Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

Part 23

Chapter 23 34 words Public domain Markdown

Γράφει αμέσως του Γελίμερου ο Ιουστινιανός και διαμαρτυριέται, ο Γελίμερος όμως τον έβρισε αντίς να τραβηχτή. Στο μεταξύ είταν τελειωμένος ο περσικός πόλεμος, γυρισμένος κι ο Βελισάριος. Γίνεται συβούλιο, κι ο αυτοκράτορας γύρευε φυσικά εκστρατεία, για να βοηθήσουν τάχα τη χριστιανωσύνη στην Αφρική. Κάμποσοι σηκώθηκαν τότες κ' εναντιώθηκαν, και μάλιστα όσοι θυμούνταν την καταστροφή του Βασιλίσκου. Στραγγισμένο και το ταμείο από τον περσικό πόλεμο. Ανάφεραν τέλος οι ενάντιοι και το φόβο μην τύχη και ξανασηκωθούν οι γειτόνοι μια και λείψη ο στρατός. Αξιοσημείωτο είναι που κι ο ασυνείδητος εκείνος ο Καππαδόκης, θεόξυπνος όμως πολιτικός, πήγαινε με την ενάντια τη γνώμη· και φάνηκε στην αρχή σα νάλλαξε ο αυτοκράτορας ότα σηκώθηκε και μίλησε ο Καππαδόκης.

Ο κλήρος όμως της Αφρικής, που άλλο δεν έβλεπε παρά τη δική του ασφάλεια, έπειτα κ' η βαθιόρριζη εκείνη λαχτάρα του Ιουστινιανού να κυριέψη τη Δύση, τον άναψαν πάλε και ξαναπήρε την πρώτη απόφαση. Αρχίζουν οι τοιμασίες, και για να μην αφήση τίποτις μισό, μόλις στα 533 ξεκίνησε ο στόλος.

Είταν ο στόλος 500 φορτηγά και καμιά κατοστή πολεμικά — δρόμωνες τα λέγανε — με μια σειρά κουπιά και στεγασμένα. Είκοσι χιλιάδες ναύτες στα φορτηγά, και δυο χιλιάδες κωπηλάτες στα πολεμικά, πολίτες όλοι. Ο στρατός πάλε που πήγαινε μαζί τους, 10 χιλιάδες πεζοί, 5 χιλιάδες καβάλλα, ένας κ' ένας όλοι. Κι αρχηγός όλης της εκστρατείας ο Βελισάριος.

Πήρε μαζί του και τη γυναίκα του την Αντωνίνα ο Βελισάριος. Ιστορικιά γυναίκα κι αυτή καθώς η Θεοδώρα, από πατέρα και πάππου του ιπποδρόμιου, από μητέρα του δρόμου, κι ατή της της ίδιας τέχνης στα νιάτα της. Είχε κάμποσα παιδιά σαν παντρεύτηκε το Βελισάριο. Ανόμοια όμως αυτή με τη Θεοδώρα σ' ένα πράμα, που δε στάθηκε κατόπι πιστή με τον άντρα της, μόνο ειπώθηκαν πολλά για τις αγάπες της μ' έναν κάποιο Θεοδόσιο από τη Θράκη. Πεντάξυπνη ως τόσο και φιλόδοξη, και τόσο αφοσιωμένη στα πολεμικά κινήματα του αντρού της, που σε πολλούς πολέμους τον ακολούθησε και τονέ βοηθούσε και μ' έργα και με την αντρίκια της γνώμη. Μα και στην Πρωτεύουσα σαν έμνησκε η Αντωνίνα, κ' έλειπε στους πολέμους ο άντρας της, τονέ βοηθούσε πολεμώντας τις ραδιουργίες των εχτρών του, έχοντας πάντα και τη φιλία της Θεοδώρας.

Του στόλου πάλι ναύαρχος είταν ο Καλώνυμος, κ' ύπαρχος του στρατοπέδου, δηλ. γενικός φροντιστής του στρατού, ο Πατρίκιος ο Αρχέλαος. Σαν τοιμάστηκαν όλα πήγε ο Πατριάρχης ο Επιφάνιος κ' έκαμε αγιασμό απάνω στο στόλο. Έκαμαν έπειτα πανιά και τράβηξαν κατά τ' Αρχιπέλαγο. Εδώ όμως ο αδιόρθωτος ο Καππαδόκης παραλίγο να το καταστρέψη στην αρχή του όλο το κίνημα. Για να ωφεληθή από την προμήθεια του ψωμιού δεν ταφήκε να ψηθή όσο έπρεπε. Μούχλιασε λοιπόν το ψωμί και χάλασε στο ταξίδι απάνω. Αναγκάστηκε ο Βελισάριος ναράξη στη Μεθώνη και να ξανακάμη προμήθεια. Από κει άγγιξε στη Ζάκυνθο και πήρε νερό, και τέλος φτάνει στη Σικελία.

Τη Σικελία την είχαν τότες οι Γότθοι, και τους αποδεχτήκανε φιλικά τους δικούς μας. Τους πληροφορήσανε μάλιστα και πως δεν τους πρόσμεναν οι Βαντάλοι. Δεν το βρήκε ως τόσο εύλογο ο Βελισάριος να κατέβη ίσια στην Καρχηδόνα, μόνο τράβηξε κατά τη Μάλτα, κι από κει κατέβηκε σε μέρος της Αφρικής ονομαζούμενο Καπουτβάδα, πέντε μέρες δρόμο από την Καρχηδόνα.

Άμα πάτησε Αφρικανικό χώμα ο Βελισάριος φρόντισε να πη του στρατού του πως δεν ήρθανε να ρημάξουν τον τόπο, παρά να τονέ λευτερώσουν από τους βαρβάρους, και τους παράγγειλε να πλερώνουν ό,τι παίρνουνε. Με τον καλόν αυτόν τρόπο, απ' όσες πολιτείες περνούσανε δεν έβρισκαν εναντίωση, μόνε άνοιγαν τις πύλες τους και τους δέχουνταν.

Προχωρούσε ο στρατός με μπροστοφυλακή από «ψιλούς» στρατιώτες κατά ταριστερά, να προφυλάγη το στρατό από τη μεριά της στεριάς. Από τα δεξιά πάλε αρμένιζε γιαλό γιαλό ο στόλος. Έφτασαν έτσι ως τη Γράσση, τη βασιλική εξοχή των Βαντάλων, και την κυριέψανε. Λίγο παρέκει, σ' ένα ξώχωρο της Καρχηδόνας, το Δέκιμο, ανταμώνουνε μεγάλο στρατό σταλμένο καταπάνω τους από το Γελιμέρο μ' αρχηγό τον αδερφό του τον Αμάττα. Το σκέδιο τους είταν, ο ανιψιός του Γελιμέρου ο Γιβαμούνδος, με δυο χιλιάδες καβάλλα να χτυπήση το Βελισάριο από τα ζερβά· ο ίδιος πάλι ο Γελιμέρος, ξεφυτρώνοντας άξαφνα από τα πισινά του να τονέ χτυπήση αποκείθε και να τονέ σπάση. Με το να χτύπησε όμως πριν την ώρα του ο Αμάττας, γύρισε ταποτέλεσμα όλως διόλου ανάποδα, κι όχι πια τσακίστηκε, παρά ξολοθρεύτηκε ο Βανταλικός στρατός.

Σα φάνηκε από τα πίσω κι ο Γελίμερος και βρήκε το στρατό του χαμένο και τον αδερφό του πεσμένο, άλλο δεν τούμνησκε παρά να φύγη στην έρημο. Πρόσταξε όμως φεύγοντας και σκότωσαν το Χιλδερίχο, μέτρο δηλαδή που άλλο δεν έκαμε παρά να δώση αφορμή στους Βυζαντινούς να μείνουνε στον τόπο.

Τότες ήρθε στην Καρχηδόνα ο Βελισάριος και βρήκε την πόλη φωτολουσμένη και τους κατοίκους που πανηγύριζαν την εορτή του Άγιου τους Κυπριανού και το ξολοθρεμό τω Βαντάλων. Έβγαλε λοιπόν και τους ναύτες από το στόλο να πανηγυρίσουν κι αυτοί, και πήγε και κόνεψε στο βασιλικό παλάτι. Στην απελπισία του απάνω ο Γελιμέρος έστειλε και φώναξε έναν άλλο του στρατό που έλειπε τότε στη Σαρδινία, κ' ήρθανε μαζί με κάμποσους άλλους βαρβάρους — με σκοπό αυτοί να μαζέψουνε λάφυρα. Τους αντάμωσε κι αυτούς ο Βελισάριος στο Τρικάμαρο και τους τσάκισε. Αφήκε πάλι ο Γελιμέρος στα χέρια του Βελισάριου όλο του το στρατόπεδο κ' έφυγε. Πήγε στα βουνά της Νουμίδιας και κρύφτηκε σε μια σπηλιά.

Όσοι από τους Βαντάλους γλυτώσανε, φαγωθήκανε με τους συμμάχους τους τους Μαυρούσιους. Πήραν οι δικοί μας τις πολιτείες της Αφρικής μια κατόπι της άλλης· Ιππώνα(Βόνα), Καισάρεια (Αλγέρι) ως τη «Σεπτώ» (Σέφτα), κοντά στις Ηρακλένιες Κολώνες. Ως κ' η Σαρδινία κ' η Κόρσικα και μερικά άλλα νησιά υποταχτήκανε. Παραδόθηκε τέλος κι ο Γελιμέρος, και σε τρεις μήνες μέσα κατρακύλισε και πήγε όλη η Βανταλική Αυτοκρατορία.

Ζήτησαν αμέσως οι εχτροί του Βελισάριου να τον αβανιάσουν πως ενεργούσε τάχα ναρπάξη την εξουσία της Αφρικής. Ο Ιουστινιανός όμως έδειξε γνώση όταν του μήνησε πως τον αφίνει λεύτερο να μείνη κυβερνήτης της Αφρικής ή να γυρίση στην Κωσταντινούπολη. Προτίμησε ο Βελισάριος να γυρίση, κ' έγινε το γύρισμά του πανηγυρικό, κατά τα ρωμαϊκά τα συστήματα. Στήσανε δηλαδή μεγαλόπρεπες καμάρες και πέρασε αποκάτω μπαίνοντας στην Πρωτεύουσα η δοξασμένη συνοδιά του Βελισάριου μ' αρίθμητα πολύτιμα λάφυρα και καλλιτεχνήματα που τα είχε ο Γιζερίχος αρπαγμένα από την Ιταλία· μαζί μ' αυτά και τα μαλαματένια βάζα κι άλλα φυλαχτήρια των Εβραίων που από του Τίτου τους καιρούς είτανε μεταφερμένα στη Ρώμη από τα Ιεροσόλυμα. Τάστειλε αυτά ο Ιουστινιανός στους χριστιανούς των Άγιων Τόπων.

Κατόπι από τα λάφυρα εκείνα πέρασαν ατέλειωτες σειρές σκλαβωμένοι Βαντάλοι, όμορφοι κι αψηλόκορμοι άντρες, τέλος κι ο ίδιος ο Γελιμέρος φορεμένος πορφύρα. Ο Βελισάριος πέρασε περπατώντας μαζί με τους πολεμιστάδες του. Πρέπει να είτανε λαμπρό μα την αλήθεια το θέαμα σαν ανέβηκε ο Ιουστινιανός κ' η Θεοδώρα απάνω στο Κάθισμα του Ιπποδρομίου και πήγαν αποκάτω κι ο Βελισάριος κι ο Γελιμέρος κ' έπεσαν πίστομα και τους προσκύνησαν. Τον έστειλε ο Αυτοκράτορας το Γελιμέρο στην Ασία και τούδωσε πλούσια χτήματα να ζήση εκεί. Την κυβέρνηση της Αφρικής την έδωσε του Σολόμωνα. Είταν αξιωματικός από τη Δάρα αυτός, γνωρισμένος από το νάκαμε «Δομέστικος» του Βελισάριου στην Αφρικανική εκστρατεία (γενικός αρχηγός του επιτελείου). Έβαλε κάμποση τάξη στην Αφρική ο Σολομώνας.

§3 Ιταλοϊσπανικές εκστρατείες

Από την Αφρική στην Ιταλία και στη Ρώμη δεν είτανε τώρα δύσκολος ο δρόμος. Αποθαμμένος όντας ο Θοδορίχος από τα 526, κι ανήλικος ακόμα ο εγγονός του ο Αταλαρίχος, την εξουσία την επιτρόπευε η μητέρα του μικρού η Αμαλασούνθα, περίφημη για την ομορφιά της, για τη σοφία της, και για τα ρωμαϊκά της συστήματα. Από τότες που πέρασε ο Βελισάριος με το στόλο του στη Σικελία έδειξε η Αμαλασούνθα τη φιλία της προς τ' Ανατολικό Κράτος και βοήθησε μάλιστα τον Ιουστινιανό στην εκστρατεία εκείνη με το να είχε, εξόν από το μίσος της προς τους Βαντάλους, και την επιθυμία να λατινίση τους Γότθους της και να τους θεμελιώση στην Ιταλία. Όλα όμως αυτά ταπόδειξε όνειρα ο Αταλαρίχος, που είτανε σωστός, δηλαδή βάρβαρος Γότθος αυτός. Μα και σαν απέθανε από την πολλή την ακολασία, σηκώθηκε όλη η Γοτθική φυλή εναντίον της Αμαλασούνθας, που γύρευε τάχα να τους κάμη Ρωμαίους, και στα 534 τη δολοφόνησαν. Αυτή λοιπόν η δολοφονία στάθηκε η πρώτη αφορμή που ανακατεύτηκε ο Ιουστινιανός στα Ιταλικά.

Ήρθε τότες ο Βελισάριος στα 535 στη Σικελία μ' εφτάμιση χιλιάδες στρατό, και δίχως πολλή δυσκολία την κυριεύει, έχοντας και βοήθεια τους ελληνοαίματους τους ντόπιους, Ύστερις από ένα χρόνο ξεκίνησε και για την Ιταλία. Όντας ελληνική η κάτω Ιταλία, δεν άργησε να παραδοθή στο Βελισάριο, και πρώτο πρώτο το Ρήγιο. Μα κι ο Γότθος γαμπρός του βασιλέα Θεοδάτου, που κατέβηκε με στρατό να τονέ χτυπήση, παραδόθηκε και κείνος. Και τόσο λαφιασμένοι είταν οι Γότθοι, που κι ο ίδιος ο βασιλέας τους άρχιζε και κρυφομηνούσε του Ιουστινιανού πως είναι έτοιμος να παραδοθή, σώνει να παίρνη χρονιάτικο. Μαθόντας όμως άξαφνα πως ξαναπήραν απάνω τους οι Γότθοι στην Ιλλυρία πολεμώντας το Μούνδο (σκοτώθηκε τότες ο Μούνδος), σήκωσε πάλε κεφάλι.

Χτύπησε τότες ο Βελισάριος τη Νεάπολη, Γότθους γεμάτη, και σε είκοσι μέρες μέσα έπεσε κ' η Νεάπολη. Βλέποντας οι Γότθοι πως ο βασιλέας τους δεν κατέβηκε να τους βοηθήση στη Νεάπολη, διορίζουνε βασιλέα τους το Βιτίγη, κι ο Βιτίγης αυτός σκοτώνει το Θεοδάτο. Φεύγει ως τόσο κατόπι κι ο Βιτίγης από τη Ρώμη, τρυπώνεται στη Ραβέννα, και μπαίνει τότες ο Βελισάριος στην πρωτεύουσα, την κυριεύει και στέλνει τα κλειδιά της του Ιουστινιανού.

Ξύπνησε όμως πάλε ο Βιτίγης, και με μεγάλο στρατό πηγαίνει να πολιορκήση τη Ρώμη. Ένα χρόνο βάσταξε η πολιορκία, μα τέλος αναγκάστηκαν κ' έφυγαν οι Γότθοι ύστερ' από μεγάλες θυσίες. Κατόπι από τέσσερα χρόνια (540) έπεσε κ' η Ραβέννα. Ζήτησαν τώρα οι πονηροί οι Γότθοι να κάμουν το Βελισάριο βασιλέα τους. Ο Βελισάριος όμως προτίμησε να φέρη το Βιτίγη στην Πόλη αιχμάλωτο μαζί με τη συνοδιά του και με πάμπολλα λάφυρα.

Ύστερις από μερικά χρόνια, όταν έλειπε ο Βελισάριος στην Περσία, ξανάρχισαν τα δικά τους οι Γότθοι στη Δύση, και με το βασιλέα τους τον Τωτίλα ρήμαξαν όλη την Ιταλία. Ξαναστέλνεται λοιπόν ο Βελισάριος στην Ιταλία στα 545. Η δεύτερη αυτή εκστρατεία του δε φαίνεται να βγήκε και πολύ λαμπρή. Μη έχοντας μήτε αρκετό μήτε καλά εφοδιασμένο στρατό εξαιτίας του δεύτερου περσικού πολέμου, έχασε τότες τη Ρώμη. Είναι αλήθεια πως πάλε την ξαναπήρε από τους Γότθους, μα στα 548 θέλοντας μη θέλοντας έφυγε από την Ιταλία. Είταν κ' οι Ιταλοί βαρεμένοι από τους δικούς μας, και μήτε τους πολύθελαν εκεί τους _Γραικούς_ (έτσι τους έλεγαν αντίς _Ρωμαίους_, καθώς πάλε κ' οι δικοί μας έλεγαν τους δυτικούς Ιταλούς). Και δεν τους ήθελαν, όχι μονάχα από φυλετικούς λόγους, παρά επειδή τους βύζαιναν κιόλας οι δικοί μας, κι όχι καθώς ο Τωτίλας, που τους καλόπιανε πάντα και μ' αυτόν τον τρόπο κατόρθωσε και ξανακυρίεψε Ρώμη, Σικελία, Σαρδινία, Κόρσικα. Μα και στην Κέρκυρα κατέβηκε με τα πλοία του, κι ως τα ελληνικά τα παράλια.

Είταν τότες, καθώς θα δούμε, ο Ιουστινιανός χωμένος στα βάσανα ως το λαιμό. Τι να κάμη όμως που δεν του ερχότανε ν' αφήση την αγαπημένη του Ιταλία! Σκαρώνει λοιπόν άλλη μεγάλη εκστρατεία με τον ευνούχο το Ναρσή στρατηγό. Παράξενος ευνούχος αυτός. Μικρόσωμος, αλλοίμονος, πονηρός και γυναικομαθημένος, κι ως τόσο είχε σωστά αντρίκια προσόντα η ψυχή του. Από ταμίας του παλατιού έγινε στρατηγός ο Ναρσής. Τον είχε ο Ιουστινιανός δοκιμασμένο κι από τα πριν και σε πολιτικές πρεσβείες και σε πολεμικές δουλειές, καθώς όταν τον έστειλε βοηθό του Βελισάριου στα 538, λίγο πρι να πέση η Ραβέννα. Είχε λοιπόν κάμποση πράξη ο Ναρσής όταν ξαναήρθε τώρα να τιμωρήση τον Τωτίλα. Και φοβερή μα την αλήθεια τιμωρία τούδωσε στα 552, όταν κατατσάκισε το στρατό του σε μεγάλη μάχη που σκοτώθηκε ο Τωτίλας, κ' έστειλε τότες ο Ναρσής τα ματωμένα φορέματά του στην Πόλη τρόπαιο. Πήρε κατόπι τη Ρώμη, έδιωξε τους Φράγκους και τους Αλαμανούς που κατεβήκανε να τον πολεμήσουν, και μ' ένα λόγο την έκαμε δική του όλη την Ιταλία.

Δεκαπέντε χρόνια έμεινε κυβερνήτης της Ιταλίας ο Ναρσής. Κατόπι αφήκε εκεί έξαρχο με πρωτεύουσά του τη Ραβέννα αντίς τη Ρώμη, με το να είταν η Ρώμη έρημη τώρα κι από κατοίκους κι απ' οχυρώματα.

Δεν πολυβάσταξε όμως μήτε του Ναρσή το κράτος. Πρώτοι οι Λομπαρδοί τούκοψαν όλα τα βορεινά μέρη της Ιταλίας. Η καταμεσιανή Ιταλία βάσταξε κάπως ως τον όγδοο τον αιώνα, ως τον καιρό δηλαδή της εικονομαχίας, που πήρε ο Πάπας την κοσμική εξουσία της Δύσης. Όσο για την κάτω Ιταλία, αυτή έμεινε βυζαντινή πιώτερον καιρό εξαιτίας την εθνική τους συγγένεια με τα μας.

Της Ισπανίας η εκστρατεία είναι παραβλάσταρο της Ιταλικής. Όταν ο Ναρσής καταχτούσε την Ιταλία, ένας ΒισιΓότθος ηγεμόνας αποκαταστημένος στην Ισπανία, πολεμώντας μ' άλλους ομόφυλούς του ζήτησε βοήθεια από τον Ιουστινιανό, και για πλερωμή του παραχωρούσε Μουρκία, Γρανάτα και Σεβίλλη. Έρχεται λοιπό με στόλο ο Πατρίκιος ο Λιβέριος, και με σκοπό μάλιστα να πάη πιο μακριά από τις επαρχίες που αναφέραμε. Άξαφνα όμως μονοιάζουν οι ΒισιΓότθοι, πέφτουν καταπάνω των Βυζαντινών και τους αναγκάζουνε να τραβηχτούν από τα πιώτερα μέρη. Μόλις σε μερικές Ισπανικές πολιτείες βαστάχτηκαν καμιά εβδομηνταριά χρόνια, ως τα 623. Φαίνεται πως κ' εδώ κάμποσο βασανίστηκαν οι ντόπιοι με τους αλύπητους φόρους τους.

Αυτοί είναι οι καρποί της μεγάλης ιδέας του Ιουστινιανού, που καταπιάστηκε να ξαναστηλώση το Ρωμαϊκό Κράτος με είκοσι χρόνωνε γιγαντένιους αγώνες και σε καιρούς που παρουσιάστηκαν πολύ σοβαρώτερες ανάγκες και πολύ μεγαλήτεροι κίντυνοι στην Ανατολή, καθώς τώρα τώρα θα δούμε.

§4 Δεύτερος περσικός πόλεμος και Λαζικοί πόλεμοι

Ο μεγαλήτερος ο κίντυνος κ' οι σοβαρώτερες οι ανάγκες που είπαμε παραπάνω είταν από την Ασία.

Η ειρήνη με το Χοσρόη δεν είταν πράμα που να κάθεται ο Ιουστινιανός και να κοιτάζη κατά τη Δύση. Τα Δυτικά μάλιστα εκείνα μπερδέματα δίνανε λαμπρή αφορμή του Χοσρόη να ξαναρχίση τα παλιά του. Πρώτο, που γνώριζε πως μήτε ο Βελισάριος μήτε ο στρατός του δε βρίσκουνταν πια στη γειτονιά του. Άλλο ένα, που κι ο Βιτίγης τούβαζε φιτίλια, κ' έτσι στα 540 ξανακόρωσε η περσική η φωτιά. Χυμίζει ο Χοσρόης στη Συρία και στην Παλαιστίνη, κουρσεύει και ρημάζει την Αντιόχεια, έπειτα παίρνει τους κατοίκους της, τους φέρνει σιμά στην πρωτεύουσά του, κ' εκεί τους χτίζει καινούρια Αντιόχεια, που την ονόμασε του Χοσρόη. Μα κι ως την ακροθαλασσιά κατέβηκε τότες, και κάπου κοντά στη Σελεύκεια έκαμε θαλασσινό λουτρό και θυσίασε στον Ήλιο ο φιλόδοξος κι ο μεγαλοπίχερος αυτός πυρολάτρης. Τότες είναι που αναγκάστηκε ναφήση ο Βελισάριος την Ιταλία και να κυνηγάη πάλε τον Πέρσο. Και καθώς πάντα, δοξάστηκαν ταρματά του και τώρα. Άμα όμως τον ξαναχρειάστηκε ο Ιουστινιανός για άλλους του πολέμους, ξανάρχισαν οι Πέρσοι τα συνηθισμένα τους. Μπήκαν όμως τώρα στη Λαζική και στην Αρμενία. Είναι μεγάλη και μακρινή η ιστορία των πολέμων εκείνων. Είκοσι χρόνια πάλευαν Πέρσοι και Βυζαντινοί, πότ' ο ένας καταπονώντας πότ' ο άλλος, μια παίρνοντας κάστρα, μια χάνοντας τα. Και μόλις στα 562 υπογράφτηκε πάλε πενήντα χρονών ειρήνη, συφωνήσαντας ο Χοσρόης να τραβηχτή από την Αρμενία κι από τη Λαζική, μα κι ο Βυζαντινός ο αυτοκράτορας να πλερώση τριάντα χιλιάδες χρυσές λίτρες χρονιάτικο.

ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Βαρβαρικά πλημμυρίσματα κι άλλα δυστυχήματα της βασιλείας του Ιουστινιανού. Τέλη του

Και δε φοβέριζαν οι Πέρσοι μονάχα το Κράτος όλα εκείνα τα χρόνια. Το φοβέριζαν οι βορεινοί οι βάρβαροι, που μα την αλήθεια ποτές δεν έλειψαν από τη στιγμή που χτίστηκε η Νέα Ρώμη, παρά σαν τις σφήγγες τους τραβούσε η ορεχτική μυρουδιά της. Καλά θα κάμουμε λοιπό να τους πάρουμε από την αρχή αρχή του έχτου αιώνα, από τότες που οι Βούλγαροι προχώρησαν ως την Ιλλυρική (599), και μεταγυρίζοντας πιαστήκανε με 15 χιλιάδες δικούς μας, που στρατηγός τους είταν ο Άριστος. Ταποτέλεσμα όμως της μάχης εκείνης δε βγήκε κι αυτό σαν του στρατηγού τόνομα, και μήτε νικήθηκε ο Άριστος από Βουλγαρικά μάγια, καθώς είπε κάποιος ιστορικός των καιρών εκεινώνε.

Ύστερις από δυο τρία χρόνια, σα να γλυκάθηκαν, κατέβηκαν πάλε ναλλάξουν αέρα στο Θράκη οι Βούλγαροι, καθώς οι Γότθοι κάμνανε στα παλιά τα χρόνια. Δεκαπέντε όμως χρόνια αργότερα (517), τους βρίσκουμε όχι πια στη Θράκη μονάχα, μα και στη Μακεδονία και στην Ηπειροθεσσαλία. Χίλιες λίτρες χρυσές τους έστειλε τότες ο Αναστάσιος για ν' αγοράση τους σκλάβους του και πάλι δεν έσωναν.

Ας είναι καλά ο Ιουστίνος που τα οχύρωσε όλα εκείνα τα μέρη, κ' έπαψαν οι βουλγαρικές αυτές πλημμύρες. Η Θράκη όμως έμεινε πάντα πρόχειρη και βολικιά στους βορεινούς, κι από τα πρώτα πρώτα χρόνια του Ιουστινιανού (528) ξανάρχισε το κακό, όχι όμως τώρα από Βουλγάρους, παρ' από άλλους Σλαβικούς λαούς, τους Άντηδες. Κι ως τόσο, να πούμε την αλήθεια, βρήκε και δω κατάλληλο στρατηγό ο Ιουστινιανός, τον ανιψιό του το Γερμανό, άνθρωπο που πολύ τον παίνεσαν και για τις πολεμικές και για τις άλλες αρετές του· και τη λαμπρότερη, που ποτές δεν ανεκατεύτηκε στις ραδιουργίες του παλατιού. Σοβαρός και δίκιος, κ' ίσως για δαύτο όχι μεγάλος φίλος της φιλόδοξης Θεοδώρας· γενναίος όμως, ευγενικός και συμπονετικός με τους κατώτερούς του. Αυτός λοιπό με τη στρατηγική του αξιωσύνη τους έσπασε θρούβαλα τους Άντηδες εκείνους στη Θράκη· κ' έτσι σύχασε το κράτος μερικούς χρόνους.

Απέθανε ο Γερμανός στα 551, ό,τι τον έστελνε ο Ιουστινιανός να πολεμήση τον Τωτίλα στην Ιταλία.

Στα 531 βρίσκουμε στρατηγό Θράκης το Χιλβούδιο, και φαίνεται πως κι αυτός καλά τους παίδεψε τους βαρβάρους, και μάλιστα πέρ' από το Δούναβη. Αν και στα 534 απέθανε κι ο Χιλβούδιος, αν κι ο Ιουστινιανός είταν πια τώρα σύσσωμα βουτηγμένος στα βανταλικά του βάσανα, η Θράκη όμως έμεινε ήσυχη ως τα 540. Όταν όμως τη χρονιά εκείνη ο Χοσρόης συναγροικήθηκε με τους Γότθους της Ιταλίας και ξανάρχισε πόλεμο, παρουσιάζουνται άξαφνα αρίθμητοι Ούνοι από το Δούναβη. Περνούν τον ποταμό και ροβολούνε κατά τη Θράκη. Λείποντας ο στρατός στους περσικούς πολέμους, βρέθηκε τότες η Θράκη ολότελα αδιαφέντευτη, και κατέβηκαν οι Ούνοι ως της Πόλης τα ξώχωρα. Τριάντα δυο κάστρα της Ιλλυρικής, η Κασσάντρεια, και τριάντα χιλιάδες σκλάβοι, είταν τα σημαντικώτερα τρόπαιά τους.

Ή τον ίδιο χρόνο ή κάτι αργότερα περάσανε μερικοί τους από τη Σηστό στην Άβυδο, άρπαξαν ό,τι βρήκαν και γύρισαν. Άλλη φορά πάλε φαίνεται πως χώθηκαν ως τη Θεσσαλία και την καθαυτό Ελλάδα· κι αυτό πάει να πη πως του Ιουστίνου τα κάστρα είταν τότες κάστρα δίχως φρουρούς.

Κάτι αργότερα, στα 546, βλέπουμε νέο κοπάδι — Σλαβικό αυτό — και περνάει τον Ίστρο, ακούγοντας του Τωτίλα τις συβουλές. Είταν όμως τότες στη Θράκη ένας στρατός από Έρουλους που τους φύλαγ' εκεί ο Ιουστινιανός να τους στείλη στην Ιταλία με την άνοιξη. Αυτός λοιπόν ο στρατός τους χτύπησε τους Σλάβους εκείνους και λευτέρωσε τους αμέτρητους αιχμαλώτους τους. Τέτοια όμως μισοχτυπήματα και της ώρας κινήματα δίχως ταχτικούς φρουρούς να τους αντισκόβουν άμα κατεβαίνανε δεν μπορούσανε να γλυτώσουν τον τόπο.

Άλλα δυο χρόνια λοιπόν ακόμα, και βρίσκουνται σαν τις ακρίδες οι Σλάβοι σ' όλη την Ιλλυρική ως την Επίδαμνο. Τίποτις δε γλύτωσε από την αχορτασιά τους. Λεν πως τους κυνηγούσε ένας στρατός από δεκαπέντε χιλιάδες, μα ο στρατηγός τους δε φαίνεται να είταν από τους καλούς του Ιουστινιανού, επειδή άλλο από το να τρέχη κατόπι τους δεν έκαμε.

Άλλα πάλε δεινά στα 550, κι ακόμα πιο περίεργα. Δυο κοπάδια, λέει ο Προκόπιος, Σλάβοι, κι όχι και πολυάριθμοι, μόλις 3 χιλιάδες όλοι όλοι, ξεκινούν από τον Ίστρο, κι ανταμώσαντας τους δικούς μας στη Θράκη, τους νικούνε, πεζούς και καβαλλαρέους! Σκορπίζουνται έπειτα στη χώρα, και μήτε πολιτείες αφίνουνε μήτε κατοίκους, Γέμισε κορμιά σκοτωμένων η Ιλλυρική κ' η Θράκη, γεμίσανε σκλαβωμένα γυναικόπαιδα τα στρατόπεδά τους. Να τα πιστέψουμε άραγες κι αυτά, ή να τα βάλουμε στο ράφι μαζί με τ' απόκρυφα;

Πως έκαμαν κάμποσο κακό οι Σλάβοι στα 550, το βλέπουμε από το καινούριο τους κατέβασμα στα 551. Βρέθηκε όμως αυτή τη χρονιά στη Σαρδική πηγαινάμενος στην Ιταλία ο Γερμανός. Ακούσαντας λοιπόν οι Σλάβοι πως ο φοβερός εκείνος στρατηγός βρισκότανε στη γειτονιά τους τραβηχτήκανε στη Δαλματία. Άμα όμως απέθανε ο Γερμανός στο ταξίδι εκείνο απάνω, ξαναγυρίζουνε στη Θράκη, μα χτυπήθηκαν άσκημα αυτή τη φορά, κι όσοι δε σκοτώθηκαν, οι πιώτεροι παρθήκανε σκλάβοι.

Κι ως τόσο στα 552 έχουμε πάλε τα ίδια! Γιουρούσι στην Ιλλυρία και σκλαβομάζωμα. Κι όσο για το στρατό που στάλθηκε να τους κυνηγήση, είταν τόσο μικρός, που μόνο από πίσω τους έτρεχε, και μόλις έπιανε μερικούς.

Όλ' αυτά τι άλλο σημαίνουν παρά πως ταψηφούσε ο Ιουστινιανός τα βορεινά εκείνα κοπάδια και το πολύ έστελνε μερικούς του στρατιώτες να τους σκορπίζουν. Τόσο αχαμνά τους είχε μελετημένους τρεις τέσσερεις αιώνες! Δεν άργησε όμως να τα νοιώση τα ολέθρια αποτελέσματα της πολιτικής του όταν τέλος πάντων ο Ούνος ο Ζαβεργάτης πέρασε παγωμένο το Δούναβη στα 559 με πλήθος δικούς του, καβάλλα όλους. Κατέβηκε ως τη Θράκη κι αυτός, κι από κείθε στέλνει μέρος του στρατού κατά την Ελλάδα, άλλο στη Θρακική Χερσόνησο μέσα, και το τρίτο μέρος, ως εφτά χιλιάδες, το παίρνει ο ίδιος και κατεβαίνει ίσια στην Πόλη. Και τόσο απροφύλαχτα είταν τα περίχωρα της Πρωτεύουσας, που πέρασε και του Αναστάσιου τα τειχίσματα. Φόβος και τρόμος τους έπιασε τους Πολίτες. Και μήτε στρατό είχανε μήτε δύναμη άλλη εξόν από τους φρουρούς του παλατιού, τους Σχολάριους, ανθρώπους όχι του πολέμου παρά για τα μάτια.

Είταν τότες ο Βελισάριος τραβηγμένος από το θέατρο των πολέμων και ζούσε ιδιώτης ως δέκα χρόνια. Όση κρίση κι αν είχε ο Ιουστινιανός στο διάλεγμα των ανθρώπων του, δεν είχε όμως και τη γνώση ναψηφάη τις καταλαλιές του κόσμου, και τον καταλαλούσαν το Βελισάριο κάμποσοι. Τους πίστευε λοιπόν αυτούς, και τον είχε γκρεμισμένο τον πιστό του στρατηγό στην ιδιωτική εκείνη ζωή, ίσως με το να είχε τώρα και το Ναρσή. Σαν είδε όμως άξαφνα τους Ούνους και χαλνούσαν τον κόσμο περίγυρα, από ποιόν άλλονα να ζήτηση βοήθεια παρ' από το Βελισάριο; Αν και γέρος πια τώρα εκείνος, αν κι αποκαμωμένος και βαριεστημένος, σα λιοντάρι όμως σηκώθηκε να πολεμήση τους Ούνους. Μαζεύει τους παλιούς του συντρόφους, και με σώμα από τρακόσους καβαλλάρηδες βγαίνει κι ανταμώνει τους βαρβάρους σε τόπο στενό κι άβολο για μεγάλους στρατούς, και τόσο τους στενοχώρεσε, που το βάλανε στο πόδι κ' οι εφτά χιλιάδες.

Γύρισε στην Πόλη ο Βελισάριος με καινούριες κι ακόμα πιο δοξασμένες δάφνες στεφανωμένος. Εδώ όμως άρχισαν πάλι και δούλευαν οι φαρμακερές γλώσσες, κι ο Ιουστινιανός δίχως άλλο ξαναμωραμένος πια τώρα, φοβηθέντας και τους εχτρούς του Βελισάριου, δεν τον αφήκε να κυνηγήση παρακείθε τους βαρβάρους, Σαν είδανε λοιπόν οι Ούνοι πως έμνησκαν πάλι απείραχτοι, άρχισαν το ρήμαγμα κατά τα δυτικά της Πρωτεύουσας. Γυρίσανε σε λίγο και τάλλα δυο τους σώματα από την Ελλάδα κι από τη Θρακική Χερσόνησο, άπραγα όμως αυτά, γιατί βρήκαν πιώτερη εναντίωση απ' ό,τι πρόσμεναν, τόνα στη Θερρεπύλα, τάλλο στη Θρακική Χερσόνησο. Και μόλις τους ξέκαμε ο Ιουστινιανός αφού τους πλέρωσε βαριά ποσά για να ξελυτρώση τους αρίθμητους σκλάβους του. Τράβηξε τότες ο Ζαβεργάνης με τους Ούνους του και ξανανέβηκε στα φωλιάσματά του, με την ησυχία του όμως και λεηλατώντας στο δρόμο.

Βρίσκουνται ως τόσο και μερικά περιστατικά που μας δείχνουν πως δεν τους άφινε και πάντα ο Ιουστινιανός τους γειτόνους του να κάμνουν του κεφαλιού τους. Ας αφήσουμε τους Πέρσους. Έχουμε πρώτο τους Λάζους, που παραδεχτήκανε βασιλέα υποταγμένο στο βυζαντινό αυτοκράτορα. Έπειτα τους Τζάνους, που έγινε η υποταγή τους αφορμή και να χριστιανιστούν. Μα και σ' άλλες βαρβαρικές φυλές ξαπλώθηκαν τα καλά του Βυζαντινού του πολιτισμού εκείνους τους χρόνους, και κοντά και μακριά, καθώς να πούμε στη Μεσηβρινή Αραβία, τότες που ο βασιλέας ο Δαμιανός λήστευε τους εμπόρους που ανέβαιναν από την Αβυσσινία και μπλέχτηκε σε πόλεμο με το Βασιλέα της Αβυσσινίας τον Αδάδη. Έταξε λοιπόν τότες ο Αδάδης πως α νικήση θα γίνη χριστιανός. Κ' επειδή νίκησε, κ' έπιασε μάλιστα αιχμάλωτο το Δαμιανό, έστειλε πρεσβεία του Ιουστινιανού ζητώντας του κλήρο κ' Επίσκοπο, κ' έτσι συστήθηκε η Εκκλησία της Αβυσσινίας.