Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

Part 22

Chapter 22 27 words Public domain Markdown

Είτανε δεκατρείς Γεννάρη, 532. Ο αυτοκράτορας κ' η αυτοκρατόρισσα θρονιασμένοι στο κάθισμα σεριάνιζαν τους αγώνες. Εκεί που ξεφώνιζαν κι ομονοούσαν οι Πράσινοι παρακινώντας τον αρματηλάτη τους καθώς συνήθιζαν, άρχισαν κι ανεκατεύανε με τις φωνές τους και παράπονα για τις αδικίες που υπόφερναν. Τάκουγε αυτά ο Ιουστινιανός, μα έκαμνε τον κουφό. Τέλος όμως χάνει την υπομονή του, και βάζει το μαντάτορά του να μιλήση του λαού, ή καλλίτερα, να μιλήση με το λαό, κατά το σύστημα που είδαμε στον καιρό της Αριάδνης. Κ' επειδή μας έμεινε αυτός ο διάλογος, αξίζει να μεταφέρουμε μερικά του κομμάτια εδώ. Θα μας δώση και κάποια ιδέα για τη γλώσσα της εποχής εκείνης.

Άμα πρωτορώτηξε λοιπόν ο μαντάτορας γιατί θορυβούνε, συμμαζεύτηκαν κάπως οι Πράσινοι, κι απολογήθηκαν.

— Έτη πολλά, Ιουστινιανέ Αύγουστε, του βίνκας. Αδικούμαι, μόνε αγαθέ, ου βαστάζω. Οίδεν ο Θεός. Φοβούμαι ονομάσαι...

— Τις εστίν; Ουκ οίδα, ρωτάει ο Ιουστινιανός μέσο του μαντάτορα.

— Ο πλεονεκτών με, Τρισαύγουστε, εις τα τσαγγάρια ευρίσκεται, φωνάζουν οι Πράσινοι, εννοώντας τον _Καλοπόδιο_.

— Ουδείς υμάς αδικεί, αντισκόβει ο μαντάτορας.

— Είς και μόνος αδικεί με, Θεοτόκε, μη ανακεφαλήσει... Συ και μόνος οίδας, Αύγουστε, τις πλεονεκτεί με σήμερον.

Επιμένει τέλος ο αυτοκράτορας να μάθη τον ένοχο, κι αποκρίνουνται οι Πράσινοι

— Καλοπόδιος ο σπαθάριος αδικεί με, δέσποτα πάντων.

— Ουκ έχει πράγμα Καλοπόδιος... Υμείς ουκ ανέρχεσθε εις το θεωρήσαι, ειμή εις το υβρίσαι τους άρχοντας.

— Είτις δήποτε αδικεί με, τον μόρον ποιήσει του Ιούδα.

Ανάβει τότες ο Ιουστινιανός, και προστάζει το μαντάτορα να φωνάξη

— Ησυχάσατε Ιουδαίοι, Μανιχαίοι και Σαμαρίται!

— Ιουδαίους και Σαμαρίτας αποκαλείς; Η Θεοτόκος μετά όλων! απαντούν ερεθισμένοι οι Πράσινοι.

Εδώ ακολούθησε τόση οχλοβοή κι αλαλαγμός, που αναγκάστηκε ο Αυτοκράτορας να τους φοβερίξη πως θα τους αποκεφαλίση αμέσως κιόλας. Σα να ησύχασαν πάλε τότες οι Πράσινοι· τα παράπονά τους όμως δεν τάφιναν, μόνο ξαναρχίσανε, με το καλό κάπως τώρα,

— Και ει τι αν είπωμεν θλιβόμενοι, μη αγανακτήσοι το κράτος σου.. .

Κατόπι ξαναπαίρνουνε φωτιά και ξεφωνούνε πιο ξέθαρρα. Κι ακούγοντας καινούριες φοβέρες έρχουνται σε τόσο ερεθισμό, που μήτε την αυτοκρατορική παρουσία πια δε σεβάστηκαν, παρά φώναζαν

— Επαρθήτω το χρώμα τούτο... Άνες το φονεύεσθαι, και άφες κολαζόμεθα. Ίδε, πηγή βρύουσα, και όσους θέλεις κόλαζε... Είθε Σαββάτιον μη εγεννήθη, ίνα μη έσχεν υιόν φονέα (Σαββάτιος είταν ο πατέρας του Ιουστινιανού).

Εδώ βγαίνουνε στη μέση κ' οι Κυανοί, και φωνάζουν προς τους Πράσινους

— Τους φονείς του Σταδίου υμείς μόνοι έχετε.

Αποκρίνουνται τα δικά τους οι Πράσινοι, ξαναπαντούν οι Κυανοί, και τέλος πιάνουνται τα δυο κόμματα στα γερά. Βλέποντας οι Πράσινοι πως δεν έρχεται ο λαός μαζί τους, φοβισμένος όντας, σηκώνουνται, και φωνάζοντας «Ανασκαφήτω τα οστέα των θεωρούντων», βγαίνουν και σκορπιούνται μέσα στην Πόλη να βάλουνε φιτίλια του κόσμου και νασηκώσουνε μεγάλη στάση.

Ο έπαρχος ως τόσο του Πραιτωρίου, ο Ευδαίμονας, αρχίζει αμέσως και ξετάζει να βρη τους πρωταίτιους της ταραχής, και βρόντας εφτά, αποκεφαλίζει τους τέσσερεις, και προστάζει να κρεμάσουν τους άλλους τρεις. Ο ένας από τους τρεις αυτούς κρεμάστηκε, οι άλλοι δυο, ένας Πράσινος κ' ένας Κυανός, από λάθος του δήμιου έπεσαν από την κρεμάλα. Τρέχει τότες ο λαός στο παλάτι, τρέχουν οι δυο οι φατρίες, και γυρεύουνε συχώρεση για τους δυο αυτουνούς. Κ' επειδή ο Αυτοκράτορας δεν ήθελε να τους ακούση, προφταίνουνε δυο καλόγεροι και τους γλυτώνουν. Τους περάσανε με καΐκι στην εκκλησιά του Αγίου Λαυρεντίου, και τους έδωκαν εκεί άσυλο. Στέλνει τότες ο Έπαρχος στρατιώτες να τους φυλάξουν και τους δυο μέσα στην εκκλησιά. Στο μεταξύ βλέποντας οι φατρίες αλύγιστο τον Αυτοκράτορα, πηγαίνουνε στον έπαρχο και του ζητούνε να λευτερώση τους δυο ενόχους.

Ο έπαρχος όμως, άμα είδε τον όχλο, προστάζει τη φρουρά να πέση καταπάνω του και να τονέ σκορπίση. Αρχίζει σωστός πόλεμος, καταπονεί ο λαός τη φρουρά, τη διώχνει, τρέχει στη φυλακή, σπάνει τις πόρτες, βάζει φωτιά στο Πραιτώριο, παίρνει η φωτιά δρόμο, και ξολοθρεύει μεγάλο μέρος της Πόλης.

Η Άγια Σοφιά, τα λουτρά ο Ζεύξιππος, μέρος του ιπποδρομίου από την πλευρά του Αυγουσταίου, πάμπολλα άλλα χτίρια και δημόσια κ' ιδιωτικά, κάηκαν όλα. Σα να μην έσωνε το κακό της φωτιάς, έμπαινε κι ο λαός όπου έβρισκε κι άρπαζε. Οι φρονιμώτεροι πάλε κ' οι πλουσιώτεροι έπιαναν αυτοί καΐκια και περνούσανε στην Ασιατική τη μεριά. Αληθινή κόλαση. Και μέσα στο χαλασμό, μέσα στις φλόγες και στα κατρακυλίσματα των τοίχων, άκουγες άγριες φωνές και φώναζαν από παντού, Νίκα, Νίκα! καθώς συνηθίζανε να φωνάζουνε στους αρματηλάτες όταν τρέχανε στο ιπποδρόμιο. Από κει λοιπόν ονομάστηκε το φοβερό αυτό κίνημα _Στάση του Νίκα_.

Τέσσερεις μέρες βάσταξε το κακό εκείνο. Έγινε αγνώριστη η Πόλη από τη φωτιά, από τις φωνές, από τις ληστείες κι από τους φόνους.

Ο Ιουστινιανός, η Θεοδώρα, ο Βελισάριος, και μερικοί Σενατόροι και Στρατηγοί, μνήσκανε κλεισμένοι μες στο παλάτι. Και το χερότερο που δεν τολμούσανε μήτε τη βασιλική φρουρά, (ως τρεισήμιση χιλιάδες Ισαύροι κι' Αρμένηδες) να στείλουνε καταπάνω του λαού, γιατί φοβόντανε μη γίνουν κι αυτοί ένα μαζί τους. Δεν είταν αυτοί και καλά γυμνασμένοι. Είχανε στείλει λοιπό να φέρουνε στρατό από τα περίχωρα. Σύγκαιρα (στις 14) μαθαίνει ο Αυτοκράτορας πως ο λαός γύρευε την πάψη του Τριβωνιανού και του Καππαδόκη. Τους παύει λοιπόν και τους δυο, και διορίζει έπαρχο της Αυλής το Φωκά, και Κοιαίστορα το Βασιλείδη. Ο λαός όμως αντίς να συχάση πήρε πιώτερο θάρρος, και καθώς πάντα τυχαίνει σε τέτοια κινήματα, από απλή δικαιοσύνη που γύρευε στην αρχή ζητούσε τώρα να φέρη γενική αναστάτωση. Ξεφρενιασμένος λοιπόν ξεκινάει κατά το μέγαρο του Πρόβου, ενός από τους τρεις ανιψιούς του Αναστασίου (τους βοηθούσε αυτούς κ' η φαμελιά του), και τον κράζει Αύγουστο. Φευγάτος όμως όντας ο Πρόβος στην Ασία, βάζουνε φωτιά στο μέγαρό του και φεύγουν. Οι άλλοι δυο ανιψιοί του Αναστασίου, ο Υπάτιος κι ο Πομπήιος, βρίσκουνταν ως την ώρα στο παλάτι μαζί με τον Αυτοκράτορα.

Στο μεταξύ έρχεται ο Βελισάριος με στρατό από τα περίχωρα, και ταπόγεμα της μέρας εκείνης όρμησε με κάμποσους Γότθους και χτυπούσε τους αντάρτες ως τα σπερώματα. Όταν όμως τραβήχτηκε, ξανάρχισε τα δικά του ο όχλος, κ' έβαλε μάλιστα φωτιά στον τόπο που είτανε συναγμένοι οι Γότθοι.

Το κακό άρχισε καθώς είπαμε στις 13 του Γενάρη. Τις 17, Σαββάτο, κάμνει πάλι ο στρατός καινούρια δοκιμή να πνίξη την επανάσταση. Περιζώνει τον όχλο μέσα στ' οχτάγωνο χτίριο του Αυγουσταίου, μα δε δυνήθηκε να τους βγάλη, κ' έβαλε στο χτίριο φωτιά. Την Κεριακή πρωί (18) παίρνει Βαγγέλιο στο χέρι ο Ιουστινιανός, και παρουσιάζεται στα Κάθισμα. Είτανε μαζί του κι ο Βελισάριος, καθώς κ' οι αξιωματικοί κ' οι στρατιώτες που ως τα χτες μαζεύανε δάφνες μαζί του στον περσικό πόλεμο, «κατάφραχτοι» αυτοί, δηλαδή σιδεροφορεμένοι. Είταν κι ο στρατηγός του Ιλλυρικού ο Μούνδος, μ' ένα σώμα Ερούλους που τους είχε για να πολεμάη τους Βουλγάρους. Αποφασισμένοι κ' οι δυο αυτοί αρχηγοί να φέρουν τον Ιουστινιανό στο Ιπποδρόμιο.

Βρίσκει εκεί πλήθος μεγάλο ο Αυτοκράτορας. Έβραζαν όλοι τους. Τους ορκίζεται με το Βαγγέλιο στο χέρι πως θα τους χαρίση αμνηστία, πως θα λησμονήση τα περασμένα, και πως θα κάμη το θέλημα των υπηκόων του. «Ψεύδεσαι, γάδαρε!» του φώναξαν αποκάτω. «Όπως φύλαξες τον όρκο σου με το Βιταλιανό, έτσι θα τονέ φυλάξης και μετά μας ».

Σηκώθηκε ο Ιουστινιανός και γύρισε άπραγος στο Παλάτι. Κι άμα γύρισε, έδιωξε μαζί με τους συγκλητικούς και τα δυο ανίψια του Αναστασίου, Υπάτιο και Πομπήιο. Του κάκου αυτοί τονέ βεβαίωναν πως είταν αθώοι.

Μαθόντας την Κεριακή εκείνη ο λαός πως ο Υπάτιος κι ο Πομπήιος δώχτηκαν από το Παλάτι, τρέχει στο μέγαρο του Υπατίου και τονέ διορίζει Βασιλέα. Ό,τι μπόρεσε έκαμε η γυναίκα του Μαρία να τον καταπείση ναποφύγη το ζαχαρωμένο αυτό φαρμάκι. Στην αρχή ο Υπάτιος αντιστάθηκε· μη όντας όμως άνθρωπος, με δύναμη να βασταχθή, είπε το ναι, και ζητούσε κατόπι να παραστήση του Ιουστινιανού πως επίτηδες δέχτηκε τη βασιλεία για να συχάση τα πλήθη.

Τον κουβαλούνε λοιπόν την αποταχυνή, δευτέρα (19 του Γενάρη), στο φόρο του Κωσταντίνου, εκεί που κατά το νόμο έπρεπε να στεφανωθή κάθε νέος βασιλέας, κι αντίς με κορώνα τονέ στεφανώνουνε με γυναικήσιο γερντάνι και τον κάμνουνε βασιλέα. Όσοι αρχόντοι και συγκλητικοί δεν είτανε φευγάτοι ή κλεισμένοι στο παλάτι μέσα, θέλοντας μη θέλοντας πήγαν τότες με το λαό, να γλυτώσουν. Προτείνανε μάλιστα να τραβήξουν ίσια κατά το παλάτι. Φρόνιμο μέτρο για τη στάση, ολέθριο για τον Ιουστινιανό και τους δικούς του, αφού είταν η φρουρά στο παλάτι έτοιμη να γυρίση με το λαό. Ο Υπάτιος όμως δεν το παραδέχτηκε αυτό, μόνο διάλεξε άλλο αχαμνότερο μέτρο, που για να το κάμη, θα πη πως ή ανόητος είταν, ή ζητούσε σταλήθεια να ευκολύνη τη δουλειά του Ιουστινιανού και του Βελισαρίου. Τράβηξε δηλαδή στο Ιπποδρόμιο, κ' εκεί μέσα σφιχτοκλείστηκαν όλες οι χιλιάδες που τον ακολουθούσαν. Ανέβηκε ο Υπάτιος στο κάθισμα, και του φωνάζανε τα πλήθη αποκάτω «Υπάτιε Αύγουστε, Του βίνκας».

Σκοπός τους πάντα είτανε να χτυπήσουνε το παλάτι από το ιπποδρόμιο, αν κι ο Σενατόρος Οριγένης είτανε της ιδέας να παν και να πιάσουν άλλο παλάτι. Στο μεταξύ ο Ιουστινιανός, αφού δυνάμωσε τα οχυρώματα του παλατιού του, προσκάλεσε στην αίθουσα μεγάλο συβούλιο. Είταν ο Ιουστινιανός βυθισμένος σε μεγάλη θλίψη, και στην απελπισία του απάνω φαίνεται σα να μισαποφάσισε να μαζέψη τα πολύτιμά του και να φύγη στην Ηράκλεια της Θράκης, ίσως και κείθε μπορέση και ξαναπάρη την Πόλη. Αυτή είταν η γνώμη και του Καππαδόκη καθώς και του Βελισάριου. Αν τον αφίνανε να κάμη τέτοιο πράμα, αδύνατο πια είτανε να ξανάρθη στην Πόλη, μια κ' είχανε νέο βασιλέα στεφανωμένο. Το περίεργο μάλιστα είναι που τον παρακινούσανε να πάρη τέτοια απόφαση, αντίς να τον αποτρέψουν. Όλοι περίπου τον παρακινούσαν, εξόν η ατρόμαχτη η Θεοδώρα. Ολόρθη σηκώθηκε η Θεοδώρα μπροστά στο βασιλέα, μέσα στο συβούλιο εκείνο, και του είπε «Σε τέτοια μεγάλη συφορά δεν της πέφτει ίσως λόγος μιας γυναίκας. Ίσως εκείνοι που τα μεγαλήτερά τους συφέροντα είναι μέσα στους κιδύνους έχουν το δικαίωμα να βρίσκουν και τον τρόπο να τους πολεμούν. Αυτή τη φορά όμως ο φυσικός αυτός δρόμος δε μου φαίνεται ο σωστός, κι α μας γλυτώση ακόμα. Αδύνατο άνθρωπος γεννημένος να μην αποθάνη. Ένας όμως που βασίλεψε, να ζήση στην εξορία είναι ανυπόφορο. Να μην το φτάσω να ζήσω τη μέρα που θα με γυμνώσουν απ' αυτή την πορφύρα, και που δε θα με λέγουν πια Δέσποινα. Αν εσύ επιθυμής, βασιλέα μου, να σωθής, να χρήματα, να η θάλασσα και τα πλοία. Συλλογίσου όμως πως μπορεί μια μέρα να σου φανή ο θάνατος προτιμότερος από τέτοια σωτηρία. Όσο για μένα, παραδέχουμαι ταρχαίο το ρητό «καλόν εντάφιον η βασιλεία».

Σ' αυτά τα λόγια της Θεοδώρας μήτε ο Ιουστινιανός μήτε οι αυλικοί του δεν μπορέσανε να βαστάξουνε. Τότρεμε πάντα το βλέμμα της Θεοδώρας ο Ιουστινιανός.

Ο λαός ως τόσο στο Ιπποδρόμιο θάρρειε πως ο Ιουστινιανός κ' οι αυλικοί του έφυγαν, επειδή φοβηθέντας ο Υπάτιος έστειλε κάποιον Εφραΐμ να μηνύση του Ιουστινιανού νάρθη να χτυπήση τους επαναστάτες στο ιπποδρόμιο, κι ο Εφραΐμ αυτός αντίς να πάη στο παλάτι και να φέρη το μήνυμα το είπε κάποιου σεκρετάριου Θωμά, κι ο Θωμάς εθνικός όντας έβγαλε την ψεύτικη αυτή είδηση, πως έφυγε ο Ιουστινιανός. Νομίζανε λοιπόν κ' οι αντάρτες κι ο Υπάτιος πως άλλο δεν τους έμνησκε παρά να κινήσουν κατά το παλάτι. Από τάλλο μέρος ο ευνούχος ο Ναρσής είτανε σταλμένος από την αυλή στο ιπποδρόμιο και μοίραζε χρήματα, κι αγόραζε τους Κυανούς. Σύγκαιρα ξεκίνησε κι ο Βελισάριος με τον Ιουστινιανό και με τρεις χιλιάδες καλούς και πιστούς στρατιώτες, και ζυγώνουν το ιπποδρόμιο.

Στενοχωρημένος ο λαός και ζουληγμένος απομέσα κάμποση ώρα, τώρα ανησυχούσε και μαλλοτρωγότανε. Σαν ακούστηκε όμως πως πλησίαζε κι ο Ιουστινιανός με στρατό, άρχισαν αμέσως οι πλερωμένοι Βενετοί και φώναζαν «Ιουστινιανέ Αύγουστε, του βίνκας. Κύριε σώσον Ιουστινιανόν τον βασιλέα και Θεοδώραν την Αυγούσταν». Εκεί απάνω μπλέκουνται όλοι σε μάχητα, Πράσινοι, Βένετοι, κι ο άλλος λαός. Ζήτησε πρώτα νάμπη ο Βελισάριος από την πόρτα του «έλικα», της σκάλας δηλαδή του καθισμάτου, μα τη βρήκε μανταλωμένη μέσαθε. Τραβάει τότες κατά τη μεγάλη θύρα δυτικά στο κάθισμα, στη βενέτεια τη στοά, και χώνεται μέσα στο ιπποδρόμιο. Ο Μούνδος πάλε με τους δικούς του μπήκε από τη Νεκρή πύλη του ιπποδρομίου. Θρούβαλα έπεσε αμέσως όλη η στάση. Αν κι ο Υπάτιος είχε μερικούς αρματωμένους και θωρακωμένους ολόγυρά του, αν κι ο όχλος είταν κι αυτός οπλισμένος, είταν όμως τόσο το πλήθος, η οχλοβοή, κ' η σύχυση, που μόλις βρέθηκε ανάμεσα τους ο ταχτικός στρατός κι άρχισε αμέσως μεγάλη σφαγή. Ώρες βάσταξε αυτή η σφαγή. Ως 35 χιλιάδες λογαριάζουν τα θύματά της. Ο Υπάτιος, ο Πομπήιος, κι ο Πρόβος πιάστηκαν κ' οι τρεις τους αιχμάλωτοι μαζί μ' άλλους πολλούς αρχόντους. Ο Υπάτιος κι ο Πομπήιος θανατώθηκαν την αποταχυνή. Οι άλλοι οπαδοί τους ή ξωρίστηκαν ή φυλακίστηκαν. Τον Πρόβο μονάχα τονέ συχώρεσε ο Ιουστινιανός.

Έτσι τέλειωσε η τρομερή εκείνη βδομάδα του «Νίκα». Κίνημα σύφωνο με τη Βυζαντινή την παράδοση. Ίσως αν πετύχαινε, θα στεριούμαστε τις ανωφέλευτες δόξες του Βελισάριου και του Ναρσή· ίσως και την πολύτιμη νομοθεσία του Ιουστινιανού. Μα και την Αγιά Σοφιά, το περίλαμπρο αυτό απομεινάρι του παλιού μας μεγαλείου, θα τηνέ στεριούμαστε ίσως κι αυτήνα, αν και θα τηνέ στεριούμαστε ακόμα πιο βέβαια α δε γίνουνταν η στάση του Νίκα, αφού αυτή έγινε αφορμή να καή το παλιό το χτίριο. Ίσως τέλος μήτε γνώση δεν έβαλε ο Ιουστινιανός ύστερ' από τη φοβερή εκείνη διαμαρτύρηση του βασανισμένου λαού του, αφού και τον Καππαδόκη τον ξανάφερε στα πράματα, και τον Τριβωνιανό, τέλος και την πολιτική του δεν την άλλαξε. Όσο άγονη όμως κι αν αποδείχτηκε η στάση του Νίκα, όσο άγρια ξέσπασε, και βάρβαρα κόρωσε κι άξαφνα σβέστηκε σ' έξη μέρες μέσα, καθώς κάθε αχαλίνωτος λαϊκός σηκωμός, έμεινε πάντα και θα μείνη μνημείο της ζωής και της ανεξαρτησίας του Βυζαντινού του λαού, λαού που όσο και ναγαπούσε να κυβερνιέται από ένανε δυνατόγνωμο αυτοκράτορα, όσο και να μην πήγαινε ο νους του σε δημοκρατικά συστήματα, όταν όμως του αψηφούσαν τα δικαιώματά του αγρίευε και σα θεριό σηκωνότανε να τους μάθη τους βασιλιάδες του πως αυτός είταν ο αληθινός ο αφέντης, αφού αυτός τους διάλεγε και τις πιώτερες φορές από τα σπλάχνα του μέσα, και τους έδινε την κορώνα. Όσοι το θαρρούν πως θα είταν κρίμα και μεγάλος στερεμός δόξας και μεγαλείου, ανίσως νικούσε ο λαός στη Στάση του Νίκα, ας μη λησμονούν πως με το να νικήθηκε ο λαός από τον Ιουστινιανό τότες, χαλαρώθηκε σημαντικά η δύναμή του, επειδή αν και ξαναφάνηκαν τέτοιοι σηκωμοί και στα 546, και στα 556, και στα 561, και στα 563, όλοι εναντίο του Ιουστινιανού, ποτές όμως δεν ξαναπρόβαλε μεγάλο και φοβερό κίνημα σαν τη στάση του Νίκα, παρ' από χρόνο σε χρόνο μαραίνουνταν η δύναμη του λαού, και ριζώνουνταν η βάση της απόλυτης, της αχαλίνωτης, της απεριόριστης μοναρχίας.

Ζημία αυτή για το Έθνος πολύ μεγαλήτερη από τη ζημία που θα υποφέρναμε α δε μας κυρίευε την Ιταλία ο δοξομανής ο Ιουστινιανός.

Κάποια καλλιτέρεψη πως έφερε στα οικονομικά η στάση του Νίκα είναι ως τόσο ομολογούμενο. Όσο έμνησκε πραιτωριανός έπαρχος ο Φωκάς, δεν υπόφερνε καθώς πρώτα ο κόσμος. Κατά δυστυχία του λαού όμως γλήγορα ξαναχρειάστηκε τον Καππαδόκη ο Ιουστινιανός για τα μεγάλα του έργα, και τον ξανάφερε στο παλιό του αξίωμα.

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Εξωτερικά έργα του Ιουστινιανού

§ 1 Πρώτος περσικός πόλεμος

Μ' όση μεγαλοπρέπεια κι αν πανηγύρισε το θρόνιασμά του ο Ιουστινιανός, μεγαλήτερος είταν ο πανηγυρισμός κ' η δόξα που τούφεραν οι περσικές οι νίκες του Βελισάριου στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, που αναγκάστηκε ο μεγάλος Χοσρόης, ο βασιλέας της Περσίας, να κάμη ειρήνη μαζί του.

Ανάγκη όμως πρώτα να ειπωθούνε δυο λόγια για τον περίφημο το Βελισάριο. Είτανε γεννημένος στη Θράκη από γονιούς ταπεινούς. Έκαμε στην αρχή δορυφόρος στο Παλάτι. Ο Ιουστινιανός, που είχε από φυσικό του το χάρισμα να καλοδιαλέγη ανθρώπους, τον κατάλαβε τότες το Βελισάριο κ' είδε πως, αν και σε κάποια εκστρατεία που τον είχε στείλει ο Ιουστίνος δεν πέτυχε, κοινός όμως άνθρωπος δεν είταν, και τονέ διόρισε στρατηγό του για τον περσικό πόλεμο.

Κ' έτσι ξεκίνησε ο Βελισάριος στη Μεσοποταμία με γραμματικό του το γνωστό μας Προκόπιο.

Τα είχαν οι Πέρσοι χαλασμένα με τους δικούς μας από τον καιρό που ο Ιουστίνος αρνήθηκε να πάρη ψυχοπαίδι του το Χοσρόη, το γιο του Ισδιγέρδη. Άμα λοιπόν ανέβηκε στο θρόνο ο Ιουστινιανός, πρώτη του δουλειά είτανε να οχυρώση τη Νίσιβη. Από τη μια ο Βελισάριος έχτιζε τα οχυρώματα, κι από την άλλη τριάντα χιλιάδες διαλεχτοί Πέρσοι μπαίνανε στη Μεσοποταμία (528). Έπεσαν καταπάνω τους ταυτοκρατορικά στρατέματα, μα τα βρήκε φοβερός χαλασμός. Πάμπολλοι επίσημοι, και δικοί μας κι από τους συμμάχους, Σαρακηνούς κ' Ισαύρους, άλλοι σκοτώθηκαν, άλλοι σκλαβώθηκαν. Έμεινε κ' η Νίσιβη στου εχτρού τα χέρια.

Έπαθαν ως τόσο κ' οι Πέρσοι, και τραβηχτήκανε τότες στη χώρα τους για να συνεφέρουν. Αποφασισμένος πάντα ο Ιουστινιανός, στέλνει τότες στην Ασία νέους αξιωματικούς και νέο στρατό, Ιλλυριούς, Θρακιώτες, Ισαύρους, Σκύθες. Πιάσανε μερικά καλά φρούρια (Αμίδα, Βερροία κλ.), μα εξόν από γιουρούσια κι από κουρσέματα δεν έγινε τίποτις ως τα 530, ως τότε δηλαδή που διορίστηκε ο Βελισάριος πρωτοστράτηγος (έξαρχος) αντίς τον Υπάτιο. Άλλαξε τότες αμέσως η τύχη. Εικοσιπέντε χρονών παλικάρι ο Βελισάριος, και με βοηθό του τον Ερμογένη, πήρε 25 χιλιάδες στρατό (Ούνοι κ' Έρουλοι οι πιώτεροι) αγύμναστο όμως και σα μουδιασμένο από τα περασμένα παθήματα, κέπιασε τη γνωστή μας Αναστασιούπολη (Δάρα). Ο Περόζης πάλι, ο Πέρσος ο στρατηγός, τράβηξε με 40 χιλιάδες από τη Νίσιβη ως είκοσι στάδια μακριά από τη Δάρα, κι από κει έστελνε μηνύματα του Βελισάριου να του τοιμάση λουτρό για την αποταχινή.

Άλλα ως τόσο του τοίμαζε ο Βελισάριος. Μη στέργοντας να κάθεται πολιορκημένος, αποφάσισε να βγη ίσια στον πόλεμο, και παράταξε το στρατό του έξω από τα τειχίσματα της Δάρας. Δεν άργησε να φανή ο εχτρός την αποταχινή. Δεν έγινε τίποτις εκείνη τη μέρα. Παρατάχτηκε κι ο Πέρσος, έπειτα το βράδυ τραβήχτηκε στο στρατόπεδό του.

Με τα ξημερώματα όμως ξαναφάνηκε πάλι, και βρήκε τους δικούς μας στην ίδια θέση, δηλ. έξω από τη Δάρα, κατά της Νίσηβης τη μεριά και πίσω από βαθιά χαντάκια, όχι όμως ολόισα, παρά σα διάγραμμα χαμηλού καπέλλου αναποδογυρισμένου· ο πάτος του καπέλλου κατά τα τειχίσματα της Δάρας, η ανοιχτή του μεριά κατά τον εχτρό. Τη γραμμή του πάτου την κρατούσε ο Βελισάριος κι ο Ερμογένης με διαλεχτά σώματα. Ταριστερό του φτερούγι το είχε πιασμένο καβαλλαρία με το στρατηγό Βούζη, και μερικοί Έρουλοι με τον αρχηγό τους το Φάρα. Πιο παρέξω από την ίδια πλευρά, Ούνοι, καβαλλαρία κι αυτοί. Από το δεξί πάλε φτερούγι ο Ιωάννης του Νικήτα σε θέση ανάλογη με το Βούζη, κατόπι άλλοι Ούνοι καβάλλα, σε τόπο κι αυτοί ανάλογο με τους Ούνους της αριστερής της άκρης. Όσο για τους Πέρσους, ίσια γραμμή αυτοί αντίκρυ στους δικούς μας, με τους περίφημους «Αθάνατους» αποπίσω τους εφεδρεία.

Άρχισε η μάχη κατά το μεσημέρι· χαλάζι οι σαΐτες. Έπεσαν κάμποσοι κι από τα δυο μέρη. Φυσώντας όμως ο άνεμος από της Δάρας το μέρος, το πιώτερο φονικό τόκαμαν οι ρωμαίικες σαϊτιές. Σα σώθηκαν τα βέλη άρχισαν τα κοντάρια, χέρι με χέρι. Ταριστερό φτερούγι του Βελισάριου ως τόσο άρχισε να στενοχωριέται. Μια στιγμή μάλιστα έσπασαν και σκορπιστήκανε. Βλέποντας αυτό το πάθημα οι Ούνοι τρέχουν καβάλλα καταπάνω στους Πέρσους. Προφταίνει όμως ο Φάρος με τους Ερουλούς του, πέφτει στα πισινά τους, και τους κομματιάζει καθώς έφευγαν τρομασμένοι. Έγινε τώρα η προσβολή γενική. Γέμισε ο τόπος Πέρσους νεκρούς. Στο μεταξύ στέλνει ο Πέρσος κρυφά τους «Αθάνατους» κατά τα δεξιά του Βελισάριου.

Άμα τους είδε ο Βελισάριος, μηνάει στους Ούνους της αριστερής πλευράς να τρέξουν και να βοηθήσουν τους δεξιούς Ούνους. Έστειλε και κάμποσους δικούς του εκεί. Χύμιξε λοιπόν ταριστερό φτερούγι του Πέρσου μαζί με τους «Αθάνατους» καταπάνω στα δεξά μας με μεγάλη ορμή. Σάστισαν οι δικοί μας στην αρχή κ' έφυγαν. Καθώς έφευγαν όμως, και τους έπαιρναν το κατόπι οι Πέρσοι, οι Ούνοι κ' οι άλλοι, που φύλαγαν παραταγμένοι στην κάθετη γραμμή, να πούμε, του καπέλλου, χτυπούν από το πλάγι τους Πέρσους και τους χωρίζουνε σε δυο, το μικρότερο μέρος ζερβά, μαζί με τους «Αθάνατους» και με το σημαιοφόρο τους (έπεσε αυτός κατόπι κ' έχασε την ιερή του σημαία), και το μεγαλήτερο μέρος δεξά από τη μεριά της Δάρας.

Γύρισαν αμέσως αυτοί να χτυπήσουν τους Ούνους. Οι άλλοι όμως οι δικοί μας, που ως τα τώρα έφευγαν, γύρισαν τώρα κι αυτοί καταπάνω στους Πέρσους. Οι άλλοι Πέρσοι πάλε, που έμειναν απέξω μαζί με τους «Αθάνατους», άμα είδαν την ιερή τους σημαία πεσμένη, τρέξανε να χτυπήσουν όσους είχαν κοντά τους.

Έγινε σκοτωμός πολύς. Έπεσε κι ο Πέρσος ο στρατηγός εκείνης της μεριάς, ο Βαρεσμάνης. Άμα είδαν το στρατηγό τους πεσμένο, τους πιάνει τους Πέρσους φοβερός πανικός. Τέλος δεν είχε η σφαγή Έπεσαν ως πέντε χιλιάδες σε κείνο το μέρος μονάχα.

Είταν τώρα όλος ο στρατός στο ποδάρι, κ' έτρεχαν, οι Πέρσοι ομπρός, οι άλλοι πίσωθέ τους. Αφίνανε σημαίες, έρριχταν ασπίδες και δρόμο οι Πέρσοι. Δεν τους ακολούθησε όμως ο Βελισάριος και πολύ, παρά γύρισε στη Δάρα.

Στον ίδιον καιρό άλλη μικρότερη μάχη, με λαμπρά όμως κι αυτή αποτελέσματα, έγινε στην Περσαρμενία.

Ύστερ' απ' αυτές τις δυο χαστουκιές άρχισε η συντυχιά. Δεν πήγε όμως ομπρός, εξ αιτίας 50 χιλιάδες Σαμαρίτες που είτανε παναστατημένοι από τα 529, και τώρα σήκωσαν πάλε κεφάλι και τάζανε να δώσουνε στους Πέρσους όλη την Παλαιστίνη.

Ξαναρχίζει λοιπό στα 531 ο πόλεμος. Είναι αλήθεια πως οι Σαμαρίτες δεν προλάβανε να κάμουν το τάξιμο τους, οι Πέρσοι όμως, 15 χιλιάδες καβάλλα, πέρασαν τον Ευφράτη να μπούνε στη Συρία. Και παίρνοντας δίπλα τον ποταμό, κονέψανε σιμά στον Καλλίνικο και κούρσευαν. Τότες φτάνει κι ο Βελισάριος μ' οχτώ χιλιάδες, στη Χαλκίδα, μα δε χτυπάει ακόμα. Ένας του όμως Ούνος αξιωματικός χτυπήσαντας μερικούς Πέρσους, έμαθε από αιχμαλώτους πως ο περσικός στρατός σκόπευε να τραβήξη ίσια στην Αντιόχεια. Ξεκινάει λοιπόν ο Βελισάριος κι ανταμώνει τους Πέρσους λάφυρα φορτωμένους κοντά στον Καλλίνικο. Η μάχη ως τόσο αυτή δε φαίνεται να είταν αποφασιστικιά καθώς η άλλη της Δάρας, επειδή οι Σαρακηνοί που είχε μαζί του, και που κρατούσαν τα δεξιά του, κώλωσαν και τσακίστηκαν. Οι πεζοί του όμως από ταριστερά δείξανε στήθος. Τέλος ξεκαβαλλίκεψε κι ο ίδιος ο Βελισάριος, και με τέτοιο πείσμα και τέχνη κυβέρνησε τη μάχη, που τους έκαμε τους Πέρσους και τραβηχτήκανε.

Βασίλευε τότες ακόμα στην Περσία ο Κοβάδης. Γνωρίζοντας λοιπόν ο Ιουστινιανός πως ειρήνη δεν είχε όσο ζούσε ο Κοβάδης, αποφάσισε να ξακολουθήση τον πόλεμο, και μαθόντας πως η στερνή μάχη δεν πήγε τόσο λαμπρά καθώς η άλλη, της Δάρας, φώναξε πίσω το Βελισάριο κ' έστειλε καινούριο στρατηγό, το Μούνδο.

Έκαμε κάτι κι αυτός στη Μαρτυρόπολη. Άξαφνα όμως πεθαίνει ο γέρος ο Κοβάδης, ανεβαίνει ο Χοσρόης (τέλη του 531), κ' υπογράφει την «ατέλειωτη» την ειρήνη, καθώς την είπαν (532). Οι κυριώτερες συφωνίες είτανε να πλερώνη η Κωσταντινόπολη 11 χιλιάδες το χρόνο για τη διαφέντεψη του Καυκάσου, και νάχουν οι δικοί μας το κάστρο τους όχι πια στη Δάρα, παρά στην Κωσταντίνα.

Πήγε λιγάκι σε μάκρος η δήγηση αυτού του πολέμου, για να δείξουμε μια και καλή τι λογής στρατηγικό κεφάλι το είχε ο Βελισάριος. Τους άλλους πολέμους θα τους πάρουμε πιο λιγόλογα.

§2 Βανταλική εκστρατεία

Τα πολεμικά έργα του Ιουστινιανού στην Ανατολή είταν έργα της ανάγκης. Είτανε μέτρα παρμένα για να προφυλαχτή από κείνη την πλευρά ο Ιουστινιανός και να μπορή να πάη ομπρός με τα δυτικά του όνειρα. Αναποδογύρισμα λυπητερό της βυζαντινής πολιτικής, που απόμειναν τα σημάδια του, και κάμποσο χάλασαν την κατοπινή μας πορεία. Ένα πράμα μονάχα, που και λαμπρά λογαριάστηκε η μεγάλη εκείνη ιδέα της κοσμοκρατίας, κι ακόμα πιο λαμπρά εχτελέστηκε ως εκεί που πήγε. Έχουμε λοιπόν αυτή την παρηγοριά ιστορώντας τα.

Από τα 523 κυβερνούσε τους Βαντάλους της Αφρικής ο Χιλδερίχος, εγγονός του καταχτητή της του Γιζερίχου. Αρειανός αυτός όντας, καλομεταχειρίζουνταν τους ορθόδοξους υπηκόους του, κ' είταν αγαπημένος στην Πόλη, μάλιστ' από τον αυτοκράτορα. Ένας του όμως συγγενής, ο Γελίμερος, αφορμή από τη χριστιανική αυτή φιλία, σηκώνεται, αρπάζει την εξουσία, και ρίχτει το Χιλδερίχο στη φυλακή (531).