Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος
Part 25
Αυτά είταν τα πολεμικά χτίρια. Όσο για τα στολίσματα και τα μνημεία, πόλη μεγάλη δεν έμεινε δίχως το στόλισμά της. Το μεγαλήτερο όμως μερίδιο τόλαβε η πρωτεύουσα, και κει πρέπει να πάμε για να θαμάσουμε του Ιουστινιανού ταληθινά τα μεγαλουργήματα. Πλήθος ναοί και πλήθος μνημεία. Και πρώτο πρώτο στο μέγεθος, στη λαμπρότητα και στην αθανασία στέκεται ως τα σήμερα περήφανος και μεγαλόπρεπος ο ναός της Άγιας Σοφιάς, το καμάρι κ' η ελπίδα της ρωμιοσύνης· που καθώς οι εικόνες του, οι σταυροί του και τα μοιράσματά του στέκουνται σημάδια της χριστιανικής θρησκείας, έτσι κ' οι τρούλλοι του, οι θόλοι, οι καμαρωτές οι κολώνες, τα μυριόπλουμα ψηφιδώματα και τάλλα πολύτιμα του στολίδια μνήσκουνε θεόρατα και θεόλαμπρα σημάδια της μεγαλοπρέπειας και της δυναμωσύνης που ξεπρόβαλε από την ξαναζυμωμένη και την ξαναχυμένη αυτή φυλή, που ζωή της και δόξα της στάθηκε τανακάτεμά της με ξένα στοιχεία, και μάλιστα στοιχεία βαρβαρικά, στοιχεία του χύσανε ζωή και δύναμη μέσα στην ομορφιά, τη χάρη και τη νοημοσύνη. Πόσα και πόσα στολίδια της Άγιας Σοφιάς δεν ταποδίνει ο τεχνίτης ο κριτικός σε συνήθειες βάρβαρες κι Ασιατικές! Κι ως τόσο κοιτάξτε το σύνολο, κοιτάξτε το ξαναχύσιμο! Έτσι και το έθνος. Δικά του τάκαμε όλα τα ξένα στοιχεία. Τόσο δικά του, που αδύνατο πια το παραμικρό να του αφαιρέσης δίχως νασκημίσης την ξαναπλασμένη του ομορφιά. Ας έρθουμε όμως στην ιστορία του μεγάλου ναού μας.
Πρώτος ο Κώστας τον είχε ξαναχτισμένο και μεγαλωμένο, κ' έτσι βάσταξε ως τον καιρό του Αρκαδίου. Είδαμε στο δρόμο μας απάνω κάμποσες σκηνές, και πολύ δραματικές μάλιστα, μέσα στο ιστορικό αυτό τέμενο. Θυμούμαστε του Γρηγόριου τους Αρειανικούς αγώνες, του Χρυσόστομου τις αλύπητες σαϊτιές, του Ευτρόπιου το τραγικό επεισόδιο, την πυρκαγιά εκείνη ύστερ' από την εξορία του Χρυσόστομου, το νέο χτίσιμο του ναού από το μικρό Θεοδόσιο, ακούσαμε κατόπι εκεί το Νεστόριο που δίδασκε τα νέα του δόγματα, παρασταθήκαμε στο στεφάνωμα του Λέοντα, του πρώτου που παράλαβε την κορώνα από τον πατριάρχη, ακούσαμε από τον άμπωνα το περίφημο ενωτικό του Ζήνωνα, είδαμε τον πατριάρχη τον Ακάκιο να λειτουργάη δίχως να μνημονεύη τον αρχιερέα της Ρώμης, κι άλλα κάμποσα μαρτυρήσαμε μέσα στους ιερούς εκείνους τοίχους, από το πρώτο χτίσιμο του ναού ως την καταστροφή του Νίκα. Τέτοιο εθνικό μνημείο δεν είταν ο Ιουστινιανός άνθρωπος να το παραβλέψη ύστερ' από κείνην την καταστροφή, κ' η φιλοδοξία του λαμπρότερο έργο δεν καταπιάστηκε παρ' όταν προσκάλεσε τον Τραλλιανό, τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο, να του τοιμάσουνε σκέδιο του καινούριου ναού της Άγιας Σοφιάς.
Είταν ο Ανθέμιος από τους πρώτους αρχιμαστόρους της εποχής του και φημισμένο το σόγι του από δυο τρεις άξιους και προκομμένους του αδερφούς. Αυτός λοιπόν κι ο Ισίδωρος από τη Μίλητο, θείος του Ισιδώρου που κατόπι ξανάχτισε με στερεώτερο σύστημα τον τρούλλο της Άγιας Σοφιάς σαν γκρεμήστηκε από σεισμό στα 558, — αυτοί οι δυο προσκαλέστηκαν από τον Ιουστινιανό να κάμουν το σκέδιο του καινούριου ναού. Σκέδιο όχι πια «δρομικό», δηλαδή χτίριο παράλληλο με γύρο στην άκρη, καθώς έκαμναν ως τα τότε τις εκκλησιές, παρά «σταυρωτό», καθώς θα δούμε σε ξέχωρο κεφάλαιο της βυζαντινής τέχνης, εκεί που πρέπει ο αναγνώστης να πάη να δη όσα καθέκαστα δεν πολυταιριάζουνε σε ιστορικό κεφάλαιο μέσα.
Από τη μια λοιπό μελετούσαν το σκέδιο οι δυο οι πρωτομαστόροι, κι από την άλλη άρχιζε ο Ιουστινιανός και μάζευε υλικό. Έφερε τα πιο πλούσια μάρμαρα και τα πια αξετίμωτα αρχαϊκά καλλιτεχνήματα από τα τέσσερα πέρατα της αυτοκρατορίας του. Ανάμεσα στις θεόρατες κολώνες που κρατούν τον καταμεσινό το θόλο σώζουνται ακόμα μέρη μεταφερμένα από τους περίφημους ναούς της Ηλιούπολης, της Εφέσου, κι άλλων πολιτειών.
Έπρεπε σύγκαιρα να τοιμαστή κι ο τόπος, κ' είχε ανάγκη από πολύ πιο μεγαλήτερο τόπο η νέα η εκκλησιά. Απίστευτα ποσά ζητηθήκανε, κ' ίσως και πλερωθήκανε, για οικόπεδα που πέφτανε μέσα στη χρειαζούμενη περιφέρεια. Λένε μάλιστα πως ένας αυλικός ευνούχος Αντίοχος, έχοντας εκεί οικόπεδο και ζητώντας δέκα φορές την αξία του, για να τονέ φέρουνε στα συλλογικά του τονέ φυλάκισαν ίσια ίσια την παραμονή μιας ιπποδρομικής γιορτής· και με το ναγαπούσε ο Αντίοχος το ιπποδρόμιο, παρά να χάση τη διασκέδαση πρόσφερε το οικόπεδο σε πιο φτηνή τιμή.
Κάτι πιο χριστιανικώτερο είναι το ιστορικό της χήρας Άννας, που στην αρχή ζητούσε 500 λίτρες χρυσές για το σπίτι της (ως 600 χιλιάδες δραχμές) από 85 λίτρες που άξιζε. Μαθόντας όμως πως ο Ιουστινιανός πήγαινε να την καταπείση ο ίδιος, βγήκε και πρόσπεσε στα πόδια του αυτοκράτορα κ' έδωσε χάρισμα το οικόπεδο, και μόνο τον παρακάλεσε να τη θάψουνε στο έμπασμα του ναού σαν πεθάνη για να συχωρεθούν οι αμαρτίες της.
Αν είναι αλήθεια πως σαράντα μέρες ύστερ' από την πυρκαγιά είταν αρχινημένο το θεμέλιωμα του καινούριου ναού, πρέπει να τοιμάζουνταν ο Ιουστινιανός για το νέο χτίσιμο πριν την πυρκαγιά. Ή σαράντα όμως ή πιώτερες, ξέρουμε πως σ' έξη περίπου χρόνια τέλειωσε ο ναός, και στα 537, 24 του Χρίστου, τελέστηκαν τα εγκαίνιά του. Κ' είναι να θαμάση άνθρωπος πώς κατορθώθηκε τέτοιο μεγαλούργημα σε τόσο λίγον καιρό. Πόσο στοίχισε το χτίριο δεν το καλογνωρίζουμε. Ο πιθανώτερος αριθμός φαίνεται πως είναι τρεις χιλιάδες κεντηνάρια μάλαμα (ως 360 μιλλιούνια δραχμές).
Κάποια περιγραφή του ναού θα γίνη αλλού, καθώς είπαμε. Εδώ μπορούμε το πολύ να μπούμε μέσα με τη φαντασία, και θωρώντας περίγυρα, να θαμπώσουν τα μάτια μας από τ' αριθμητά χρυσά κι αργυρά σκεύη, από τα διαμάντι κι από το μαργαριτάρι. Να θαμάσουμε τις θεόρατες κολώνες και τις απανωτές καμάρες, που λες και λαφροπετώντας ανεβαίνουνε και στηρίζουν το μεγάλο τον τρούλλο που στεφάνωνε το χτίριο. Να βλέπουμε τ' αμέτρητά του στολίδια περιχυμένα από το φως που πέφτει από του μεγάλου τρούλλου τα εικοσιτέσσερα παράθυρα, που λες από μέσαθε κι όχι απέξω έρχονται οι αχτίδες του. Άλλο της κλασσικής αρχαιότητας να μη βλέπης παρά την απλότητα, κι αυτή μετρημένα. Τάλλα όλα νέα και μ' αλλαγμένη μορφή, μάλιστα οι καμάρες κ' οι θόλοι, άγνωστοι στους ελληνικούς καιρούς, στην εποχή δηλαδή της απλής γραμμής, γνωστοί όμως τώρα κι από τη Ρώμη κι από την Ασία, και πιο ταιριαστοί με το νέο χαρακτήρα που πήρε το έθνος.
Κι άλλο δε μας μένει ύστερ' από τα λίγα αυτά που σώνουν εδώ, παρά να προσπέσουμε και να προσκυνήσουμε με τη φαντασία μέσα σ' όλην εκείνη τη λαμπρότητα, ίσως κι ακουστούν οι προσευκές μας ως εκεί που πρέπει, και περάσουν τα ναμάζια και φύγουνε σα διαβατάρικη μπόρα από κει που έντεκα αιώνες αντιλαλούσαν οι χριστιανικές οι δοξολογίες.
Της άξιζαν τα εγκαίνια που της έκαμαν τέτοιας μεγαλόπρεπης εκκλησιάς. Αλύπητα μοιράστηκαν τα δώρα τη μέρα εκείνη. Ανάστατη όλη η Πόλη ακολουθώντας τη λαμπρή συνοδιά — βασιλέα, πατριάρχη, αυλικούς κι αρχόντους, από το παλάτι ως το ναό. Πρώτος ξεπέζεψε ο Ιουστινιανός και μπήκε, προχώρησε ως τον άμπωνα, δόξασε το Θεό που τέλειωσε το μέγα του έργο, και φώναξε από τη χαρά του «Σε νίκησα Σολομώντα».
Δεν είναι μήτε της δουλειάς μας, μήτε πολύ γνωστικό μας φαίνεται να ξετάζουμε τι θα γινότανε αν τύχαινε και βασίλευε στην Κωσταντινούπολη διαφορετικός άνθρωπος από τον Ιουστινιανό. Πρέπει να τον κοιτάζουμε καταπώς είτανε. Μας έκαμε μεγάλα κακά, και το μεγαλήτερο, που έβαλε μπόδια τεχνητά σε ίσιο και σε φυσικό δρόμο. Έρριξε βράχους και χώματα να γυρίση τον ποταμό. Γύρεψε να ξαναφέρη το ρωμαϊκό κράτος με τις παλιές του δόξες. Σηκώθηκαν κατόπι τα φυσικά τα στοιχεία, φούσκωσε η πλημμύρα της Ρωμιοσύνης, του τάπνιξε όλα πρι να βγη ο αιώνας, και πήρε τότες το δρόμο του το ξανανιωμένο το έθνος. Άρχισε τις φοβερές του μονομαχίες μ' Ασιατισμό, με Σλαβισμό, και κατόπι με Φραγκισμό. Ως το δέκατο πέμπτο αιώνα τους πολεμούσε σαν ήρωας τους δράκους του κόσμου. Οι χιλιόχρονες εκείνες μονομαχίες είναι τα καθαυτά προγονικά μεγαλεία μας. Και σα νάννοιωθε κι ο ίδιος ο Ιουστινιανός το τι λογής αγώνες μας προσμένανε, μας έστησε το ιερό εκείνο μνημείο της Άγιας Σοφιάς, που μας σκέπαζαν και μας φύλαγαν οι θόλοι του πίστη, ελπίδα και θάρρος, για να παίρνη το έθνος δύναμη και να μαζεύη ηρωισμό στην καρδιά του κάθε φορά που ζύγωνε ο εχτρός.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
1 Στρατιωτικά και δοικητικά του έχτου αιώνα
Από δυο στοιχεία είταν καμωμένος ο βυζαντινός στρατός· από ντόπιους ταχτικούς κι από άταχτους ξένους, δηλαδή Φοιδεράτους. Μα δεν είταν πάλε μήτε οι ταχτικοί όλως διόλου καθαροί από ξένους μήτε οι ξένοι από ντόπιους. Και μήτε μαζεύουνταν οι ταχτικοί εκείνοι με στρατολογικό σύστημα σαν τα σημερνά, μόνο τους έδιναν ως είδος φόρο οι σενατόροι κ' οι αρχόντοι, άλλος έναν άλλος πιώτερους, κατά το έχει του ο καθένας· κάποτες και πολλοί μαζί έδιναν έναν. Και τους διάλεγαν όλους από τα πια χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, αφού όχι οι καλόγεροι μονάχα έμνησκαν έξω, μα κι όσοι μαζεύανε φόρους κ' οι γεωργοί.
Το σημαντικώτερο μέρος του στρατού είταν η καβαλλαρία. Διάλεγαν τους πιο παλικαρήσιους για το ιππικό και με μεγάλη τέχνη τους γύμναζαν. Είταν _κατάφραχτοι_ αυτοί, αρματωσιά δηλαδή ολόσωμη με κοντάρι.
Το πεζικό δεν είταν και περίφημο. Κ' επειδή μήτε τους πλέρωναν πάντα, παρά τους άφιναν και άρπαζαν κάποτες καθώς στα 545 που τους έδωσε φόρα ο Βελισάριος, δεν μπορούσανε να τους έχουν και μεγάλη πειθαρχία.
Δεν πρέπει όμως να κρίνουμε το στρατιωτικό τον οργανισμό του καιρού εκείνου κατά τη σημερνή μας πείρα, παρά νανιστορούμε με τι λογής εχτρούς πολεμούσανε. Θα νοιώσουμε τότες πως μ' όλα του τα ψεγάδια πάντα καλλίτερος είταν ο στρατός εκείνος από _τασκέρια_ που αντίκρυζε, που δεν είχανε μήτε μηχανικούς μήτε από τα καλλίτερα άρματα πάντα.
Όσο για τους άταχτους, άλλοι απ' αυτούς είταν ξένες φυλές αποκατεστημένες μέσα στον τόπο με τη συφωνία να φέρνουνε τόσους άντρες, άλλοι από φυλές γειτονικές, που τους έστελναν οι αρχηγοί τους του Αυτοκράτορα, με πληρωμή όμως από το δημόσιο ταμείο. Αίρουλοι, Γέπηδες, Λομπαρδοί, Ούνοι, Σαρακηνοί, Μαυρούσιοι κι άλλοι. Άταχτοι καθώς είπαμε κι αγύμναστοι αυτοί, αντρειωμένοι όμως και παλικαράδες, που ανεκατέβοντάς τους με τέχνη οι δικοί μας τους έκαμναν πολύ χρήσιμους.
Λογαριάζουν πως ο στρατός του Ιουστινιανού ανέβαινε ως 150 χιλιάδες περίπου. Είπαν και πιώτερους μα δεν είναι βέβαιο.
Κάμποσα ξεράσματα λέχτηκαν εναντίο του βυζαντινού στρατού της εποχής εκείνης, μα κι αυτά ξεθύμαναν πια τώρα σαν τόσα άλλα που μας καταλαλήσανε σε καιρούς που δε ζητιούνταν η αλήθεια, παρά κρατώντας το λυχνάρι η πρόληψη περπατούσε μέσα στα σκοτάδια σα νυχτοκλέφτης.
Αρκετή ιδέα μας δίνει ο βυζαντινός ο στρατός, το τι είταν άξιος να κάμη, με την πολεμική ιστορία του έχτου αιώνα. Ώστε ταφίνουμε αυτά, κι ερχούμαστε στη δοίκηση, τι λογής είταν αυτούς τους καιρούς.
Οι αλλαγές πούφερε ο Ιουστινιανός στη δοίκηση είταν είδος μισός δρόμος από το σύστημα του Διοκλητιανού ως το θεματικό σύστημα που ήρθε αργότερα.
Κατά τα συστήματα του Διοκλητιανού και του Κωσταντίνου είχαμε πρώτο, στρατιωτική και πολιτική δοίκηση χωρισμένες· δεύτερο, είδος ιεραρχική βαθμολογία στ' αξιώματα, π. χ. τον πραιτοριανό τον Έπαρχο μεταξύ Αυτοκράτορα κ' επαρχιακό Κυβερνήτη, δηλαδή Αντέπαρχο, και πάλε το _Βικάριο_, δηλ. το δοικητικό τον Ύπαρχο, μεταξύ Αντέπαρχο και πραιτωριανό Έπαρχο· και τρίτο, την κάθε επαρχία μοιρασμένη σε μικρότερα τμήματα.
Στο θεματικό πάλε σύστημα του 7ου και του 8ου αιώνα θα βρούμε όλο το ενάντιο· πολιτική και στρατιωτική δοίκηση ανεκατεμένες, τις «Διοίκησες» καταργημένες, τον πραιτωριανό Έπαρχο μήτε ψιλό όνομα, και τις επαρχίες μεγαλήτερες.
Ο δρόμος λοιπόν που πήρε ο Ιουστινιανός είταν ο δρόμος που τοίμαζε τον τόπο για τις μεγαλήτερες θεματικές αλλαγές. Π. χ. σε μερικές επαρχίες έδωσε στον ίδιον άνθρωπο και στρατιωτική και πολιτική, μα κ' οικονομική εξουσία. Κατάργησε μερικούς δοικητικούς Υπάρχους, και τέλος μερικά επαρχιακά τμήματα τα συχώνεψε σε μια μεγάλη επαρχία.
Άλλο μέτρο ριζοσπαστικό του Ιουστινιανού είναι που κατάργησε την _Υπατεία_. Ο Ύπατος από ανώτατος άρχοντας που είτανε στους παλαιούς καιρούς της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας κατάντησε ύστερ' από τον Αύγουστο σιγά σιγά γυμνός τίτλος που τονέ δίνανε σ' έξοχους ανθρώπους· και σ' άλλο δε χρησίμευαν παρά να γίνουνται αφορμή να πανηγυρίζη ο κόσμος την Πρωτοχρονιά μ' έξοδά τους. Με τον καιρό όμως τόσο μεγάλωσαν αυτά τα έξοδα, που την απόφευγε ο καθένας αυτή την τιμή. Κ' επειδή πολλές φορές τους βοηθούσε και το δημόσιο ταμείο, κι ο Ιουστινιανός τάθελε τα χρήματα για άλλους σκοπούς, πρώτα τα περιόρισε αυτά τα έξοδα, και κατόπι αφήκε ταξίωμα και κοιμήθηκε. Επίσημα όμως η Υπατεία καταργήθηκε πολύ αργότερα, και στο μεταξύ έβγαινε κάποτες κι από ένας Ύπατος, καμιά φορά κι ο ίδιος ο Αυτοκράτορας.
2 Φορολογικά συστήματα — Εμπόριο — Βιομηχανία
Πριν πάμε στα πιο κυριώτερα απ' όσα ξεδιαλύθηκαν από τους σημερνούς για το μεσαιωνικό μας φορολογικό σύστημα, ας ξανάρθουμε στο νόμο εκείνο του Αναστασίου που επίτηδες δεν τον πολυσκαλίξαμε για ναναφερθή σ' αυτό το κεφάλαιο. Δηλαδή στην κατάργηση του _χρυσάργυρου_, φόρου που μερικοί Βυζαντινοί τον περιέγραψαν ως είδος δόσιμο απάνω στο δικαίωμα του να κάμνη κανένας τις δυο φυσικές του ανάγκες. Κ' είταν αυτός ο φόρος ένα νόμισμα αργυρό για τους ανθρώπους κι από έξη φόλλες για τα ζώα. Φαίνουνται σαν πεισματάρικα λόγια αυτά, και το πιο πιθανό είναι ό,τι άλλοι πάλε έγραψαν, πως είτανε δηλαδή γενικός φόρος στα επαγγέλματα και στα ζώα, και πως μαζεύουνταν κάθε τέσσερα πέντε χρόνια.
Ας δούμε τώρα τι άλλους άμεσους φόρους είχαν τότες και τι λογής τους κανόνιζαν.
Από τον καιρό του Αύγουστου είχαν καταγραφή στην Ανατολή όλα τα χτήματα κι όλοι οι αχτήματοι κάτοικοι σε φορολογικές μονάδες. Capita τις έλεγαν τότες, ζυγοκέφαλα αργότερα. Απάνω σε κείνη την καταγραφή μαζεύουνταν οι φόροι, προσωπικοί και χτηματικοί· οι πρώτοι σε χρήμα, οι άλλοι σε καρπό ή και ζώα.
Στην αρχή κάθε λίγο δευτερώνουνταν αυτή η καταγραφή κι άλλαζαν τα βιβλία. Ύστερα όμως από το Μεγάλο τον Κωσταντίνο έπαψε αυτή η ταχτική ξαναδιόρθωση, και γίνουνταν άταχτα, κάποτες μόνο δω και κει. Τα μπαλλώνανε μ' άλλους λόγους. Έπαψε κ' η μονάδα να είναι η ίδια πάντα, κι ορίζουνταν εδώ τόση, εκεί τόση, σε ξεχωριστές διαταγές· διαταγές ταχτικές, δηλαδή ένας ορισμένος φόρος για τόσα χρόνια· κ' έχταχτες, δηλαδή ένα τόσο παραπάνω από τον ωρισμένο φόρο για τα χρόνια εκείνα. Οι πρώτες οι διαταγές ονομάζουνταν _Ινδικτιώνες_, οι άλλες _Σουπερινδικτιώνες_. Στου Κωσταντίνου τις μέρες η Ιδιχτιώνα βαστούσε δεκαπέντε χρόνια. Αργότερα οι ταχτικές επιταγές έγιναν παντοτεινές κι ονομάστηκαν _Κανόνες_. Οι έχταχτες όμως έβγαιναν πάντα κάθε λίγο, αγκαλά κολνούσαν κι αυτές κάποτες και γίνουνταν _Κανόνες_. Και μ' αυτόν τον τρόπο ο χτηματικός ο φόρος καταντούσε παντοτεινός.
Αυτά τα είπαμε κάπως περιστατωμένα για χάρη της _Ινδικτιώνας_, που και σαν έπαψε να δουλεύη για τη φορολογία, απόμεινε όμως μέτρημα επίσημο χρονολογικό από το Μεγάλο Κωσταντίνο ως την Άλωση. Κ' έτσι στα βασιλικά τα διατάγματα είχαμε πρώτη, δεύτερη, τρίτη, ως δεκάτη πέμτη «Ινδικτιώνος». Υπάρχει μάλιστα το σύστημ' αυτό ως τα σήμερα στα εκκλησιαστικά μας. Άρχιζε η Ιδιχτιώνα πρώτη του Σταυρού.
Στην αρχή το μάζεμα τω φόρων εκείνων τόπαιρναν απάνω τους οι Αρχόντοι κάθε χωριού. Κατόπι τους πλέρωναν οι μεγαλήτεροι χτηματίες ίσια στο βασιλικό ταμείο και για τα χτήματά τους και για τους ανθρώπους τους. Έτσι ξεχωρίστηκαν τα μεγάλα χτήματα κι ονομάστηκαν _ιδιόστατα·_ και μείνανε στα χέρια των αρχόντω μόνο τα μικρά χτήματα (_Στάσεις_).
Το σύστημα καθαυτό, αν κι όχι από τα πιο φωτισμένα (αφού ο φόρος είταν απάνω στο χτήμα κι όχι απάνω στο σόδημά του) δε φαίνεται όμως κι ολότελα παράλογο, με το ν' ανάγκαζε νοικοκυρέους. και δουλευτάδες να βγάζουν όσο μπορούσαν πιώτερο εισόδημα. Κι αν το παραξήλωσαν πολλοί αυτοκρατόροι κι αρχόντοι βρίσκοντας από κάθε περιστατικό αφορμή να μεγαλώνουν τις μονάδες, καθώς κ' οι υπάλληλοι κλέβοντας όσο χωρούσε η τσέπη τους, αυτά μπορούσανε να γίνουν και μ' άλλα συστήματα· έτσι κι αν έπαθε τους καιρούς εκείνους η γεωργία και το εμπόριο, έφταιγαν οι βαρβαρικές οι πλημμύρες, κι όχι η φορολογία καθώς είπανε μερικοί. Όσο για τον άλλο λόγο που αναφέρθηκε, το πόση φτώχεια δηλαδή υπόφερνε ο τόπος τους πρώτους αιώνες από τον υψωμό της μονέδας, αυτό φυσικά σήμαινε πως όσο ακρίβαινε το μάλαμα και τασήμι, τόσο κατέβαιναν όλες οι άλλες τιμές. Κ' επειδή οι πιώτεροι, δηλαδή οι γεωργοί, δεν κέρδιζαν το καθημερνό τους σε χτήματα, παρά σε καρπό, πρέπει να υπόφερναν πολύ από τον κεφαλικό φόρο. Μα μήτε δω δεν έφταιγε, λέγουν οι άλλοι, το φορολογικό σύστημα, μόνο τα αίτια που έφεραν την ακρίβεια στα πολύτιμα μέταλλα.
Μεγαλήτερο όμως κακό απ' αυτά πρέπει να στάθηκε η ασυνείδητη η επιμονή του βασιλικού ταμείου ναπαιτή τους καταγραμμένους φόρους από χτήματα που ρήμαξαν οι βάρβαροι κι από σκλαβωμένα σπιτικά, που καταντούσε να φεύγουν πια οι γεωργοί από τα χτήματα να γλυτώσουν, να ταφίνουν ύστερα κ' οι νοικοκυρέοι τους. Κ' επειδή η μια αδικία φέρνει πάντα την άλλη, έβγαζε η κυβέρνηση ακόμα πιο τυραννικούς νόμους για να μαζεύη με τη βία τους φόρους από τέτοιους νοικοκυρέους. Και σα δεν τους έμνησκε πια τίποτις, πρόσφερνε η κυβέρνηση το παραιτημένο το χτήμα σ' όποιον αναλάβαινε να πλερώση τους απλέρωτους φόρους. Κι α δε βρίσκουνταν τέτοιος νοικοκύρης, το χάριζαν το χτήμα με τη βία σ' έναν από τους άλλους νοικοκυρέους! Αυτό είταν η λεγάμενη _Επιβολή_, και βρισκότανε στην ακμή της τον έχτο αιώνα.
Τα ίδια πάθαιναν κ' οι εργάτες των χτημάτων, οι γεωργοί. Έχοντας οι αρχόντοι του κάθε χωριού, καθώς κ' οι μεγάλοι νοικοκυρέοι, παρμένους απάνω τους τους δουλευτάδες, όντας δηλαδή υποχρεωμένοι να εγγυούνται τους φόρους τους, για να τους αλαφρύνη η κυβέρνηση από τέτοιο βάρος, τους έδινε το δικαίωμα να πιάνουν και να ξαναφέρνουν πίσω στο χτήμα τους όσους φεύγανε για να μην πλερώσουνε. Μ' αυτόνα τον τρόπο κάθε εργάτης είτανε να πούμε κολλημένος στο χτήμα που δούλευε. Κι όταν ακόμα στον τέταρτο αιώνα άλλαξε το σύστημα και δεν έδιναν εγγύηση οι αρχόντοι, πάλι έμειναν οι εργάτες κολλημένοι πια στα χτήματα σα μισό σκλάβοι μισό λεύτεροι, κι ονομάζουνταν _πάροικοι, δουλοπάροικοι, εναπόγραφοι_, και τέτοια. Μα κ' οι μικροί νοικοκυρέοι παρακάτω δεν υποφέρνανε (_Μητροκωμίαι, Χωρία Ελευθερικά_, αργότερα _Κεφαλοχώρια_), κι αναγκάζοντανε να ζητούνε βοήθεια από τους αρχόντους ή κι από μοναστήρια, γινόντανε δηλαδή είδος υποταχτικοί τους. Και το χερότερο, καταντούσαν καλόγεροι και χάριζαν τα χτήματά τους στις εκκλησιές και στα μοναστήρια.
Έτσι είταν τα πράματα ως τον έχτο αιώνα. Από τότες όμως και κάτω το μετρίασαν το κακό, πότε λιγοστεύοντας το ποσό του _ζυγοκεφάλου_, πότε και σβύνοντας απλέρωτους φόρους (_λοιπάδες_), κι αυτό έγινε και ξανάγινε αιώνες πολλούς. Μα κ' η επιβολή δεν είχε πια πολλή πέραση ύστερις από τον έχτο αιώνα· κάποτες μάλιστα, καθώς στον όγδοον αιώνα, έμεινε κι όλως διόλου νεκρό γράμμα· κι αν ξαναφάνηκε αργότερα, δε δούλευε όμως πια με την παλιά της σκληρότητα, ώσπου καταργήθηκε ολότελα στον εντέκατο αιώνα.
Πρι νάρθουμε στα εμπορικά και στα βιομηχανικά των καιρών εκεινώνε αξίζει να σημειώσουμε κάτι για τα δημόσια τ' αξιώματα, πώς δηλαδή πουλιούνταν κι αγοράζουνταν. Είναι αλήθεια πως κι ο Αναστάσιος κι άλλοι αυτοκρατόροι κατόπι ζητήσανε να το ρίξουν αυτό το σύστημα, μα τόσο απότυχαν, που πέντε αιώνες πέρασαν κι ακόμα τιμοκαταλόγους αξιωμάτων έγραφε ο Πορφυρογέννητος! Συνηθισμένα πράματα κι αυτά ως τα σήμερα, και σε κράτη μάλιστα από τα πρώτα. Όσοι κάθισαν κ' έγραψαν εναντίο των Βυζαντινών εξαιτίας αυτά τα άτοπα, ή μα την αλήθεια από το φεγγάρι κατέβηκαν ή ξεπίτηδες δεν τα βλέπανε τα δικά τους.
Δυο λόγια τώρα για το εμπόριο του έχτου μας αιώνα. Όταν έρθουμε στον έβδομο και στον όγδοο θα βρούμε αφορμή να πούμε κάτι για το εμπόριο και τη βιομηχανία που άνθιζαν και τότες κι αργότερα, μάλιστα κατά την Πελοπόννησο και την καθαυτό Ελλάδα. Εδώ όσα μόνο σώνουνε να μας δείξουν τι έκαμε ο Ιουστινιανός για τον τόπο, κι όχι μονάχα με δρόμους και με γιοφύρια και με μερικά άλλα μέτρα που έτυχε αφορμή να ειπωθούνε αλλού, παρά και φέρνοντας στο κράτος την πολύτιμη βιομηχανία του μεταξιού, που στάθηκε στη χώρα μέσα πηγή πλουτισμού κι από χρυσωρυχεία πολύ σημαντικώτερη. Είταν ως τα τώρα αγνώριστη αυτή η τέχνη έξω από την Κίνα. Το μετάξι καθαυτό είτανε γνωρισμένο, αφού σε πολύ πιο παλιούς καιρούς κατασκευάζανε λαμπρά μεταξωτά και στη Συρία κι αλλού· πολυέξοδο όμως, επειδή έφερναν το υλικό από την Κίνα με μεγάλους κόπους, με βαρειές θυσίες, και μέσον Περσίας. Πλέρωνε δηλαδή η πραμάτεια φοβερούς φόρους, και καμιά φορά σαν είχαμε Περσικούς πολέμους δεν περνούσε κιόλας. Από θάλασσα πάλε η μεταφορά του ακόμη πιο δυσκολώτερη. Στοχάστηκε λοιπόν ο Ιουστιανός να βρεθή τρόπος να μάθουν ατοί τους οι υπηκόοι του την τέχνη του μεταξιού, και βρέθηκε ίσια ίσια ο τρόπος που χρησιμεύει και στο σημερνό τ' αγγλικό εμπόριο με τα βάρβαρα έθνη, δηλαδή οι Μισιονάριοι του Ιουστινιανού, οι καλόγεροι που είτανε σκορπισμένοι από χρόνους και χρόνους στα σωθικά της Ασίας, με κοινότητες χριστιανικές στην Ιντική κι αλλού, που σημάδια τους ακόμα σώζουνται δω και κει.
Προχωρώντας λοιπόν αυτοί οι καλόγεροι κάποτες ως την Κίνα παρατήρησαν κ' έμαθαν το μυστικό τω σκουληκιών, έμαθαν και τι λογής θρέφουνται. Άμα τάκουσε αυτό ο Ιουστινιανός συναγροικιέται με δυο καλόγερους και του φέρνουνε στα 551 αυγά σκουληκιώνε στην Πόλη. Ζέσταναν τ' αυγά με κοπριά και γεννήθηκαν τα σκουλήκια. Τα ταγίσανε με συκαμηνόφυλλα, μεγάλωσαν κ' έκαμαν κουκούλια, βγήκαν οι πεταλούδες, και κρατήσανε μερικές για τ' αυγά τους. Φύτεψαν έπειτα και συκαμηνιές, κ' έτσι ριζώθηκε μέσα στο κράτος όχι η βιομηχανία μονάχα, μα κ' η καλλιέργεια της πολύτιμης της κλωστής. Από τη στιγμή εκείνη έγινε σωστή Καλλιφορνία ο τόπος, κ' η Πόλη ατέλειωτη πηγή που φόδιαζε όχι μονάχα το κράτος, παρά όλη την Ανατολή και τη Δύση, επειδή με το να είταν ντόπια η παραγωγή τώρα έβγαινε το πράμα και πιο φτηνό και πιο πολύ, κ' έτσι πήρε το Βυζάντιο όλου του κόσμου το μονοπώλα.
Αυτό το μεγάλο αγαθό σαν ανιστορεί κανένας πηγαίνει να του τα συχωρέση όλα του τα ελαττώματα του Ιουστινιανού, και να πη πως καλά τους ξεπλέρωσε του τόπου τους μεγάλους του φόρους. Μα να στοχαστούμε πως εξόν από τα μεταξωτά της έστελνε η ρωμιοσύνη του κόσμου, και μάλιστα της Ευρώπης, λογής λογής μάλλινα, λινά και πορφυρένια βιομηχανήματα, κι αμέσως καταλαβαίνουμε γιατί κατόρθωσε να φυλάγη τη δύναμη της τόσους αιώνες, ως τους δύστυχους χρόνους που άρχισε και χάριζε εμπορικά, προνόμια σε Γενοβέζους και σε Βενετούς.
Δεν είναι και πολύ εύκολο να ιστορηθούνε με το νυ και με το σίγμα όλα τα εμπορικά και βιομηχανικά συστήματα των καιρών εκείνων. Είπαμε ό,τι μας έμεινε γνωστό για το μετάξι, που είταν και το πιο σημαντικό. Άλλος κλάδος πολύ σημαντικός κι αυτός είταν τα πιατικά, που ήξεραν και τάβγαζαν οι δικοί μας γυαλιστερά, κ' είτανε χρώμα μαύρο ή σκούρο. Ακόμα πιο σημαντικό είδος όμως είταν οι «ψηφίδες», που είχανε μεγάλη ζήτηση σ' όλον τον κόσμο για τα μωσαϊκά που στόλιζαν εκκλησιές, παλάτια, λουτρά κι αρχοντόσπιτα. Έπειτα σταυροί κι άλλα θρησκευτικά στολίδια ή χρειαζούμενα· από την Πόλη κι αυτά. Οι σταυροί μάλιστα είτανε μεγάλο εμπόριο· μαλαματένιοι, ασημένιοι, πετραδοκόλλητοι, φιλτισένιοι, παντής λογής. Κι όχι μονάχα σταυροί από φίλτισι, παρά κι άλλα ομοιώματα και θρησκευτικά σημάδια και σύβολα, από το Βυζάντιο τα καλλίτερα πάντα. Μα και τα πολύτιμα στολίδια, από τα σκουλαρήκια και τα βραχιόλια ως τα μαργαριτάρια και τα χρυσάφια που κεντούσανε στα πέδιλά τους, πρέπει να τους δίνανε πάμπολλη δουλειά τους βυζαντινούς χρυσοχούς, καθώς βλέπουμε κι από την εικόνα της Θεοδώρας στο μωσαϊκό της Ραβέννας. Τέλος όπλα, αρματωσιές, πολιορκητικές μηχανές και κάθε άλλο πολεμικό μηχάνημα, το Βυζάντιο τα κατασκεύαζε κ' εκείνα.
Ας αναφέρουμε τώρα και κάτι άλλο πολύ σπουδαίο για φυλή που φαίνεται πως από την ώρα που φύτρωσε το _παντρεύτηκε_ το εμπόριο! Όλη η Ανατολή στα χέρια μας είταν. Όντας μάλιστα οι Περσικοί πολέμοι έκοψαν το δρόμο από την Περσία, όχι μονάχα τα μετάξια, παρά και τα μουσελίνια κι άλλα ασιατικά προϊόντα, αντίς να τα εμπορεύουνται Ασσύριοι κ' Εβραίοι από στεριάς τάφερναν οι δικοί μας πότε από την Κασπία, και πότε από την Ερυθρή θάλασσα με τα πλοία τους.
Είναι όμως αλήθεια πως μήτε οι Εβραίοι μέσα στο κράτος παρακάτω δεν πήγαιναν. Είχανε μάλιστα αυτοί και την προστασία του βαρβαρικού του στοιχείου, όσο δεν είταν ακόμα ανακατεμένο με το ντόπιο· και τους προστάτευαν αυτούς οι βάρβαροι και μάλιστα ο Θοδορίχος, όχι από άλλο λόγο παρά για να μην αναγκάζουνται να προσμένουν το κάθε πράμα από τη δική μας ενέργεια.