Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος
Part 15
Και τι κάμνει τότες ο Γαϊνάς; Γράφει του Αρκαδίου, του ξηγάει πως ο Λέοντας νικήθηκε από τη μεγάλη δύναμη του Τριβιγίλδου, και τονέ συβουλεύει να κλείση τα μάτια του και να του παραχωρήση όσα ζητούσε, κι έν' απ' αυτά, να παραδοθή ο Ευτρόπιος. Κοντοστάθηκε ο Αρκάδιος, μην ξέροντας τι να κάμη. Εκεί όμως που κοντοστέκουνταν, παρουσιάζεται η Ευδοξία, που αν κ' ευεργετημένη από τον Ευνούχο, καθώς είδαμε, τονέ φοβούνταν όμως τώρα και τονέ ζούλευε, παρουσιάζεται στον Αυτοκράτορα με τις δυο της θυγατέρες, Φλασίλλα και Πουλχερία, κατηγορεί τον Ευτρόπιο που τις έβρισε, και καταπείθει τον Αρκάδιο να κάμη του Τριβιγίλδου τα θελήματα.
Τότες είναι που ο μεγάλος και πολύς Ευτρόπιος έτρεξε τρομαγμένος και χώθηκε αποκάτω από την Αγιατράπεζα της Αγιά Σοφιάς, γυρεύοντας άσυλο, κ' ελπίζοντας βοήθεια από τον Ιωάννη το Χρυσόστομο, με το να τον είχε ο ίδιος διορισμένο Πατριάρχη από Πρεσβύτερο της Αντιόχειας. Τότες είναι που ο Χρυσόστομος πήγε και στάθηκε ανάμεσα στο λαφιασμένο Ευνούχο και στους αγριεμένους στρατιώτες που αγωνιζόντανε να τονέ σύρουν από τάσυλό του, Σαββάτο μέρα· και την αυριανή είχε λειτουργία και διδαχή του ξακουσμένου ρήτορα. Ολονυχτίς κουλουριασμένος εκεί αποκάτω ο ίσια με τα χτες παντοδύναμος Ευτρόπιος· το ίδιο και σαν ξημέρωσε, και γέμισε η Μητρόπολη κόσμο, κι άρχισε η ακολουθία, κ' ήρθε η ώρα της διδαχής, κι ανέβηκε στον άμπωνα ο Χρυσόστομος κ' έβγαλε τον περίφημο λόγο του «Εις Ευτρόπιον, Ευνούχον, Πατρίκιον και Ύπατον». Ποιος δεν τα θυμάται τα πρώτα πρώτα λόγια του πολυξάκουστου εκείνου λόγου! «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης! Πού η λαμπρή της Υπατείας στολή; και πού οι χαρωπές λαμπάδες; πού οι κρότοι και οι χοροί και τα ξεφαντώματα και τα πανηγύρια; Πού τα στεφάνια και τα παραπετάσματα; Πού η οχλοβοή της χώρας, κ' οι ζητωκραυγές στα ιπποδρόμια μέσα, και τω θεατών οι κολακείες; Πέταξαν όλα εκείνα, φύσηξε μια ο άνεμος και σκόρπισε χάμω τα φύλλα, και μας φανέρωσε γυμνό το δέντρο που τώρα σειέται ολόρριζο». Κ' ενώ από τη μια χτυπούσε αλύπητα την παραλυσία, τη ματαιοσύνη και την αθεοφοβιά των Ευτροπιανών, από την άλλη παράσταινε την καταστροφή τους με τρόπο που να μαλακώση τις καρδιές του λαού προς τον ταπεινωμένο τον Ευνούχο.
Άμ' απόλυσε η λειτουργία ξαναμπαίνουν οι στρατιώτες, κι αναγκάζεται πάλι ο Χρυσόστομος να παρασταθή σιμά στην Άγια Τράπεζα και να διαφεντέψη τον Ευτρόπιο. Στέργει τέλος ο Ευνούχος να παραδοθή με συφωνία να μην τονέ θανατώσουν. Τη ζωή του συλλογιούνταν ο κακορρίζικος. Του τη χάρισαν τη ζωή του, και ξορίστηκε στην Κύπρο. Του Γαϊνά όμως αυτό δεν του ήρθε· τον ήθελε πεθαμμένο τον Ευτρόπιο, κ' είχε δεν είχε καταπείθει τον Αρκάδιο και τον ξαναφέρνουνε στην Καλχηδόνα, τον καταδικάζουνε σε θάνατο με τιποτένιες αιτίες, και τον ξεκάμνουνε μια για πάντα (399).
Μόλις έπεσε ο Ευτρόπιος, κ' έδειξε τη χαρτωσιά του ο Γαϊνάς· μόνο που δεν κηρύχτηκε σύμμαχος του Τριβιγίλδου. Και τόσο μεγάλωσε η δύναμή του, που αναγκάστηκε ο άθλιος ο Αρκάδιος και τον αφήκε Πρωτοστράτηγο της Ανατολής, καθώς και τον Τριβιγίλδο να περάση απείραχτος στην Ευρώπη με κάμποσους ομήρους, και μαζί τους κι ο Αυρηλιανός.
Πήγε να τα χάση ο Τύφος από τη χαρά του σα διορίστηκε πια κι αυτός Έπαρχος του Πραιτωρίου αντίς τον Αυρηλιανό, και τόσο φούσκωσαν τα πανιά του, που ζήτησε από το Γαϊνά το κεφάλι του αδερφού του. Φαίνεται όμως πως έκαμε τρόπο ο Χρυσόστομος και μποδίστηκε αυτό το κακούργημα.
Άμα πέρασε ο Γαϊνάς από τη Χαλκηδόνα στην Πόλη και θρονιάστηκε εκεί μ' όλη του τη δόξα, πρώτη του έννοια στάθηκε να λευτερώση τους Αρειανούς Γότθους από τα Θεοδοσιακά τα ψηφίσματα, και να τους παραχωρήση εκκλησιά για να λειτουργιούνται. Με το να βρήκε όμως απρόσμενο κι αλόγιστο αντίπαλο το Χρυσόστομο, απότυχαν αυτά του τα μέτρα.
Έξη μήνες ο Γαϊνάς από τη μια κι ο Τύφος από την άλλη έφεραν άνω κάτω την Πόλη με τις ραδιουργίες τους, πότε το παλάτι ζητώντας να κυριέψουν, πότε το δημόσιο το θησαυρό ναρπάξουν. Ξεφύτρωσαν όμως άξαφνα νέοι αντίπαλοι· είχε και μέσα στο στρατό πολλούς που δεν τονέ χωνεύανε. Βλέποντας λοιπόν τόση αντίσταση και μην μπορώντας να πετύχη τους σκοπούς του, αποφασίζει να φύγη από την Πρωτεύουσα. Καμώνεται τον άρρωστο, και πηγαίνει στην Εκκλησιά του Αγίου Ιωάννη ως εφτά μίλια απέξω από την Πόλη, τάχατες να λειτουργηθή. Είχε και τους Γότθους καθοδηγεμένους να τον ακολουθήσουνε. Βλέποντας ο Λαός τους Γότθους που ξεκινούσαν, τους πιάνει τρόμος. Στην Πύλη που έβγαιναν οι Γότθοι, στεκότανε κάποια ζητιάνα. Ανατρομάζει η ζητιάνα, και θαρρέψαντας πως θα χαλάση ο κόσμος αρχίζει και παρακαλιέται μεγαλόφωνα. Ακούγει ένας Γότθος την προσευκή της, οργίζεται, και κάμνει να τη σφάξη. Πρόφταξε όμως ένας δικός μας κ' έστρωσε κάτω το Γότθο με μια σπαθιά. Αυτό είταν η αρχή του κακού. Όλοι οι πολίτες στο ποδάρι σηκώθηκαν. Κι άμα το μυρίστηκαν πως είτανε δυνατώτεροι και πιώτεροι, τους ρίχτηκαν αλύπητα τους βαρβάρους. Ξέφυγαν κάμποσοι Γότθοι, είναι αλήθεια· όταν όμως σφάληξαν τις πύλες κι απόμειναν απομέσα ως εφτά χιλιάδες Γότθοι, μήτε τάσυλο που γυρέψανε μέσα στο ναό του παλατιού δεν τους φέλεψε, μόνο άνοιξε ο ξεφρενιασμένος ο λαός την εκκλησιά από τη στέγη και τους ξόντωσε τους άμοιρους με λιθάρια και με δαυλούς αναμμένους (12 Ιουλ 400).
Ήρθε τότες και του Τύφου η ώρα. Δικάζεται, απομαρτυριούνται οι συνωμοσίες του με το Γαϊνά, και φυλακίζεται. Κι α δε θανατώθηκε, το χρωστούσε στον αδερφό του τον Αυρηλιανό, γυρισμένο τώρα στην Πόλη, που είχε φύγει για να γλυτώση από του αδερφού του τον κατατρεγμό.
Όσο για το Γαϊνά, αυτός πήγε κ' έσμιξε με τους Γότθους της Θράκης να βγη με δαύτους και να κουρσέψη. Αποτυχόντας όμως και σε τούτο, ξεκίνησε κατά τον Ελλήσποντο, για να διαβή στη Μικρασία. Κατεβαίνει στην Άβυδο, και τι να δη! Ο γέρος ο Φραβίττας — Γότθος κι αυτός, μα πιστός στο Βασιλέα, καθώς άλλοτε στο Θεοδόσιο, που και τη ζωή του μια φορά του γλύτωσε — κρατούσε την αντικρινή χώρα με μεγάλο στρατό. Αφού χασομέρησε κάμποσο ο Γαϊνάς στην Άβυδο, καταπιάνεται το πέρασμα από στενό μέρος που δεν έβλεπε πλοία. Φτειάνει λοιπό σάλιες, φορτώνει απάνω τους ανθρώπους του, κι αφίνουνται στο ρέμα. Τους αγναντεύει ο Φραβίττας και στέλνει αμέσως πλοία και τους βυθίζει. Σέρνει και φεύγει τότες ο Γαϊνάς απελπισμένος κατά τα όρη του Αίμου· μα και κει καλλίτερη τύχη δε βρήκε, μόνο τον πιάνει ο Βασιλέας των Ούνων ο Ούλδης, του κόβει το κεφάλι, και το στέλνει δώρο στον Αρκάδιο. Τέτοιο είταν το τέλος του Γαϊνά.
Όσο για το Φραβίττα, ειδωλολάτρης όντας αυτός κι όχι Αρειανός, η μόνη χάρη που ζήτησε τότες του Αρκαδίου είτανε να τον αφήση να προσκυνάη τους θεούς του κατά τις δοξασίες του. Έστερξε ο Αρκάδιος στην παρακαλεσιά του γέρου, κ' έκαμε ίσως τότες την πιο αρχοντικιά πράξη του.
Μ' αυτό λοιπόν τον τρόπο ξέσπασε το Γοτθικό εκείνο το σύννεφο και διαλύθηκε πρι να κατεβάση φοβερώτερους κεραυνούς στην Ανατολή. Γραφτό της είταν της Δύσης να τους παραλάβη αργότερα. Εκεί μεριά λόγιαζαν όσοι από τους Γότθους ονειρευόντανε μεγαλεία και δόξες, εκεί κι ο Αλαρίχος, που λες κι ο Θεός τονέ φώτισε και τονέ ζούλευε το Γαϊνά αντίς να τονέ βοηθάη.
Από τον καιρό του αποκεφαλισμού του Γαϊνά ως το θάνατο της Ευδοξίας και του Αρκαδίου, που έτυχε να πέσουν στον ίδιο χρόνο μέσα (408), το Κράτος απόμεινε στα χέρια του Βασιλέα και της Βασίλισσας, ή να πούμε τη σωστή αλήθεια, της Βασίλισσας. Δεν απόλειπαν όμως κ' οι ενέργειες, μια του ενός αυλικού ή αξιωματικού, και μια του άλλου. Φυσικό πράμα, ύστερ' απ' όσα ιστορήσαμε. Ρίξε μέσα στο καθάριο νερό χώμα, θα θολώσει το νερό και θα μείνη κάμποσον καιρό θολωμένο. Καθώς όμως το νερό υπάρχει πάντα, και πάλε με τον καιρό θα κατασταλάξη, έτσι και το έθνος μας δεν πάει να πη πως έπαψε να υπάρχη επειδή και το θόλωσαν οι Γότθοι με τη βαρβαρωσύνη τους, ή οι ευνούχοι με τις ραδιουργίες τους. Το έθνος ζούσε πάντα, και τόδειξε όταν αναγκάστηκε ο Αρκάδιος να νομοθετήση να γράφεται κάθε δικαστική απόφαση στη γλώσσα του· τόδειξε τότες που δεν πέρασε του Γαϊνά το θέλημα με τους Αρειανούς· και τέλος όταν ξέσπασε η οργή του κ' έπεσε αστροπελέκι απάνω στους Γότθους. Μα κι άλλα πολύ μεγαλήτερα και πιο δοξασμένα σημάδια της Ρωμαίικης της ζωής και δυναμωσύνης θα δούμε στακόλουθο το κεφάλαιο.
ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Συνέσιος και Χρυσόστομος
Πάντα από τη μεριά της αλήθειας και της δικαιοσύνης πολεμούσε το Έθνος με τους ηρώους που φυσικό του είταν απαρχής να γεννάη και να θρέφη, και πάντα τα στεφάνωσε η νίκη τα δοξασμένα του τέκνα, μα ας είταν και Γότθοι οι αντίπαλοί τους. Πασκίσαμε στάλλο κεφάλαιο να δείξουμε πώς το Έθνος δεν πνίγηκε μέσα σε κείνον τον κατακλυσμό. Και τι καλλίτερη απόδειξη θέλουμε παρά τους δυο νέους φωστήρες, που ξεπροβάλανε σαν αστέρια απ' ανάμεσα από τα μαύρα σύννεφα και φώτισαν τα Έθνος και το βοηθήσανε να περάση κι αυτή τη φουρτούνα και να σύρη κατά το μεγάλο του δρόμο.
Αρχίζουμε από το Συνέσιο της Κυρήνης, Ελληνικής αποικίας στα βορεινά της Αφρικής αιώνες πολλούς. Στον τέταρτο αιώνα η Κυρήνη δεν μπορούσε πια βέβαια να φυλάγη την αρχαία της λαμπρότητα, μα ήξερε ακόμα να βγάζη μεγάλους άντρες, και παράδειγμα ο Συνέσιος. Από πλούσιους γονιούς γεννημένος, αναθράφηκε κατά τα κλασσικά συστήματα των καιρών εκείνων, πάει να πη σπούδαξε ρητορική και φιλοσοφία· ως και στην Αλεξάντρεια πήγε κι άκουσε τη μυριοκαμάρωτη την Υπατία, την πανώρια εκείνη μάγισσα, που λες κι όλα τα στολίδια της ελληνικής σοφίας τα είχε καταθεμένα κορώνα στα κάλλη της και στην αρετή της, που λες και παράσταινε στον κόσμο την τρισυπόστατη Πλατωνική ιδέα της Αλήθειας, της Ομορφιάς και της Αγαθωσύνης. Νέοι και γέροι, φτωχοί και πλούσιοι, τρέχανε και την ακούγανε σαν ξηγούσε με μαγευτική ευγλωττία τα μυστήρια της Επιστήμης. Σειρήνα μονάχη, που πρόβαλε κ' έψαλε τολοΰστερο άσμα της κλασσικής αρχαιότητας.
Αφού λοιπόν κάμποσο έμεινε εκεί και σπούδαζε ο Συνέσιος, μεταγύρισε στην πατρίδα του, και βρίσκοντας την παραζαλισμένη από τη μια με τις βαρβαρικές φυλές που κάθε λίγο πλάκωναν, από την άλλη με τους απάνθρωπους διοικητάδες που της έστελνε η Κυβέρνηση, αναδέχτηκε νανέβη στην Πρωτεύουσα και να ζητήση την προστασία του Αρκαδίου. Τότες είναι που τούφερε και βασιλική κορώνα προσφορά από τους πατριώτες του, που μήτε σκούφια κοινή δεν του άξιζε. Είναι αξιοσημείωτος ο λόγος του προς τον Αυτοκράτορα τότες, που σε γλώσσα όχι πολύ ταιριαστή με τους καιρούς έλεγε πράματα κάμποσο ταιριαστά με τη φρόνηση· παράσταινε δηλαδή την κατάσταση του τόπου, τις συφορές του, την ανωφέλευτη πολυτέλεια της Αυλής, και τέλος τανοικονόμητο κακό της Γοτθικής τυραννίας κι αχορτασιάς, που εξαιτίας της μήτε στρατό πια καθαυτό ντόπιο δεν είχε. Είναι αλήθεια πως αυτό είταν αποτέλεσμα της αναπόφευγης πολιτικής του Θεοδοσίου· μα αν πάλε ο Αρκάδιος είχε τη γνώση και τη δύναμη να ξαναοργανίση το στρατολογικό σύστημα και ναφίνη τον καθένα να γίνεται στρατιώτης, κι όχι μονάχα όσους είχαν τον τρόπο να πλερώνουν φόρους, καθώς κι αν η στρατιωτική δεν καταντούσεν είδος επάγγελμα που κατέβαινε από πατέρα σε γιο, ο στρατός δε θα γινότανε ολότελα όργανο τω Γότθων, παρά θάμνησκε να πούμε εθνικός.
Μα κι άλλες συβουλές κάμποσο φρόνιμες τούδινε του Αρκαδίου ο Συνέσιος· ναφήση τα καλοπάθια, να το ρίξη στην πολεμική και στα γυμνάσια καθώς οι προγονοί του, Έλληνες και Ρωμαίοι, κι άλλα τέτοια. Πού όμως να χωρέσουν τέτοιες ιδέες στο κεφάλι του Αρκαδίου, και μάλιστα με τόση ρητορική ψιλοδουλεμένες! Του κάκου πήγαν οι συβουλές του, και γύρισε στην πατρίδα του λυπημένος κι αποκαρδισμένος.
Παράξενο σμίγμα ο Συνέσιος· αρχαϊκός πολίτης και φιλόσοφος από τη μια, Χριστιανός Ιεράρχης από την άλλη. Λες και στεκότανε στο κατώφλι του νέου κόσμου. Ο ήλιος που βασίλευε τον περέχυνε πίσωθε, το νέο φως τον οδηγούσε από μπρος.
Πότε βαφτίστηκε δεν το ξέρουμε. Γνωρίζουμε μόνο πως πρι να χεροτονηθή Αρχιερέας, είταν παντρεμένος στην Αλεξάντρεια, και πως τονέ βλόγησε ο Θεόφιλος εκείνος της Αλεξάντρειας, που και στου Θεοδοσίου τον καιρό τον ανταμώσαμε και πάλι θα τον μεταειδούμε. Κάμποσον καιρό φαίνεται νάζησε τη νοικοκυρεμένη αυτή ζωή, πότε μελετώντας, και πότε πάλε κυνηγώντας και διασκεδάζοντας. Προπάντων του άρεζε να γράφη ποιήματα θρησκευτικά και φιλοσοφικά.
Δεν τον αφήκαν ως τόσο στην ησυχία του· ο κόσμος όλος τονέ γύρευε. Μια μάλιστα από τις πολιτείες της Κυρηναϊκής τον έτρωγε να στέρξη να γίνη Αρχιερέας της. Του κάκου μηνούσε του αδερφού του πως δεν είτανε γεννημένος για τις φουρτούνες της πολιτικής και της θεολογίας, πως η καρδιά του τον τραβούσε κατά τα ειρηνικώτερα λημέρια της μελέτης και της φιλοσοφίας, πως δεν είτανε μήτε ανύπαντρος, και τέλος πως δεν παραδέχουνταν κάμποσα δογματικά της εποχής του, μήτε το συνήθιζε να καμώνεται πως συφωνεί σα δε συφωνούσε. Ο λαός όμως αυτά δεν τάκουγε. Ο λαός — που ο Συνέσιος τον καταφρονούσε με κάποια σα δασκαλήσια περηφάνεια — είχε αρκετή γνώση και δύναμη να κάμνη το θέλημά του, και τόσο φωτισμένα φέρθηκε, που ταψήφησε όλα εκείνα τα μπόδια κι ανέβασε ταγαπημένο του τέκνο στον Επισκοπικό θρόνο.
Μονομιάς φανερώθηκε ο ακέριος του χαρακτήρας. Είχε τότες η Κυρηναϊκή Διοικητή τον Αντρόνικο, σκληρόκαρδο κι ανήμερο θεριό. Οι αδικίες του φαρμάκωναν όλη τη χώρα. Τίποτις δεν το είχε να παραδίνη αθώους στα βασανιστήρια με την παραμικρή αφορμή. Άρχισε πρώτα ο Συνέσιος με το καλό και με τις συβουλές. Βλέποντας πως δεν έβγαινε τίποτις, παρά πως χόλωνε κιόλας ο Αντρόνικος που πήγαινε ο Ιεράρχης και παρηγορούσε τα θύματά του, αποφασίζει ο Συνέσιος και τον αφορίζει. Κάμνει ταδύνατα δυνατά ο Αντρόνικος να μαλακώση το Δεσπότη, και το καταφέρνει. Σαν ξανάρχισε όμως πάλε, δε γελάστηκε πια ο Συνέσιος, μόνο τον ξαναφορίζει, και τέτοια μέτρα έλαβε που κ' η Αυλή ακόμα τον ξέκαμε τον Αντρόνικο.
Είχε, καθώς είδαμε, η Κυρηναϊκή κι άλλο μεγάλο κακό, τους βαρβάρους που πλάκωναν και τη ρήμαζαν κάθε λίγο. Κι ο κακορρίζικος ο βασιλικός Επίτροπος, αντίς να νοιαστή τον άμοιρο τον τόπο, έβαλε μέσα σε δυο καράβια τους θησαυρούς που είχε αρπαγμένους, έτοιμος πάντα να κάμη πανιά και να ξεκόψη! Όξω φρενών ο Συνέσιος σαν τάκουσε αυτά. «Στρατηγός» έγραψε στο θυμό του απάνω, «στρατηγός, και να στέκεται στο κουπί! Κ' εγώ ο Συνέσιος, ο φιλόσοφος, να στέκουμαι στα τειχίσματα απάνω!» Κι όχι μονάχα στα τειχίσματα παραστεκότανε, μα και καβαλλάρης έβγαινε ο Κυρηναίος ο Παπαφλέσσας, ναγναντεύη του εχτρού τα κατατόπια. Ως και πολεμικές μηχανές αγωνιζότανε να σοφιστή με τις επιστήμες που γνώριζε από τη νιότη του. Και μέσα σ' όλην αυτή την παραζάλη θυμούνταν πάντα και την Υπατία και της έγραφε γράμματα πατριωτισμό και ξαποφασιά γεμάτα.
Δεν αποβάσταξε όμως ως τέλος ο χρυσόκαρδος ο Ιεράρχης, μόνο μιλώντας απάνω σε μια από τις μεγαλήτερες εκείνες συφορές, συνεπήρε τον ταραγμένο του νου η θλίψη κ' η απελπισία, αντρίκια όμως κι αυτή. «Ως πότε» έλεγε «ως πότε θα στέκουμαι στα τειχίσματα απάνω;... Πάει πια, πιανούμαστε, δενούμαστε, πουλιούμαστε σκλάβοι... Κι ως τόσο εγώ θα μείνω εκεί που βρέθηκα, στην Εκκλησιά μου, στη χώρα μου. Εδώ και ζωντανός αν είμαι θα κάθουμαι, κι αν πεθάνω θα κοίτουμαι».
Δεν μπορέσανε μηδέ τότες οι βάρβαροι να χαλάσουν τη Μητρόπολή του, πλημμύρισαν όμως όλη την άλλη χώρα κι από πλούσια την αφήκαν παντέρημη.
Το τέλος του Συνεσίου δεν το γνωρίζουμε, είνε όμως κατιτί να γνωρίζουμε πως έζησε κ' έπραξε τέτοιος Επίσκοπος τότε στα μεσηβρινά μας μέρη, καθώς στα βορεινότερα αναφάνηκε ο Χρυσόστομος.
Έχουμε κάτι πιώτερα και σπουδαιότερα να πούμε για το Χρυσόστομο. Κ' ίσως το καλλίτερο θα είναι να ισκιογραφήσουμε τη βιογραφία του σαν του Συνεσίου σε τούτο, και ναφήσουμε για ξέχωρα κεφάλαια ό,τι άλλα απομένουνε να σημειωθούν.
Το ξέρουμε, και σα δεν το ξέρουμε, ταπομαντεύουμε το γιατί ονομάστηκε Χρυσόστομος. Ο πατέρας του ονομαζότανε Σεκούντος, κ' είτανε μεγάλος στρατιωτικός στην Αντιόχεια· η μητέρα του λεγότανε Ανθούσα και τονέ γέννησε στα 344. Αν και χριστιανόπουλο, τάκουσε κι ο Ιωάννης τα ρητορικά μαθήματα του σοφιστή του Λιβανίου. Όποιος ορέγουνταν τότες κάτι να γίνη, έπρεπε να πάη στο Λιβάνιο. Φαίνεται πως πολύ τον πόνεσε ο μεγάλος ο σοφιστής τον Ιωάννη, και πως τα σίδερα έφαγε να τον πλανέψη και να τονέ γυρίση ειδωλολάτρη με τα μαγικά εκείνα Ομηρικά παραμύθια του. Μα της μητέρας το θέλημα στάθηκε πιο δυνατώτερο, της μητέρας εκείνης που ο ίδιος ο Λιβάνιος τηνέ θαμάζουνταν, κι ο νους του δεν το χωρούσε πώς να μην ξαναπαίρνη δεύτερον άντρα σα χήρεψε. Σώζεται ακόμα γράμμα του Λιβανίου που συχαίρεται τον Ιωάννη σαν άρχισε δικηγόρος στην Αντιόχεια. Σώζεται κ' η απάντησή του σαν τονέ ρωτήξανε στα γεράματά του ποιόν αφίνει διάδοχο. «Τον Ιωάννη θάλεγα» είπε «μόνο που μας τον έκλεψαν οι χριστιανοί.» Τέτοια υπόληψη κι αγάπη τον είχε.
Καθώς όμως άλλοτες ο Βασίλειος κι ο Γρηγόριος, έτσι κι ο Χρυσόστομος δεν έμεινε πολύν καιρό δικηγόρος. Μόλις βαφτίστηκε και τον έκαμε Αναγνώστη του ο Μελέτιος της Αντιόχειας. Άξαφνα ως τόσο τον πιάνει ακαταπόνετη λαχτάρα τον Ιωάννη να σύρη και να βυθιστή σ' απομόναχες μελέτες και σε καλογερικούς στερεμούς για το καλό της Χριστιανωσύνης. Αρρώστια του καιρού του, καθώς είδαμε κι από τους άλλους Πατέρες. Του κάκου πάσκισε η μητέρα με θρήνους και με δάκρυα να τονέ μεταπείση· πήρε τα μάτια του κι αποτραβήχτηκε στη μοναξιά κ' έμεινε αποκοσμωμένος, ώσπου βαρειά αρρώστια τον ξανάφερε στην πατρίδα του ύστερ' από έξη χρονών τυράννισμα. Δεν μπόρεσε πια όμως να μεταγυρίση στην ερημιά σαν ανάλαβε. Είχε δεν είχε τον έμπλεξε στα δίχτυα του ο Μελέτιος. Από Αναγνώστης χεροτονιέται Διάκος, από Διάκος Πρεσβύτερος· τέλος διορίζεται και Δίδαχος μέσα στην Αντιόχεια. Τις διδαχές τις έβγαζαν τότες οι επίσκοποι. Ο νέος όμως επίσκοπος ο Φλαβιανός έδειξε κάμποση μεγαλοφροσύνη σαν έβαλε τον Πρεσβύτερο να διδάσκη, κι ας είταν ατός του επίσκοπος. Μια και φανερώθηκε του Χρυσοστόμου το χάρισμα, έτρεχε η Αντιόχεια όλη να τον ακούση. Ως κ' Εβραίοι κ' Εθνικοί πηγαίνανε για χάρη του στη Μητρόπολη. Απ' αυτού να νοιώσουμε τι πάει να πη Αντιόχεια. Ακούμε βαρβαρικές πλημμύρες και κατατρεγμούς, και φανταζούμαστε πως έπεφτε σε κάθε κόχη της χώρας ο μαύρος τους ίσκιος. Κι ως τόσο στην Αντιόχεια ο κόσμος τρελλαινότανε μ' ένα Χρυσόστομο, κι όχι από θεοφοβωσύνη όλοι τους, παρά και πολλοί από καλλιτεχνικό ενθουσιασμό. Πολιτισμός αυτός κι από το σημερνό μεγαλήτερος, αφού δα σήμερα μήτε στη Λόντρα δεν πολυτρέχουν Εβραίοι νακούσουνε μεγάλο χριστιανό Ιεροκήρυκα.
Ήξερε ο Χρυσόστομος να τα λέη όχι μονάχα με τέχνη, μα και με τρόπο που τους συνέπαιρνε όλους· όχι μονάχα ρητορικός, μα και δραματικός. Κι ίσως το μεγαλήτερο δώρο του είταν ο ρεαλισμός του εκείνος που, καθώς θα δούμε, χρησίμεψε και για άλλο καλό εξόν από το σκοπό που είχε στο νου του. Σκοπός του είτανε να χτυπάη το κακό όπου τόβλεπε· και για να το χτυπάη στα γερά το ιστορούσε κατά πώς τόβλεπε με τα μάτια του. Μ' αυτό του το σύστημα μας άφησε ολοζώντανες ζουγραφιές των εθίμων και των ηθών του καιρού του. Παράδειγμα αυτές δα οι ομιλίες της Αντιόχειας. Αφίνουμε τις ποιητικές μεταφορές, τις Γραφικές ερμηνείες, και τις ηθικές συβουλές που λάμπουνε σκόρπιες μες στα γλυκά του λόγια, μα οι ομιλίες εκείνες μας ξετυλίγουν και σατυρικές εικόνες της όχι πολύ ασκητικής ζωής των πατριωτών του. Δεν άφινε μήτε μέγαρα, μήτε φαγοπότια, μήτε ιπποδρόμια, μήτε τις αρχόντισσες που γυρίζανε τους δρόμους μ' αρίθμητους δούλους κ' ευνούχους κατόπι τους· μα και τους φιλοσόφους τους έλουζε κατά πώς τους άξιζε, ιστορώντας ταγέρωχό τους στάσιμο, τις γενειάδες, και τάλλα στολίδια τους που τα γνωρίζουμε κι από τον Εθνικό το Χρυσόστομο, το Λουκιανό.
Δώδεκα χρόνια μάγευε την Ανατολή με τις ομιλίες του ο Χρυσόστομος, ως τα 387, χρόνο δύσεχτο καθώς ξέρουμε για την Αντιόχεια. Και μήτε τότες δεν έπαψε, παρά όσο ο γέρος ο Φλαβιανός πολεμούσε να μαλακώση το Θεοδόσιο και να προλάβη τον ξολοθρεμό της δύσμοιρης Αντιόχειας, άλλο τόσο αγωνίζουνταν κι ο Χρυσόστομος να παρηγορή το λαό και να τον αρματώνη με πίστη κ' ελπίδα. Οι ομιλίες του σε κείνη απάνω την κρίσιμη ώρα είναι ίσως από τις πιο συγκινητικώτερές του. Πότε περιγράφει τα βάσανα του γέρου Επισκόπου που όρη και βουνά διάβαινε νανταμώση το Θεοδόσιο και να του ζητήση συχώρεση για την Αντιόχεια, πότε τη θλίψη του απελπισμένου λαού που γύρευε κι αυτός να πάρη τα όρη για να ξεγλυτώση από τη βασιλική οργή, και πότε πάλε παρασταίνει τη φρίκη του ο Χρυσόστομος θωρώντας στο Πραιτώριο ταδέρφια του να παιδεύουνται και να τυραννιούνται. Και το συμπέρασμα, πάντα ελπίδα, πάντα παρηγοριά, πάντα πιο καλότυχα υστερνά.
Καθώς θυμούμαστε, ήρθε τέλος η βασιλική η συχώρεση. Φτάνουν οι ταχυδρόμοι στην Αντιόχεια με τα νέα, και ανεβαίνει ο Χρυσόστομος στον άμπωνα και με λόγια ολόχαρα σκορπάει του λαού τη θλίψη. Όρια δεν είχε η χαρά τους και τελειωμό δεν είχαν τα πανηγύρια τους.
Άλλα δέκα χρόνια έκαμε στην Αντιόχεια ο Χρυσόστομος διδάσκοντας καθώς πρώτα, κ' ίσως θάμνησκε εκεί ως το τέλος α δεν αντιλαλούσε και στην Πρωτεύουσα το μεγάλο του όνομα. Άμα λοιπό χήρεψε ο πατριαρχικός θρόνος στα 397 κι άρχισαν τα μαλλώματα ποιος να πρωτοσκαλώση, Βασιλέας και λαός, φτωχοί και πλούσιοι, όλοι μ' ένα στόμα το Χρυσόστομο φώναζαν. Ως κι ο Ευτρόπιος καθώς είδαμε κείνονα διάλεξε, δίχως άλλο για λόγους δικούς του αυτός, ίσως μην τύχη κι ανέβη κανένας παρόμοιος του στην αχορτασιά. Ο Χρυσόστομος όμως δεν τη ρέγουνταν τόση δόξα· προτιμούσε αυτός την πατρίδα του όπου πέρασε τόσα χρόνια της νιότης του, και μπορούμε να πούμε πως με το στανιό τονέ χειροτόνησαν Πατριάρχη στα 398.
Στην αρχή αρχή λαός, κλήρος, αυλικοί, Βασιλέας, και μάλιστα η Ευδοξία, όλοι τονέ λάτρευαν και τον τιμούσαν. Η αγάπη αυτή κ' η εύνοια από τη μια, από την άλλη η μεγάλη του νοητική λαμπροσύνη και τέχνη, τούδωσαν απέραντη δύναμη. Και τώρα το νοιώθουμε πώς δυνήθηκε ο Χρυσόστομος με μονάχη την παρουσία του να μποδίση στρατό κι όχλο να σύρουν τον Ευτρόπιο αποκάτω από την Αγιατράπεζα ύστερ' από ένα χρόνο, τότες που κατρακυλήστηκε από τα μεσούρανα της δόξας του ο Ευνούχος.
Ο Χρυσόστομος όμως καθώς στην Αντιόχεια, έτσι και στην Κωσταντινούπολη δεν περιορίστηκε σε Γραφικές ερμηνείες και σε θρησκευτικά παραγγέλματα, παρά κατέβαζε τον κόπανο της μεγαλοδύναμης ευγλωττίας του και στην ακολασία, τη σπατάλη, την ανηθικότητα, που καθώς σήμερα βασιλεύουνε μέσα σε κάθε μεγάλη πρωτεύουσα, έτσι και στο Βυζάντιο τότες, αν και ίσως όχι όσο τώρα. Δεν τα ιστορούμε εδώ τα όσα χτυπούσε, επειδή θα ιστορηθούνε σε ξέχωρο μέρος. Δεν αφήκε μήτε μεγιστάνους, μήτε λαϊκούς, μήτε κληρικούς, κι απ' όλους πιώτερο ράβδιζε τους ακόλαστους κληρικούς. Μα και σαν Πατριάρχης που είταν, ακόμα μακρύτερα πήγαινε, κι άμα ξετρύπωνε τίποτις άτοπο στην περιφέρεια του μέσα, τους παίδευε κιόλας. Και τόσο μάλιστα τον ξάνοιξε τον κύκλο του, που όχι μόνο στη Θράκη, παρά και σ' όλη τη Μικρασία έφτανε η δύναμή του. Δεκατρείς επισκόπους λεν πως ξεθρόνισε στη Λυδία και στη Φρυγία μονάχα. Τέτοια λοιπό μέτρα δεν μπορούσε να τα λαβαίνη δίχως να κάμνη εχτρούς και να βρίσκη φοβερή εναντίωση μέσα στον τόπο. Έπειτα είταν οι αυλικοί κ' οι άλλοι πολιτικοί αξιωματικοί.
Δεν μπορούσανε να μένουν όλοι τους καλοκαρδισμένοι, μάλιστα οι Γότθοι, αν και τους φέρνουνταν πιο πονετικά από το Συνέσιο, πιστεύοντας πως με τον καιρό θα στρώσουν και θα καταντήσουν ένα με τους δικούς μας, καθώς κ' έγινε· και για δαύτο είχε πάντα καλό λόγο για όσους Γότθους έπαιρναν εκκλησιαστικά κι άλλο είδος πολιτισμένα αξιώματα κ' επαγγέλματα. Όντας όμως οι πιώτεροι τους Αρειανοί, κι ο Χρυσόστομος αποφασισμένος καθώς είδαμε να μην ξαναφήση τον Αρειανισμό να ξανανοίξη μάτι, ερθόντας απάνω απ' αυτό κ' η Γοτθική εκείνη σφαγή, άναψαν εναντίο του πάμπολλοι μεγάλοι Γότθοι. Για δυστυχία μας δεν έπαιρνε μήτε από «διπλωματική» ο Χρυσόστομος. Τονέ γνώριζε τον κόσμο, και πάλι δεν τονέ γνώριζε· ήξερε τις κακίες του και τις θεάτριζε μ' έξοχη τέχνη, μα με τους ανθρώπους είταν οξύθυμος και συχνά απότομος. Είναι αλήθεια πως τέτοιος είτανε με τους μεγάλους κι όχι με τους μικρούς, κι αυτό μαρτυράει κάμποση μεγαλοφροσύνη κ' ευγένεια. Μα το καθαυτό συφέρο της Εκκλησίας και του Τόπου απαιτούσε κάτι πιώτερη πολιτική κ' ημερωσύνη με τους δυνατούς. Αυτό όχι μονάχα δεν το είχε, παρά και το ενάντιο δίδασκε. Τέτοια φερσίματα προς τους νόμιμους Κυβερνήτες ενός Τόπου, μα Γότθοι είναι, Ρωμαίοι είναι, ένα και μονάχο τέλος θα φέρουν· κ' ήρθε το λυπητερό το τέλος, ξέσπασε το κακό.