Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος
Part 18
Σαν είδε η Ευδοκία πως ελπίδα πια δεν της έμνησκε, ως μήτ' από τον άντρα της ύστερ' από τις ιστορίες εκείνες με τον Παυλίνο, σηκώθηκε και κατέβηκε πάλι στα Ιεροσόλυμα (443). Μα μήτ' εκεί δεν την άφησε ήσυχη η Πουλχερία· της αφαίρεσε κάθε βασιλικό δικαίωμα, κ' έμεινε εκεί ξόριστη, ώσπου απέθανε καλόγρια ύστερις από δεκάξη χρόνια, σ' εξήντα εννιά χρονών ηλικία.
Ερχόμαστε τώρα στο Θεοδόσιο. Πως είχε ο Θεοδόσιος και μερικά καλά, το βλέπουμε από την πολιτική του για την εθνική γλώσσα. Αδιάφορο αν πήρε από την Ευδοκία την ιδέα ή από την Πουλχερία ή από την ασταμάτιστη ορμή της ρωμαίικης φυλής. Σώνει που στα 439 έβγαλε ο Θεοδόσιος νόμο που έδινε την άδεια να γράφη όποιος θέλει τη διαθήκη του στη γλώσσα του τόπου. Μα κι αρχήτερ' ακόμα, από τα 425, είχε δείξει τη φρονιμάδα του μ' άλλο πιο σημαντικώτερο νόμο, το εγκαίνιασμα δηλαδή του Βυζαντινού Πανεπιστήμιου, που για τα γραμματικά και τα φιλολογικά μονάχα είχε εικοσιοχτώ καθηγητάδες, δεκαπέντε για τα ελληνικά, και δεκατρείς για τη λατινική φιλολογία, φιλοσοφία κτλ· νόμο που πρέπει να του δώσουμε σημασία, κι όχι τόσο για την παιδευτική του αξία, παρά που παρουσιάστηκε ανάγκη μέσα στο λατινοκυβέρνητο το Βυζάντιο ναναγνωριστή τόσο επίσημα η γλώσσα της χώρας, και ναποφανή πως με τη λατινική μονάχη το Κράτος δεν μπορούσε πια να κυβερνηθή. Έτσι άρχιζε και τους καταχτούσε ο Ρωμιός τους Ρωμαίους.
Ο καθαυτό σκοπός του Πανεπιστήμιου εκείνου φαίνεται πως είτανε θρησκευτικός· να μεταφερθούνε δηλαδή τα φώτα από την ειδωλολατρική την Αθήνα στο χριστιανικό το Βυζάντιο, και να χτυπηθή στη ρίζα του ο Εθνισμός. Μα πολεμώντας έτσι να προλάβουν ένα κίντυνο, μας προφύλαγαν απ' άλλο μεγαλήτερο, τον ολότελο λατινισμό. Φέρνοντας την Αθήνα στην Πόλη μας προστατεύανε μαζί με το χριστιανισμό και τη γλώσσα.
Άλλο έργο του Μικρού Θεοδοσίου είταν ο νέος Κώδικας που στα 429 διάταξε να συνταχτή από εννιά διαλεχτούς νομικούς του καιρού του. Μόλις στα 439 δημοσιεύτηκε αυτός ο κώδικας κι από τους δυο αυτοκρατόρους μαζί, Θεοδόσιο και Βαλεντιανό, λίγους μήνες αφού κατέβηκε από τη Ρώμη στην Κωσταντινούπολη ο Βαλεντιανός να πάρη γυναίκα την Ευδοξία, της Ευδοκίας την κόρη.
Ας έρθουμε τώρα στην πιο γενικώτερη πολιτική ιστορία του Θεοδοσίου και της Πουλχερίας. Από κάθε μεριά της Αυτοκρατορίας βρίσκουμε στην αρχή κάτι πιώτερη γαλήνη κ' ησυχία παρά στα περασμένα χρόνια. Κι αν τύχαινε να χαλνάη πουθενά η ειρήνη, καθώς π. χ. με τον Πέρσο το Βασιλέα, δεν ντροπιάστηκαν του Θεοδοσίου τα όπλα, παρ' αναγκάστηκαν οι Πέρσοι να περιμαζευτούν (420 — 421). Έτσι και στ' Αρμενικό το ζήτημα του πέμτου αιώνα. Είταν τότες η Αρμενία μοιρασμένη σε δυο μερίδες. Την ανατολική με δικό της βασιλέα, μα κάτω από τον Πέρσο το μονάρχη· και τη δυτική με ξέχωρο βασιλέα κι αυτή, μα υποταχτικό του δικού μας του Αυτοκράτορα. Στου Θεοδοσίου λοιπόν τον καιρό πρωτοπάρθηκε μέσα στο κράτος η δυτική Αρμενία, με το να μην μπόρεσε νανέβη κανένας διάδοχος το θρόνο της σαν απέθανε ο βασιλέας της ο Αρσάκης. Κι όχι μονάχα διορίστηκε βυζαντινός Κυβερνήτης εκεί αντίς Βασιλέα, παρά κ' η Θεοδοσιούπολη χτίστηκε κι οχυρώθηκε μέσα στη νέα την επαρχία. Και κατόπι πάλε από τριάντα περίπου χρόνια, όταν κι ο Πέρσος μονάρχης έκαμε τα ίδια με την ανατολική Αρμενία, που ονομάστηκε από τότες Περσαρμενία, πάλε ο Θεοδόσιος κ' η Πουλχερία κατάφεραν και της πήραν ένα μέρος και το κολλήσανε στη ρωμαίικη την Αρμενία. Τώρα νοιώθουμε κ' ένα άλλο, πώς δηλαδή έτυχε να βρίσκουνται από καιρό σε καιρό τόσοι σημαντικοί Αρμένηδες στην Πρωτεύουσα μέσα, και στο στρατό και στο παλάτι, και στο θρόνο απάνω ακόμα.
Κατά τα τέλη όμως της βασιλείας του Θεοδοσίου βλέπουμε πάλι φουρτουνιασμένα σύννεφα τριγύρω στο κράτος. Τους θυμούμαστε τους Ούννους από τότες που στενοχώρεσαν τους Γότθους και τους ανάγκασανε να γυρέψουνε στα μέρη μας νέα φωλιάσματα (Β' Μέρ. 6ο Κεφ.). Πλάκωσαν τότες και μερικοί Ούννοι, μα όχι μεγάλα πράματα. Κι αργότερα πάλι ξεπρόβαλαν, καθώς είδαμε παραπάνω, μα πότε με τις φοβέρες, πότε με χρήματα και με δώρα, τους κράταγαν οι δικοί μας έξω από τα σύνορα. Όταν όμως στα 434 πήρε την αρχηγία των Ούννων ο φοβερός, ο θεριόκαρδος ο Αττίλας, άλλαξαν αμέσως τα πράματα. Άρχισε πρώτα πρώτα να ζητάη κι άλλα χρήματα. Κι όσο τούδιναν, τόσο γύρευε· κατάντησε κάθε χρόνο νάρχεται κι από μια πρεσβεία στην Πόλη καινά γυρεύη χρήματα. Τόση δίψα πού να τη χορτάση ο Θεοδόσιος! Αρχίζουνε λοιπό στα 441 καινούρια πλημμυρίσματα, καινούριες ρήμαξες· τα παλιά τα Γοτθικά και χερότερα. Μοισία, Μακεδονία, Θράκη, απ' όλα εκείνα τα μέρη διάβηκε του Αττίλα η μπόρα. Φαίνεται πως ξέσπασε δυτικά και τράβηξε ανατολικά. Από τα ξώχωρα του σημερνού του Μήτροβιτζ, από τη Νύσσα (Νήσσος), Φιλιππούπολη, Αρκαδιούπολη, Κωσταντία, ως τη Μαύρη Θάλασσα κι ως τα Δαρδανέλλια. Εβδομήντα χώρες και χωριά λογαριάζουν πως ξολόθρέψε ο Αττίλας τότες. Μια και μονάχη πόλη ξέφυγε την καταστροφή με ηρωική στ' αλήθεια τόλμη κι αντρειωσύνη, η Ασημούντα της Κάτω Μοισίας. Αρίθμητοι Ούννοι την είχαν πολιορκημένη, μα ύστερ' από ανωφέλευτον αγώνα σήκωσαν τις μηχανές τους και τραβήχτηκαν ντροπιασμένοι. Κ' εκεί που πλανιόντανε στα περίχωρα να μαζέψουνε λάφυρα, ξεχυρίζουν από την πόλη τους οι Ασημούντιοι, τους ρίχτουνται αναπάντεχα, σκοτώνουν πάμπολλους, ξελευτερώνουνε και τους σκλάβους που είχαν απ' αλλούθε πιασμένους.
Τι λογής στήθος τους έδειξε ο καθαυτό στρατός δεν το καλοξέρουμε. Ξέρουμε όμως πως από δω είχε, από κει είχε, τα βόλευε ο Θεοδόσιος με τους Ούννους, κι αυτή δίχως άλλο είταν η φρονιμώτερή του πολιτική. Του παραχωρήθηκε λοιπόν του Αττίλα (443) μεγαλούτσικο λουρί στο μεσηβρινό τον όχτο του Ίστρου, από το Βελιγράδι (Σιγγιδόνα) ως το Σίστοβο (Νοβαί), και πάλε από τον ποταμό ως κάτω στη Νύσσα, πέντε μέρες δρόμο. Του μέτρησε ο Θεοδόσιος κ' έξη χιλιάδες λίτρες μάλαμα (7 — 8 μιλλιούνια δραχμές), έξω δυο χιλιάδες εκατό λίτρες που τούταζε χρονιάτικο δόσιμο, αντίς εφτακόσες που λάβαινε ως τα τότες.
Ας ακούσουμε τώρα και τι τούψελνε του Θεοδοσίου η « Αντιπολίτεψη» του καιρού εκείνου — οι χρονογράφοι. Πρώτο, πως φτώχηνε ο τόπος από τα πολλά τα δοσίματα· δεύτερο, πως δεν είταν οργανισμένος ο στρατός για μεγάλους πολέμους· και τόνα και τάλλο άκριτα λεγμένα. Και βέβαια θα υποφέρη ένας τόπος μερικούς χρόνους, μα ας είναι και πλούσιος, με τέτοιες χοντρές πλερωμές. Τι παρατηρούμε όμως; Περνούνε δεν περνούνε δέκα χρόνια, και βρίσκουνται στο δημόσιο Ταμείο _δέκα φορές_ πιώτερα χρήματα για την εκστρατεία της Αφρικής που θα ιστορηθή κατόπι. Το φέρνουμε στη μέση αυτό το ζήτημα τώρα που έτυχε αφορμή, επειδή έχει μεγάλη, πολύ μεγαλήτερη σημασία παρ' ό,τι του δίνει ο κόσμος. Εκείνο ίσια ίσια που οι χρονογράφοι το παρασταίνουν ως είδος _αδυναμία_, είταν η _μεγαλήτερη δύναμή μας_, που είχε δηλαδή το Ταμείο χρήματα να πλερώνη τους Ούννους. Κ' είχε πάντα χρήματα το Ταμείο της ανατολικής Αυτοκρατορίας, όσο βαστούσε του κόσμου το εμπόριο στα χέρια της η Κωσταντινούπολη, ως τον καιρό δηλαδή που άρχισε και χάριζε εμπορικά προνόμια σε Βενετούς και σε Γενοβέζους. Άδειαζε και ξανάδειαζε το Ταμείο, κι ως τόσο σε λίγους χρόνους μέσα, και με φρόνιμη διαχείριση, ξαναγέμιζε πάλι. Έτσι έγινε και τώρα. Πλερώθηκαν οι Ούννοι, άδειασε το Ταμείο· περνούνε δέκα χρόνια, από έξη βρέθηκαν εξήντα χιλιάδες.
Μήτε τα περίφημα, τα τειχίσματα του Βυζαντίου, μήτε τάλλα του φυσικά προσόντα, μήτε οι στρατοί κ' οι στόλοι, μήτε ο ηρωισμός κι ο μεγάλος νους τόσων και τόσων Αυτοκρατόρωνε, δε θα τονέ γλύτωναν τον τόπο από Γότθους κι από Ούννους, από Σλάβους κι από Σαρακηνούς, από Σκύθους κι από Πέρσους, α δεν κρατούσε η Κωσταντινούπολη τον πλούτο του κόσμου στα χέρια της (5). Κι απόδειξη θεότρανη, που άμα άρχισε και τόχανε το εμπόριο της, έχανε αγάλι αγάλι και την πολιτική της τη δύναμη.
Εδώ είνε να τονέ θαυμάση άνθρωπος τον Κωσταντίνο, που διάλεξε το καθαυτό κλειδί του κόσμου για πρωτεύουσά του.
Όσο για την άλλη γνώμη του χρονογράφου, πως ο στρατός δεν είταν τότες άξιος για μεγάλους πολέμους, κ' εδώ τονέ βγάζει ψεύτη ο ίδιος ο στρατός, που καθώς είδαμε δε δυσκολεύθηκε να βάλη κάτω τους Πέρσους, κ' οι Πέρσοι, καθώς γνωρίζουμε, στον πόλεμο δε χωράτευαν.
Είπαν οι χρονογράφοι αυτοί και κάτι άλλο· πως τάχα η κυβέρνηση των επαρχιώνε βρέθηκε σε κλέφτικα χέρια, κι ανεμοσκορπιούνταν τα βασιλικά τα χρήματα. Κι αυτό δυσκολοπίστευτο, αφού ο ίδιος ο Θεοδόσιος χάρισε απλέρωτους φόρους εξήντα χρόνων (από 368 ως 428), και κατόπι (στα 435) κατέβασε τους φόρους της Αχαΐας στο ένα τρίτο.
Να ξανάρθουμε τώρα στο ζήτημα. Ο Μικρός ο Θεοδόσιος κ' οι συβουλάτοροί του έκαμαν το φρονιμώτερο πράμα που τους έλεγε ο κοινός νους· να πολεμήσουνε δηλαδή και να καταπονέσουν τον Αττίλα με διπλωματική και με μάλαμα, να λείψη μια και καλή από τα μέρη εκείνα. Μηγαρίς κι ο Μεγάλος ο Θεοδόσιος το ίδιο δεν έκαμε με τους Γότθους τότες που τους αγόραζε μ' αξιώματα, και με τίτλους; Καθώς κι ο Ζήνωνας κατόπι με το Θεοδορίχο;
ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Τα θρησκευτικά στον καιρό τον Θεοδοσίου και της Πουλχερίας
Πρι να πάμε ομπρός, ας κοιτάξουμε πάλι τα θρησκευτικά ζητήματα των πρώτων πενήντα χρόνων του πέμτου αιώνα, ζητήματα ατέλειωτα, ακοίμητα, εθνικά. Αφορμή ζητούσε ο ρωμαίικος ο νους για να συζητάη, να ξεδιαλύνη, να κόβη και να ράβη, κι απάνω σε πράματα θεμελιωμένα σ' απλή πίστη να στήνη φιλοσοφικές αρμήνειες. Τονέ θέρμαινε ακόμα η σοφιστική η μανία. Ήθελε λοιπό να το κανονίση και καλά, πόσο μερτικό θεότητα είχε ο Σωτήρας και πόσο κοινή ανθρωπιά. Κ' έτσι κάθε λίγο ξεφύτρωνε κ' ένα Χριστολογικό ζήτημα, μια αίρεση.
Καθώς είδαμε, από το Μεγάλο Θεοδόσιο και δώθε σύχασε κάπως ο κόσμος από θεολογικές λογομάχητες. Μόλις όμως ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο ο Νεστόριος (428), ορθόδοξος και συντηρητικός άνθρωπος, γεννημένος στη Συρία, κι άρπαξε την αρρώστια, ίσως από τους «σοφούς» που είταν τώρα μαζεμένοι στην Πόλη. Χτυπάει λοιπόν κάτω ορθοδοξία και συντηρητισμό και σκαρώνει δικό του δόγμα κι αυτός, περίπου όμως σαν ταρειανικό· πως είναι δηλαδή ο Χριστός και θεϊκός κι ανθρώπινος, κ' η Παναγιά μητέρα του _ανθρώπινου_ του Χριστού, μα όχι και του _θεϊκού_. Μ' άλλους λόγους, άνθρωπος ο Χριστός, με θεία ψυχική δύναμη.
Ο Κύριλλος, ο πατριαρχικός διάδοχος του Θεοφίλου της Αλεξάντρειας, είταν ο πρώτος που αντισηκώθηκε του Νεστορίου. Ο Νεστόριος πάλε είχε από το κόμμα του όλον τον κλήρο της Ανατολής, τον Αρχιεπίσκοπο της Αντιόχειας, τέλος και τον ίδιο το Θεοδόσιο, δασκαλεμένο από τον Ευνούχο το Χρυσάφιο — κακό αγγείο, που καθώς είδαμε και στα αναμεταξύ Ευδοκίας, Παυλίνου και Κύρου είταν ανακατεμένος. Ποιος ξέρει α δεν είχε και την ελληνομαθημένη την Ευδοκία μαζί του ο Νεστόριος; Η Πουλχερία ως τόσο πήγαινε με τον Κύριλλο. Και για να λυθή το ζήτημα μια και καλή σαν τα πρώτα, ενεργεί η γνωστικιά Πουλχερία να συστηθή μεγάλη σύνοδο στην Έφεσο — η τρίτη Οικουμενική.
Προσκαλιούνται λοιπό στα 430 όλου του χριστιανικού κόσμου οι Επίσκοποι να μαζευτούνε στην Έφεσο τον ακόλουθο χρόνο. Ως διακόσοι μαζεύτηκαν από τ' ανατολικό Κράτος. Ο Πάπας ο Κελεστίνος έστειλε τρεις εξάρχους ναντιπροσωπέψουν τη δυτική την Αυτοκρατορία. Διορίστηκε Πρόεδρος ο Κύριλλος, και φυσικά καταδικάστηκαν τα Νεστοριανά τα δόγματα. Ο Νεστόριος ως τόσο τα δικά του πάντα στην Πόλη. Έχοντας ακόμα του Ευνούχου την προστασία, καθώς και καμιά σαρανταριά Επισκόπους, και τον αρχιεπίσκοπο της Αντιόχειας, δεν ήθελε να παραδεχτή τη συνοδική απόφαση, παρά την πολεμούσε ώσπου πήρε τα μέτρα της η Πουλχερία και ζορίστηκε ο αιρετικός Πατριάρχης σε μιαν όαση της Λίβυας.
Σύχασε δε σύχασε ο κόσμος από το Νεστόριο, κι άλλος πάλε σοφός ξεπρόβαλε να διορθώση τη θρησκεία, ο Ευτυχής. Αυτός μήτε τη θεότητα του Χριστού καλά καλά δεν παραδέχουνταν, παρά τον ήθελε μια και μονάχη φύση. Καινούριες μάχητες το λοιπόν, καινούρια σκάνταλα πάλι. Το χερότερο που κι ο διάδοχος του Κυρίλλου ο Διόσκορος κι αυτός μαζί του πήγε, και με τη βοήθεια του Χρυσαφίου, που δίχως άλλο τα υποστήριζε αυτά τα κινήματα από πείσμα προς την Πουλχερία, συσταίνεται άλλη ψευτοσύνοδο στην Έφεσο (449), κεπικυρώνουνται τα Ευτυχικά δόγματα όπως όπως.
Όταν όμως απέθανε πέσαντας από τάλογό του στα 450 ο Θεοδόσιος, και πήρε σύζυγο της και σύθρονό της η Πουλχερία το φρόνιμο το Μαρκιανό (με τη συφωνία πως θα την αφήση παρθένα), άλλαξαν πάλε τα πράματα, και σε νέα σύνοδο, που συγκαλέστηκε στα 451 στη Χαλκηδόνα (τέταρτη Οικουμενική), πεντακόσοι και παραπάνω επίσκοποι, όλοι περίπου δικοί μας, ξανασήκωσαν τα δόγματα της Ορθοδοξίας. Μα κι άλλους μερικούς κανόνες έβγαλαν οι Πατέρες εκείνοι. Ένας απαγόρευε καλόγερους και καλόγριες νανακατεύουνται σ' εκκλησιαστικά ή σε πολιτικά ζητήματα. Άλλος, με πιο πολιτικό νόημα αυτός, όριζε πως ο Επίσκοπος της ανατολικής Πρωτεύουσας, που κατά τη δεύτερη Σύνοδο (της Κωσταντινούπολης) ερχότανε δεύτερος ύστερ' από τον Επίσκοπο της δυτικής Πρωτεύουσας (τα λεγάμενα «Πρεσβεία της τιμής»), τώρα κι ομπρός να νομίζεται δεύτερος του Επισκόπου της Ρώμης, μόνο και μόνο εξαιτίας της μεγαλήτερης ηλικίας της δυτικής Πρωτεύουσας.
Παρατηρήθηκε πως αυτόν τον κανόνα οι Δυτικοί, όταν άρχισαν οι μεγάλες διαφορές που καταντήσανε στο Σκίσμα, ποτές δεν τον αναφέρανε μαζί με τάλλα τους επιχειρήματα. Πολύ φυσικό αυτό, μια και δεν είταν πια η Ρώμη μήτε πρωτεύουσα μήτε δευτερεύουσα, παρά κατρακύλησε και πήγε η πολιτική σημασία της μαζί με το δυτικό Κράτος μερικά χρόνια κατόπι από τη Σύνοδο εκείνη.
Κι ως τόσο τι άλλο συμπέρασμα βγαίνει ύστερ' από την πολιτική καταστροφή της Ρώμης παρά πως τα «Πρεσβεία της τιμής» τα είχε πια και πρώτη και δεύτερη η Νέα Ρώμη, που είταν κ' η μόνη «Βασιλεύουσα» τώρα;
Στον ίδιον κανόνα μέσα είναι επίσημα ορισμένη κ' η δικαιοδοσία της Νέας Ρώμης, που την είχε μεγαλώσει ο Χρυσόστομος, παίρνοντας μέσα της Θράκη, Ασία και Πόντο. Άλλο πάλε άρθρο του κανόνα εκείνου παραχωρούσε τον πατριαρχικό τίτλο — που ως τα τώρα τον είχαν οι δυο Ρώμες, η Αντιόχεια, η Αλεξάντρεια και τα Ιεροσόλυμα — και στην Ηράκλεια, Έφεσο και Καισάρεια. Γλήγορα όμως, κι από την ίδια τη Σύνοδο μάλιστα, ξαναβαφτίστηκαν Έξαρχοι οι τρεις καινούριοι Πατριάρχηδες, έγινε η Πατριαρχεία από τιμητικός τίτλος βαθμός ιερατικός, και περιορίστηκε στους πέντε παλιούς θρόνους.
Τέλος παρατηρήθηκε και πως στη σύνοδο εκείνη, όταν παραστάθηκε ο Μαρκιανός, μίλησε λατινικά στους ελληνόγλωσσους επισκόπους, και τους τα ξηγούσε διερμηνέας. Απλός τύπος αυτός, που δεν τολμούσανε να τον καταργήσουν ακόμα. Έτσι τους χρόνους εκείνους κ' ένας δικός μας επίσκοπος της Κως, έξαρχος όμως του Πάπα, αναγκάστηκε να μιλήση με τους άλλους μας επισκόπους λατινικά, με διερμηνέα κι αυτός. Κωμωδία που μας διδάσκει μερικά σπουδαία, και το σπουδαιότερο, πως από την πρώτη αρχή ως τον έχτον αιώνα κι αργότερα, συνηθίσαντας η Ρωμιοσύνη να πηγαίνη κατά τη Ρωμαϊκή την τάξη και στην επίσημη γλώσσα και σε κάμποσες άλλες εθιμοταξίες, κατάντησε να φαίνεται περιτυλιγμένη πάντα μ' ένα φλούδι ρωμαϊκό, αυτό δα που έκαμε πολλούς ιστορικούς και τα χάσανε, και μήτε δυο τους δε συφωνούνε στο πότε σταμάτησε η ρωμαϊκή η επιρροή, τον τέταρτο, τον πέμτο, ή τον όγδοον αιώνα. Σάματις έλειπε και στο δέκατο πέμτο!
Όσο για την παλιά τη θρησκεία, αυτή όσο πήγαινε έφευγε από τις Πολιτείες και τρυπωνότανε στα χωριά και στην εξοχή. Στην καθαυτό Ελλάδα φυσικά δεν έλειπαν ακόμα οι Εθνικοί, κι ας είχαμε επισκοπικούς θρόνους σε κάθε της πόλη. Και πως λογόφερναν ακόμα και τρώγουνταν Εθνικοί και Χριστιανοί εκεί κάτω, το βλέπουμε από το νόμο πούβγαλε στα 426 ο Θεοδόσιος να ξολοθρευτούν οι ναοί καθώς κι απ' άλλο παρόμοιο νόμο στα 439 που καταδίωκε μυστικές τελετές και θυσίες. Η αλήθεια είναι πως ο Εθνισμός απέθανε πολύ σιγανό θάνατο, και θα τα ξαναδούμε ταχνάρια του αιώνες κατόπι.
ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ο Μαρκιανός κι ο Λέοντας
Είδαμε πως ο Μικρός ο Θεοδόσιος απέθανε στα 450, ύστερ' από σαρανταδυό χρονώ βασιλεία. Είδαμε και πως πήρε τότες η Πουλχερία άντρα και συνεξουσιαστή της το Μαρκιανό, άρχοντα της Θράκης. Πως ο Μαρκιανός δεν είταν του γλυκού νερού το νοιώθουμε από το μήνυμα πούστειλε του Αττίλα όταν ο αχόρταγος Ούνος του ζήτησε απότομα το χρονιάτικό του. Δεν έχει πια χρονιάτικα, του μήνησε ο Μαρκιανός, τώρα που και τα καινούρια τειχίσματα είταν τελειωμένα κι ο τόπος πιο έτοιμος ναντισταθή. Ίσως είχε κι ανθρώπους του στα λημέρια των Ούνων και γνώριζε πως αλλού τώρα είταν του Αττίλα ο νους. Δεν έχει λοιπόν, είπε, χρονιάτικο, παρ' αν είναι και φέρνεται καλά, θα του στείλη δώρα· ειδεμή, ας έρθη κι ας πολεμήση. Φρένιασε ο Αττίλας σαν τάκουσ' αυτά. Δεν κατέβηκε ως τόσο να πολεμήση, κ' έδειξε κι αυτός κάποια γνώση τότες, αφού μήτε πλοία δεν είχε να καταπιαστή καλά την πολιορκία της Πόλης· μόνο τράβηξε κατά τη Δύση, που την έβλεπε μισοζώντανη κ' ετοιμοθάνατη. Πήγε λοιπόν εκεί και τάβαλε με τον πρωτοστράτηγο της Ρώμης τον Αέτιο, και στα 451 έγινε η περίφημη η μάχη του Chalons, που αν και δεν καταστράφηκε ολότελα, τσακίστηκε όμως η ορμή του. Κ' έτσι γλυτώσαντας και τα δικά μας μέρη από το φόβο του, έμεινε ήσυχος ο Μαρκιανός, και βόλεψε κάμποσα πράματα μέσα στα εφτά χρόνια της βασιλείας του. Πρώτο και μεγαλήτερο καλό που συμμάζεψε τη δύναμη των ευνούχων, αφού θανάτωσε το Χρυσάφιο, που καθώς είδαμε παντού έχωνε την ουρά του, κι ό,τι έκαμνε η Πουλχερία με το Θεοδόσιο αυτός το χαλνούσε. Έπειτα φρόντισε και τα θρησκευτικά, καθώς μάθαμε στάλλο κεφάλαιο. Απαγόρεψε δωροδοκίες, χάρισε φόρους, αφήκε και γεμάτο το δημόσιο ταμείο σαν απέθανε στα 457, τρία χρόνια ύστερ' από την Πουλχερία.
Σαν απέθανε η Πουλχερία καθώς κι ο ανιψιός και διάδοχος του Ονωρίου ο τρίτος Βαλεντιανός, Θεοδοσιανή πια γενεά δεν απόμεινε. Αυτό δε σήμαινε και πολύ στη Δύση. Η Δύση είτανε που είτανε χαμένη, κ' οι Αυτοκρατόροι της πια τώρα μόνο που τους έμνησκε τόνομα. Στην Ανατολή όμως, που κι αν πλημμυρίζουνταν από βαρβάρους, κι αν παραλούσε κάποτες η διοίκηση, κι αν τηνέ βασάνιζαν οι ευνούχοι, κράταγε όμως πάντα μέσα της ζωντανάδα και δύναμη ξανακαινουριωμένης φυλής, εκεί άλλαζε το ζήτημα, κι ο Βασιλέας έπρεπε να βρεθή, και να βρεθή όχι κατά παράδοση ή κατά γενεαλογική σειρά, αφού αυτή έλειψε, παρά κατά τα περιστατικά που κυβερνούσαν το κράτος και τότες κι αργότερα, όταν ένας απάνω στον άλλον ανεβαίνανε στα θρόνο άνθρωποι από κάθε σειρά κοινωνική κι από κάθε γένος, Αρμένηδες, Ισαύροι, Μακεδόνες, Σλάβοι, όλοι όμως απορρουφημένοι από την ξενοφάγα τη Ρωμιοσύνη.
Ένας από τους πιο σημαντικούς του καιρού εκείνου στην Πόλη είταν ο Αλανός Πατρίκιος ο Ασπάρης, πρώτος και στα πολιτικά και στο στρατό· μυριόπλουτος, κ' οι φρουροί του όλοι Γότθοι. Αρειανός όμως όντας και μη στέργοντας ναλλαξοπιστήση, στοχάστηκε να ενεργήση νανέβη το θρόνο άνθρωπος του χεριού του, και διάλεξε το χιλίαρχο το Λέοντα, επιστάτη του άλλοτε. Στεφανώνεται λοιπόν ο απαίδευτος, μα πεντάξυπνος Λέοντας, και πρώτος παράλαβε την κορώνα από τον Πατριάρχη, κι όχι από πολιτικό ή στρατιωτικό αρχηγό, καθώς γίνουνταν ως τα τώρα. Άμα όμως έβαλε την πορφύρα ο Λέοντας, έδωσε του Ασπάρη να καταλάβη πως δεν είναι άνθρωπος να τονέ σέρνουν από τη μύτη. Και δεν άργησε να του ταποδείξη αυτό και μ' έργα. Πήγε μια μέρα ο Ασπάρης και του σύστησε κάποιον του φίλο για Έπαρχο της Πρωτεύουσας. Τον ακούγει προσεχτικά ο Λέοντας, ύστερα πηγαίνει και διορίζει άλλον Έπαρχο, λέγοντας πως εκείνον απαιτούσε το κοινό καλό. Άρχισε αμέσως κρύφια έχτρητ' ανάμεσα τους. Βλέποντας ο Λέοντας πως μπορούσε να καταντήση και φανερή, και θέλοντας νάχη δικούς του ανθρώπους, σκαρώνει με τρόπο μεγάλη και δυνατή φρουρά από βουνήσιους Ισαύρους, φυλή της Μικρασίας ξακουστή για την αντρειωσύνη της· μέτρο που μονάχο του σώνει να μας δείξη τι πήγαινε να πη Λέοντας, μια και στοχαστούμε πως το γερμανικό, δηλαδή το γοτθικό το στοιχείο δεν πολυσύφερνε να φουντώνη ολομόναχο στην Πρωτεύουσα, μέσα και να φοβερίζη κάθε λίγο την ειρήνη, καθώς τώρα με τον Ασπάρη, παρά χρειαζότανε κι άλλο στοιχείο να τους συμμαζεύη. Σύγκαιρα θανατώνει και τον Ασπάρη με τους γιους του (471). Ορμούν τότες οι Γότθοι του Ασπάρη να εγδικηθούνε, μα άξαφνα πέφτουνε στων Ισαύρων τα χέρια, κι άλλοι σκοτώνουνται, άλλοι φεύγουν από την Πρωτεύουσα. Απ' αυτό το περιστατικό ονόμασε ο όχλος το Λέοντα Μακέλλη, δηλαδή Μακελλάρη· μα ονομάστηκε από τους φίλους του και Μέγας, κι αυτό τούμεινε και στην Ιστορία.
Έκαμε όμως κένα σφάλμα ασυχώρητο στη βασιλεία του απάνω ο Λέοντας. Ύστερ' από δέκα έντεκα χρόνια κυβέρνηση όχι ανόμοια με τη γνωστικιά πολιτική του Μαρκιανού, τον έβαλε άξαφνα στα αίματα ο Δυτικός Αυτοκράτορας ο Ανθέμιος, και τον έπεισε να καταπιαστή την περίφημη εκείνη την αφρικανική εκστρατεία, που χίλιες φορές καλλίτερα νάλειπε (468). Την είχαν αρπαγμένη την Αφρική από το Ρωμαϊκό Κράτος οι Βαντάλοι, κατεβασμένοι από την Ισπανία στα 429, και ξεχυμίζοντας αποκείθε κάθε λίγο ρήμαζαν τα μέρη της Ιταλίας. Κοντά στο νου πως την είχε ανάγκη η αποσταμένη Ρώμη τη βοήθεια του Βυζαντίου. Πέφτει στον πειρασμό ο φιλόδοξος Λέοντας, σκαρώνει στόλο από 1113 καράβια, και μ' εκατό χιλιάδες άντρες στέλνει το γυναικάδερφό του Βασιλίσκο να καταδαμάση τους Βαντάλους. Ανάξιος όμως άνθρωπος ο Βασιλίσκος δεν άργησε να δείξη την ανικανότητα του στον κόσμο. Τα μισά του καράβια του τάκαψαν οι Βαντάλοι έξω από την Καρχηδόνα, τάλλα μισά τα ξανάφερε πίσω ανάπραγος. Παίρνουν τότες θάρρος οι Βαντάλοι και κατεβαίνουν ως τα ελληνικά τα παράλια. Εκεί όμως ο βασιλέας τους ο Γκιζερίχος βρήκε τους κατοίκους της Λακωνίας κάτι διαφορετικούς από το Βασιλίσκο, και τράβηξε καταπίσω, αφού πέρασε από τη Ζάκυθο και χάλασε κάμποσους.
Ο Λέοντας σ' αυτή την περίσταση δε φάνηκε μήτε Μακέλλης, μα μήτε και Μέγας. Όχι μονάχα που απότυχε η αφρικανική εκστρατεία, μα και που δεν το προείδε πως με το να στέλνη τόση δύναμη σε μακρινές χώρες, άνοιγε το δρόμο για τους βαρβάρους που παραμόνευαν πάντα από τα βορεινά· και μάλιστα όσοι Οστρογότθοι δεν είχαν περάσει τον Ίστρο στον καιρό του Μεγάλου Θεοδοσίου, μα τώρα, όντας πια κ' οι Ούνοι ξεθυμασμένοι και σκορπισμένοι από τότες που απέθανε ο Αττίλας (453), ξεκινήσανε σύγκαιρα με τους Γετίδες — άλλη βαρβαρική φυλή αυτή — και πιάσαντας την Παονία, δηλαδή τανατολικά της σημερινής Αουστρίας, (οι Γετίδες έπιασαν τη Δακία), πλημμύρισαν τέλος τα βορεινά της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, κι αναγκάστηκε ο Λέοντας να τους παραλάβη κι αυτούς και να τους διορίση φοιδεράτους. Όχι δα πως στάθηκε κι αυτό ολέθριο κακό, αφού, καθώς κι αλλού είπαμε, πιώτερο καλό καταντούσε να μας κάμνουν οι καινουριοαίματες αυτές φυλές όταν καταστάλαζαν, παρά βλάβη. Αγκαλά πολύ λίγοι αυτής της παρέας έμειναν ως τέλος μέσα στον τόπο, καθώς θα δούμε. Μπορούσε όμως να βγη και σε χερότερο η ανετοιμασιά εκείνη του Λέοντα.
Στο παλάτι του μέσα αξιοσημείωτο πρόσωπο άλλο δε βρίσκουμε παρά τον περίφημο αρχιγιατρό του τον Ιάκωβο, που αν κ' Εθνικός, δηλαδή κατά το νόμο αποκλεισμένος από πολιτικά αξιώματα, χαίρουνταν όμως μεγάλα προνόμια, κ' είταν πολύ αγαπημένος του Λέοντα. Μα κι ο λαός τον είχε μεγάλη υπόληψη, και τούστησαν αδριάντα, όχι μονάχα στην Πόλη παρά και στην Αθήνα.
Μεγάλα δυστυχήματα της βασιλείας αυτής γενήκανε δυο. Ο φοβερός ο σεισμός της Αντιόχειας, κ' έστειλε τότες πολλή βοήθεια ο Λέοντας στους κατοίκους της κοσμαγάπητης αυτής χώρας· κ' η περίφημη πυρκαγιά του 465, τότες που μεγάλο μέρος της Πρωτεύουσας καταστράφηκε. Τέσσερα μερόνυχτα ταξίδευε η φωτιά από τανατολικά στα δυτικά, και πάλε από τα βόρεια στα νότια. Το περίλαμπρο Σενάτο, ξαναχτισμένο από τον Αρκάδιο, το «Νυμφαίο» αντίκρυ του, παλάτι που πήγαιναν και παντρεύουνταν όσοι δεν είχανε δικά τους σπίτια, και πλήθος μέγαρα και μεγαλόσπιτα, ξολοθρεύτηκαν όλα. Λέγουν πως έτρεχε τότες ο Ασπάρης στους δρόμους με κουβά στον ώμο, φωνάζοντας νάρθουν κ' οι άλλοι πολίτες να βοηθήσουν, και δίνοντας τους απόνα _νόμισμα_ του καθένα.
Απέθανε ο Λέοντας στα 474, δυο χρόνια πρι να ξεψυχίση και της Δύσης η μεγαλονόμαστη πρωτεύουσα, η μυριοξάκουστη Ρώμη. Δεν ξαναγεννήθηκε πια η παλιά η Ρώμη. Βγήκαν παραβλάσταρα στον τόπο της, έγιναν κι απ' αυτά μερικά μεγάλα Κράτη, μα η καθαυτό Ρώμη δε ζούσε. Και δε ζούσε, γιατί μήτε πόρους δεν είχε στα γερατειά της, μήτ' έθνος εφτάψυχο περίγυρά της, μήτ' άλλα φυσικά προσόντα να τη θρέφουνε και να τη διαφεντεύουν, καθώς διαφέντευαν τη θετή της κόρη, την Κωσταντινούπολη.