Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

Part 17

Chapter 17 51 words Public domain Markdown

Άλλο πράμα ως τόσο του Νείλου η μεγαλόπολη. Από τα παλιά της χρόνια γεμάτη αυτή ζωή και δραστηριότητα· από τα παλιά της στολισμένη με το περίλαμπρο εκείνο παλάτι της, θάμα του κόσμου. Μα ας πάρουμε οδηγό μας τον Αχιλλέα τον Τάτιο, κι ας «κοσμογυρίσουμε», καθώς ο ίδιος λέει, τους απέραντους και καταστόλιστους δρόμους της. Πέτρινες στοές δίχως τέλος και δίχως ταίρι μας ισκιώνουν και μας προφυλάγουν από το φοβερό το λιοπύρι· οι πιώτεροι δρόμοι μ' επίτηδες μέρος για να περνούν τ' αμάξια και τάλογα, σύστημα ασυνήθιστο στις ελληνικές πολιτείες· αρίθμητα δημόσια χτίρια· ο λαός πάντα πανηγυρικός, πάντα περίχαρος, πάντα στο ποδάρι κι ακοίμητος. Τη νύχτα πάλε τόσο λαμπρά φωτισμένη η χώρα, που θάρρειες κ' είχανε, λέει, κομματιασμένο τον ήλιο και σκόρπιο απάνω της. Κάθε φυλής διαβάτες με κάθε λογής φορεσιές πηγαινοερχόντανε στους πανώριους εκείνους δρόμους, και κάθε λογής γλώσσες κ' ιδιώματα αντιλαλούσαν απ' άκρη σ' άκρη.

Έδρωναν, κ' οι Ρωμαίοι στα πρώτα, κ' οι δικοί μας κατόπι, για να κυβερνούνε τους τετραπέρατους τους Αλεξαντρινούς. Με το παραμικρό σηκωμός, κι αμέσως μάχητα λαός και στρατός· εκεί που η Αντιόχεια ξεφώνιζε, περγελούσε, και κατόπι ξεθύμαινε, η Αλεξάντρεια πήγαινε ως το πετροβόλημα, ως τις μαγκουριές, ως τάρματα. Μ' ένα τίποτις άναβαν, και πάντα στο ματοκύλισμα τελειώνανε.

Σε τέτοια φρύγανα μέσα πώς να μην κορώνουνε φοβερές κάποτε φλόγες, και μάλιστα σαν άρχισαν τα θρησκευτικά τα βάσανα, που τα είδαμε και τα ξανάειδαμε. Όταν π. χ. κατατρέχουνταν ο Αθανάσιος από τους στρατιωτικούς, όταν κάηκε ο ναός του Σεράπι, ότα θυσιάστηκε η περίφημη η Υπατία. Κ' επειδή για την άδικη και παράλογη αυτή θυσία δεν έγινε λόγος ακόμα, ας τελειώσουμε με το θλιβερό της ιστορικό.

Είταν η Υπατία κόρη του μαθηματικού Θέωνα, που δίδασκε στο «Μουσείο», καθώς τόλεγαν το Πανεπιστήμιο τότες. Σπούδαζε μαθηματικά από τον πατέρα της, μα κατόπι τ' αφήκε, και βυθίστηκε στα δυσκολώτερα ζητήματα της μεταφυσικής. Πολύς καιρός δεν πέρασε κι ανέβηκε στης Φιλοσοφίας την έδρα. Η μεγάλη μάθηση κ' η αρετή της από τη μια, από την άλλη η θεία της ομορφιά κ' η χάρη, την έκαμαν, καθώς είδαμε και στου Συνεσίου το κεφάλαιο, αστέρι μέσα στην Αλεξαντρινή κοινωνία. Μύριοι έτρεχαν κι άκουγαν τα μαγικά της λόγια, και θάμαζαν την ουράνια σοφία της. Οι τρόποι της όμως είταν τόσο ξανοιχτοί, να μην πούμε αντρίκιοι, σάνε δίδασκε από τη φιλοσοφική της έδρα, που πολλά καταλαλήθηκαν εναντίο της, μάλιστα από τις άλλες γυναίκες. Μα και περπατώντας αγαπούσε να φορή φιλοσοφικό τρίβωνα, κ' έτσι φορεμένη συνομιλούσε με το Συνέσιο και με τους άλλους σοφούς οπαδούς της, αψηφώντας τον κόσμο.

Αν από τους φίλους της την ερωτευτήκανε μερικοί τι παράξενο. Είπανε μάλιστα πως ένας της το μολόγησε ολοφάνερα, και πως τόσο την όργισε, που ανασηκώνοντας την ποδιά της « Αυτό αγάπησες, κακορρίζικε» του είπε «κι όχι την αληθινή την ομορφιά». Φαίνεται όμως σαν παραμύθι αυτό. Η αλήθεια είναι πως η Υπατία ποτές δεν παντρεύτηκε, παρά έμεινε από τις λίγες που παραστήσανε στον κόσμο ταψεγάδιαστο πρόσωπο της Ολύμπιας Αθηνάς.

Το κρίμα είναι που και το τραγικό της τέλος μας έμεινε σκοτεινό. Ένα πράμα γνωρίζουμε, πως όση φιλία είχε με τον Έπαρχο τον Ορέστη, άλλη τόση έχθρητα με τον Πατριάρχη τον Κύριλλο, και πως θανατώθηκε απάνω στη μάχητα μεταξύ Κυρίλλου κι Ορέστη.

Είταν αποφασισμένος ο Κύριλλος από τα 412, που ανέβηκε το θρόνο, να ορίζη αυτός τη χώρα κι όχι ο Έπαρχος. Στη βράση απάνω που ακολούθησε μπαίνουν κ' οι Εβραίοι στη μέση και τα χεροτερεύουν. Πιάνουν έναν άνθρωπο του Κυρίλλου και τον παραδίνουν του Ορέστη κατηγορώντας τον πως ήρθε στη Συνέλεψη να κατασκοπήση. Προστάζει αμέσως ο Ορέστης και τονέ δέρνουνε μπρος στον κόσμο. Έγινε ο Κύριλλος όξω φρενών όταν τάκουσε. Παίρνει φωτιά και το ποίμνιο του, και σα δαιμονισμένοι σηκωθήκανε να φάνε την Εβραΐλα. Οι Εβραίοι τότε βγάζουνε λόγο πως καίγεται η Μητρόπολη, κι άμα μαζώχτηκαν κάμποσοι Χριστιανοί κατά την εκκλησιά, τους περιζώνουν και τους κόβουν. Όρια δεν είχε τώρα η οργή του Κυρίλλου. Ξορίζει όλους τους Εβραίους από την Αλεξάντρεια, αφίνει τους δικούς του κι' αρπάζουν το έχει τους, και τον Ορέστη μήτε γυρίζει να τονέ δη. Εκεί απάνω, ξεφύτρωσαν κι ως πεντακόσοι καλόγεροι από τη Νιτρία, που δίχως άλλο βάλανε χέρι κι αυτοί, αφού ένας τους πετροβόλησε κιόλας τον Έπαρχο.

Μέσα σ' αυτή την οχλοβοή πρέπει να βρήκε η Υπατία το τέλος της. Γυρίζοντας μια μέρα στην κατοικία της την πιάνουνε μια παρέα που αρχηγό της είχε κάποιον Πέτρο, τη σέρνουνε μέσα σε μιαν εκκλησιά, ξεσκίζουν τα φορέματά της, την κομματιάζουν, και ρίχτουνε τα κομμάτια της στη φωτιά (415). Έπεσε μ' άλλους λόγους η θεϊκιά εκείνη γυναίκα θύμα της έχτρητας του Κυρίλλου και του Ορέστη, καθώς και του φανατισμού μερικών καλογέρων.

Τέτοια είταν η Αλεξάντρεια τέλος τέταρτου αρχή πέμτου αιώνα, τότες που η Χριστιανωσύνη μαχότανε με τον Εθνισμό. Έχουμε κάμποσες Αλεξαντρινές ταραχές κι αργότερα, ως το τέλος του πέμτου αιώνα· μα αυτές είταν τώρα μόνο τα χριστιανικά κόμματα ανάμεσά τους.

ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

Διοίκηση, τίτλοι κι αξιώματα του τέταρτου και του πέμτου αιώνα

Για τον ίδιο λόγο που ξηγήθηκε στο υστερνό Κεφάλαιο, πρέπει να ιστορηθή με όσο γίνεται λίγα λόγια και το Διοικητικό σύστημα του τέταρτου και του πέμτου αιώνα, καταπώς τόχει καταστρωμένο άλλος ιστορικός, όχι από τους μικρούς μήτ' αυτός.

Κατά τα κανονισμένα του Διοκλητιανού και του Κωσταντίνου, το Ρωμαϊκό Κράτος είτανε μοιρασμένο σε πολλές Διοίκησες, η καθεμιά χωρισμένη σε διάφορες Επαρχίες. Ο επαρχιακός ο κυβερνήτης, ή _Αντέπαρχος_, είτανε φυσικά υποταχτικός του διοικητικού του _Υπάρχου ή Τοποτηρητή ή Βικάριου_, καθώς πάλε τούτος είχε αρχηγό τον _Έπαρχο του Πραιτωρίου_, που όριζε όλο το Τμήμα εκείνο. Τέσσερα είταν τα Τμήματα στου Κωσταντίνου τον καιρό, της Γαλατίας, της Βρεταννίας κ' Ισπανίας, της Ιταλίας και του Ιλλυρικού, και της Ανατολής· τέσσερεις λοιπόν κ' οι _Έπαρχοι τον Πραιτωρίου_.

Μην ξεχνούμε όμως πως αποκάτω από το Ρωμαϊκό τον οργανισμό έχουμε άμετρες Πολιτείες, η καθεμιά με τους νόμους της και με τα συστήματά της, ανεξάρτητες η μια της άλλης, και σα να πούμε δεματιασμένες από την κεντρική την κυβέρνηση. Είδος Ενωμένες Πολιτείες.

Άμα ως τόσο ένας πολίτης δεχότανε να γίνη Συγκλητικός, έχανε κάθε δεσμό με τη δική του την Πολιτεία· γινότανε δηλαδή Ρωμαίος σωστός. Ώστε η Σύγκλητο, το _Σενάτο_, είταν το καθαυτό κέντρο της αυτοκρατορικής εξουσίας.

Έχουμε Σενατόρους τιμητικούς, και Σενατόρους που καθίζανε και στα Συβούλια. Τιμητικοί όμως δεν πήγαινε να πη πως μένανε δίχως σπουδαία πολιτικά αξιώματα, καθώς Ύπατοι, Ανθύπατοι, Έπαρχοι· κατά τους αυλικούς κανονισμούς μάλιστα είχαν και τα πρωτεία στο Παλάτι, και τον τίτλο _Κλαρίσσιμος_. Οι αξιωματικοί πάλε που έρχουνταν κατόπι τους λέγουνταν, άλλοι _Περφεκτίσσιμοι_, κι άλλοι _Εγρέγιοι_, και φυσικά δεν είταν αυτοί Σενατόροι. Σ' αυτόν τον κύκλο μέσα βρίσκουμε τους διοικητικούς Υπάρχους, τους επαρχιακούς Αντεπάρχους, τους _Δούκες_, κι άλλους.

Με τον καιρό όμως ξάπλωσε η τάξη τω Σενατόρων και πήρε μέσα της πολλούς δευτερευόντους. Κ' έτσι οι Περφεκτίσσιμοι κ' οι Εγρέγιοι κατάντησαν κι αυτοί Κλαρίσσιμοι. Για να μην πέφτουνε μικροί όμως οι Έπαρχοι που είταν κι αυτοί Κλαρίσσιμοι, πήραν τότες αυτοί τον τίτλο _Ιλούστριοι_ και _Σπεκτάμπιλοι_.

Ώστε άλλους τίτλους έχουμε στον καιρό του Κωσταντίνου, κι άλλους στον πέμτο αιώνα. _Κλαρίσσιμος_, που στου Κωσταντίνου την εποχή πήγαινε να πη ολόπρωτο αξίωμα, στον πέμτο αιώνα δεν πολυσήμαινε. _Οι Έπαρχοι_ λοιπόν _του Πραιτωρίου, ο Έπαρχος της Νέας Ρώμης, οι Πρωτοστράτηγοι, οι Κοιαίστωρες, οι Μάγιστροι των Οφφικίων, Ο Κόμης των Βασιλικών Θησαυρών, Ο Κόμης των Θείων Πριβάτων (Πριβετάριος), ο Πραιπόσιτος των Κουβικουλαρίων_ — όλοι αυτοί είταν τώρα _Ιλλούστριοι_. Οι διοικητικοί πάλε Ύπαρχοι και μερικοί άλλοι, καθώς κ' οι τρεις _Ανθύπατοι_, ονομαστήκανε _Ρεσπεκτάμπιλοι_. Και τέλος οι _Αντέπαρχοι_ τω μικροεπαρχιών, _Κλαρίσσιμοι_.

Οι Σενατόροι, καθώς είπαμε, δεν είταν όλοι του Σενάτου· μερικοί τους μάλιστα κατοικούσαν τραβηγμένοι και στις Επαρχίες, κι αυτοί είναι οι _Ονωράτοι_, που πλέρωναν κάμποσο βαριά δοσίματα για το τιμητικό τους αξίωμα.

Κάθε Σενατόρος του Σενάτου μπορούσε να διοριστή και _Πραίτωρας_. Πραιτώρους η Κωσταντινούπολη είχε στην αρχή δυο, μα με τον καιρό γένηκαν οχτώ. Κ' έπρεπε αυτοί να προσφέρνουνε χρήματα όχι μονάχα στους αγώνες και στα θεάματα, μα και στα δημόσια τα χτίρια.

Η Κοινωνία του πέμτου αιώνα μπορεί να πούμε πως είτανε μοιρασμένη σε τρεις σειρές. Την αριστοκρατική με τους τρεις βαθμούς της, πρώτο, μεσιανό και τρίτο. Μέσα στο μεγάλο της γύρο έπαιρνε η τριπλή αυτή σειρά όχι μονάχα αυλικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς, παρά και καθηγητάδες, σημαντικούς γιατρούς, κι άλλους τέτοιους. Είτανε μάλλους λόγους αριστοκρατία όχι κλερονομική καθώς οι σημερνές, παρά βασισμένη στην ατομική αξία και καλή τύχη. Κατόπι της έρχουνταν η δεύτερη σειρά με τους επαρχιακούς τους προυχόντους, τους πλούσιους εμπόρους, καθώς και πλήθος νέους νομικούς, κι άλλους που ελπίζανε να περάσουν κι αυτοί μια μέρα στην αριστοκρατία. Και τρίτη σειρά είταν οι εργάτες κ' οι χωριανοί. Μεταξύ πάλε της δεύτερης και της τρίτης σειράς βρισκόντανε σωριασμένοι κοινοί γιατροί, δασκαλάκια, μικροτεχνίτες, και πλήθος άλλοι παρατρεχάμενοι των πλούσιων.

Όσο για τον Κλήρο, αυτός καθώς ξέρουμε είταν ολότελα ξέχωρος κύκλος· σα να πούμε, κόσμος μέσα στον κόσμο. Αυτοκράτορά του είχε τον Πατριάρχη, αριστοκρατία του τους Επισκόπους, και πάει λέοντας. Έτσι πήγε ως τέλος, κ' έτσι απόμεινε ως τα σήμερα.

Μια ματιά τώρα στα πιο σπουδαιότερα αξιώματα. Πρώτοι πρώτοι καθώς είδαμε οι _Ιλλούστριοι_, δηλαδή οι τέσσερεις οι _Έπαρχοι του Πραιτωρίου_, που όριζε ο καθένας και το τέταρτο της Αυτοκρατορίας. Ο _Έπαρχος της Ανατολής_ όριζε όλες τις επαρχίες της Ανατολής κ' έξη Ευρωπαϊκές, δηλαδή τη Θράκη. Η κυριαρχία αυτή είτανε μοιρασμένη σε πέντε _Διοίκησες_· Ασία, Πόντος, Ανατολή, Θράκη, Αίγυφτο. Ο Διοικητής της Αίγυφτος είταν ως τόσο ανεξάρτητος από τον Έπαρχο της Ανατολής. Ο _Έπαρχος του Ιλλυρικού_ (πρωτεύουσα του η Θεσσαλονίκη) όριζε όλα τα Μπαλκάνια εξόν τη Θράκη, κι όλα τα νησιά. Αυτό το τμήμα είχε δυο Διοίκησες, Δακία και Μακεδονία. Όσο για την Ελλάδα, είταν είδος ξέχωρη Επαρχία με δικό της Διοικητή, τον _Ανθύπατο της Αχαΐας_.

Πάμπολλα είταν τα χρέη του Έπαρχου του Πραιτωρίου. Διοικητικά, οικονομικά, δικαστικά, ως και νομοθετικά. Ο κάθε Ύπαρχος έπρεπε να του δίνη λόγο για όλα. Αυτός μόνος είχε το δικαίωμα να συσταίνη του Αυτοκράτορα όποιον έκρινε άξιο να διοριστή Ύπαρχος ή Αντέπαρχος. Έτσι και τα οικονομικά, αυτός τα κυβερνούσε όλα. Ό,τι δοσίματα συναζόντανε στο τμήμα του, από τα χέρια του περνούσανε στο βασιλικό ταμείο. Μα και στα δικαστικά σωστός Αυτοκράτορας είταν ο Έπαρχος, αφού και τελειωτική απόφαση είχε την εξουσία να βγάζη. Τέλος νομοθετούσε και με πραιτωριακά διατάγματα.

Φορούσε ο Έπαρχος απανωφόρι πορφυρένιο καθώς ο Αυτοκράτορας, μόνο κάτι κοντήτερο· κατέβαινε δηλαδή ως τα γόνατα μονάχα. Ασημένιο καλαμάρι και μαλαματένια κοντυλοθήκη στη μέση, ζώνη ολόχρυση, και κάμποσα άλλα πολύτιμα και βασιλικά στολίδια. Σαν έμπαινε στο χρυσό κι αψηλόστεκό του αμάξι να ξεκινήση, καταστόλιστοι δορυφόροι τονέ συνόδευαν, και κράχτης ξεσπαθωμένος έτρεχε από μπρος φωνάζοντας νανοίξουνε τόπο. Και σαν παρουσιάζουνταν πουθενά, όλοι γονάτιζαν.

Έπαρχο δικό της η Κωσταντινούπολη στην αρχή δεν είχε. Ο πρώτος διορίστηκε μετά το θάνατο του Κωσταντίου (379)· χρέη του είτανε να επιστατή όλα της Πρωτεύουσας, να φροντίζη τους _Δήμους_ της, την ησυχία, συντεχνίες, λουτρά, νερά, σιτερά, προμήθειες.

Ερχούμαστε τώρα στο Μεγάλο Θαλαμηπόλο, τον _Πραιπόσιτο των Κουβικουλαρίων_ αξίωμα φερμένο από την Ασία. Όριζε αυτός όλους τους Αυλικούς, ως και τον Κόμητα τον Βεστιαρίου ή Πρωτοβεστιάριον, που αυτός μόνος χαίρουνταν το προνόμιο ναπλώνη χέρι και να ξεσκονίζη του Βασιλέα το φόρεμα· τον _Κόμητα της Βασιλικής Οικίας_, τον _Πριμικήριο τον κοιτώνος_, και τέλος τους _Σιλεντιάριους_. Ζώντας μερονυχτίς με τον Αυτοκράτορα ο Πραιπόσιτος καταντούσε μεγαλοδύναμος στο παλάτι, και παράδειγμα, ο Ευτρόπιος.

Υπουργός των Οικονομικών είταν ο _Κόμης των θείων Λαργιτιόνων_, κι ο Κόμης των _Βασιλικών Πριβάτων_. Ο πρώτος, καθαυτό δημόσιος θησαυροφύλακας. Ο άλλος, μονάχα του παλατιού.

Άλλο μεγάλο αξίωμα είταν ο _Μάγιστρος των Οφφηκίων_. Έκαμνε κι αυτός κάμποσα, και το κυριώτερο, να δέχεται κάθε ξένον Πρέσβη και να τον παρουσιάζη του Αυτοκρατόρου.

Ο δεύτερος βαθμός της αριστοκρατίας, οι _Ρεσπεκτάμπιλοι_, είχε τους _Ύπαρχους_, τον _Κόμητα της Ανατολής_, και μερικούς άλλους· μα και τους Κυβερνήτες τω δυο Επαρχιών που δεν τις όριζε Έπαρχος, δηλαδή τους _Ανθύπατους_ της Ασίας και της Αχαΐας.

Στον τρίτο πάλε βαθμό της αριστοκρατίας, τους _Κλαρίσσιμους_, βρίσκουμε τους _Αντέπαρχους_ των Επαρχιών (άλλος τίτλος τους _Κορρεκτόροι ή Κονσουλάριοι_), και πάμπολους Υπαλλήλους.

Ίσως αξίζει, πρι να κλείσουμε τα πρόχειρα αυτά σημειώματα, να πούμε κάτι και για το Στρατό. Είτανε μοιρασμένος ο στρατός αυτή την εποχή σε δυο τμήματα· τόνα έμνησκε πάντα στα σύνορα, τάλλο στο σωτερικό, έτοιμο πάντα να τρέξη σ' όποια σύνορα τόφερνε η ανάγκη. Οι πρώτοι λεγότανε _Λιμιτάνεοι_, οι άλλοι _Παλατίνοι_. Αυτούς τους μάζευαν από την Ιταλία στα πρώτα χρόνια. Χρέος των Παλατίνων είτανε να διαφεντεύουν και το παλάτι· οι Πρωτοστράτηγοί τους λεγόντανε Magister Militum per Orientem, per Thracias και καθεξής. Οι Λιμετάνεοι δεν είτανε μονάχα στρατιωτικοί, μόνο δούλευαν και τη γης σα δεν είχε πόλεμο. Με το να διαφέντευαν τα συνορικά τα κάστρα, ονομάστηκαν αυτοί και _Καστριάνοι_.

Όταν οι Έπαρχοι του Πραιτωρίου έχασαν τη στρατιωτική εξουσία τους (στον καιρό του Διοκλητικού), καταργήθηκαν τότες κ' οι περίφημοι οι Πραιτωριανοί οι φρουροί, και συστήθηκε νέα φρουρά ονομαζόμενη _Σχολάριοι_. Οι Σχολάριοι αυτοί στον καιρό του Ιουστινιανού αγόραζαν ακριβά ταξίωμά τους. Τους είχαν όμως τότες όχι τόσο για πόλεμο, όσο για θεωρία, με τα « επανωκλίβανά» τους και με τα κεντητά τα λιοντάρια, στήθια και ράχη. Αρχηγός τους είταν ο _Μάγιστρος των Οφφικίων_.

Έχουμε και κάμποσους άλλους φρουρούς, μα για την ώρα αναφέρνουμε μονάχα τους _Δομέστικους_ και τους _Προτήκτορες_, που λέγουνταν και _Διαιτάριοι_, και _Παραμονοί_, και _Πρεσέντες_.

ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ο δεύτερος Θεοδόσιος κ' η Πουλχερία

Σαν πέθανε ο Αρκάδιος κ' η Ευδοξία στα 408, θρόνιασαν εφτά χρονών παιδί το γιο τους το δεύτερο Θεοδόσιο, εγγονό του Μεγάλου Θεοδοσίου. Ο Ονώριος από τη Ρώμη μήτε πολυσκοτίστηκε μήτε ανακατεύτηκε σ' αυτή τη διαδοχή. Άρχιζε πια τώρα και ξεχωρίζουνταν κάμποσο η Ανατολή από τη Δύση. Έπαιρνε αγάλι αγάλι δικό της δρόμο η Δύση και στα πολιτικά και στα θρησκευτικά. Ίσως όμως η πρώτη αφορμή που τους σημάδεψε κάπως καθαρά αυτό το φυσικό χωρισμό είταν η τύχη του Χρυσοστόμου, επειδή κι ο ποντίφης ο Ιννοκέντιος συγκάλεσε Σύνοδο στην Ιταλία νακυρώση τον ξεθρονισμό του Ιωάννη, και να ζητήση Σύνοδο γενική στη Θεσσαλονίκη, κι ο Ονώριος, ακούγοντας του ποντίφη τα λόγια, έγραψε του Αρκαδίου κάμποσο θυμωμένα, και τέλος έστειλε τέσσερεις επισκόπους κι άλλους κληρικούς στην Κωσταντινούπολη με μηνύματα και με νέα γράμματα, παρακινώντας τον αδερφό του να ξαναφέρη το Χρυσόστομο πίσω. Και πρέπει να το μολογήσουμε πως σ' αυτό το ζήτημα είχε η Δύση το δίκιο μαζί της. Και το χερότερο για τα μας, που όχι μονάχα δεν πάτησε πόδι στο Βυζάντιο η συνοδία εκείνη, μα και φυλακίστηκε μέσα σ' ένα κάστρο της Θράκης (406).

Πρέπει, λοιπό να βαστούσε ακόμα κάποια κρυάδα αναμεταξύ παλιάς και νέας Ρώμης στα 408, κι αυτό μονάχα θάσωνε να μας ξηγήση το γιατί δεν ανακατεύτηκε ο Ονώριος όταν έμεινε τ' ανατολικό Κράτος σ' ανήλικα χέρια.

Είπαν πως ο Αρκάδιος είχε διορισμένο κηδεμόνα του μικρού τον Πέρσο βασιλέα τον Ισδεγέρση. Αλήθεια ψέματα αυτό, αδιάφορο, αφού δεν έγινε. Εκείνο που έγινε είταν και το πιο σωστό· μαζεύτηκαν οι πιο σημαντικοί της Πρωτεύουσας, και κήρυξαν Επίτροπο του Βασιλέα και Κυβερνήτη του τόπου τον Ανθήμιο, άνθρωπο γνωστικό και γενναίο.

Κάμποσα καλά έκαμε ο Ανθήμιος στα έξη μέσα χρόνια που αντιβασίλεψε. Πρώτο πρώτο, που έδιωξε από τη Θράκη τους Ούννους — κατεβασμένους τότες με μεγάλο στρατό και με το βασιλέα τους τον Ούλδη, το φονέα του γνωστού μας Γαϊνά — και τους ανάγκασε να ξαναδιαβούν τον Ίστρο, αφού ξολόθρεψε μερικούς, κι άλλους πάλε τους έπιασε σκλάβους, και μην ξέροντας τι να τους κάμη τους έστειλε στη Μικρασία να δουλεύουνε στα υποστατικά των πλούσιων. Άλλο έργο του είναι το δεύτερο και δυνατώτερο περιτείχισμα της Πρωτεύουσας (413), που ξεχείλιζε και πήγαινε τώρα και τα σπίτια της ξαπλώνονταν πέρ' από του Μεγάλου Κωσταντίνου τα σύνορα. Τα νέα λοιπόν αυτά τειχίσματα όχι μονάχα την καθαυτό πόλη διαφεντεύανε, σα δυνατώτερα που είτανε, μα και τις καινούριες ενορίες περιμάζευαν. Τρίτο σπουδαίο του κάμωμα είταν ο στόλος που σκάρωσε κ' έβαλε στο Δούναβη μέσα, ως διακόσα πενήντα πλοία, να προσέχη τους Ούννους. Λες κ' η καλή μας τύχη τοδηγούσε του Ανθημίου το χέρι να διώχνη το φάντασμα της βαρβαρωσύνης από τα βορεινά μας εκείνα μέρη, και να τ' αναγκάζη να βλέπη κατά τα δυτικά, εκεί που πλάκωσε κιόλας όταν από φάντασμα έγινε Αττίλας αληθινός και φοβερός.

Στα 414 όμως ο φρόνιμος αυτός κυβερνήτης ή αφήκε, ή αναγκάστηκε ναφήση την εξουσία σ' άλλο σημαντικό πρόσωπο, που παρουσιάζεται άξαφνα στη μέση, και πολύ σημαντικό μάλιστα αφού είταν και γυναίκα, η πρώτη γυναίκα που πήρε την τύχη της ρωμιοσύνης στα χέρια της· η αδερφή του νέου Θεοδοσίου, η παρθενοβασίλισσα η Πουλχερία, που δεκάξη χρονών την κήρυξαν _Αύγουστα_. Προκομμένη κ' ενάρετη κόρη, με νου κυβερνητικό από τον πάππου της παρμένο, κι αποφασισμένη να μείνη παρθένα μαζί με τις άλλες δυο της αδερφάδες, Αρκαδία και Μαρίνα, πρόβαλε η Πουλχερία καθώς άλλοτες η Αγία Ελένη, μόνο που πήρε ατή της τα χαλινάρια του βασιλείου. Καθαρίστηκε αμέσως ταγέρι του παλατιού. Οι ευνούχοι θα πήτε ακόμα δεν έφυγαν, έπαιρναν κ' έδιναν ακόμα αυτοί. Καταργήθηκαν όμως πολλές άλλες προτητερινές σαρδαναπαλιές, και κει που βράζανε στο παλάτι μέσα παντής λογής ανωφέλευτοι και βλαβεροί παράσιτοι και παράλυτοι, κατάντησε άξαφνα σαν είδος μοναστήρι!

Πρώτη της έννοια της Πουλχερίας είτανε ναναθρέψη τον αδερφό της. Είπαν πως με τα καλογερικά της συστήματα τον έκαμε ξεπίτηδες χαύνο, γυναικωτό, κι ανάξιο να κυβερνάη. Μα ο Θεοδόσιος δε μας έδειξε κατόπι πως είταν κι ολότελα για πέταμα ό,τι κι αν είταν, πάντα καλλίτερος από τον πατέρα του. Καθετίς που μπορούσε αναθροφή να δώση σ' άνθρωπο το νοιάστηκε η Πουλχερία. Και γράμματα τον έμαθε και καλλιγραφία και τρόπους και φερσίματα και καβάλλα και κυνήγι, τέλος και τροπάρια να ψέλνη και να νηστεύη· χαρακτήρα όμως γερό αντρίκιο μήτ' αυτά μήτ' άλλα τόσα δεν μπορούσανε να του φυτέψουν. Τι παράξενο λοιπόν αν πήρε η Πουλχερία την καθαυτό, εξουσία; Αν είχε από φυσικό του μεγάλη αξιωσύνη ο Θεοδόσιος, και να τόθελε η αδερφή του πάλε δε θα μπορούσε να πνίξη το χαρακτήρα του. Μα κι όση διδασκαλία τούδωσε πρέπει να τον ξύπνησε κάπως, κι όχι τον αποκοίμισε ολότελα, καθώς κρίνουνε μερικοί.

Δράματα μεγάλα και συγκινητικά δεν απαντούμε στα σαράντα και πιώτερα χρόνια της αρσενοθήλυκης αυτής βασιλείας, καθώς μήτε έργα πολυδόξαστα και λαμπρά. Ανιστορώντας όμως τους φοβερούς βαρβάρους που παραμόνευαν απέξω και τον κίντυνο που φοβέριζε το κράτος, λέμε πως τύχη του να κυβερνιέται από ανθρώπους, που κι α δεν είτανε μεγάλοι, στάθηκαν όμως κάτι πιο άξιοι και πιο γνωστικοί από τους δυτικούς, που μια κι άρπαξαν την μπόρα δε βάσταξαν, παρ' αφανίστηκαν από τα ίδια τα στοιχεία που η νέα Ρώμη πολέμησε και ξέκαμε.

Ένα από τα πρώτα πρώτα έργα της Πουλχερίας, ίσως το πιο όμορφο, αγκαλά όχι δα και με τόση εθνική σημασία όση του δόθηκε, είταν ο γάμος του αδερφού της με καθάρια Ελληνίδα, την πρώτη που ανέβηκε στο Βυζαντινό το θρόνο (421). Δίχως μεγάλη εθνική σημασία είπαμε, επειδή κ' έτσι κι αλλιώς την έπαιρνε αγάλι αγάλι την εθνική χρωματιά μας κ' η πρωτεύουσα κι όλο το κράτος. Είναι όμως όμορφο το επεισόδιο, είναι το κάτω κάτω και μέρος της ιστορίας του Θεοδοσίου, και δεν πρέπει να το παραβλέψουμε.

Είτανε στην Αθήνα ένας φιλόσοφος, εθνικός βέβαια, Λεόντιος τόνομά του. Είχε τρία τέκνα, δυο αγώρια και μια θυγατέρα, την Αθηναΐδα όμορφη, ξυπνή, προκομμένη. Λέγουν πως ο πατέρας της, αν και την αγαπούσε, αφήκε όλη του την κατάσταση στους δυο του γιους. Του κάκου, σαν απόμεινε ορφανή, ζήτηξε κι αυτή μερτικό. Τι να κάμη, παίρνει τα μάτια της και σέρνει κατά την Κωσταντινούπολη να ζήτηση δικαιοσύνη από την Πουλχερία. Μόλις τη βλέπει η Πουλχερία, και συλλογιέται πως καλλίτερη νύφη δεν μπορούσε να βρεθή για τον αδερφό της. Έρχεται λοιπό στο Θεοδόσιο και του την περιγράφει μ' όσο γίνεται ζωηρότερα χρώματα. «Άσπρη χιόνι, μαυρομάτα, σγουρόμαλλη, λυγερόκορμη, μυριόχαρη» — τι δεν του είπε πως είναι! Πηγαίνει τότες ο Θεοδόσιος και κρύβεται πίσωθε από παραπέτασμα στο παλάτι της αδερφής του, τη βλέπει, και την ερωτεύεται. Σ' όλο το κράτος μέσα αντιλάληξε ο βασιλικός αυτός έρωτας. Βαφτίζεται η Αθηναΐδα κι ονομάζεται Ευδοκία, και γίνουνται οι γάμοι με κι από τη συνηθισμένη πιο μεγάλη λαμπρότητα και παράταξη. Αύγουστα ως τόσο δεν την έκαμε την Ευδοκία η παντοδύναμη Πουλχερία, παρ' αφού γέννησε κόρη.

Ακούν ταδέρφια της τέτοια είδηση αναπάντεχη, και πού να κρυφτούνε δεν ξέρουν από το φόβο τους. Η αγαθόκαρδη Ευδοκία όμως όχι μονάχα δεν τους εγδικήθηκε, μα και σ' αξιώματα τους ανέβασε και τους δυο τους.

Και δε φαίνεται μήτε να της φούσκωσε τα μυαλά της η μεγάλη αυτή τύχη, παρά ζούσε ήσυχα δίχως νανεκατεύεται στο παραμικρό έξω από το παλάτι της. Ίσως όμως είταν αυτό συφωνημένο από τα πρι με την Πουλχερία, που πάντα εννοούσε αυτή να είναι η καθαυτό Βασίλισσα. Και σαν έζησε έτσι η Ευδοκία ώσπου έγινε δεκαπέντε η κόρη της, την πάντρεψε με το δυτικό Αυτοκράτορα, τον τρίτο Βαλεντιανό, και ξεκίνησε κατά τον Άγιον Τάφο να προσκυνήση. Το είχε ταμένο αυτό. Στο δρόμο της απάνω στάθηκε στην Αντιόχεια, και κει στο Βουλευτήριο μέσα λεν πως έβγαλε σοφό ελληνικό λόγο καθισμένη σ' ολόχρυσο και πετραδοστόλιστο θρόνο. Συνήθεια το είχε κι από την Πόλη να προστατεύη ό,τι είταν ελληνόπρεπο η Αθηναία η ρητοροπούλα. Ίσως μάλιστα είναι και το πρώτο επίσημο πρόσωπο που καταπιάστηκε να καταργήση τα λατινικά τα συστήματα, αγκαλά αυτά και μονάχα τους κατρακυλούσανε και πηγαίνανε. Μα και με πιο πραχτικώτερα μέτρα έδειξε την αγάπη της προς την κλασσική Αντιόχεια η Ευδοκία, καταπείσαντας το Θεοδόσιο να διορθώση τα χαλασμένα θερμά λουτρά της, να μεγαλώση τα τειχίσματα της, και μάλλες τέτοιες βασιλικές χάρες να την παρηγορήση στα γερατειά της.

Στον Άγιον Τάφο πάλε λέγουν πως άλλη Αγιά Ελένη στάθηκε με τα πλουσιοπάροχα δώρα της και με τη βασιλική προστασία της. Σα να μην την καλοσπούδασε όμως την «Αιλία Καπιτωλία» — καθώς την ονόμαζαν οι Ρωμαίοι την ιερή πόλη — ειδεμή θα φρίκιαζε με την κόλαση εκείνη, που ένας εκκλησιαστικός του καιρού της την ονόμασε « Γόμορα ». Σάνε μεταγύρισε η προσκυνήτρα η Ευδοκία, γέμισε, λέγουν, την Πρωτεύουσα πλήθος ιερά φυλαχτήρια και λείψανα.

Η δεύτερη όμως αυτή περίοδο της ζωής της δεν πέρασε φιλοσοφικά κ' ειρηνικά καθώς η πρώτη· σα να της ήρθε άξαφνα όρεξη να κυβερνάη κι αυτή μαζί με την Πουλχερία. Έγινε λοιπόν αμέσως ό,τι γίνεται σα θέλουνε δυο γυναίκες να κυβερνήσουν το ίδιο το σπιτικό· μοιράστηκε σε δυο κόμματα όλη η πόλη. Με τον καιρό καταπόνεσε το κόμμα της Πουλχερίας. Είχε η Ευδοκία προστατευόμενό της το μάγιστρο τον Παυλίνο. Λέχτηκε πως της είταν και κάτι πιώτερο παρά φίλος, και μάλιστα σώζεται κάποιο σαν παραμύθι για ένα σπάνιο μήλο που της έδωκε ο Θεοδόσιος, και κείνη πάλε το χάρισε του Παυλίνου, κ' έτσι πιάστηκε από τον άντρα της, που από τότες πια δεν τηνέ συχώρεσε. Η αλήθεια είναι πως στα 440 θανατώθηκε ο Παυλίνος. Δικός της είταν κι ο έπαρχος ο Κύρος, άνθρωπος άξιος, ωραίος, και μ' ελληνική προκοπή στολισμένος κι αυτός. Τόσο, που και τα διατάγματά του στην ελληνική γλώσσα έβγαζε, και καθετίς Ελληνικό υποστήριζε. Έχτισε και διόρθωσε και δημόσια χτίρια πολλά ο Κύρος, και τέλος φώτισε και την πόλη με τελειότερο τρόπο. Τόσο όμως ερεθισμένος είταν ο κόσμος, που οι εχτροί της Ευδοκίας τα είπαν όλα αυτά τα έργα του επαναστατικά. Κάτω λοιπόν κι ο Κύρος, που ως τα χτες τονέ δοξάζανε στο Ιπποδρόμιο μέσα. Τον έρριξαν, και τον έστειλαν επίσκοπο στη Φρυγία.