Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος
Part 21
Πως είταν άνθρωπος με πείρα και με θέληση ο Ιουστίνος φαίνεται από μερικά του μέτρα εναντίον των εχτρών που σαν τα όρνια τριγύριζαν πάντα κατά τα βορεινά. Τον είπαν όμως άμαθο, και μάλιστα τόσο άμαθο που του κρατούσανε, λέει, το χέρι να γράψη μια λέξη, κι αυτήν την έγραφε ανάμεσ' από χαραμάδες ανοιγμένες απάνω σε πλάκα. Σάματις δεν έσωνε ο ένας τρόπος μονάχα για να γραφή η λέξη! Εξόν αν έτρεμε το χέρι του γέρου από φυσικιά αιτία, που δεν αναφέρνεται όμως. Αυτό το παρατηρούμε για νάχουμε το νου μας κατόπι, σαν αναγκαζούμαστε ναναφέρνουμε ιστορικά από την Απόκρυφη την Ιστορία του Προκοπίου, που έπρεπε μα το ναι «Κοπρόπιος» κι όχι Προκόπιος να λέγεται όποιος την έγραψε.
Τρία χρόνια κατόπι (521) παρουσιάζεται στη μέση κι ο ανιψιός του ο Ιουστινιανός, Ύπατος τώρα. Τάσπερνε από τότες ο Ιουστινιανός τα δημόσια χρήματα σε θεάματα και σε μεγαλοπρέπειες. Άλλα μερικά χρόνια, και τονέ βρίσκουμε Αύγουστο. Όλα εκείνα τα χρόνια είταν το δεξί χέρι του γέρου. Ώστε και πρι να γίνη Αυτοκράτορας ο Ιουστινιανός (527) κυβερνούσε το κράτος, κ' έτσι καταντάει η βασιλεία του Ιουστίνου να είναι και του Ιουστινιανού το πρώτο κελάιδημα. Το είχε κι ο Ιουστινιανός αλλαγμένο τόνομά του από τότες που τον έφερε ο θειος του στην Πόλη και σπούδαξε. Φαίνεται πως σπούδαξε ο Ιουστινιανός στα γερά, και μέσα στις πρώτες του εκείνες μελέτες πρέπει να του κατέβηκε το μεγάλο του όνειρο, η ανάσταση της Ρωμαϊκής κοσμοκρατορίας.
Σα δυσκολοξήγητος ο χαρακτήρας του αξέχαστου τούτου Αυτοκράτορα, που η βασιλεία του στέκεται στην Ιστορία μας πύργος θεόρατος από μεγαλουργήματα, τα πιώτερα γεννημένα από το φιλόδοξο νου του· και λέμε τα πιώτερα, επειδή θανταμώσουμε κι άλλα πρόσωπα γύρω του, που από τα έργα τους κι από τη ζωή τους κρίνοντας δεν το βρίσκουμε εύλογο, όλα όσα ανέβηκαν τότες μεγάλα να τα κολλήσουμε στου Ιουστινιανού την κρίση και φαντασία. Το πιο παράξενό του όμως είναι που όσο και να γεννοβολούσε μεγάλες ιδέες, δε φάνηκε νάβγαλε καμιά πέρα ατός του, παρά έβρισκε πάντα άλλον άνθρωπο άξιο να του τη βγάλη πέρα.
Ό,τι και να λεν όσοι τον ανέβασαν ως τα ουράνια ή πάλε τον κατέβασαν ως τα τάρταρα, είχε ο ήρωας αυτός του έχτου αιώνα προσόντα και καλά κι αχαμνά, που πρέπει με μεγάλη προσοχή να του τα ξεδιαλύνη όποιος επιθυμεί να τον καταλάβη, κι αυτόν και την εποχή του. Ένα του καλό, που τίποτες δεν αποφάσιζε δίχως στοχασιά και μελέτη· άλλο που μερονυχτίς δούλευε, καταντώντας κ' ύπνο και καλοζωία να θυσιάζη στη δουλειά· τρίτο και μεγαλήτερό του καλό, η βαθιορίζωτή του εκείνη λαχτάρα ναφήση μεγάλα έργα πολεμικά, νομικά, αρχιτεχτονικά, καθώς κ' η μεγάλη του τέχνη να διαλέγη τους ανθρώπους που ήθελαν τέτοια έργα, Βελισάριο, Τριβωνιανό, Ανθέμιο.
Κι ως τόσο η μεγάλη του αυτή αρετή είταν και το μεγαλύτερο του ψεγάδι. Η φιλοδοξία του καταντούσε ανοικονόμητη και παράλογη μεγαλομανία. Ειδεμή πώς ξηγιέται η ιδέα του να καταχτήση Αφρική, Ιταλία κ' Ισπανία, και ναφίνη τους Πέρσους να φοβερίζουν το κράτος από τη μια, και τους βορεινούς βαρβάρους από την άλλη, κινήματα που σπείρανε νέα κι αλογάριαστα βάσανα μέσα στο κράτος; Τονέ δόξασαν του Βελισαρίου και του Ναρσή τα κατορθώματα, είναι αλήθεια. Οι δόξες όμως που τη μια μέρα πετούνε στον αιθέρα και την άλλη πέφτουνε χάμου στάχτη, δεν είναι δόξες, δεν είναι αστέρια — είναι πεφτάστερα. Η αληθινή η δόξα έρχεται από έργα που μένουν κι αποφασίζουν την τύχη ενός λαού, καθώς τα έργα του Μεγάλου του Κωσταντίνου. Μας φαίνεται λοιπό σα να μην πήρε ο Ιουστινιανός του Μεγάλου Κωσταντίνου το δρόμο· σα να ζήτησε μάλιστα και να τονέ στραβώση. Το καθαυτό συφέρο του τόπου δεν το καλολογάριασε. Ό,τι πάσκισε ο Ιουλιανός να κάμη με την αρχαία θρησκεία, το ίδιο περίπου καταπιάστηκε κι ο Ιουστινιανός με την αρχαία τη Ρώμη.
Άλλο του ψεγάδι (γέννημα ίσως κι αυτό της μεγαλομανίας του), είναι που αναγκασμένος όντας ναφίνη άλλους να κάμνουν τα μεγάλα έργα της βασιλείας του, τους υποψιάζουνταν κάποτες και τους φέρνουνταν κι αχάριστα μάλιστα. Μα αποτέλεσμα πιο χερότερο της ανοικονόμητης εκείνης δοξομανίας είταν ταλύπητο το σπατάλισμα, ταμέτρητα χρήματα που ανεμοσκορπιούνταν, κι όχι μονάχα του Αναστασίου οι μεγάλες οικονομίες — αυτές είτανε μεγάλο μέρος ξοδεμένες και πρι νανέβη το θρόνο ο Ιουστινιανός — μα τα χρήματα πούβαζε ανθρώπους ασυνείδητους σαν τον Ιωάννη τον Καππαδόκη και του τα βύζαναν από το λαό.
Είταν ο Ιωάννης ο Καππαδόκης Έπαρχος του Πραιτωρίου, δουλειά του δηλαδή να βρίσκη πόρους. Και βρήκε πάμπολους, όχι μονάχα για τον Ιουστινιανό μα και για τα δικά του τα φαγοπότια και τις ακολασίες. Κατάντησε να τρέχουν οι Επαρχιώτες από τον τόπο τους στην Πρωτεύουσα, να γλυτώσουν από τα νύχια του. Αυτός όμως, κάθε τόσο κι απόνα φόρο σοφίζουνταν. Το Πραιτώριο του είτανε γεμάτο θεοσκότεινες φυλακές αποκάτω, πούρριχτε τα θύματα του και τα βασάνιζε εκεί μέσα.
Δεν τάκουγε άραγες αυτά ο Ιουστινιανός; Λέγουν πως όχι. Α δεν τάκουγε, τότες τι φρόντιζε να μαθαίνη; Αν τάξερε πάλι, με τι λογής συνείδηση καταπιάνουνταν τα μεγαλουργήματά του;
Είναι ως τόσο πάντα η εποχή της βασιλείας του πολύ σημαντική για μας, και δραματική όσο γίνεται. Αφίνοντας λοιπόν την κρίση ερχούμαστε στη δήγηση, μ' έναν όμως κρυφό καημό που τα χρόνια εκείνα μας τα θόλωσε ο Ιουστινιανός όχι μονάχα με μερικά άσκοπα, κι άκριτα κατορθώματα, μα και με πιώτερη από τη χρειαζούμενη λατινική — ας πούμε πάχνη — που λες και ζητάει να μας την ολοσκεπάση τη Ρωμιοσύνη.
Είπαμε παραπάνω πως είχε ο Ιουστινιανός κάμποσα πρόσωπα γύρω του που του φούντωναν τη φιλοδοξία του αντίς να τη μετριάζουν και το σημαντικώτερο απ' όλα εκείνα τα πρόσωπα είτανε δίχως άλλε η πολειξάκουστη αυτοκρατόρισσα του η Θεοδώρα, γυναίκα πολύ μεγαλεφάνταστη και μεγαλοπίχερη, όσο και μαγευτική και πανώρια.
Θέλοντας μη θέλοντας ακολουθούμε μαζί με τον άλλον κόσμο την Απόκρυφη Ιστορία του Προκοπίου στη δήγηση της παράξενης και πολυτάραχης ζωής της Θεοδώρας. Μακάρι να είχαμε και καλλίτερον τρόπο να τα ξετάσουμε και να τα μάθουμε! Μην έχοντας καλλίτερο τρόπο, ας πούμε τουλάχιστο πρώτα μερικά για το διπρόσωπο και τριπρόσωπο ιστορικό μας, να ξέρη ο αναγνώστης ως πού μπορεί να τις παραδέχεται τις αλλόκοτες ιστορίες του.
Γεννήθηκε ο Προκόπιος στην Καισάρεια της Παλαιστίνης στα 490. Έκαμε στην αρχή δικηγόρος στην πατρίδα του· από κει έγινε γραμματικός του στρατηγού του Βελισαρίου, και κατόπι έλαβε κι άλλα αξιώματα. Μόλις μεταξύ 549 και 559 άρχισε να γράφη. Πρώτο του έργο είταν η καθαυτό ιστορία του· περσικός πόλεμος, βανταλική εκστρατεία, ιταλικοί πολέμοι — όλα του καιρού του. Και κατά το σύστημα όλων των ιστορικών από την αρχή ως το τέλος, φιλοτιμήθηκε κι αυτός να γράψη απάνω στα κλασσικά μας πρότυπα, σα να ζούσε στα χρόνια του Θουκυδίδη, θα είταν ίσως πιο αξιέπαινος α μιμότανε όχι μονάχα τη γλώσσα, παρά και την ηθική των παλιώ μας ιστορικών. Κι όχι πάλε πως δεν τόκαμε αυτό στο πρώτο του έργο. Μα ύστερ' από την ιστορία του γράφει από τη μια ένα εγκώμιο του Ιουστινιανού χοντρές κολακείες γεμάτο, κ' εκεί μέσα ιστορεί τα μεγάλα του χτισίματα· κι από την άλλη κρυφοπλέχτει τα περίφημα του «Ανέκδοτα», κ' εκεί όχι μονάχα ακυρώνει κάθε εγκωμιαστική λέξη του άλλου του βιβλίου, μα και λόγια δε βρίσκει να παραστήση την κακοήθεια και την κακορριζικιά και του βασιλέα και της βασίλισσας, και των άλλων της εποχής του μεγάλων· ως μήτ' ανθρώπους πια δε θέλει να τους πη στ' «Ανέκδοτα», παρά τους λέει «τέρατα» που κατεβήκανε να ξολοθρέψουν τον κόσμο.
Από τέτοιον άνθρωπο τι να διάλεξης, και τι να πετάξης; Γράφηκαν πολλά για τα έργα του, και κατάντησε κι αυτό σαν ομηρικό ζήτημα από τότες που βρέθηκε το χερόγραφο της Απόκρυφης Ιστορίας του στη Βατικανή (1623). Είπανε μερικοί πως άλλος έγραψε την Ιστορία κι άλλος τ' Απόκρυφα· άλλοι, πως ο ίδιος τάγραψε και τα τρία τα συγράματα, μα τι περίμενες, λέγουν, από τέτοια ξαχρειωμένη εποχή! Κ' έτσι μας φορτώνουν αυτοί όλα τα ψεγάδια του Προκοπίου! Σπολλάτη τους, που για να ξηγήσουν και καλά τέτοιο ανώμαλο ζήτημα — ένας άνθρωπος να παρουσιάζεται με τρεις διαφορετικούς χαραχτήρες — μας χαντάκωσαν όλους μας! Σάματις κι αν το παραδεχτούμε πως ένας τάγραψε και τα τρία βιβλία, δε βλέπουμε και σήμερα στην Ευρώπη με τις δωδεκάδες όχι πια χρονογράφους, μα κι ανθρώπους με πολύ ανώτερες θέσες κι αξιώματα τρις χερότερους από τον Προκόπιο! Λέγουν το λοιπόν απ' αυτούς μερικοί πως παραγγελμένος όντας ο Προκόπιος να γράψη τον πανηγυρικό του Ιουστινιανού, για να τον καταπραΰνη που δεν τον εγκώμιαζε αρκετά στην πρώτη του ιστορία, έβγαλε τάχτι του με την απόκρυφη εκείνη Ιστορία του.
Δεν είναι μήτε ανάγκη μήτε της δουλειάς μας να το ψυχολογήσουμε εδώ τέτοιο ζήτημα. Σώνει μας να διαλέξουμε τον ένα δρόμο από τους δυο, κ' ή να ταφήσουμε καταμέρος τ' Απόκρυφα, ή, καθώς έκαμαν όλοι, να τακολουθήσουμε. Θα κάμουμε το δεύτερο, αν και δυσκολία ακόμα πιο μεγαλήτερή μας παρουσιάζεται. Αυτουνού δηλαδή του δρόμου ποιο μονοπάτι να πιάσουμε; Εκείνο που δεν παραδέχεται τίποτις αληθινό, μόνε όσα βεβαιώνουνται κι από άλλους, ή εκείνο που πηγαίνει με την αρχή πως όλα τα σκάνταλα της Απόκρυφης Ιστορίας είναι υπερβολές, λεγμένες από πάθος, έχουν όμως, καθώς οι πιώτερες τέτοιες καταλαλιές, και κάποια ουσία μέσα τους, αρκετή για να τα χάψη ο κόσμος σα να είταν αλήθειες όλα; Νομίζω πως το πιο φυσικό και το πιο λογικό είναι να πάρουμε το δεύτερο αυτό μονοπάτι.
Ξαναρχόμαστε λοιπό στη βασίλισσα μας τη Θεοδώρα, όμως μα την αλήθεια με πόνο ψυχής που έγινε η πρώτη πρώτη ζωή της του κόσμου θέαμα και παιχνίδι και που θαμπώνεται η περίλαμπρή της κορώνα με της νιότης της τα ψεγάδια.
Είτανε στον καιρό του Αναστασίου κάποιος Ακάκιος από την Κύπρο, θεριοθρόφος του ιπποδρομίου, κ' είχε τρεις κόρες· την Κομιτώ, τη Θεοδώρα και την Αναστασία. Σαν απέθανε ο Ακάκιος, η μεγαλήτερη κόρη του μόλις είταν εφτά χρονώ. Σα μεγάλωσαν κάπως αυτά τα κορίτσια, πηγαίνανε, για να βγάζουνε το ψωμί τους, στο Ιπποδρόμιο και στα θεάματα, και δίνανε παράσταση, θέατρο τότες δεν είχε, όχι που μας έλλειπε ο πολιτισμός, παρά επειδή μήτε οι Ρωμαίοι δεν είχανε θέατρο· και καθώς ξέρουμε, πρότυπο της Πόλης είταν η Ρώμη. Είχανε θεάματα, ιπποδρόμια, θεριομανίες κι άλλα τέτοια. Εκεί λοιπόν πήγαν οι δυο μεγαλήτερες αδερφάδες να βρούνε πόρεψη. Εκεί η μικρή η Θεοδώρα, φορεμένη πουκαμισάκι μανικωμένο σα φτωχοπούλα που είταν, έκαμνε «μούτρα» κι άλλα γελαστικά παιχνιδάκια σάνε χόρευε η αδερφή της η Κομιτώ. Έξω όμως από τα θεάματα η τύχη τους άλλη δεν μπορούσε να είναι παρά η ίδια καθώς και σήμερα· κάθε άνθρωπος του δρόμου και της ταβέρνας που ζητούσε ακολασία, σε τέτοιες πήγαινε. Έπεσε λοιπό θύμα τους κ' η Θεοδώρα, και με τον καιρό τόκαμε κ' επάγγελμά της.
Όσο μεγάλωνε ως τόσο, μεγάλωναν κ' οι ομορφιές της. Έγινε η περιφημότερη εταίρα της Πόλης, και την τριγύριζαν όχι πια του δρόμου άνθρωποι, παρ' αρχόντοι και πλούσιοι. Ένας τους είταν κι ο Εκηβόλος από την Τύρο. Και σάνε διορίστηκε διοικητής της Αφρικανικής Πεντάπολης, πήρε και τη Θεοδώρα μαζί του· κατόπι όμως τηνέ βαρέθηκε, και την άφησε μέσα στους πέντε δρόμους. Διωγμένη η Θεοδώρα και φτωχεμένη πλανιούνταν από χώρα σε χώρα και ζούσε με το συνηθισμένο της τρόπο.
Άξαφνα όμως τη φωτίζει, να την αφήση αυτή τη ζωή και να γυρίση στην Πόλη. Γυρίζει στην Πόλη, πιάνει φτωχικό σπίτι — ίσια ίσια το σπίτι που κατόπι το ξανάχτισε και τόκαμε κατάστημα για όσες παρόμοιες κοπέλλες θέλανε να ξαναζήσουν τίμια — κ' εκεί πότε με το κλώσιμο, πότε μ' άλλ' αργόχερα, καψόβγαζε το ψωμί της. Εκεί την αντάμωσε ο Ιουστινιανός, την ερωτεύτηκε, κι αποφάσισε να την πάρη γυναίκα του. Η θεια του η Ευφημία φυσικά μήτε να τακούση τέτοιο πράμα. Σαν απέθανε όμως η Ευφημία, από δω είχε από κει είχε, κατάφερε το θειο του τον Αυτοκράτορα να βγάλη νόμο που άφινε συγκλητικούς να παντρεύουνται κι άτιμες, σώνει ναλλάζουν αυτές διαγωγή σαν παντρεύουνται.
Άμα βγήκε αυτός ο νόμος, οι πρώτοι που τον ωφελήθηκαν είταν ο Ιουστινιανός κ' η Θεοδώρα. Ότα λοιπόν κάτι αργότερα ο Ιουστίνος πήρε και τον Ιουστινιανό σύθρονό του, έγινε Αυγούστα κ' η Θεοδώρα, κι ορκίστηκε μαζύ του πίστη στους υπηκόους.
Τέτοιο ευγενικό χαρακτήρα έδειξε άξαφνα η νέα η Αυγούστα, που έλεγες κ' η γενναία της ψυχή, η μεγάλη της γνώση κ' η φιλανθρωπία της τα σκέπαζε όλα της νιότης τα δυσάρεστα. Σκέπη όμως ακόμα πιο μαγικιά και πιο μεγαλόπρεπη στου λαού τα μάτια πρέπει να είταν η μυριοξάκουστη ομορφιά της. Γεννημένη βασίλισσα. Μάτια αστραφτερά, πρόσωπο σύμμετρο, θωριά μισόχλωμη κι αριστοκρατικιά, χάρη κι αρχοντιά που δε μεταγίνουνταν — πώς να μη την καμαρώνη ο λαός; Τηνέ δέχτηκε σύθρονη του Ιουστινιανού, και δεν άργησε να το νοιώση πως κακά δεν την έκρινε. Τόννοιωσε από τη συζυγική της πίστη και φρονιμάδα, από ταρίφνητα ψυχικά της, από τη συμπάθεια της προς όσες δύστυχες βρισκόντανε στης παραλυσίας τα βάθια και τις βοηθούσε να ξαναγυρίσουνε σε τιμημένη ζωή. Μα ακόμα πιο τέλεια την έννοιωσαν όταν πρόβαλε ηρωικιά κι ατρόμητη, κι αποφασισμένη στην περίφημη στάση του Νίκα. Εκεί θα τη δούμε την αντρίκια της θέληση.
Δεν της έλειπε όμως, σα γυναίκα που είταν, και κάμποση τετραπερωσύνη, και δείγμα της πρόχειρο έχουμε την παγίδα πούστησε του εχτρού της του Ιωάννη Καππαδόκη για να τον ξεκάμη, όταν τον έμπλεξε, με τη βοήθεια της γυναίκας του Βελισαρίου της Αντωνίνας, σε συνωμοσία εναντίο του Αυτοκράτορα, και ξορίστηκε τότε στην Κύζικο κ' έγιν' εκεί ιερέας (541). Και μάλιστα μήτε τότες δεν τον άφησε η Θεοδώρα ήσυχο, ώσπου τον ξεγύμνωσε απ' όλα τα πλούτη του. Αγκαλά όταν απέθανε η Θεοδώρα στα 548, τον ξαναβρίσκουμε πάλε τον Καππαδόκη στην Κωσταντινούπολη πρεσβύτερο.
Ας ξανάρθουμε ως τόσο στον Ιουστινιανό. Είταν ο Ιουστινανός ανεβασμένος στο θρόνο τριανταπέντε χρονών άντρας, μερικά χρόνια καθώς είδαμε πριν αποθάνη ο θειος του. Μα ζούσε απέθανε ο θειος του, είταν πια τότες το ίδιο, επειδή αμέσως πήρε τα χαλινάρια στα χέρια, κι άρχισε νανοίγη το δρόμο για το μεγάλο του όνειρο, την κατάχτηση της δυτικής αυτοκρατορίας. Πρώτη πρώτη του πράξη είτανε να πιάση στενή φιλία με το Βασιλέα των Βαντάλων της Αφρικής, τον Ιλδερίχο. Άλλη του πράξη με τον ίδιο πάντα σκοπό είταν που αγάπησε τον Πάπα με τον Πατριάρχη, ύστερ' από 35 χρονώ μάνητα, καθώς είδαμε. Έβαλε δηλαδή τον Ιουστίνο κ' υποχρέωσε τον Πατριάρχη ναναγνωρίση την κυριαρχία του Πάπα. Στα 325 μάλιστα ήρθε κι ο ίδιος ο Πάπας (ο πρώτος Ιωάννης) στην Πόλη να συστήση ανεξιθρησκεία προς τους αρειανούς της Ανατολής, κατά προσταγή του Θοδορίχου που είταν παντοδύναμος τότες στη Δύση. Μάλλους λόγους πολιτεύουνταν τώρα ο Πάπας όλως διόλου ενάντια της πατροπαράδοτης του πολιτικής, που δεν τους υπόφερνε τους αιρετικούς. Αυτό όμως. καθώς είπαμε, από ανάγκη.
Ο λόγος εδώ είναι πως έγινε ο Πάπας δεχτός με μεγάλη παράταξη, βγαίνοντας από την Πόλη και προσκυνώντας τον ο ίδιος ο Αυτοκράτορας, ο Πατριάρχης, η Σύγκλητο, ο Κλήρος κι ο Λαός, και πως πήγε το πάσκα στην Αγιά Σοφιά και λειτούργησε στη λατινική γλώσσα. Όλ' αυτά τι άλλο σήμαιναν παρά πως ο Ιουστινιανός δεν ονειρεύουνταν ανατολικό κράτος καθώς οι προκάτοχοι του, παρά ρωμαϊκή κοσμοκρατορία, και πως για να καταφέρη το σκοπό του θυσίαζε της Ανατολής τα συφέροντα, αναποδογυρίζοντας χρόνων και χρόνων πολιτική; Δεν κατόρθωσε όμως μήτε ο Ιουστινιανός, μήτε κανένας του μεγάλος βοηθός να σταματήση το φυσικό δρόμο που είχανε δοσμένο στο κράτος οι περασμένες οι γενεές.
Ένα πράμα· που δε ζήτησε μαζί με την πολιτική δύναμη της Ρώμης να ξαναζωντανέψη και τα κλασσικά συνήθια της αρχαιότητας, καθώς έκαμε ο Ιουλιανός, μόνο στάθηκε Χριστιανός ως το κόκκαλο, κ' έκλεισε μάλιστα και τ' Αθηναίικα Πανεπιστήμια. Κι άλλο ένα, που αν άφινε τον Πάπα να λειτουργάη στη λατινική για δικούς του λόγους, δεν πήγαινε να πη πως είταν αποφασισμένος να καταπατή και την εθνική μας γλώσσα, κι αυτό το βλέπουμε στο διάταγμα που αναγκάστηκε να βγάλη, να γράφουνται ελληνικά κι όχι πια λατινικά τα κυβερνητικά έγγραφα.
Τα καθαυτό μεγάλα του έργα είναι τριώ λογιών. Πολεμικά, νομικά, αρχιτεχτονικά. Θα ιστορηθούν αυτά ξέχωρα, καθώς και το μεγάλο της ζωής του δράμα, η Στάση του Νίκα. Μαζεύουμε λοιπόν πρι να κλείση αυτό το κεφάλαιο ό,τι απομνήσκει για να παρασταθή κάτι πιο τέλεια ο μεγάλος αυτός ήρωας του έχτου αιώνα.
Λέγουν πως είταν ο πρώτος καθαυτό απόλυτος μονάρχης της Ανατολής, κι άδικο δεν έχουν, αφού μπόδιο δε γνώριζε ο νους του μήτε χρηματικό, μήτε πολιτικό, σώνει να γίνουνταν το μεγάλο του θέλημα. Τα οικονομικά του μέτρα τα είδαμε στην ιστορία του Ιωάννη του Καππαδόκη. Μα κι άλλα κάμποσα του αρμάθιασαν, π. χ. πως επάγγελμα ευγενικό δεν αφήκε απείραγο, καθώς γιατρούς, δικηγόρους και τέτοιους, και πως τους εμπόρους τους έγδυνε με φόρους και με μονοπώλια. Όλ' αυτά καμωμένα ως τόσο όχι από φυσική του σκληρότητα, παρά επειδής έπρεπε κατά τη γνώμη του να γίνουνε, για να καταχτηθή ο κόσμος.
Όσο για την πολιτική του προς τους βαρβάρους, που τριγύριζαν το κράτος, Ούνους, Σλάβους κλ, για να τους φυλάη ήσυχους και να κυνηγάη τα ιδανικά του τα μεγαλεία: τι έκαμνε; Πότε τους έβαζε και πολεμούσαν ανάμεσα τους, πότε τους καλοπλέρωνε! Ό,τι μέτρα κι αν έπαιρνε όμως, μήτε του βαρβάρου η απιστία, μήτε του Πέρσου η ακοίμητη πλεονεξία δε δικαιολογούσανε μακρινές και φιλόδοξες εκστρατείες. Κι' ως τόσο άμα τα μπάλλωνε ή με τους Βορεινούς ή με τους Πέρσους, που είταν αρκετοί να του βρίσκουνε δουλειά όσο ζούσε, και μ' αποτελέσματα για τα μας πολύ πιο μεγάλα και πολύκαιρα, γύριζε το μάτι του κατά την αγαπημένη του Δύση!
Καθώς κάθε φιλόδοξος και δεσποτικός βασιλέας, είχε κι ο Ιουστινιανός πολλούς και κακούς εχτρούς, και μάλιστα τους Μονοφυσίτες και τους Πράσινους του Ιπποδρομίου. Κατόπι όμως αυτά.
Είπαμε κάτι για τα συστήματά του. Πάντα γέρικα είταν κι ασκητικά. Πάντα σπουδή και μελέτη. Θεολογία, νόμος, μουσική, αρχιτεχτονική, φιλοσοφία, όλα τα κάτεχε. Κατά τα τέλη της ζωής του όμως, και μάλιστα ύστερ' από το μεγάλο θανατικό του έχτου αιώνα, είχε καταντήσει ακόμα πιο μοναχικός, πιο τραβηγμένος. Κάθουνταν ολονυχτίς και συζητούσε δευτερεύοντα θεολογικά ζητήματα με κληρικούς και με δασκάλους, και μήτε πια την αγαπημένη του Δύση δε συλλογιούνταν, καθώς τα πρώτα χρόνια, τα χρόνια που δούλευαν κι ο νους του κι ο στρατός του για τη μεγάλη του την ιδέα.
ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η Στάση του Νίκα
Το δράμα του Νίκα πρέπει να ονομαστή κίνημα εθνικό. Είτανε φοβερή φωνή και φοβερώτερη οργή του λαού. Φοβερώτερη από προηγούμενα τέτοια κινήματα. Επειδή και τα όσα υπόφερνε ο λαός είτανε σοβερώτερα τώρα. Για τα μας το επεισόδιο τούτο πρωτεύει στη βασιλεία του Ιουστινιανού· γίνεται από επεισόδιο δηλαδή το καθαυτό δράμα της ιστορίας του. Α δεν πέτυχε, ας έχη χάρη ο Ιουστινιανός στην τετραπέρατη Θεοδώρα και στον περίφημο στρατηγό του Βελισάριο. Έπρεπε να σμίξουνε δυο τέτοια αμέρωτα στοιχεία για να σταματήσουν την ορμή της «κοινής γνώμης», κι άλλο δεν είταν παρά κοινή γνώμη το ιπποδρόμιο της Πόλης τους καιρούς εκείνους.
Μια και τον πάρουμε έτσι το μεγάλο αυτό σηκωμό, ανάγκη να τον κατατάξουμε πρώτο πρώτο στα περιστατικά της ζωής του Ιουστινιανού, και για την εθνική ιστορία μας πιο σπουδαιότερο απ' όλες τις δόξες που σαν αστάχια τις θέριζε ο Βελισάριος σ' Ανατολή και σε Δύση.
Μόλις πέρασαν πέντε χρόνια από τότες που θρονιάστηκε ο Ιουστινιανός, και ξέσπασε το κακό εκείνο (532). Τη θυμούμαστε την περιγραφή του ιπποδρομίου της πρωτεύουσας με τα κόμματά του. Ιπποδρόμιο είχε και κάθε άλλη μεγάλη πόλη του Βασιλείου, και πολλά τους φυλάγανε λίγο πολύ την αρχαϊκή θωριά των Αγώνων. Η Αντιόχεια μάλιστα το ιπποδρόμιό της τωνόμαζε «Ολυμπιακό Αγώνα». Αυτόν όμως τον τίτλο τον κατάργησε ο Ιουστίνος στα 521, ίσια ίσια όταν παραλάβαινε το ρωμαιόφρονά του ανιψιό σύθρονό του.
Το καθαυτό ιπποδρόμιο, και μάλιστα της Πόλης, είτανε ρωμαϊκό πράμα, όχι ελληνικό. Στην παλιά τη Ρώμη οι αγώνες γινόντανε με ιπποδρομικά αμάξια ή «άρματα», πρώτα δυο, κατόπι πιώτερα. Στην αρχή τα χρώματα της χλαμύδας των αρματηλάτηδων είταν άσπρο και κόκκινο. Σα γένηκαν τέσσερα τάρματα, πήραν και το πράσινο και το κυανό. Κατόπι έγιναν έξη στη Ρώμη τα χρώματα. Στο Βυζάντιο όμως περάσανε δυο μονάχα, το πράσινο και το κυανό, και μάλιστ' από τον καιρό του Σεπτήμιου Σεβήρου, που δεν είταν ακόμα πρωτεύουσα.
Κατά τον πέμτο αιώνα άρχισαν κ' έπαιρναν οι ιπποδρομικές αυτές φατρίες πολιτικό χαρακτήρα, και σ' αυτό δίχως άλλο συντέλεσαν κ' οι θρησκευτικές μάχητες. Κι απόδειξη, που όταν ο ευνούχος ο Χρυσάφιος πήγε με τον Ευτυχή και με τους Πράσινους, ο ορθόδοξος ο Μαρκιανός πήρε μαζί του και τους ομόδοξους του τους Κυανούς. Καθώς πάλε κι αργότερα ο Μονοφυσίτης ο Αναστάσιος πήγαινε με τους Πράσινους.
Καθώς λοιπό στη Ρώμη το κάθε χρώμα είχε καταντήσει και κόμμα (Albati, Russati, κλ.) έτσι και στην Κωσταντινούπολη τώρα το κάθε μέρος είχε και το κόμμα του, το δήμο του και το δήμαρχό του, είτανε μ' άλλους λόγους η κάθε φατρία όχι απλοί φροντιστάδες του ιπποδρομίου, παρά πολιτικά σώματα παρμένα από το λαό και παραδεγμένα από την κυβέρνηση. Και καταντούσανε μάλιστα κάτι σπουδαιότεροι από τον κοινό λαό, αφού είταν αστοί, είχαν δηλαδή και πολιτικά δικαιώματα, όχι μονάχα αστικά καθώς εκείνος.
Όσο για την τοποθεσία και την κατασκευή του ιπποδρομίου, τα περιγράψαμε. Είδαμε τι και πού είταν το _Κάθισμα_ με τις 24 κολώνες που το κράταγαν. Τάλλα καθίσματα των προυχόντων είτανε κατά το Στάμα, στην άκρη δηλαδή του ιπποδρόμου, εκεί που σταματούσαν τάλογα· και τέλος τα _βάθρα_ του λαού τάβλεπες κατά τα πλάγια, από τη μιαν άκρη στην άλλη (στοαί, περίπατοι, αναβάθραι, δήμοι). Είδαμε και τα καταμεσιανά εκείνα στολίσματα, που μαζί τους είταν και τα τέσσερα μαλαματωμένα άλογα που τάρπαξαν οι Λατίνοι όταν πρωτοπήραν την Πόλη, κι από τότες στολίζουν τον Άγιο Μάρκο της Βενετίας. Μα κι άλλα πάμπολλα έργα είταν τώρα στημένα κατά τον οφαλό και σάλλα μέρη της μεγάλης εκείνης περιοχής. Ομηρικοί θεοί κ' ηρώοι, βασιλικοί κι άλλοι αδριάντες, ο χάλκινος ο Ηρακλής του Λυσίππου, ο χάλκινος Καλυδώνιος Κάπρος, ένας αϊτός, χάλκινος και τούτος, απάνω σε κολώνα στημένος με φείδι κρεμασμένο από τα νύχια του, κοπέλλα που σήκωνε πολεμιστή καβαλλάρη απάνω στόνα της χέρι — και πλήθος άλλα της αρχαιότητας θησαυρίσματα. Και περιτρίγυρα στις αθάνατες αυτές ομορφιές οι Κωσταντινουπολίτες, ζωεροί, λάλοι, ενθουσιασμένοι, μεθυσμένο: από χαρά πανηγυρική, μαζευόντανε με τις χιλιάδες να δουν τα θεάματα, να καμαρώσουνε μεγιστάνες, να χαιρετήσουνε βασιλιάδες, και να τραγουδήσουνε μάλιστα, αν είτανε Μάης μήνας, τανοιξιάτικό τους εκείνο, λέγοντας οι Πράσινοι
Ίδε το έαρ το καλόν πάλιν επανατέλλει,
κι απαντώντας οι Κυανοί, τραγουδηστά, πάντα.
Φέρον υγείαν και χαράν και την ευημερίαν.
Δεν είταν όμως τραγούδια πάντα, καθώς θα δούμε είταν και σπουδαιότερα πράματα, μάλιστα από τον πέμτο τον αιώνα και δώθε που άρχιζαν κ' έπαιρναν τα κόμματα πολιτική χρωματιά. Είδαμε πόση σημασία τούδινε του ιπποδρομίου το παλάτι, τότε που πήγε η Αριάδνη και θρονιάστηκε στο κάθισμα να καθησυχάση τα πλήθη. Μήτε κείνη όμως η ταραχή, μήτ' άλλες προτήτερες, δεν είταν τίποτις ομπρός στη μεγάλη στάση που θα ιστορηθή τώρα.
Είπαν πως πρώτη αφορμή της ταραχής είταν οι Πράσινοι, με το να θέλανε νανεβάσουνε στο θρόνο έναν ανιψιό του Αναστασίου. Το πιθανώτερο είναι πως και να είχαν τέτοιο σκοπό οι Πράσινοι, ο λόγος πρέπει να είταν τα βαριά τα δοσίματα. Είπαν και πως ο Ιουστινιανός διαφέντευε απ' αρχής τους Βένετους, δηλαδή τους Κυανούς, και δεν είναι μήτε τούτο απίθανο, αφού οι Πράσινοι πηγαίνανε με τους Μονοφυσίτες, πάει να πη και με τη φαμελιά του Αναστασίου. Ξέροντας και πως ο Ιουστινιανός είχε βγαλμένο απαρχής διάταγμα που απαγόρευε άνομες αταξίες στο ιπποδρόμιο είτε από τόνα κόμμα είτε από τάλλο, η κατηγορία πως παραγαπούσε τους Κυανούς δεν πιάνει βαφή, κι ο καθαυτό λόγος της ταραχής φαίνεται να είταν η τυραννία των αχόρταγων υπουργών του, ίσως κ' οι θρησκευτικοί κατατρεγμοί του που θα τους δούμε σε λίγο. Είτανε μ' άλλους λόγους οι πολίτες ερεθισμένοι από την κακή του «κυβέρνηση».
Πρώτος εχτρός του λαού αναφέρνεται ο περίφημες Τριβωνιανός, ο νομικός συβουλάτορας του Ιουστινιανού, περίφημος όχι μονάχα για τη νομική του σοφία, παρά και για τη φιλαργυρία του. Άλλος ακόμα χερότερος ο γνωστός μας ο Ιωάννης ο Καππαδόκης, ο αγράμματος, ο αψής, ο βρισιάρης, ο παράλυτος, ο ασυνείδητος στα χρηματικά. Έπαρχος της αυλής αυτός, ας πούμε γενικός αρχιγραμματέας. Άμα του γύρευε χρήματα ο Ιουστινιανός, έβαζε τους βασανισμούς του σε δρόμο ο Καππαδόκης. Τρίτος τύραννος είταν ο Καλοπόδιος, σπαθάριος αυτός, δηλαδή αρχηγός της βασιλικής φρουράς, Πράσινος άλλοτες, τώρα Κυανός.