Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος
Part 14
Μήτε το πρόσωπό του να δη του Θεοδοσίου ο μεγάλος ο Αμπρόσιος σαν την άκουσε αυτή τη σφαγή. Τούγραψε γράμμα και του παράστησε την τρομερή αμαρτία που έπραξε, παρακινώντας τονέ να ξεπλύνη την κολασμένη ψυχή του με δέηση, με νηστεία και μ' αγρύπνια. Συνέφερε τότες ο Θεοδόσιος, και σταλήθεια μετάνοιωσε. Κι αφού έμεινε μερικόν καιρό τραβηγμένος και βασανισμένος από τη συνείδησή του, πρόβαλε μια μέρα στη Μητρόπολη να λειτουργηθή. Παρουσιάζεται τότες ο Αμπρόσιος στης εκκλησιάς το νάρθηκα, και του λέει να μη σιμώση και μολύνη το Ναό του Θεού με την παρουσία του, και πως τέτοιο αμάρτημα χρειάζεται καιρό και καιρό μετανοιωσύνη και προσευκή. Έκαμε ο Θεοδόσιος νανοίξη ομιλία και να πη πως κι ο Δαβίδ μαθές όχι μονάχα φονιάς, μα και μοιχός έγινε, κι ως τόσο από τέτοιες τιμωρίες δεν πέρασε. — «Μετάνοιωσε όμως» αποκρίθηκε ο Ιεράρχης «κ' υπόφερε βάσανα και βάσανα από τις αμαρτίες του. Και καθώς τονέ μιμήθηκες στην πράξη του, να πας τώρα να τονέ μιμηθής και στη θεογνωσία». Έμεινε τότες ο Θεοδόσιος άλλους οχτώ μήνες αφορισμένος και τιμωρημένος από τους εκκλησιαστικούς κανονισμούς, ώσπου Χριστούγεννα ανήμερα ξαναπήγε στην εκκλησιά και ξομολογήθηκε μεγαλόφωνα ομπρός στον κόσμο, πέφτοντας πίστομα χάμω, και φωνάζοντας καθώς ο Δαβίδ, «Εκολλήθη τω εδάφει η ψυχή μου, ζήσον με κατά τον λόγον σου».
Αυτά είναι τα δυο μεγαλήτερα στίγματα στο μέτωπο του Θεοδοσίου· στίγματα που δεν είχανε μήτε πολιτική αφορμή μήτε στρατηγική, παρά μόνο και μονάχο τα βάρβαρο κι αχαλίνωτο πάθος του.
Ας ξηγήσουρε τώρα με δυο λόγια και το πώς βρισκότανε κάποτες και στη Δύση ο Θεοδόσιος.
Θυμούμαστε πως στα 383 έδωσε τόπο της οργής και παραδέχτηκε το Μάξιμο Αυτοκράτορα τότες που δολοφονήθηκε ο ευεργέτης του ο Γρατιανός. Μετά τέσσερα λοιπό χρόνια ο Μάξιμος πολεμάει το συνάδερφό του το Δεύτερο Βαλεντιανό, και τονέ διώχνει από την Ιταλία. Δεν μπόρεσε πια τότες να βαστάξη κι ο Θεοδόσιος, παρά ξεκινάει και χτυπάει το Μάξιμο στον ποταμό Σάο (388), τονέ θανατώνει, και δίνει του Βαλεντιανού όλη τη Δυτική Εξουσία. Άλλα τέσσερα χρόνια (392), και φονεύει και το Βαλεντιανό ένας Φράγκος του στρατηγός, ο Αρβαγάστος, κι ανεβάζει στο θρόνο κάποιο γραμματικό Ευγένιο. Πάλι λοιπόν ο Θεοδόσιος, αφού πρώτα έστειλε τον ευνούχο του Ευτρόπιο και ρώτηξε τον ερημίτη τον Ιωάννη που φώλιαζε τότες και πενήντα χρόνους σιμά στη Θηβαΐδα μέσα σε θεοσκότεινη τρύπα, και μήτε γυναίκα δεν έβλεπε, μήτε θροφή κατασκευασμένη απ' ανθρώπινο χέρι δεν έψαχνε, παρά τρώγοντας αγριόχορτα περνούσε τη ζωή του με προσευκές και μελέτες, αφού λοιπόν τονέ ρώτηξε τον Ιωάννη ο Ευτρόπιος ανίσως και θάχη καλό τέλος νέα εκστρατεία, και προφήτεψε ο Ιωάννης πως θα χυθή ποτάμι το αίμα, μα πως θα νικήση ο Θεοδόσιος, — ξεκίνησε τότες ο Αυτοκράτορας με μεγάλο στρατό, αντάμωσε τον Ευγένιο στα 394, τον τσάκισε και πήρε όλη την εξουσία, Ανατολή και Δύση.
Δεν έμεινε όμως πολύν καιρό γενικός Αυτοκράτορας, επειδή στα 395, Γεννάρη μήνα, απέθανε από δρώπηκα αφού μοίρασε το Κράτος στους δυο του γιους, Αρκάδιο κι Ονώριο.
Τέτοιος είταν ο Μεγάλος ο Θεοδόσιος. Ανάγκη δεν είναι να ξεδιαλύνουμε πάλι το χαρακτήρα του. Ξεδιαλύθηκε αρκετά με τα έργα του, και φάνηκαν τα προσόντα του, και καλά κι αχαμνά.
Ένα όμως πράμα πρέπει ναναφερθή. Το πήραν κατάκαρδα μερικοί, και μάλιστα δικοί μας, που σκόρπισε Γότθους μέσα στον τόπο, και τάχατες νόθεψε τη φυλή μας, έξω από τάλλα κακά που προξένησε με το να διόριζε τέτοιους βαρβάρους σε σπουδαία πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα. Σάματις μπορούσε και να τους καταπιή σα δράκος να γλυτώση ο τόπος! Έπειτα, καθώς ξηγήθηκε παραπάνω, φυσιολογικά μιλώντας, η φυλή μας άλλο παρά όφελος δεν μπορούσε νάχη με τη Γοτθική αυτή ανακατωσιά. Κι αν είτανε και βάρβαροι, ήξερε πάντα η Ρωμιοσύνη και τους έκαμνε δικούς της με τον καιρό τους τέτοιους, κι απόδειξη που μετά μερικούς αιώνες μήτε σημάδι Γότθου δεν απόμεινε μέσα στο Γένος.
Δε λέμε πως δεν έπαθε μερικά δεινά από τους Γότθους η Ρωμιοσύνη. Έπαθε. Μα είταν αναπόφευγα, και το κάτω κάτω πολύ μικρότερα παρ' αν τύχαινε και μας καταχτούσαν οι Γότθοι, αν ξεφύτρωνε δηλαδή δεύτερος Βάλεντας κι όχι ο Θεοδόσιος. Κι αν πάθαμε πάλε και τόσα δεινά, και μάλιστα ηθικά, δεν έφταιγαν όλως διόλου κ' οι Γότθοι, παρά έφταιγαν κ' οι δικοί μας, που δεν είναι δα να πης πως είχαν οι ίδιοι τους Σπαρτιατικά συστήματα, μόνο άρχιζε και τον έτρωγε σαν ψώρα τον τόπο ένα είδος παραλυσία, και κοινωνική και πολιτική, καθώς θα δούμε σε λίγο. Ως κ' οι Λεγεώνες πια δεν τους ερχότανε να γυρίζουνε στη χώρα με τις αρματωσιές τους. Δεν μπορούσανε, λέει, να τις σηκώνουνε! Με τέτοια συστήματα φυσικό πράμα να πάρη απάνω του ο Γότθος, κι αυτό έγινε κάμποσον καιρό.
Η Γοτθική λοιπόν η πολιτική του Θεοδοσίου είταν, καθώς είπαμε, τέλεια, γνωστικιά, κι ανάλογη μ' ό,τι θάκαμνε κ' ένας σημερνός μεγάλος πολιτικός. Τέτοιο είταν και το πνέμα της εκκλησιαστικής του πολιτικής· γνωστικό και λογαριασμένο. Να συστηθή αναγνωρισμένη Εκκλησία μέσα στο Κράτος· να λείψουν πια τα αιώνια τα σκάνταλα. Αν κακοφαρμόστηκε, το είδαμε το γιατί. Δεν είχε ο καλότυχος την αρετή να περιορίζη μήτε τους αυλικούς του μήτε το θυμό του. Κ' έτσι έφερνε κάποτες αταξία και ρήμαξη εκεί που γύρευε να θεμελιώση τάξη κ' ειρήνη.
Όσοι θελήσανε να ιστορήσουν το Θεοδόσιο όσο γίνεται τέλεια ανάφεραν κι άλλα προσόντα του, όλα τους όμως ασήμαντα· π. χ. πως είταν πιστός σύζυγος, πως αγαπούσε να διαβάζη ιστορικά βιβλία, πως άμα αποτελείωνε μεγάλη δουλειά τόρριχνε στην ακαμωσιά, κι άλλα τέτοια. Ταφίνουμε αυτά για μερικούς μεγαλονόματους Ιστορικούς που το χαίρουνται να μεγαλολογούνε με τα μικρά και να μικρολογούνε με τα μεγάλα.
ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΑ 395 — 474
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Αρκάδιος, Ρουφίνος, Ευτρόπιος
Όσο κι αν πάσκισε ο Θεοδόσιος να σμίξη τους βαρβάρους με τα ντόπια στοιχεία και να ψαλιδίση τα φτερά τους μ' αυτή την πολιτική, τέτοια δουλειά δεν μπορούσε να γίνη άψε σβύσε. Αν τύχαινε και τούμοιαζε ο διάδοχος του, άλλος ο λόγος. Ο Αρκάδιος όμως, ο διάδοχος της Ανατολής, δεκοχτώ χρονών αγώρι, δεν πήρε από τον πατέρα του. Τον παρασταίνουν κοντό, μαυριδερό, λιγνό, ασύστατο, κοιμισμένο, κ' ίσως πιώτερο θα του ταίριαζε τόνομα _Αρκούδιος_. Τέτοιο πλάσμα πώς να κυβέρνηση και πώς να βαστάξη εξουσία! Την άρπαξαν την εξουσία και τη δύναμη τα όρνια που φτερουγιάζανε γύρω του, οι Ρουφίνοι κ' οι Ευτρόπιοι κ' οι Γαϊνάδες. Είναι σιχαμερή η ιστορία της εποχής του. Είναι όμως σύγκαιρα και δραματική, άφησε που μας διδάσκει και κάμποσα δικά μας.
Ο τετράξυπνος κι' ο παμπόνηρος ο Ρουφίνος, που τον ανταμώσαμε κάπου στάλλο το κεφάλαιο, αυτός είναι που την πρωτάρπαξε την εξουσία της Ανατολής, κ' έπαιζε στα δάχτυλα του τον Αρκάδιο, καθώς πάλε στη Δύση τον πιο μικρότερο τον Ονώριο, που τούπρεπε κι αυτουνού _Ονάριος_ να λέγεται, τον είχε του χεριού του ο Βάνταλος ο Στηλίχωνας. Όσο μικροκάμωτος και ασήμαντος είταν ο Αρκάδιος, άλλο τόσο αψηλός κι αντρίκιος ο Πραιτωριανός του Έπαρχος ο Ρουφίνος. Μα κ' η ψυχή του τόσο φιλόδοξη, αρπάχτρα και ψεύτρα, όσο νωθρή και νυσταγμένη του Βασιλέα του. Λένε μάλιστα πως και σύθρονός του ορεγότανε να γίνη του Αρκαδίου.
Αναμεταξύ πάλε Ρουφίνου και Στηλίχωνα, φαρμάκι έχτρα και ζούλια. Και τι φυσικώτερο πράμα, αφού είχε κι ο Στηλίχωνας τους σκοπούς του και δεν πήγαινε μήτ' αυτός παρακάτω στην πονηριά. Μα και το στρατό της Ανατολής τον κράταε αυτός ακόμα στη Δύση, που τον είχε εκεί φερμένο ο Θεοδόσιος καθώς είδαμε. Δεν αργήσανε λοιπό ναρθούνε στα μαχαίρια οι δυο αυτοί αρχηγοί. Στο μεταξύ ως τόσο έπαθε απερίμενο πάθημα ο Ρουφίνος. Για νάχη κι αυτός συμπεθεριό με το Βασιλέα καθώς ο Στηλίχωνας είχε με τον Ονώριο, στοχάστηκε να δώση τη μοναχοκόρη του στον Αρκάδιο. Ένα σκαλοπάτι τότες, κι ανέβαινε κι ο ίδιος το θρόνο. Έτυχε όμως να λείψη στην Αντιόχεια, για να παιδέψη κάποιον άλλον εχτρό του· κι απάνω στην απουσία του ο γέρος, ο φαλακρός, ο θεοπόνηρος ο Ευτρόπιος, ο _Πραιπόσιτος των Κουβικουλαρίων_, πρώτος δηλαδή θαλαμηπόλος, που ανέβηκε σ' αυτό το αξίωμα από τους δρόμους μ' όσο γίνεται άτιμα μέσα, σοφίζεται να του βρη δική του νύφη του Βασιλέα, και του βρίσκει την όμορφη και τη φραγκογεννημένη Ευδοξία (395). Γυρίζει λοιπόν ο Ρουφίνος στην Κωσταντινούπολη, και τι να δη; Την Ευδοξία στο θρόνο! Χολόβρασε, έσκασε, μα δε σύφερνε και να τα βάλη με τη Βασίλισσα. Δίνει λοιπόν τόπο της οργής, και ξαναρχινάει τις μάχητές του με το Στηλίχωνα, κι ας μην είχε και συμπεθεριό με το Βασιλέα.
Την αφορμή του την έδωκαν οι ΒισιΓότθοι της Μοισίας και Θράκης, που σηκώθηκαν άμα γύρισαν από τους δυτικούς πολέμους, δηλαδή μερικούς μήνες μετά το θάνατο του Θεοδοσίου, και πρι γυρίση ο άλλος στρατός. Τι τους παρακίνησε τους ΒισιΓότθους και σηκωθήκανε, καλά καλά γνωστό δεν είναι, μα δύσκολο δε φαίνεται και να το μαντέψουμε. Δεν είχανε Θεοδόσιο τώρα να τους καλοπλερώνη· δεν έγινε και το χατίρι του αρχηγού τους του Αλαρίχου που το είχε μεγάλη λαχτάρα να διοριστή Πρωτοστράτηγος. Άξαφνα λοιπόν Αλαρίχος και ΒισιΓότθοι βγαίνουν και πλημμυρίζουνε Μακεδονία, Μοισία, Θράκη. Ξετινάζουν αποπάνω τους ό,τι πολιτισμό τους είχε δοσμένο η καινούρια πατρίδα τους, και χυμίζουνε σαν πρώτα αγριεμένοι, αχόρταγοι, λυσσαγμένοι. Ως τα πρόθυρα της Πρωτεύουσας αποκότησαν κ' ήρθανε. Βγαίνει τότες ο Ρουφίνος, ανταμώνει τον Αλαρίχο, και πασκίζει με κάθε τρόπο να τον καθησυχάση. Ύστερα ξαναμπήκε στην Πόλη κ' είπε του Αρκαδίου πως τον καθησύχασε· η αλήθεια όμως είναι πως για να τον ξεκάμη, τον κατάπεισε να ξεκινήση κατά την Ελλάδα, που ως εκατό χρόνους μένοντας απείραγη από ξένους, είχε πιώτερα πλούτη για κούρσεμα.
Από την άλλη μεριά μην έχοντας, καθώς ξέρουμε, το στρατό του ο Αρκάδιος, στέλνει μήνυμα του Στηλίχωνα να πάρη το στρατό και να κατέβη να διαφεντέψη το Κράτος. Αυτό ήθελε κι ο Στηλίχωνας, ν' ανακατευτή στ' Ανατολικά. Μια δυο λοιπόν και κατεβαίνει στη Θεσσαλία, όπου στο μεταξύ έφτασε κι ο Αλαρίχος. Πρέπει εδώ να σημειωθή πως οι νεώτεροι Ιστορικοί βρίσκουν το Στηλίχωνα πιο φταιξιάρη κι από το Ρουφίνο κι από τον Αλαρίχο· μερικοί τους μάλιστα υποψιάζουνται πως αυτός τούβαλε του Αλαρίχου φιτίλια και σηκώθηκε. Όπως κι αν είναι, όταν έφτασε στη Θεσσαλία ο Στηλίχωνας, βρήκε τον Αλαρίχο τρυπωμένο μέσα σε ταμπουρωμένο στρατόπεδο, κι άθελο να πολεμήση. Ανάβοντας ο Ρουφίνος από ζούλια στο μεταξύ, καταπείθει τον Αρκάδιο και μηνάει του Στηλίχωνα να στείλη το στρατό στην Πρωτεύουσα, και να τραβήξη αυτός στα λημέρια του. Παραδίνει τότες ο δυτικός Έπαρχος την αρχηγία στο Γότθο το Γαϊνά, αποτραβιέται, κ' έτσι έμεινε ο Αλαρίχος του κεφαλιού του, κέφερε στην Ελλάδα φοβερή ρήμαξη, που χρόνους βαστούσανε τα σημάδια της.
Έρχεται ως τόσο ο Γαϊνάς στην Πρωτεύουσα με τον ανατολικό στρατό, και βγαίνει ο Αρκάδιος με βασιλική παράταξη να τους προαπαντήση. Βγήκε κι ο Ρουφίνος μαζί του. Ζυγώνει ο Ρουφίνος να τους μιλήση και να τους καλοπιάση για να τους έχη μαζί του ανίσως και ταίριαζε να σκαλώση στο θρόνο, και κει απάνου του μπήγουνε μερικές σπαθιές, και πέφτει χάμω νεκρός. Πήρε τότες το κεφάλι του ο όχλος και τόσερνε μέσα στους δρόμους. Έκοψαν και το δεξί του χέρι, και το παρουσιάζανε στις πόρτες φωνάζοντας «Δόστε του του αχόρταγου!» Τέτοια πλεονεξία την είχε ο Ρουφίνος σαν πολεμούσε.
Θεός και ψυχή του του Στηλίχωνα, που θέλοντας μη θέλοντας τον υποψιάζεσαι πως αυτός ίσως καθοδήγεψε τους στρατιώτες, καθώς και τους φίλους του Ευτροπίου στην Πόλη μέσα.
Ας ξαναγυρίσουμε μια στιγμή στην Ελλάδα, να τα καλοδούμε του Αλαρίχου τα καμώματα. Μήτ' ο Γερόντιος, ο φρούραρχος της Θερμοπύλας, μήτ' ο Αντίοχος, ο Ανθύπατος της Αχαΐας, δεν τούδειξαν την παραμικρή αντίσταση του Αλαρίχου. Και το πιο θλιβερώτερο, όσοι καλόγεροι φωλιάζανε σε κείνους τους τόπους, σταθήκανε δεξί του χέρι στην καταστροφή της ειδωλολατρικής Ελλάδας, που αυτή μονάχα έμνησκε ακόμα απείραγη, και λάτρευε τους αρχαίους Θεούς της και φύλαγε τους ναούς και τα ιερά της, καθώς είδαμε στου Θεοδοσίου την ιστορία.
Ίσια λοιπό στη Βοιωτία οι ΒισιΓότθοι, και κείθε στην Αττική. Διαγούμιζαν, κούρσευαν, έσφαζαν τους άντρες, έπαιρναν τα γυναικόπαιδα σκλάβους. Το μόνο καλό, που τις δυο πρωτεύουσες, Αθήνα και Θήβα, δεν τις πείραξαν. Τη Θήβα, επειδή τη βρήκαν καλά τοιχογυρισμένη, και την Αθήνα πάλι, επειδή φαίνεται πως οι κάτοικοι της είχαν την γνώση και τον πιάσανε με το καλό· όμως αναφέρθηκε κι άλλος λόγος, πως μπαίνοντας δηλαδή ο Αλαρίχος αγνάντεψε στα τειχίσματα την Αθηνά αρματωμένη καθώς φαινότανε στ' αγάλματα, και τον Αχιλλέα καταπώς τον παρασταίνει ο Όμηρος σαν πολεμούσε τους Τρωαδίτες, και πως φοβηθέντας έστειλε κήρυκα και ζήτησε ειρήνη. Όποιος κι αν είταν ο λόγος που δεν πείραξε τους Αθηναίους, βέβαιο πως δεν είταν από παλικαριά τους, αφού μας το είπε καθαρά ένας σύχρονος πως για άλλο δεν μπορούσε η Αθήνα τότες να παινεθή παρά για το μέλι της. Σαν πήρε λοιπόν κ' έδωκε «όρκους», μπήκε στην πόλη και λούστηκε, και κάθισε στο τραπέζι με τους προυχόντους. Κατόπι τράβηξε κατά τα Μέγαρα, δίχως να φέρη βλάβη στην Αττική, μόνο που έκαψε το ναό της Δήμητρας και της Περσεφόνης στην Ελεψίνα.
Από τα Μέγαρα έπιασε τις πολιτείες με την αράδα και τις κούρσευε. Κόρινθο, Άργος, Σπάρτη, όλες τις πέρασε. Εδώ και κει απαντούσε κάποια αντίσταση, μα από χωρικούς, ασήμαντα πράματα. Και μόνο σαν ήρθανε στην Ήλιδα οι ΒισιΓότθοι ξαναντάμωσαν το Στηλίχωνα, ξαναγυρισμένο από την Ιταλία. Τους έζωσε κάπου, σιμά στο όρος της Φολόης, μα αντίς να τους χτυπήση, τους ξανάφησε και πήραν το δρόμο τους, και μεταγύρισε στην Ιταλία. Λίγο κατόπι ξαναφυτρώνει ο Αλαρίχος στη Νέα Ρώμη, και διορίζεται τέλος πάντων Πρωτοστράτηγος του Ιλλυρικού.
Εδώ πάλε τον υποψιάζουνται μερικοί το Στηλίχωνα, κι όχι δίχως λόγο. Η ιδέα τους είναι πως τα είχε ψημένα με τον Αλαρίχο, με σκοπό να σκαρώση νέο Κράτος Ιλλυρικό, και να θρονιάση εκεί το γιο του τον Ευκέριο, ή και να βάλη στο χέρι όλα εκείνα τα μέρη και να τα ρίξη μέσα στο Δυτικό το Κράτος.
Σε τέτοια χάλια τον έφεραν τον τόπο οι καινούριες αυτές φυλές. Καθώς είδαμε όμως, μήτε οι Γότθοι δεν έφταιγαν τόσο, μήτε οι Ευνούχοι κ' οι Έπαρχοι, όσο ο Βασιλέας. Σ' ένα πράμα μάλιστα στάθηκαν πολύ άξιοι διπλωμάτες αυτοί οι παράσιτοι, που είχανε δεν είχανε τους κατάφεραν τους ΒισιΓότθους με τον καιρό και τράβηξαν κατά τη Δύση, να ζητήσουν καινούρια λημέρια κ' εκεί να το στρώσουν (401).
Και δεν είτανε μονάχα η Ευρωπαϊκή μας η μεριά που έπαθε από βαρβάρους παρά κ' η Ασιατική, και μάλιστα στον ίδιο χρόνο μέσα (395). Πλήθος Ούννοι από τις γειτονιές της Κασπίας κατέβηκαν ως τη Μεσοποταμία και φέρανε ρήμαξη και σφαγή στα μέρη εκείνα. Μα είχαν οι Μικρασιανοί κι άλλους φοβερούς εχτρούς τους _Ισαύρους_, που ροβολώντας κάθε λίγο από ταπόψηλά τους βουνά, κι ως τακρογιάλια ζυγώνοντας, και μέσα σε ουδέτερους λόγγους παραφυλάγοντας πρόβγαιναν άμα βράδιαζε, και με του φεγγαριού τις αχτίδες χυμίζανε σταραγμένα πλεούμενα, σκοτώνανε ναύτες και καραβοκυρέους, κι άρπαζαν ό,τι τύχαινε. Έστειλε, είναι αλήθεια, ο Βασιλέας κάποιον Αρβακάζη να τους παιδέψη· μα τόσο αχαμνά την πρόσεξε αυτή τη δουλειά, που στα 404 και στα 405 έβραζε η Καππαδοκία Ισαυρική κλεφτουριά.
Ας ξανάρθουμε ως τόσο στην Πρωτεύουσα. Είταν τώρα ο Αρκάδιος κούκλα του Ευτροπίου, καθώς άλλοτε του Ρουφίνου. Ο Ευτρόπιος, όνειρο και φιλοδοξία του είτανε να παίρνη όσους τίτλους κ' αξιώματα είχε η Αυλή ανώτερους του δικού του και να πλουτίζη το δικό του αξίωμα με νέα δύναμη και με νέα στολίδια. Ως κι _Ιλλούστριος_ ονομάστηκε τότες ο Πραιπόσιτος των Κουβικουλαρίων· τίτλος που τον είχαν ως τα τώρα οι Έπαρχοι μονάχα.
Παρατηρήθηκε από άξιο ιστορικό πως δυο μεγάλα στοιχεία που από καιρό είτανε ριζωμένα μέσα στο Κράτος, όχι όμως και παντοδύναμα, άρχισαν τώρα και μέστωναν και καταντούσαν οι μεγαλήτεροι τροχοί της Αυτοκρατορίας. Η στρατοκρατία το ένα, δυναμωμένη καθώς την ξέρουμε από τους Γότθους· και τάλλο, ταμέτρητα ταξιώματα που τριγύριζαν το θρόνο σαν είδος οχύρωμα, που λες και προφύλαγε το βασιλέα από το λαό. Όσα είπαμε στου Ιουλιανού το κεφάλαιο για την τιτλοφορημένη εκείνη μερμηγκιά που μπαινόβγαινε στο παλάτι, δεν είναι τίποτις ομπρός στους μύριους αυλικούς αξιωματικούς που θα τους δώσουμε μια γενική περιγραφή όπου κι αν είναι. Βέβαια, όσο βασίλευε Αυτοκράτορας δυνατόγνωμος και μεγάλος, καθώς ο Κωσταντίνος, ο Θεοδόσιος, ο Ιουστινιανός και τόσοι άλλοι, δεν πολυπείραζαν αυτά τασιατικά τα συστήματα· μάλιστα κι ωφελούσαν, καθώς θα δούμε σε λίγο. Όταν όμως ανέβαινε ανόητος Αυτοκράτορας καθώς τώρα, γέμιζε το παλάτι ραδιούργους και τυραννάκους, κι απ' όλους τους ο μεγαλήτερος κι ο περιφημότερος στάθηκε ίσως ο Ευτρόπιος.
Η δουλειά του καθαυτό είτανε να πουλάη αξιώματα, νάχη παντού κατασκόπους που σκάλιζαν και ξετρύπωναν καθετίς που του σύφερνε να γνωρίζη, και τέλος να παιδεύη αλύπητα τους αντιπάλους του. Παράδειγμα τα όσα έπαθε ο Τιμάσιος, ο Πρωτοστράτηγος της Ανατολής.
Είχε ο Τιμάσιος φερμένο στην Πόλη κάποιο Σύριο που άλλοτες πουλούσε λουκάνικα — Βάργο τονέ λέγανε — μα που κατάφερε τώρα να λάβη κι αυτός αξίωμα στο στρατό. Μαθαίνει ο Ευτρόπιος πως ο Βάργος είτανε διωγμένος από την Πόλη εξαιτίας κάποιας παρανομίας του, τον πιάνει, και φοβερίζοντας τον πως θα τονέ μαρτυρήση, τον κάμνει ο πονηρός Ευνούχος και κατηγορεί τον Τιμάσιο πως έχει στο νου του συνωμοσία! Κρίνεται λοιπόν ο Τιμάσιος και ξορίζεται στη Λιβύα. Πήγε στην έρημο, και πια δε ματακούστηκε. Κατόπι, για να μην τύχη και τα ξεστομίση αυτά ο Βάργος της γυναίκας του και μαθευτούνε, τονέ θανατώνει κι αυτόν. Τέτοιος είταν ο Πραιπόσιτος.
Μεγαλήτεροι του φίλοι είταν ο Όσιος, που από Μάγερας είχε καταντήσει «Κόμης των θείων Λαργιτιώνων», κι από κει πάλε «Μάγιστρος των Οφφικίων», κι ο Λέοντας, άλλοτες έμπορος μαλλιών, τώρα στρατιωτικός, και τόσο παχύς και μεγαλόκορμος που τον παρονόμαζαν Αίαντα, — Αίαντα όμως κορμί μονάχα, επειδή άλλο από φωνές, μεγάλα λόγια και καλοπάθια δε φαίνεται να κατείχε.
Εχτρούς όμως είχε πολύ πιώτερους, και δικούς μας και Γότθους, και πρώτο πρώτο το Γαϊνά. Πώς τον έκαμαν κ' έδρωνε αυτοί οι εχθροί του κοντά στο νου. Τόσες συνωμοσίες του σκάρωσαν που αναγκάστηκε στα 397 να βγάλη τον περίφημο νόμο που καταδίκαζε σε θάνατο όποιονα στρατιώτη ή πολίτη, ρωμιό ή βάρβαρο, έκαμνε ή και φανταζότανε συνωμοσία εναντίο «Ιλλούστριου».
Πιο πολύ όμως μπήκε καρφί στο μάτι του ο Στηλίχωνας από τη Δύση, που καθώς είδαμε όλο αφορμή γύρευε ν' ανακατεύεται στ' ανατολικά· αγκαλά το Στηλίχωνα εύλογο είτανε να τον αντιπολιτεύεται ο καθένας, μάλιστα όταν ακούστηκε πως μελετούσε ατός του να κατέβη και να βάλη την Πόλη σε τάξη. Ως και το Σενάτο τότες έβγαλε απόφαση πως ο Στηλίχωνας είναι κοινός εχτρός. Ευτύχημά μας μονάχα που άνοιξαν καινούριες δουλειές άξαφνα στην Αφρική, και τάβαλε με τον Άραβα το Γίλδο, «Κόμητα της Αφρικής» από τα χρόνια του Θεοδοσίου, μα σήκωσε τώρα κεφάλι κι αυτός, με την πρόφαση πως ήθελε να είναι της Ανατολής, κι όχι της Δύσης υποταχτικός. Μεγάλη φρόνηση, και στρατηγική και πολιτική, λέγουν πως έδειξε τότες ο Στηλίχωνας, κι απόφυγε σημαντικό δυστύχημα, επειδή μικρό πράμα δεν είτανε να χάση η Ρώμη τις χώρες που της δίνανε σιτάρι. Τονέ σπάσανε λοιπόν οι Ρωμαίοι το Γίλδο στα 398, μαζί με τους Αφρικανούς του νομάδες, κ' έγινε πια τότες μεγάλος και πολύς ο Στηλίχωνας. Γραφτό του είταν ως τόσο, κ' ύστερα από τέτοιες δόξες, πάλε να μην κατέβη στην Πόλη. Ίσως επειδή στο μεταξύ δυνάμωσε στη Νέα Ρώμη το αντίπαλο το κόμμα — οι αυλικοί κ' οι ευνούχοι —, και δεν αποκοτούσε πια να τους δείχνη δόντια, όσο κι αν είχε πολλούς και σημαντικούς δικούς του μες στο στρατό, και μάλιστα Γότθους.
Ορίστε λοιπόν που είχε και τα καλά της η διπλή εκείνη δύναμη της Πρωτεύουσας, η αυλοκρατική κ' η στρατιωτική. Έκαμαν πάμπολλα άτοπα κι άδικα, μάλιστα οι παράσιτοι της Αυλής. Όταν όμως ξεφύτρωνε μεγάλος εχτρός και τάψηνε με τόνα το κόμμα, έβγαινε τότες τάλλο και τους πολεμούσε, και γλύτωνε έτσι το Κράτος.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Άλλα Γοτθικά δράματα
Είταν τώρα τρία κόμματα στην Πόλη. Οι Γότθοι με το Γαϊνά επικεφαλής τους, που δίχως άλλο τους υποστήριζε κι ο Στηλίχωνας. Τάλλο κόμμα είταν του Ευτροπίου, κ' έσερνε κατόπι του κάθε λογής τραμπούκους, λιμοκοντόρους και τυχοδιώχτες που πρόσμεναν κάτι να τους φέξη από το παλάτι. Και τρίτο, κόμμα οι Συγκλητικοί κ' οι άλλοι χρήσιμοι πολίτες που πολεμούσαν και τα δυο τάλλα κόμματα, δηλαδή και την ξενοκρατία και την αυλοκρατία. Αρχηγό τους είχαν αυτοί τον Αυρηλιανό, γιο του Ταύρου, του Έπαρχου του Πραιτωρίου, που έπραξε «Κουαίστωρας» και κατόπι Έπαρχος της Πρωτεύουσας.
Από το μέρος τω Γότθων πήγαινε και κάποιος κακορρίζικος αδερφός του Αυρηλιανού, και λέμε κάποιος, όχι πως δεν έκαμε κι αυτός όνομα, μα επειδή δεν μας έμεινε τόνομά του. «Τύφο» τον ονόμασε αλληγορικά ο Συνέσιος της Κυρήνης, «Τύφο» λοιπόν τον ξέρει ο κόσμος τώρα. Παρασταίνεται ζαβός, στρεβλός, χοντροκοπιός κι ανήξερος άνθρωπος. Άρχισε από Ταμίας ο Τύφος· γλήγορα όμως τον έκαμαν και τα παράτησε όσα δεν έκλεψε, και τότε πήγε με το κόμμα του Γαϊνά και μ' αυτό και μάλλα συστατικά, που ένα τους δε γίνεται να σωπαστή. Τόσο ακόλαστος κι αδιάντροπος είτανε, λέει, που το είχε μεγάλο καμάρι να ρουχαλίζη επιταυτού έξυπνος όντας, και να προστατεύη κι όσους είχαν το θάρρος να ρουχαλίζουνε με τον ίδιον τρόπο κι αυτοί. Μα φαίνεται πως κ' η γυναίκα του παρακάτω δεν πήγαινε, επειδή και στα θεάματα συχνοβρίσκουνταν και στην αγορά, τέλος και στο σπίτι της κάμποσοι μπαινόβγαιναν, και μάλιστα εταίρες.
Ο καθαυτό αγώνας μεταξύ της φρόνιμης και της ξενικής παρέας έγινε στα 398, που Αυρηλιανός και «Τύφος» πολεμούσανε για το «επαρχιλήκι» του Πραιτωρίου. Κέρδισε τότες ο Αυρηλιανός· και τόσο του βαριοφάνηκε, λένε, του Τύφου, που για να ξεσκάση κατασκεύασε είδος μικρή λίμνη με ψεύτικα νησάκια, μέσα και με ζεστά νερά γεμισμένη. Κι απάνω και γύρω στα νησάκια εκείνα ο Τύφος κ' οι φίλοι του, καθώς κ' οι φιλενάδες, περνούσαν ακόλαστες ώρες.
Μέσα σε κείνον το χρόνο σηκώνουνται στο ποδάρι κ' οι Οστρογότθοι της Μικρασίας, που τους είχε ο Θεοδόσιος αποκαταστημένους στη Φρυγία από τα 386. Αυτό το κίνημα πρέπει δίχως άλλο να το είχε μαγερεμένο από την Πόλη ο Γαϊνάς. Είταν τότες στρατηγός της Φρυγίας ο Γότθος ο Τριβιγίλδος. Αυτός λοιπόν τους πήρε στο λαιμό του, ίσια ίσια ό,τι έκαμνε ο Αρκάδιος να περάση στην Άγκυρα για ν' αλλάξη αγέρι. Γαλατία, Πισιδία, Βιθυνία, όλ' αυτά τα μέρη τα διαβήκανε σα θανατικό, κι όσο πηγαίνανε μαζεύανε φευγάτους σκλάβους κι άλλους τέτοιους, και μεγάλωναν το στρατό τους. Του κάκου φώναζαν οι δικοί μας κ' ενεργούσανε χρόνους τώρα εναντίο τω Γότθων του κάκου του τάψελνε του Βασιλέα κι ο πατριώτης ο Συνέσιος, φερμένος τότε στην Πόλη, καθώς θα δούμε, να του προσφέρη κορώνα από την πατρίδα του την Κυρήνη· του κάκου πήγαν τα φρόνιμα λόγια του, σαν του θύμιζε του νωθρού Αρκαδίου πως ο στρατός του είτανε λύκους γεμάτος, κι όχι μαντρόσκυλα καθώς τους ήθελε ο Πλάτωνας τους φρουρούς της Πολιτείας, και πως οι Γότθοι και μέσα στα σπιτικά τους ακόμα πλημμύρισαν, αφού άλλο δεν έβλεπες παρά Γότθους παραγιούς και παρακόρες. Κάτω οι Ξένοι (εκκρίναι δει το αλλότριον), φώναζε ο Συνέσιος, κι όσο και νάφταιγε που δεν καλόνοιωθε την πολιτική του Θεοδοσίου, δεν είχε όμως άδικο και να θυμώνη βλέποντας τέτοια στραβή την εφαρμογή.
Σε τέτοια βράση απάνω, σε τέτοια κατάσταση κοινής γνώμης, ποιόνα στέλνει ο Αρκάδιος να σταματήση του Τριβιγίλδου το κίνημα; Το Γαϊνά! Έστειλε, είναι αλήθεια, και κάποιο Λέοντα μαζί του, μα το ίδιο σα να μην τον έστελνε, τέτοιος ανωφέλευτος είταν. Έπαιζαν είδος κυνηγώματα οι τρεις τους. Ο Τριβιγίλδος ξέφευγε από το Λέοντα, κι ο Γαϊνάς από τον Τριβιγίλδο. Εκεί όμως που τραβούσε ο Τριβιγίλδος κατά την Παμφυλία, αναπάντεχος εχτρός τον ανταμώνει ο χτηματίας ο Βαλεντίνος, που με μερικούς ντόπιους έπιασε τα στενά και με Κολοκοτρώνικη μαστοριά τους μάγκωσε τους Οστρογότθους μέσα σανεξέμπλεγη παγίδα. Γκρεμνοί στα πλάγια, και βάλτοι ομπρός και πίσω. Χαλάζι έπεφταν τα λιθάρια και κατρακυλούσαν οι βράχοι καταπάνω τους, και τους τσάκιζαν. Και μόλις με δωροδοκίες δυνήθηκε ο Τριβιγίλδος να πάρη ταπομεινάρια του και να ξεκινήση. Παρακείθε ως τόσο τσακώνεται πάλι ανάμεσα σε δυο ποτάμια, κι από εχτρούς ακόμα πιο φοβερώτερους, τους βουνήσιους που μάθανε πόλεμο κυνηγώντας Ισαύρους. Πλάκωσε τέλος και ο Λέοντας, και δίχως άλλο ψυχή δε θαπόμνησκε, μόνο που πρόφταξε κι ο Γαϊνάς με ταυτοκρατορικά τα στρατέματα και βοηθούσε πια τώρα τον Τριβιγίλδο! Κολώνει αμέσως ο Λέοντας, μα πού τον αφίνει ο εχτρός! Αναγκάζεται με το στανιό να πολεμήση, καταπονιέται, σκοτώνεται, κι απομένει όλη η εξουσία στους δυο Γότθους.