυπο για παρόμοια χτίρια· τον περίφημο ναό του Άγιου Τάφου που έχτισε η Ελένη, κι άλλους ναούς.

Όσο για τις εικόνες που στόλιζαν τους ναούς του Κωσταντίνου, πρέπει να παρατηρηθή πως δεν παράσταιναν τόσο τους Άγιους και το Χριστό όσο πρόσωπα και πράματα παρμένα από την Παλιά Διαθήκη, δηλαδή με σκοπό να στολιστή ο ναός, κι όχι για προσκύνημα π. χ. του Αδάμ και της Εύας η ιστορία, ο Δανιήλος στο λάκκο με τα λιοντάρια κτλ.

Βλέπουμε λοιπόν ως την ώρα αρχαϊκές συνήθειες στην τέχνη. Στα 140 όμως χρόνια που ακολουθήσανε, δηλαδή από Κωσταντίνο ως Ιουστινιανό, μορφώθηκε η καθαυτό βυζαντινή τέχνη με ταληθινά της σημάδια και γνωρίσματα. Άρχισε ναλλάζη με την προστασία πούδωσε ο Θεοδόσιος του χριστιανισμού, και πηγαίνοντας ομπρός ήρθε στον κολοφώνα της με τον Ιουστινιανό. Βρήκε ο Ιουστινιανός πόρους ατέλειωτους, βρήκε το έθνος έτοιμο για μεγάλα έργα, κι ωφελήθηκε την ευκαιρία. Ως και τα δυστυχήματα σε καλό του βγαίνανε. Δίχως τη Στάση του Νίκα δε θα καίγουνταν η παλιά η Αγιά Σοφιά. Αμέσως τάρχισε, καθώς είδαμε, ο αυτοκράτορας το νέο της χτίσιμο. Είταν ο καινούριος ρυθμός καλλιεργημένος στην Ασία τώρα και κάμποσα χρόνια. Πρώτη φορά δεν είταν που ήρθαν οι επαρχίες να στολίσουν την Πρωτεύουσα· από τον καιρό της Ρώμης αυτό. Έτσι κι ο Ιουστινιανός τώρα έφερε Ανθέμιους κ' Ισίδωρους από τις επαρχίες· και τόσο κατάκαρδα πήρε τη δουλειά που και σπίτι έχτισε και προσκυνητάρι δικό του στη γειτονιά, να βρίσκεται κοντά και να πιστατή μονάχος. Και καθώς είδαμε δεν πέρασαν έξη χρόνια κ' έμπαινε με τη λαμπρή συνοδιά του να εγκαινιάση το νέο του μεγαλούργημα. Μα ας έρθουμε στην περιγραφή της περιξάκουστης αυτής εκκλησιάς.

Η Αγιά Σοφιά έχει μάκρος 241 πόδια και φάρδος 224. Το σκήμα της σταυρωτό. Με τρία χωρίσματα κι αυτή, και πλατύτερο το καταμεσιανό. Το χτίριο είναι στη μέση σκεπασμένο με θόλο καμιά κατοστή πόδια διάμετρο. Ο θόλος αυτός μαγκωμένος σε τετράγωνο μέσα, και στηριγμένος απάνω σε τέσσερεις θεόρατους _πινσούς ή ορθοστάτες_, δηλαδή χτιστές κολώνες. Αυτοί οι πινσοί συνανταμώνουνται στα ύψη με τέσσερεις διάπλατες καμάρες που καθώς είπαμε αφίνουν τέσσερα γυρτά ή σφαιρικά τρίγωνα, κι αυτά τα τρίγωνα γεμίζουν τον τόπο μεταξύ κάθε καμάρας. Πέρα από την ανατολική την καμάρα ξεπροβάλλει ένας μισόθολος, κι από τη δυτική πάλε άλλος ένας μισόθολος. Η βορεινή όμως κ' η μεσηβρινή η καμάρα τριγυρίζουνται αυτές από τοίχους κολωνοστόλιστους. Δηλαδή δυο σειρές κολώνες, η μια απάνω στην άλλη. Μέσα στου ανατολικού του μισόθολου το βάθος έχουμε τρεις καμάρες, κ' η καταμεσιανή είναι η λεγάμενη _κόγχη, ή αχηβάδα_. Οι άλλες δυο οι πλαγινές δεν κρατιούνται από τοίχο καθώς η αχηβάδα, παρ' από δυο κολώνες η καθεμιά, κι αποπάνω τους άλλες σειρές κολώνες.

Παρόμοια κατασκευή κι ο δυτικός ο μισόκυκλος. Στη μέση όμως αντίς αχηβάδα αυτός έχει τοίχο στο βάθος με τρεις από τις εννιά _βασιλικές_ λεγάμενες πύλες, που πάνε στα μέσα του νάρθηκα, με τους ψηφιδωμένους τους θόλους, και τις εφτά θύρες από τα δυτικά ως όξω στο μικρό το νάρθηκα (εκεί που είναι η μαρμαρένια η φιάλη με την περίφημη την μπροσοπισινή επιγραφή της (6)) όλονα μωσαϊκό χάμου, κολώνες και θόλοι γύρωθε κι απάνωθε, και μέσα στις αχηβάδες των τοιχώνε δώδεκα λιονταρήσια κεφάλια που από το στόμα τους έτρεχε πάντα νερό(7).

Ας ξαναμπούμε όμως στο ναό μέσα, έχοντας το πρόσωπό μας γυρισμένο κατά τ' Αγιοβήμα. Δεξιά κι αριστερά, δηλαδή βορεινά και μεσηβρινά, πίσωθε από τις δυο εκείνες απανωτές σειρές κολώνες (σπάνιο θεσσαλικό μάρμαρο οι πιώτερες, ασπρόφλεβο βαθυπράσινο) που σηκώνουν τις πλευρές του καθαυτό ναού, δηλαδή του καταμεσιανού του χωρισμάτου, από χάμου ως εκεί απάνου που αρχινούν και ριζώνουν οι μεγάλες οι καμάρες, έχουμε δυο πατώματα, και ταπάνω πάτωμα είναι ο γυναικωνίτης. Γυρίζει αυτός και πηγαίνει κι απάνω από το νάρθηκα. Μαρμαρόστρωτος και γεμάτος λογής λογής λαμπρές κολώνες, κ' οι στέγες του καταστόλιστες με πολυσφάνταχτα ξόμπλια ψηφιδωτό πετράδι. Ανέβαιναν εκεί οι γυναίκες με γυριστές σκάλες απέξω. Είχε όμως κι απομέσα πόρτες για νανεβαίνουν οι διάκοι και να θεμιάζουν.

Οι οχτώ οι _πινσοί_ του ναού, οι τέσσερεις δηλαδή που αναφέραμε κ' οι άλλοι τέσσερεις από τις δυο άκρες, ανατολική και δυτική, καθώς κ' οι τοίχοι, κατασκέπαστοι όλοι από πορφυρίτη, γέσμι κι άλλα πολύτιμα μάρμαρα. Οι οχτώ μεγαλήτερες κολώνες από τη μια κι από την άλλη του καταμεσιανού ναού, οι βαθυπράσινες, είτανε μεταφερμένες από το ναό της Έφεσος. Οι οχτώ κόκκινες κολώνες κάτω από τις δυο καμάρες δίπλα στους δυο μισόθολους, αυτές είταν από το ναό της Ηλιούπολης, παρμένες πρώτα στη Ρώμη από τον Αυρήλιο, κατόπι φερμένες εδώ από πλούσια αρχόντισσα. Λογής περίτεχνα σκαλίσματα και ξόμπλια στα κεφαλοκόλωνά τους, από μάρμαρο αυτά της Προκόννησος, και βυζαντινής κατασκευής. Χάμου πάλε σκούρο μολυβί μάρμαρο με φλέβες (ασπρουλές οι πιώτερες) για να σφαντούν ακόμα καλλίτερα τα χρώματα τριγύρω κι απάνω.

Εκατόν εφτά είναι του Ναού οι κολώνες, όλες σπάνιο μάρμαρο και παντής λογής θωριές.

Το φως του το παίρνει ο Ναός από αμέτρητες θυρίδες στα ύψη, άλλες ολοτρόγυρα στη βάση του θόλου, άλλες σκόρπιες απάνω στους μισόθολους και σ' άλλα μέρη της στέγης.

Ο μεγάλος θόλος, 179 πόδια του ύψου, είναι καμωμένος μ' αλαφρά πλιθάρια της Ρόδος, κ' οι τέσσερεις πινσοί του με πολύ στεριό υλικό που να καλοβαστιέται ο θόλος, να είναι κι όσο γίνεται αλαφρός (8).

Πίσωθε από τα τέσσερα μισόκυκλα που κάμνουν οι τέσσερεις οι μεγάλες καμάρες σε κάθε κόχη, υπάρχει κι απόνα θολωτό τετράγωνο μέρος, φωτισμένο κι αυτό από παραθύρια. Από την ανατολική και τη δυτική πλευρά του κάθε τέτοιου τετράγωνου πάλε, δηλαδή από το βορεινό και μεσηβρινό πλευρό του ναού, έχουμε άλλα δυο τετράγωνα μέρη, στηριγμένα με τέσσερεις κολώνες γρανίτη. Τις έξη τετράγωνες αυτές αυλές τις έλεγαν _Κουβίκουλα·_ είδος παρεκκλήσια.

Τέτοιος περίπου ο χωρισμός του ναού. Να περιγράψουμε τώρα όσο του αξίζει και το μεγαλόπρεπο στολισμό του καθώς είταν τότες, σα δύσκολο· το πολύ μερικά από τα κυριώτερα. Και πρώτο ταργυρό το καγκελωτό Κονοστάσι, που κ' οι πλάκες του κ' οι δώδεκα οι κολώνες τριγύρω του όλα ασήμι. Σταπάνω μέρος και λίγο παρακάτω από τα στολίδια που στεφάνωναν το έργο, σειρά δώδεκα χάλκινοι δίσκοι μ' ανάγλυφες προτομές Αποστόλων κι Αγγέλων, κι ο καταμεσιανός με την προτομή του Χριστού. Αλλού πάλε είταν παρόμοιος δίσκος της Παναγιάς· και καταμεσής μεγάλος δίσκος με σταυρό και με τα μονογράμματα του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας.

Η Αγιατράπεζα άλλο θεόλαμπρο έργο· όχι μονάχα η αρχιτεχτονική της, μα και τα ολόχρυσα κι αργυρά της στολίδια, τ' αρίθμητά της διαμάντια και μαργαριτάρια. Απάνω της στέκουνταν το λεγάμενο _Κιβώριο_, τέσσερεις καμάρες στηριγμένες σε τέσσερεις αργυρές κολώνες, κι από κάθε της πλευρά κρέμουνταν τέσσερα χρυσοΰφαντα σκεπάσματα με μεγάλη μαστοριά δουλεμένα. Ένα παράσταινε την εικόνα του Χριστού μεταξοκέντητη, με ολόχρουσο φόρεμα, ανασηκωμένο όμως κατά τα πλευρό με τρόπο που να φαίνεται πορφυρένιος χιτώνας, σιμά στα δεξί χέρι που δαχτυλόδειχνε τη Βίβλο καθώς την κράταγε τάλλο το χέρι. Πλάγι του Χριστού στέκουνταν ο Απόστολος Παύλος κρατώντας ραβδί στα χέρι με σταυρό στην απάνω άκρη. Άλλα σκεπάσματα πάλε παράσταιναν τον Ιουστινιανό με τη Θεοδώρα.

Στον καιρό της λατινοκρατίας το έξοχο αυτό έργο κομματιάστηκε και το μοιράστηκαν ανάμεσα τους οι Δυτικοί.

Άλλο περίτεχνο έργο, ο άμπωνας με τη μαρμαρένια του σκάλα, με την πυραμιδένια στέγη, που οχτώ πετραδοστόλιστες κολώνες τη σήκωναν. Σε ποιο μέρος του ναού είτανε στημένος ο άμπωνας δεν είναι καλά καλά γνωστό. Ίσως κατά τη μέση του ναού, προς τανατολικά. Καθώς μήτε το διακονικό δεν καλοξέρουμε πού βρίσκουνταν, δηλ. το μέρος που παραστέκουνταν κι ο αυτοκράτορας κι ο πατριάρχης σα δεν καθίζανε στο θρόνο τους.

Στολισμένη καθώς ο άμπωνας με χρυσάφι, με σαρδονύχι και με ζαφείρι, είταν κ' η _σολέα_, ο καγκελωτός ο περίγυρος για τους κληρικούς και τους ψάλτες, μεταξύ άμπωνα κι Αγιοβήμα, μα κάτι πιο σιμά στ' Αγιοβήμα.

Όσο για τους θρόνους, ο θρόνος του πατριάρχη στεκότανε δίπλα στ' Αγιοβήμα από τη νότια τη μεριά ανάμεσα σε τέσσερεις αργυρές κολώνες, και του αυτοκράτορα από την αντικρυνή τη μεριά.

Ψηφιδώματα πως είχε αμέτρητα ο ναός σε κάθε του μέρος είναι βέβαιο, αν και δεν είναι γνωστό σε ποιά εποχή βάλθηκαν όλα. Οι Τούρκοι όμως τάχρισαν όταν έκαμαν το ναό τζαμί, κ' έγραψαν αποπάνω αραβικά ρητά, κ' έτσι έμειναν ως τα 1847, που ο Σουλτάν Μετζίτης έβαλε Γάλλο μάστορη, το Φασσάτη, κ' έξυσε το χρίσιμο και ξανακαθάρισε τις ζουγραφιές. Μια τους παρασταίνει Άγγελο μέσα σε χρυσωμένο ουρανό με σφαίρα στ' αριστερό και κοντάρι στο δεξί χέρι, και τα διάπλατα φτερούγια του κατεβαίνουν ως χάμου. Άλλη ιστορεί το Χριστό σε μεγαλόπρεπο θρόνο, και βλογάει κρατώντας ανοιχτό βαγγέλιο, με γράμματα μέσα «Ειρήνη υμίν, Εγώ ειμί το φως του κόσμου.» Ζερβόδεξα αυτής της εικόνας είναι οι προτομές της Παναγιάς και του Αρχάγγελου Μιχαήλ μέσα σε δίσκους, κι αυτοκράτορας στεφανωμένος και λαμπροφορεμένος προσπέφτει στα πόδια του Ιησού. Σ' άλλα μέρη πάλε στις καμάρες απάνω βλέπεις εικόνες Αγίων, Αποστόλων, ή της Παναγιάς με το Χριστό στην αγκαλιά. Στα τέσσερα γυρτά ή σφαιρικά τρίγωνα παρασταίνουνται τέσσερα Σεραφείμ· στου γυναικωνίτη τους θόλους η Πεντηκοστή· και στους θόλους του μεγάλου νάρθηκα ο Χριστός με τη Θεοτόκο και με τον Πρόδρομο, κι αυτοκράτορας προσπεσμένος στου Χριστού τα πόδια.