Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

Part 24

Chapter 24 28 words Public domain Markdown

Η γενική όμως κατάσταση της Ανατολής δεν είταν της προκοπής και μεγάλη τιμή του Ιουστινιανού δεν του δίνει. Όλη η χώρα από το Δούναβη και κάτω υπόφερνε καθώς είδαμε. Όλος ο κόσμος βογκούσε από τα βαριά δοσίματα κι από τα μονοπώλια που σκότωναν το εμπόριο. Αγκαλά όσο για το εμπόριο, παρατηρούμε από την άλλη μεριά πως έκαμνε ό,τι μπορούσε να το βαστάη και να το μεγαλώνη με γιοφύρια και με δρόμους. Ειπώθηκε μάλιστα πως εμπορικοί λόγοι γέννησαν και τους Περσικούς τους πολέμους.

Και σα να μην έσωναν τα τόσα βάσανα της πολυτάραχης εκεινής εποχής, αναστατώθηκαν και τα στοιχεία κ' έφεραν κι αυτά μερικό χαλασμό, εξόν αν τάχουν και κείνα μεγαλωμένα. Από τα πρώτα χρόνια του Ιουστίνου έχουμε ένα σεισμό που ξολόθρεψε 24 κάστρα της Δαρδανίας, καθώς και την πρωτεύουσα της, τους Σκούπους. Άλλος σεισμός στα 524 χάλασε την Κόρινθο, το Δυρράχιο, κι άλλα μέρη, έφερε και θαλασσινή πλημμύρα στην Έδεσσα που έπνιξε πάμπολλους. Τρίτος σεισμός, ένα χρόνο κατόπι, ξολόθρεψε μεγάλο μέρος της Αντιόχειας. Τέταρτος ύστερις από τρία χρόνια (529), γκρέμησε κάμποσες πολιτείες στον Πόντο και στη Λυκία. Εφτά χρόνους κατόπι (536) θάμπωσε ο ήλιος σε τόσο βαθμό, που μόλις, λέει, έφεγγε σα φεγγάρι, κι όχι μονάχα τα πωρικά δεν ωριμάσανε, μα πήγε να παγώση κι ο κόσμος σάνε χειμώνιασε.

Αυτό φυσικά πρέπει νάρθουν άλλες επιστήμες να το ξηγήσουν, καθώς και τάλλο, που στα 551, χινόπωρο καιρό, έσκανε ο τζίτζικας από τη ζέστα, ξαναβλάστησαν κι άνθισαν τα δέντρα και γέμισαν ταμπέλια σταφύλια! Μα ας ξανάρθουμε στους σεισμούς. Έχουμε λοιπόν άλλο φοβερό σεισμό στα 551, που σταλήθεια ρήμαξε πολλά μέρη της Αχαΐας και της Βοιωτίας, και που στην Πάτρα μονάχα κατάπιε τέσσερεις χιλιάδες ανθρώπους η γης. Έφερε κι αυτός ο σεισμός μεγάλη πλημμύρα στη Θεσσαλία, που ανέβηκε, λένε, ως τα κορφοβούνια! Στα 554 άλλος πάλε σεισμός στην Πόλη που βάσταξε σαράντα μέρες. Γκρέμησε αυτός πλήθος λουτρά, εκκλησιές, σπίτια και τειχίσματα. Υπόφεραν κι άλλα μέρη τότες, καθώς η Νικομήδεια κ' η Βηρυτό — το «στολίδι» της Φοινίκης, καθώς τη λέγανε. Δεν περνούνε δυο χρόνια και την ξανασαλεύει την Πρωτεύουσα καινούριος σεισμός. Και σ' άλλον πάλε σεισμό, του 558, έπεσε ο μεγάλος θόλος της Αγιά Σοφιάς καθώς σε λίγο θα δούμε.

Είτανε μα την αλήθεια να γίνη άνθρωπος δεισιδαίμονας με τέτοια δεινά. Τι παράξενο λοιπόν αν παρατήρησε ο κόσμος με πολλή ανησυχία το μεγάλο κομήτη που φάνηκε στα 531, το χρόνο ίσια ίσια που ήρθε άλλο, κι από τους σεισμούς πιο φοβερώτερο κακό, το μεγάλο θανατικό που συχνοφαινότανε από τότες και μισόν αιώνα, κ' έφερε τη μεγαλήτερη ρήμαξη που έπαθε τόπος από πανούκλα. Άρχισε το κακό στα βορεινά της Αφρικής, και πήρε δυο δρόμους· τον έναν κατά τη Συρία, Ασία και δικά μας μέρη, τον άλλονα κατά τη Δυτική Ευρώπη. Δίχως υγειονομικά μέτρα, δίχως επιστημονική βοήθεια, και με την ιδέα μάλιστα που είχαν τότες πως δεν είναι κολλητικιά η πανούκλα, παράξενο δε φαίνεται που όλος ο γνωστός κόσμος του καιρού εκείνου δεκατίστηκε σ' ένα βαθμό που έκαμε μερικούς να θαρρέψουν πως δεν απόμεινε ψυχή ρωμαίικη, παρά ξολοθρεύτηκε όλο το έθνος, και κατέβηκαν ύστερα Σλάβοι κι άλλοι, κι από θάμα πρωτοφανέρωτο στην ιστορία, βάλανε μέσα στην ψυχή τους τη γλώσσα μας, τη θρησκεία μας, τις παράδοσες και τα όνειρά μας, και γελούν τώρα τον κόσμο λέγοντας πως είναι Ρωμιοί! Νοστιμιές που ξεπερνούν και του Προκόπιου τις ιστορίες.

Η πείνα που πλάκωσε ύστερ' απ' όλα εκείνα τα δεινά δεν είναι και ναπορέση άνθρωπος. Μα κι αυτή τη μάστιγα την έφεραν απόδειξη όσοι πιστεύουν πως ξολοθρεύτηκε όλο το Ρωμαίικο στον έχτον αιώνα. Μάλιστα και κάτι πιο μακρήτερα πήγανε· διαβάζοντας δηλαδή του Προκόπιου το ρητορικό ρητό, πως «μύριες μυριάδες μυριάδων» απόθαναν, — που δίχως άλλο το είπε για ναποδείξη τι κακός άνθρωπος είταν ο Ιουστινιανός, το πήρανε λέξη με λέξη, έκαμαν το λογαριασμό, κ' έτσι βγήκε πως ο πληθυσμός στο Βυζαντινό Κράτος θάτανε αλάκερο μιλλιούνι φορές μεγαλήτερος από τον πληθυσμό του σημερνού του κόσμου! Άλλοι ως τόσο πιο γνωστικοί είπαν πως έν' απ' αυτά τα «μύρια» πρέπει να παραχώθηκε κατά λάθος, ώστε μύριες μυριάδες μονάχα πρέπει να είναι τα θύματα· πάει να πη, εκατό μιλλιούνια μονάχα! Κι ο πιο γνωστικός απ' όλους τους, ο Φαλμεράγιερος, έχτισε απάνω εκεί θεωρίες που αργότερα θα τις αγγίξουμε, αν και κατάντησε πια περιττό να μιλάη άνθρωπος σοβαρά για το θεότρελλο εκείνο ψυχοπαίδι της επιστήμης.

Όλα εκείνα τα δυστυχήματα μπορούσανε βέβαια να γίνουν και σ' ενός αγγέλου βασιλεία. Κ' είταν αδύνατο να ταποφύγη ο Ιουστινιανός, όσο αδύνατο του είτανε ναποφύγη και τους θανάτους που πέσανε στο Παλάτι τον καιρό που βασίλευε, καθώς π. χ. ο θάνατος του συβουλάτορά του Τριβωνιανού, του Γερμανού του ανιψιού του, και πριν ακόμα, στα 548, της περίφημης Θεοδώρας του. Τέτοια όμως μακρινή και φουρτουνιασμένη βασιλεία πάντα σε κάμνει και θαρρείς πως κάθε της περιστατικό, και μάλιστα λυπητερό, είτανε σα γραμμένο της.

Το θλιβερό ιστορικό που μας έρχεται στ' αλήθεια σα μαυρίλα στην ιστορία του Ιουστινιανού είναι τα κακά στερνά του Βελισάριου. Δυο χρόνια πριν αποθάνη ο Βελισάριος (563), εκεί που η Πρωτεύουσα πανηγύριζε τις δόξες του Ναρσή στην Ιταλία, ο γέρος ο Στρατηγός, που δεν είταν τέσσερα χρόνια αφότου γλύτωσε το Κράτος από τους Ούνους, ξαναπέφτει στην Αυτοκρατορική την οργή. Είτανε στην Πόλη οι συνωμοσίες συχνές πάντα καθώς οι μπόρες στα βουνά. Ανακαλύφτηκε λοιπό στα 563 μια απ' αυτές τις συνωμοσίες πρι να ξεσπάση. Πηγαίνει ένας συνωμότης δασκαλεμένος από τους εχτρούς του Βελισάριου και καταδίνει τρεις του ανθρώπους. Με καλοπιάσματα και ταξίματα αναγκάζουν τους τρεις αυτούς να πούνε πως ο Βελισάριος τους έβαλε να κάμουνε συνωμοσία. Γίνεται μεγάλο συνέδριο στο παλάτι, παρόντας κι ο πατριάρχης κι όλοι οι προύχοντες, πολιτικοί και στρατιωτικοί, και προστάζει ο Αυτοκράτορας να διαβαστούνε μεγαλόφωνα εκείνες οι ψευτομαρτυριές. Έμεινε ξύλο ο Βελισάριος σαν τάκουσε. Λόγο δεν έβγαλε από τη στενοχώρια του. Είτανε φυσικό του αυτό. Παίρνοντας όμως ο Αυτοκράτορας τη σωπασιά του για σημάδι πως έφταιγε, προστάζει να τον κλείσουνε σπίτι του και να του πάρουν κάθε πολιτικό αξίωμα. Μετά ένα χρόνο περίπου αποδείχτηκε πως είταν αθώος ο Βελισάριος και πείστηκε ο Ιουστινιανός, Του ξανάδωσε ταξιώματά του, προσκύνησε το βασιλέα του ο Βελισάριος χωρίς θυμό, χωρίς κάκητα καμιά και με τη συνηθισμένη του αφοσίωση, κ' ύστερις απέθανε στα 565, μέσα στον ίδιο χρόνο που βγαίνει από τη σκηνή της ιστορίας μας κι ο ίδιος ο Ιουστινιανός, που αφότου έχασε τη μεγαλόγνωμή του αυτοκρατόρισσα δε φαίνεται νάδειξε την πρώτη του δύναμη κι αξιωσύνη.

ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Νόμοι του Ιουστινιανού

Ερχόμαστε στα ειρηνικά μεγαλουργήματα του Ιουστινιανού με κάποιο ξαλάφρωμα κι ανάσα, ύστερ' από τατέλειωτα πολεμικά δράματά του, που για λόγους ευκολοφανέρωτους δεν τα ιστορήσαμε τα πιώτερα, παρά διαβαίνοντας βιαστικά και κοιτάζοντας τα από μακρόθε. Αθάνατα τα ειρηνικά του έργα, κι από ειρηνικούς Βελισάριους καμωμένα. Απόδειξη κι αυτά το τι δύνεται να κάμη ένα έθνος από φυσικό του γεννημένο να βασιλεύεται καθώς το ρωμαίικο, σα βρεθή εκείνος που ξέρει να ξεχώνη και να μεταχειρίζεται τους θησαυρούς που φυλάγουνται κρυμμένοι στα σπλάχνα του.

Από τον καιρό του πρώτου περσικού πολέμου καταπιάστηκε ο Ιουστινιανός να στήση κ' έστησε μεγάλα και λαμπρά μνημεία πολιτισμού και δικαιοσύνης, τον «Κώδικα», την «Πανδέχτη» και τις «Εισήγησες». Μνημεία που ως τα τώρα σώζουνται κι οδηγούν τους κλειδοκράτορες του νόμου. Έργα που αν πρωτογραφήκανε στο λατινικό, αφού επίσημη γλώσσα είταν ακόμα η λατινική, κι ο Ιουστινιανός μήτε τονειρεύτηκε να το ρίξη αυτό το σύστημα, γλήγορα όμως, και με του ίδιου του Ιουστινιανού τη βοήθεια καθώς θα δούμε, τάκαμε δικά του το έθνος. Το καθαυτό υλικό τους δεν είτανε φυσικά μήτε του Ιουστινιανού μήτε του περίφημου του Νομικού «Αρχιτέχτονα», του Τριβωνιανού. Είτανε μαζεμένο από τα μυριοδίπλωτα φύλλα των παλιών πολιτισμών, και μάλιστα του Ρωμαϊκού και του Ελληνικού. Είτανε μ' άλλους λόγους όλα τα νομολογικά συστήματα του κόσμου θησαυρισμένα εκεί μέσα, όχι μονάχα όσα είχαν περάσει από αμέτρητους αιώνες και ταξιδέψει σε πάμπολλες χώρες, καθώς κάμνουν οι γλώσσες, οι μύθοι κ' οι θρησκείες, μα κι όσα ξεπρόβαλαν από τα φιλοσοφικά συστήματα της αρχαιότητας, και μάλιστα το Στοϊκό, που πιώτερο ίσως από κάθε άλλο έθρεψε την πολιτική μεγαλοφυία τω Ρωμαίων, τη στερνή στερνή δηλαδή πηγή όπου τα βρήκε όλα κατασταλαγμένα ο Τριβωνιανός και τα μάζεψε μέσα στα μεγάλα του έργα.

Δεν είναι του σκοπού μας να τα ξεδιαλύσουμε εδώ αυτά τα ζητήματα. Ας περιοριστούμε λοιπό στην απλή δήγηση.

Διοριστήκανε δέκα νομοδασκάλοι, μ' αρχηγό τον Τριβωνιανό, το γέννημα και το καμάρι της Παμφυλίας. Είτανε στην αρχή ο Τριβωνιανός δικηγόρος. Από δικηγόρος όμως δε φαίνεται νάργησε νανέβη Έπαρχος της Πρωτεύουσας, και τέλος _Κοιαίστωρας), να πούμε υπουργός της Δικαιοσύνης. Υπουργός όμως μεγαλοδύναμος και με βασιλική εξουσία στα χέρια του, αφού δα και Πάρεδρος, και Στόμα του Βασιλέα λεγότανε. Τετραπέρατος άνθρωπος για το έργο που διορίστηκε να κυβερνήση, όντας προικισμένος όχι μονάχα με φυσική αξιωσύνη, μα αρματωμένος και μ' απέραντη μάθηση. Για κακή του όμως τύχη έκρυβε κάτω από μεγάλη ευγένεια και γλύκα ένα φοβερό πάθος που οι μεγαλήτεροι του θαμαστάδες δεν μπορέσανε να ταρνηθούνε, δηλαδή αχόρταγη όρεξη να δωροδοκιέται και να ωφελή σε μερικούς για βλάβη του τόπου. Κι ο Ιουστινιανός, που για χάρη μιανής μεγάλης αρετής συνήθιζε να παραβλέπη πολλές κακίες, παραλίγο να το πλερώση ακριβά με τη Στάση του Νίκα, όπου καθώς είδαμε είταν κι ο Τριβωνιανός ένας από τους καταδικασμένους του λαού.

Της πρώτης λοιπόν εκείνης συντροφιάς έργο είταν ο « Κώδικας » τελειωμένος από τα 529, και ξαναδιορθωμένος στα 536. Μεγάλη δηλαδή συλλογή από κάθε διάταξη των πρώτων αυτοκρατόρων, καθώς και του ίδιου του Ιουστινιανού, όσες δεν κατάντησαν αχρησίμευτες και περιττές, σε σειρά χρονολογική βαλμένες. Δεύτερο έργο του Τριβωνιανού, γενόμενο κι αυτό με τη βοήθεια άλλης επιτροπής κι αρχινημένο από τα 530, είταν η «Πανδέχτη», απέραντη κι αυτή συλλογή σε 50 βιβλία μοιρασμένη, (ο Κώδικας είχε 12 βιβλία) που συμπεριλάβαινε κάθε δόκιμο νομικό σύγραμμα γραμμένο από 1200 χρόνια και δώθε, συναρμοσμένη και καταστρωμένη με τρόπο που να λείπουν όσα μέρη ή δεν είταν καθάρια ή δε συβιβαζόντανε με τάλλα.

Από δυο χιλιάδες νομικά βιβλία είτανε μαζεμένη η Πανδέχτη. Και κατά τα 533, απάνω στο τέλειωμα του γιγαντένιου εκείνου έργου, άρχισε το τρίτο νομικό μνημείο, Επιτομή σε 4 βιβλία ονομασμένη «Εισήγησες», είδος προπαίδεια ή προμελέτη για τάλλα δυο μεγαλήτερα έργα.

Καθώς είπαμε, στο λατινικό και τα τρία. Στο πείσμα της κοινής ανάγκης· στο πείσμα του νόμου του Αρκαδίου που άφινε τους δικαστάδες να βγάζουν απόφαση ελληνικά· του Θεοδόσιου, που άφινε να γράφουνται ελληνικά οι διαθήκες· της Εκκλησιαστικής νομοθεσίας, που είταν όλη ελληνική· στο πείσμα κάθε στοιχείου ολόγυρα του, ο δαλματός ο Ιουστινιανός, που ονειρεύουνταν τη νεκρανάσταση του Ρωμαϊσμού, που ονόμαζε τη λατινική «της πατρίδας του γλώσσα», μήτε του πέρασε από το νου ναλλάξη την επίσημη γλώσσα από λατινική σε ρωμαίικη, κ' έτσι βγήκανε λατινοφόρετα και τα έργα του Τριβωνιανού, που όχι μονάχα δικός μας είτανε (Μακεδόνες οι γονοί του), μα κ' Έλληνας, δηλαδή ειδωλολάτρης της Μικρασίας. Πού όμως ν' αλλάξη πια δρόμο το εθνικό το ρέμα, πού να σταματήση πια η ορμή του! Ακόμα και στου Ιουστινιανού τον καιρό βγήκαν οι πιώτερες «Νεαρές» του ελληνικά, «να τις καταλαβαίνη ο κόσμος», λέει ο ίδιος σ' ένα του διάταγμα. Και σύγκαιρα μεταφράζουνταν και του Τριβωνιανού τα μεγάλα έργα. Και πώς γίνουνταν αλλιώς, αφού και το Πανεπιστήμιο είχε ελληνική έδρα για τα νομικά, και στα δικαστήρια τα ελληνικά κείμενα καταντούσε να μεταχειρίζουνται οι δικηγόροι κ' οι δικαστάδες.

Παρατηρήθηκε πως κ' οι νόμοι εκείνοι και τα διατάγματα του Ιουστινιανού είναι όλα γραμμένα με ύφος σαν κάπως _αγάδικο_, καθώς και με κάποια τάση να τα γυρίζη, όλα στη θεία χάρη. Αυτά όμως δε θα μας φανούνε μήτε παράξενα μήτε απαρχαιωμένα, άμα διαβάσουμε μερικές αράδες από σημερινά βασιλικά κι αυτοκρατορικά διατάγματα.

ΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού

Πριν καταπιαστούμε τάλλα του ειρηνικά μεγαλουργήματα, ταρχιτεχτονικά, μας φαίνεται πως πιο φυσικώτερο έρχεται να ρίξουμε βιαστική ματιά στη θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού, που την είχε κι αυτός, και μάλιστα με το παραπάνω.

Ας παρατηρηθή πρώτα, αν και γνωστό μας, πως ο πολιτικός μας αυτός Ιουλιανός δεν είταν και θρησκευτικός αρχαϊστής. Το ενάντιο μάλιστα, χριστιανός ορθόδοξος, και τόσο ορθόδοξος, που γύριζε λίγο καταπίσω μόνο και μόνο για να ενώση τη Χριστιανωσύνη. Κατάτρεχε μάλλους λόγους κ' Εθνικούς κ' αιρετικούς για τον ίδιον πολιτικό σκοπό που πολεμούσε Πέρσους, Βαντάλους και Γότθους, να ενώση δηλαδή Ανατολή και Δύση. Στους κοσμοκρατορικούς του αγώνες το ξέρουμε πως δεν πολυπέτυχε. Ας δούμε τώρα τι δρόμο πήρε η θρησκευτική του πολιτική.

Και πρώτα, για τους Εθνικούς. Δεν είταν ακόμα ολότελα σβυσμένη η παλιά θρησκεία, μήτε στον έχτο αιώνα μήτε στον έβδομο, μα μήτ' αργότερα δε λείπουν σημάδια της· και τόσο βαστιούνταν ακόμα τώρα, που κάθε λίγο έβαζε και φιτίλια να ξετινάξη τη νέα θρησκεία. Οι πιο φοβερώτεροι εχτροί της χριστιανωσύνης είταν πάντα οι φιλόσοφοι, και μάλιστα οι νεοπλατωνικοί της Αλεξάντρειας. Μα κ' η Μικρασία είχε κάμποσους Εθνικούς, κι όταν ο Ιουστινιανός διάταζε και μετρηθήκανε βρέθηκαν εβδομήντα χιλιάδες στη Φρυγία, Λυδία και Καρία μονάχα.

Το ίδιο και στο Βυζάντιο. Είδαμε λόγου χάρη πως ο Τριβωνιανός είταν Εθνικός. Έτσι και πολλοί άλλοι, και μάλιστα της Επιστήμης, αληθινής και ψεύτικης. Όσο για την Ελλάδα, άλλο τίποτις Εθνικοί εκεί πέρα, κ' η νεοπλατωνική φιλοσοφία ριζοβολούσε και φούντωνε αντίς να μαραίνεται. Κ' είταν πολύ φυσικό να υποφέρνη κάπως ο χριστιανισμός από το φιλοσοφικό εκείνο που είχε μέσα του ο Εθνικός κόσμος. Επειδή δεν είτανε μονάχα οι ψευτοσόφοι, εκείνοι δηλαδή που παίζανε με τα λόγια, παρά έβγαιναν και σπουδαίοι, καθώς να πούμε ο Ολυμπιόδωρος της Αλεξάντρειας κι ο ακόμα πιο γνωστότερος Πρόκλος στην Αθήνα, γεωμέτρης, αστρονόμος, σκολιαστής, και κατά τη δική του τη φράση «όλου του κόσμου ιεροφάντης». Και ψέματα δεν έλεγε, αφού όχι μονάχα την αρχαία, μόνο και τη νέα θρησκεία την είχε μελετημένη. Προπάντων όμως έξοχος νεοπλατωνιστής. Τέτοιοι άνθρωποι δεν μπορούσανε να μην αφίνουν πάτημα και να μην ταράζουν το δρόμο του χριστιανισμού.

Μα και κάτι μακρήτερα πήγαινε τότες ο Εθνισμός. Είχε το μάτι του στη δύναμη την πολιτική, και κάθε πλαγινό τρόπο δοκίμαζε γι' αυτό το σκοπό. Τέτοια δύναμη μέσα στο κράτος ο Ιουστινιανός δεν είταν άνθρωπος να την αφήση αχτύπητη και τη χτύπησε. Αδιάφορο ποιος είταν ο σκοπός του, την πράξη του καθαυτή δεν μπορούμε να την κατακρίνουμε. Ο κόσμος είχε παρμένο όλως διόλου καινούριο δρόμο κι όλως διόλου διαφορετικό από τον παλιό. Το καζάνι της νέας ρωμιοσύνης έβραζε ακόμα, και χοχλακίζανε μέσα του ταρίθμητά της στοιχεία, πολιτισμένα και βάρβαρα· εκεί λοιπόν που πήγαινε ομπρός το εθνικό αυτό λαμπικάρισμα, ξεφύτρωναν ξεθυμασμένοι φιλόσοφοι και μας χύνανε νερό στη φωτιά.

Τους χτύπησε ο Ιουστινιανός μ' όλη τη δύναμη του. Από την αρχή της βασιλείας του κιόλας έβγαλε διάταγμα που όριζε θάνατο για όσους αψηφούσαν τους παλιούς νόμους των κατατρεγμών. Κάμποσα χρήματα και χτήματα εθνικά πέρασαν τότε στο δημόσιο ταμείο, και πολλοί Εθνικοί, εβραίοι κ' αιρετικοί γενήκανε χριστιανοί να γλυτώσουν. Άλλοι πάλε σηκώθηκαν και φύγανε στην Περσία, κι από κει αντενεργούσαν του Αυτοκράτορα. Ακολούθησαν και μερικές στάσες, καθώς στη Συρία, που εβραίοι κ' αιρετικοί έγιναν ένα, και θρονιάσανε μάλιστα και βασιλέα τους έναν Ιουλιανό, και τους στοίχισε κατόπι κάμποσο αίμα εκείνο το κίνημα. Υπάρχει όμως και μια γνώμη πως η στάση αυτή είχε αφορμή το τυράννισμα τω χωριανών από τους μεγαλοπολίτες, και με το να είταν οι άνθρωποι της εξοχής Εθνικοί, κ' οι πιώτεροι άλλοι χριστιανοί, πήρε θρησκευτική χρωματιά εκείνο το κίνημα.

Τσικουριά ακόμα δυνατώτερη κατάφερε ο Ιουστινιανός στην Αθήνα (529) με νόμο που απαγόρευε να διδάσκεται η φιλοσοφία. Ίσως δεν είναι και τόσο τυραννικά τάλλα του μέτρα όσο τα παράστησαν, ίσως δεν κλειστήκανε τα πανεπιστήμια της Αθήνας, και δε φύγανε γι' αυτό μερικοί Αθηναίοι σοφοί στην αυλή του Χοσρόη, κι από κείθε στη Λιβύα και στην Ευρώπη, καθώς λέχτηκε. Ξέρουμε όμως πως ψαλίδισε αλύπητα τα φτερά τους όταν τους έκοψε προνόμια και μιστούς, και ξανάστησε το νόμο που απαγόρευε ετερόδοξους να παίρνουν πολιτικά αξιώματα. Με τέτοια μέτρα πώς να βασταχτούν τα φιλοσοφικά και τα νομικά καταστήματα της Αθήνας; Στείρεψε μονάχη της η πηγή εκείνη, που όσο και να τη λυπούνται οι ξένοι κ' οι σκολαστικοί, για τα μας είταν άγιο πράμα που γκρεμήστηκαν, πρώτο, επειδή ο κλασσικισμός είχε πια τελειωμένη τη δουλειά του στον κόσμο, κ' ύστερα, επειδή οι πατριώτες εκείνοι δεν περιοριζόντανε στη φιλοσοφία τους, παρά ονειρεύουνταν και μεγαλήτερες, και πιο κοσμικές δόξες, να πέση δηλαδή το χριστιανικό κράτος του Κωσταντίνου και να ξαναθρονιαστή στην Ανατολή το ιδανικό του Ιουλιανού, σα να λέμε το χάος. Ίσια ίσια ό,τι έλπιζε κι ο Χοσρόης κ' οι άλλοι εχτροί μας.

Ας έρθουμε τώρα στην πολιτική του Ιουστινιανού με τους αιρετικούς, και στην άλλη τη γενικώτερη, την ενωτική του πολιτική.

Ό,τι έκαμε των αιρετικών τόκαμε από ενωτικό σκοπό. Ενωτικό όμως όχι με τα συστήματα του Ζήνωνα και του Αναστάσιου, παρά με το σύστημα του κατατρεγμού. Φαίνεται δηλαδή σα να ζητούσε να φέρη την ειρήνη και την ένωση της Εκκλησίας με τους τρόπους της παπωσύνης, που άλλο γιατρικό δεν ήξερε από κατατρεγμό. Και θα είχαμε ίσως πολλές και μεγάλες τραγωδίες να διηγηθούμε α δεν τύχαινε να βρίσκουνται και διαφορετικές γνώμες στο παλάτι μέσα. Και πρώτη η Θεοδώρα. Η Θεοδώρα, σα Μονοφυσίτισσα που είταν η ίδια της, εννοούσε να παραχωρηθούνε μερικά στους ομόδοξούς της για να τους έχη κάπως πιο συβιβασμένους με την ορθοδοξία. Είχε εννοείται, κι ο Ιουστινιανός το κόμμα του στο παλάτι, κι αυτοί άλλο από κατατρεγμό δε θέλανε νακούσουν. Η δύναμη όμως της Θεοδώρας απάνω στον Ιουστινιανό δεν είταν ασήμαντη, κι αυτό μας ξηγάει γιατί ο Ιουστινιανός έβγαζε απανωτά διατάγματα που 'τόνα έρριχτε τάλλο, μια καταδιωγμός, μια συβιβασμός. Το βέβαιο είναι πως στο τέλος νίκησε της Θεοδώρας το κόμμα. Τον έπεισε δηλαδή η Θεοδώρα τον άντρα της πως παραχωρώντας πού και πού μπορεί να φέρη τους Μονοφυσίτες από της ορθοδοξίας το μέρος. Κ' έτσι στα 544 αποφασίστηκε να καταδικαστούν τα λεγάμενα Τρία Κεφάλαια, που τα δυο τους είταν ορθόδοξα ζητήματα κανονισμένα από τη Χαλκηδόνα και μισητά στους Μονοφυσίτες. Θέλοντας μη θέλοντας συφωνήσανε σ' αυτά κ' οι ορθόδοξοι επίσκοποι. Της Ρώμης όμως ο επίσκοπος ο Βιγίλιος, άρχισε κι' αγρίευε που ο φίλος του ο Ιουστινιανός (φίλος του επειδή τον κολάκευε για πολιτικούς σκοπούς) φέρθηκε κι αυτός τέλος σαν τους άλλους βυζαντινούς αυτοκρατόρους.

Μην μπορώντας ως τόσο ο Ιουστινιανός να κάμη το θέλημα και του πάπα και τωνέ δικών του, προσκάλεσε τον πάπα στα 548, και τον κατάφερε να συφωνήση κι αυτός νακυρωθούν τα Τρία Κεφάλαια. Και βλέποντας πάλε κατόπι, στα 551, πως του ξαναγλιστρούσε ο Βιγίλιος, προσκαλεί στα 553 σύνοδο στην Κωσταντινούπολη (πέμπτη οικουμενική σύνοδο). Εκεί παρουσιάστηκε ο πάπας κ' υποστήριξε τα τρία κεφάλαια. Η σύνοδο όμως επιμένει, αποφασίζει να κόψη την εκκλησιαστική συγκοινωνία με τη Ρώμη, κ' επικυρώνει την καταδίκη των τριών εκείνων άρθρων. Ένα χρόνο κατόπι, βλέποντας ο πάπας τις νίκες του Ναρσή στην Ιταλία, συγκατανεύει κι αυτός, καθώς κι ο διάδοχος του ο πρώτος Πελάγιος. Δε βάσταξε όμως πολύν καιρό, αφού μήτε του Ναρσή τα πολιτικά έργα δεν πολυβαστάξανε.

Στάθηκε μ' άλλους λόγους η θρησκευτική του πολιτική μισή ζαβή και μισή πιτυχημένη, και την πιτυχιά της πρέπει, θαρρώ, να την αποδώσουμε στη φρόνιμη Θεοδώρα.

ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χτισίματα τον Ιουστινιανού

Ερχόμαστε τώρα στο στερνό κεφάλαιο της ιστορίας του Ιουστινιανού, στερνό της σειράς του, αν κι από τα πρώτα στα μεγαλεία που δηγιέται· μεγαλεία που τον έβγαλαν Περικλή στον κλάδο της τέχνης, καθώς βγήκε Σόλωνας ή Λυκούργος στους νόμους, αν όχι όλως διόλου Αλέξαντρος στα πολεμικά. Και Περικλής όμως, και Σόλωνας, και Καίσαρας ή Αλέξαντρος, όχι αυτοπρόσωπος παρά μ' _Επιτρόπους_· πράμα που σ' άλλες ιστορίες δε φαίνεται να παρουσιάστηκε. Και καθώς είχε στάλλα του έργα δεξί του χέρι το Βελισάριο, τον Τριβωνιανό, τη Θεοδώρα, έτσι και στα δοξασμένα χτισίματα του, στα μεγάλα εκείνα αρχιτεκτονικά του ποιήματα — που για τα μας αξίζουν το καθένα, ή τουλάχιστο ένα τους, μια αλάκερη Ιλιάδα — και δω βρήκε έτοιμο δεξί του χέρι τον αθάνατο Ανθέμιο, καθώς και τον Ισίδωρο.

Ας αρχίσουμε όμως από τα μικρότερα και τα πιο χρήσιμα χτίρια του· τα κάστρα και τα τειχίσματα και τους πύργους.

Λέχτηκε πως ή δεν είμαστε καλά πληροφορημένοι από τους χρονογράφους ή όλα εκείνα τα βαρβαρικά πλημμυρίσματα που αναφέρθηκαν αλλού είναι μεγαλωμένα ακόμα πιώτερο κι απ' ό,τι φαίνουνται σε πολλούς, και δεν είταν άλλο παρ' απλές ληστείες, αφού τα κάστρα και τα προπύργια πούστησε ο Ιουστινιανός στο Δούναβη, στα Μπαλκάνια, στη Μακεδονία, στη Θεσσαλία είναι τόσο πολλά, που τα μισά να παραδεχτούμε, πρέπει να είταν οχυρωμένο το Κράτος όπως ποτές δεν είταν άλλοτες. Μα καθώς κι άλλου είπαμε, κάστρα και τοίχοι δίχως στρατιώτες δεν είναι μεγάλη διαφέντεψη. Κ' οι στρατοί έλειπαν πάντα στα ξένα.

Εκείνα μονάχα τα χτίρια πρέπει να κόστισαν αμέτρητους θησαυρούς. Να ταριθμήσουμε ένα προς ένα και δύσκολο και άσκοπο. Δυο λόγια μας σώνουνε.

Είχε κι από τα πριν ο Δούναβης και προπύργια και κάστρα. Μονοπύργια τάλεγαν. Αφανισμένα ως τόσο τα πιώτερα από τους Ούνους του Αττίλα. Τώρα όμως, από το Βελιγράδι ως τη Μαύρη Θάλασσα βρίσκουμε σειρά οχυρώματα και πόλες ξαναχτισμένες και ξανατειχισμένες. Δεύτερη παρόμοια σειρά περνούσε από Δαρδανία κι από Μοισία και κατέβαινε ως τον Αίμο. Και τρίτη σειρά κάστρα έσκιζε Μακεδονία και Θράκη και πήγαινε ως τα Θρακικά φρούρια κι ως τις οχυρωμένες πολιτείες, καθώς Ροδοστό, Ηράκλεια, Σηλυβριά. Κι άλλοι πάμπολλοι μικρότεροι πύργοι σκόρπιοι ανάμεσα στις τρεις εκείνες οχυρωμένες σειρές, ως τα μεσηβρινά της Μακεδονίας και ως την Ήπειρο. Απάνω στο νησί πάλε της Καστοριάς Λίμνης χτίστηκε η Ιουστινιανούπολη με μεγάλα οχυρώματα. Τέτοια οχυρώματα στήθηκαν και στις Κλεισούρες, σιμά στην Ηράκλεια, απάνω στο δρόμο από Ιλλυρία σ' Ελλάδα. Στη Θεσσαλία μέσα κάθε μεγάλη πόλη, Λάρισα, Φάρσαλα, Τρίκκαλα κλ, είταν οχυρωμένη. Κι όσο για τη Θερμοπύλα, ταψηλά τειχίσματα κ' οι πύργοι που χτίστηκαν εκεί τάκαμναν τα στενά της απέραστα. Είχαν όμως εδώ και φρουρά από δυο χιλιάδες παντοτεινά. Μα κ' η καθαυτό Ελλάδα είταν ασφαλισμένη με παρόμοια χτισίματα, και τέλος δεν αμελήθηκε μήτε η Πελοπόννησο, επειδή ξαναχτίστηκαν του Ιστμού τα τειχίσματα, με πύργους κι αυτά.

Τα ίδια και στην Ασία. Η Αντιόχεια μάλιστα, αφανισμένη καθώς είταν από σεισμούς κι από τον πόλεμο του Χοσρόη, ξανακαινουριώθηκε όλη κ' έγινε, λέγουνε, λαμπρή καθώς άλλοτες. Η Μεσοποταμία γέμισε κι αυτή νέα τειχίσματα και κάστρα σκορπισμένα στη Θεοδοσούπολη, στη Κωσταντία, στον Καλλίνικο κι αλλού. Ως και την παλιά τη Ζηνοβία της Ευφρατησίας, ρημαγμένη τώρα και χρόνους, την ξανάχτισε και την ξαναδυνάμωσε ο Ιουστινιανός. Χαλκίδα, Κύρρος, Σούρα, Ευρωπός, Τεράπολη, Νεοκαισάρεια, όλες οχυρωμένες κι αυτές. Ξαναχτισμένη και τειχισμένη κ' η περίφημη η Παλμύρα, να φυλάη το κράτος από τους Σαρακηνούς.