Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

Part 13

Chapter 13 7 words Public domain Markdown

Έμεινε το λοιπόν ο Γρηγόριος πνεματικός πατέρας της φουρτουνιασμένης εκείνης κοινωνίας. Και πρέπει να ειπωθή προς τιμή του — αγκαλά καθώς ξέρουμε του είτανε φυσικό — πως άλλη βία ατός του δε μεταχειρίστηκε για να καθησυχάση τα ταραγμένα εκείνα πλήθη παρά τη δύναμη του λόγου και της αγγελικής του αγαθωσύνης, πασκίζοντας με το καλό να μεταπείθη τον κάθε αλλόδοξο. Η πολιτική όμως αυτή, όσο χριστιανική κι αν είταν, κ' ίσια ίσια επειδή είτανε χριστιανική, δεν πολυάρεζε στο Παλάτι. Δεν ταίριαζε με τους αγριώτερους τρόπους των Αυλικών, που για να κολακεύουν το Θεοδόσιο γύρευαν ακόμα πιο τυραννικώτερα μέτρα. Απάνθρωπο πράμα, αφού μάλιστα οι Αρειανοί δε φάνηκαν και πολύ δύσκολοι σαν είδανε τα στενά. Συσταίνεται κατόπι από το Θεοδόσιο κ' η δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο στην Κωσταντινούπολη (381) με σκοπό να καθαρίση την Εκκλησία από κάθε αίρεση κι από κάθε ανωμαλία που της προξένησε ο Αρειανισμός, καθώς και να πανηγυρίση την ανάσταση της Ορθοδοξίας. Μα αντίς να ρηνέψη τον κόσμο αυτή η Σύνοδο γέννησε νέα σκάνταλα, με το να ενεργήσανε οι Αυλικοί να συστηθή κόμμα μέσα της και να πολεμήση το Γρηγόριο, που δεν τους κατάτρεχε πιο αλύπητα τους Αρειανούς, μόνο και σα να πήγαινε από το μέρος τους. Και τότες, που έπρεπε ο Γρηγόριος, αν είχε του Αθανασίου ή του Βασιλείου το χαρακτήρα, να μείνη σταθερός κι ακλόνιστος και να διαφεντέψη τη φιλανθρωπική εντολή της θρησκείας, άρχισε σταλήθεια να βαριεστίζη και να κλονίζεται και να λαχταρή την ποιητική τη γαλήνη, που πάντα τηνέ ζητούσε άμα του φαίνουνταν ανυπόφερτος πια ο κόσμος! Κι αντίς νανέβη το βήμα και να τους κοπανίση τους κομματικούς εκείνους κ' ίσως αγορασμένους Επισκόπους μ' αντρίκια λόγια, σηκώθηκε και τους μίλησε σαν καλός πνεματικός και τους σύστησε ειρήνη κι αγάπη. Κι αυτό πάλε καλό κι άγιο· μήτε ως εκεί όμως δεν έμεινε, παρά τους πρότεινε ύστερα να τραβηχτή ο ίδιος από το θρόνο, μα και στη θάλασσα να πάη να πέση, ανίσως και στάθηκε αφορμή της νέας αυτής ταραχής. Κι από κει πηγαίνει και δίνει την παραίτηση του στο Θεοδόσιο· κι ο Θεοδόσιος, δίχως άλλο γυρισμένος από τους κακορρίζικους Αυλικούς του, τη δέχεται την παραίτηση! Σα να του βαριοφάνηκε του Γρηγορίου η αλλαγή αυτή του Θεοδοσίου. Σα να μην το πρόσμενε τέτοιο φαρμάκι ύστερ' από τόσες και τόσες τιμές. Συγκαλεί τότες τους εκατόν πενήντα εκείνους Συνοδικούς, τους δίνει μια διδαχή που έπρεπε να τους την είχε δοσμένη απαρχής, τους προσωποδέρνει που όλο ραδιουργούσαν και παραβγαίνανε σα να είταν Ιπποδρόμιο η θρησκεία, έπειτα κάμνει την περίφημη Απολογία του με λόγια ρητορικά και με τη συνηθισμένη του τέχνη. Αγκαλά έχοντας το δίκιο μαζί του, και δίχως τέτοια τέχνη, και μάλιστα με κάτι πιότερη επιμονή και θέληση, ακόμα καλλίτερα μπορούσε να τους αποστομώση τους θεομπαίχτηδες. Πιο ωραία απ' όλα είναι η αποστροφή του λόγου εκείνου, όταν αποχαιρετάει τα δοξασμένα μεγαλεία του Βυζαντίου.

Έσυρε κ' έφυγε λοιπόν από τη Βασιλεύουσα ο Γρηγόριος, προς μεγάλη χαρά των εχτρών του, μα όχι και δίχως αξιοπρέπεια. Κι αφού πέρασε από την Καισάρεια κ' έβγαλε επιτάφιο λόγο του Βασιλείου, πεθαμμένου τότες και μερικούς μήνες, ξαναγύρισε στην πατρίδα του την Αριανζό, κ' εκεί πέρασε όση ζωή τούμνησκε γράφοντας στίχους και καλλιεργώντας το περιβόλι του. Απέθανε στα 389.

Αυτός είναι ο χαριτωμένος μας ο Άγιος Γρηγόριος, που ως τα σήμερα τονέ γιορτάζουμε και τον προσκυνούμε μαζί με τους άλλους δυο μεγάλους Ιεράρχηδες, Βασίλειο και Χρυσόστομο.

Καθώς είπαμε, τύπος καθαυτό ρωμαίικος· ρωμαίικος όμως από κείνους που έχουνε μεγάλη κι απλοϊκή καρδιά, βαθειά ευλάβεια και συμπάθεια, μερική αστασία, τέλος και κάποια δόση από ποίηση μέσα τους. Μεγάλα ως τόσο πράματα δεν είταν η ποίηση του ως τέχνη, αν και τους έβγαζε με τις χιλιάδες τους στίχους ο βλογημένος. Είδος «θρησκευτικές μελέτες» τις είπανε μερικοί· και το περίεργο, λουσμένες με κάποια λυπητεράδα που μας δείχνει πως ο λεγόμενος ρομαντισμός καινούριο πράμα δεν είναι. Καθαυτό τέχνη του είταν η εκκλησιαστική ρητορική, οι Λόγοι του, που όσο και να μην ανέβηκαν ως ταττικά ύψη του Βασιλείου, έχουν όμως τη χάρη, τη γλύκα και τη συμπάθεια πούβγαζε πάντα η ποιητική του ψυχή.

Ας ξαναγυρίσουμε στην Πρωτεύουσα τώρα. Τα τέντωνε και πήγαινε ο Αυτοκράτορας τα μέτρα του με τους αιρετικούς, χωρίς μήτε στιγμή να τα χαλαρώνη. Σα συνωμότες τους είχε. Κάθε χρόνο χρόνο κι απόνα διάταγμα τους έβγαζε. Από τα 380 ως τα 394 λες και σαν κανόνια έπεφταν οι νόμοι του απάνω στους κακόμοιρους τους αλλόδοξους. Ένας από τους νόμους αυτούς έβαζε δέκα χρυσές λίτρες πρόστιμο (τετρακόσες σημερνές λίρες) σ' όσους ή δέχουνταν ή έδιναν αιρετικό αξίωμα. Άλλος πάλε, ακόμα πιο τυραννικώτερος νόμος, μήτε να λειτουργούνται δεν τους άφινε, παρά τους κήρυττε σα να λέμε αφορισμένους. Τέλος μήτε οι διαθήκες τους δεν έπιαναν, κ' είχανε δεν είχανε γίνουνταν Ορθόδοξοι.

Δεν τόχουμε σκοπό να τα εγκωμιάσουμε και καλά τασιατικά αυτά μέτρα. Όποιος όμως είχε την υπομονή να προσέξη τ' αρειανικό το κίνημα από την αρχή του, και τα καλοξέτασε ταπανωτά του τεχνάσματα, και τόννοιωσε πως τέτοια φιλοσοφική θρησκεία καταντάει αγυρτεία όταν όσοι την πιστεύουνε δεν είναι κι αυτοί φιλόσοφοι, θα συφωνήση βέβαια πως εδώ πέρα χρειάζουνταν κόπανος δυνατός και γερός — όχι μισά πράματα. Τέτοια μάλιστα υπόληψη τον έχουμε το Θεοδόσιο, που δε μας φαίνεται τόσο πως τα μέτρα του στάθηκαν πέρα και πέρα παράλογα, όσο πως οι αυλικοί του κ' οι αξιωματικοί του τα βάλανε σε πράξη πολλές φορές με βάρβαρο και μ' απάνθρωπο τρόπο. Αυτό προπάντω θα το παρατηρήσουμε στάλλο το ζήτημα του καιρού εκείνου, το ειδωλολατρικό.

Για ναποσωστή το θεμέλιωμα της Ορθοδοξίας, έπρεπε να χτυπηθή κι ο Εθνισμός, που καθώς είδαμε, είχε κι αυτός ακόμα ζωή και δόντια. Ακολούθησε λοιπόν κ' εδώ ο Θεοδόσιος το ίδιο το σύστημα. Του πέταγε του Εθνισμού νόμους και διατάγματα απάνω κάτω σαν ταρειανικά. Όντας όμως η πηγή του Αρειανισμού μπρος στα μάτια του, μέσα στην Πρωτεύουσα, δεν είχανε γίνει και παραπολλές βαρβαρότητες στην εφαρμογή του κατατρεγμού εκείνου. Μα με την ειδωλολατρία, που και πολυκέφαλη είταν και σκόρπια σε διάφορα μακρινά μέρη, συνέβηκαν ανήκουστα πράματα, κι όχι τόσο στην Καθαυτό Ελλάδα — αυτή στάθηκε τυχερή — όσο στην Ανατολή. Αφίνουμε πια που κατά τους νέους εκείνους νόμους δεν έπρεπε, μέρα είτανε, νύχτα είτανε, μήτε θυσίες να τελούνε, μήτε ιεροσκοπίες, μήτε καμιάν άλλη παλιά τελετή. Μα και προσταγή έδωσε ο Θεοδόσιος του Πραιτωριανού Επάρχου της Ανατολής, του Κυνηγίου, να κλείση ναούς, να ξολοθρέψη είδωλα, να διώξη ιερέους, και τέλος να μοιράση τα ιερά τους χτήματα αναμεταξύ Αυτοκρατορικής Εκκλησίας και στρατού. Και τι κάμνει ο Κυνήγιος; Δυναμωμένος με φανατικούς, ίσως και πεινασμένους, Επισκόπους και Καλόγερους, πέφτει σαν πληγή μέσα στη δύσμοιρη την Ανατολή. Και σα να μην έσωναν τόσες καταστροφές, έβαλαν και μια δική τους, τη μεγαλήτερη και τη βαρβαρώτερη. Όλους εκείνους τους πανώριους ναούς, τα θάματα εκείνα της Τέχνης που Θεός το ξέρει α θα δυνηθή πια να ξαναστήση παρόμοια στον κόσμο ανθρώπινο χέρι, αντίς να τους αφήσουνε κλειστούς, ή τουλάχιστο να φανούν ίσια με τους Τούρκους γνωστικοί και να τους κάμουνε δικές τους Εκκλησιές, βαλθήκανε να τους γκρεμήσουνε, μην τύχη, λέει, και ξαναφανή κανένας Ιουλιανός και τους ξανανοίξη! Πάει τότες ο περίφημος ο ναός της Απαμείας στη Συρία, και με τρόπο που να φρίττης. Επειδή μην μπορέσαντας ο Ηρόστρατος της χώρας εκείνης, κάποιος Μάρκελλος, να γκρεμήση με τους συνηθισμένους τρόπους το θεόρατο αυτό μνημείο, χτισμένο καθώς είτανε σ' ύψωμα, με δεκαπέντε βαρειές κολώνες από την κάθε πλευρά, κ' η καθεμιά κολώνα ως δεκάξη πόδια γύρο, προστάζει κι ανοίγουν τα θεμέλια, αποθέτουν αποκάτω χοντρόξυλα, ανάβουνε φωτιά, και κατρακυλάει και πέφτει το μεγαλόπρεπο χτίριο, που λες και πέφτανε τα ουράνια! Το καταχάρηκαν τούτο οι Καλόγεροι, που θαρρούσανε, λέει, πως κάποιος Δαίμονας είταν και τους μπόδιζε να γκρεμήσουν το Ναό, ώσπου σοφίστηκε ο Μάρκελλος τον τρόπο! Όρμησαν ύστερα και στους άλλους ναούς, και λίγοι έμειναν απάνω στα θεμέλιά τους.

Τα ίδια έπαθε κι ο άλλος, ο ακόμα πιο περίφημος ναός του Σεράπι στην Αλεξάντρεια. Ο Σεράπις είτανε Θεός όχι του τόπου, παρά κατεβασμένος από τη Σινώπη κάμποσους αιώνες. Ένα μονάχο ταίρι λέγουν πως είχε ο Ναός εκείνος στον κόσμο, το Καπιτώλι της Ρώμης. Στημένος όντας κι αυτός απάνω σ' ύψωμα, τεχνητό όμως, ανέβαινες εκατό σκαλοπάτια για νάμπης. Αποκάτω από το ύψωμα, απέραντα κατώγια καμαρωτά. Ολοτρόγυρα του χτίριου μαρμάρινα περιστήλια. Κι όσο από αγάλματα κι άλλα αξετίμητα έργα, γεμάτος ο ναός μέσα. Εκεί κάπου είτανε βαλμένη κ' η νέα η Αλεξαντρινή Βιβλιοθήκη, με τα μύρια της φιλολογικά θησαυρίσματα. Δεν εννοούσε, καθώς φαίνεται, ο Θεοδόσιος μήτ' αυτά το περίφημο μνημείο να το πειράξη· φοβούνταν κι ο κόσμος μην τύχη και τον οργίση τον παράξενον εκείνο θεό, που κανένας δε φαίνεται να καλογνώριζε αν είταν καλός «Δαίμονας» ή κακός. Τον αρχιεπίσκοπο όμως της Αλεξάντρειας, το Θεόφιλο, για κακή μας τύχη δεν τονέ σκότιζε τόση δεισιδαιμονία. Σα να τονέ ζούλευε μάλιστα το Σεράπι, που τούκαμνε ο κόσμος τέτοιες τιμές! Βλέποντας οι Εθνικοί τους άλλους του κατατρεγμούς δεν αργήσανε να υποψιαστούν πως όπου κι αν είναι θα πέση η οργή του κι απάνω στο ναό του Σεράπι. Με την ελπίδα, λοιπόν πως έτσι θα το προλάβουν το κακό, σηκώνουνται στάρματα, επικεφαλής τους ο φιλόσοφος ο Ολύμπιος, κράζοντάς τους να πεθάνουνε διαφεντεύοντας τους αρχαίους βωμούς. Και σα μαζεύτηκαν όλοι πήγαν και κλείστηκαν ίσια ίσια μες στο ναό, κι από κει πότε ρίχνανε σαϊτιές, και πότε ξεχύμιζαν και ζυγώνανε με τους άλλους και τους χτυπούσαν. Τέλος έγινε ανακωχή, και συφωνήθηκε να ξεκινήσουν και ν' ανταμωθούν Εθνικοί και Χριστιανοί σε κάποια πλατεία, με δίχως άρματα όμως, και νακούσουν την απόφαση του Θεοδοσίου που του την είχανε γυρέψει. Είταν η απόφαση φυσικά ενάντια για τους Εθνικούς. Σηκώθηκαν τότες αυτοί απελπισμένοι και τραβήχτηκαν. Ήρθε τώρα η ώρα του Θεοφίλου. Ίσια στο ναό, να γκρεμηστή και καλά. Πού να γκρεμηστή όμως τέτοιο μεγαλούργημα! Μήτε τα θεμέλιά του να σκάψουνε δεν μπόρεσαν, καθώς κάμανε στην Απαμεία. Ξολοθρέψανε λοιπόν και ρήμαξαν ό,τι μπόρεσαν οι Θεοφιλίτες μέσα στο χτίριο, ταφήκανε γυμνό από κάθε στολίδι, και γεμάτο σκουπίδια και θρούβαλα. Αργότερα κουβαλήθηκαν έξω όλα εκείνα τα ιερά συντρίμμια της τέχνης, κ' έγινε ο ναός εκκλησία των Αγιώ Μαρτύρων. Όσο για την πολύτιμη τη Βιβλιοθήκη, πάει κι ακόμα πηγαίνει!

Και δεν ξέρει μα το ναι τι να πρωτολυπηθή άνθρωπος, την καταστροφή τω βιβλίων, ή τα χρυσά και ταργυρά ταγάλματα, στολίδια, βάζα, κι άλλα χρειαζούμενα του ναού, που τάλιωσαν όλα· καθώς και τα μαρμάρινα, που τάσπασαν και τα πετάξανε στους τέσσερεις δρόμους! Τέλος και το μεγαλήτερο απ' όλα εκείνα τα μνημεία, το κολοσσένιο άγαλμα του θεού, που λέγουν πως είταν έξοχο πράμα. Από λογής λογής μέταλλα χυμένο, σκήφτρο στο χέρι, και καθισμένο σε θρόνο σαν Ολύμπιος Δίας· κανίστρι στο κεφάλι, και στο δεξί του χέρι φείδι με τρεις ουρές· κ' η κάθε ουρά τέλειωνε πάλι με τρία κεφάλια· ένα σκύλος, ένα λιοντάρι, κ' ένα λύκος. Πίστευαν οι Εθνικοί πως να ταγγίξης μονάχα τάγαλμα εκείνο, και ξαναγίνεται χάος ο κόσμος. Κι ως τόσο ένας σταλήθεια αθεόφοβος στρατιώτης μ' αξίνι στο χέρι βαρύ σκαλώνει απάνω, κ' εκεί που κ' οι Χριστιανοί ακόμα πρόσμεναν κοσμοχαλασιά, καταφέρνει μια στο μάγουλο του θεού, και πέφτει το μάγουλο κάτω. Άλλη μια τσικουριά, κατόπι άλλη, και κατρακυλούν τα κομμάτια, ώσπου θρουβαλιάστηκε όλο τάγαλμα. Τραβούσαν έπειτα τα κολοβωμένα του πόδια στους δρόμους. Άλλα μέρη του κορμιού του τάφεραν και τα κάψανε στ' Αμφιθέατρο, και ξεφώνιζαν από τη χαρά τους του Αρχιεπισκόπου οι φίλοι.

Αυτά είναι τα καμάρια του Θεοφίλου, που βάλθηκε κι αυτός ναρμηνέψη τις προσταγές του Θεοδοσίου με τρόπο που αφίνει φριχτό σημάδι στην ιστορία του.

Πρόσμεναν ύστερα οι Εθνικοί να στερέψη ή να πλημμυρίση ο Νείλος, να χαλάση ο κόσμος. Πλημμύρισε ο Νείλος, είναι αλήθεια· μα κατέβηκε πάλι, αφού καλοπότισε τα χωράφια.

Κ' έτσι κατάντησαν οι Εθνικοί της Αφρικής και της Ανατολής σαν είδος Εβραίοι και χερότεροι, αφού μήτε δικούς τους πια ναούς δεν είχαν, παρά σέρνανε και πηγαίνανε στις εξοχές κ' έκαμναν κάτω από δέντρα τις τελετές τους. Σφάζανε και ψήνανε ζώα εκεί αποκάτω, έψελναν ύμνους, μα τα σπουδαιότερα σημάδια της παλιάς λατρείας ταπόφευγαν, επειδή ταπαγόρευαν οι Θεοδοσιανοί νόμοι. Μα και τις θυσίες τις κατάργησε το στερνό πρόσταγμα του Θεοδοσίου, και μάλιστα τις τιμωρούσε με θάνατο εκείνος ο νόμος.

Όσο για την Καθαυτό Ελλάδα, εκεί, καθώς είπαμε, τέτοιοι φοβεροί κατατρεγμοί και τέτοιες ρήμαξες δεν έγιναν. Ίσως δε βρέθηκαν εκεί Μαρκέλλοι και Θεόφιλοι να τις σκαρώσουνε. Δούλεψε όμως κ' εδώ η νομοθεσία του Θεοδοσίου, και στα 394, ύστερ' από διακόσες εννενήντα τρεις Ολυμπιάδες, καταργήθηκαν τέλος κ' οι περίφημοι Ολυμπιακοί Αγώνες, κ' έτσι έσβυσε κι αυτή η πολυξάκουστη δόξα της αρχαιότητας.

Λες και πλέρωνε τώρα ο δύστυχος ο Εθνισμός για του Διοκλητιανού τις αμαρτίες! Τι να κάμουν οι Εθνικοί, μέσα σε τέτοιον ανεμοστρόβιλο, θέλανε δε θέλανε πήγαιναν κ' αυτοί στην Εκκλησιά. Όσο κι αν τους απόμνησκε ακόμα μερικώνε θάρρος να γράφουν Εθνικά συγράμματα και λόγους, όσο και να σώζουνταν ακόμα κάμποσοι Εθνικοί με μεγάλα αξιώματα, ο λαός όμως που θέλει πάντα να βλέπη χεροπιαστά πράματα στη λατρεία του, μην μπορώντας πια να τελή θυσίες και πανηγύρια, γύριζε αγάλι αγάλι με το Χριστιανισμό, ώσπου σε μερικά χρόνια αρχίνησε να βουλιάζη κι αυτό τανεμοδαρμένο καράβι της αρχαιότητας μέσα στα κύματα της νέας ζωής.

Έγραφαν ακόμα, καθώς είπαμε, και λαλούσαν οι ρήτορες. Σκοτάδι και κοσμοχαλασιά τον ονόμαζαν αυτό τον ξολοθρεμό της παλιάς λατρείας. Λόγια δεν έβρισκαν αρκετά σιχαμερά για καλογέρους και μαρτύρους. Δεν τόβλεπαν πως η επανάσταση είταν αποτελειωμένη, πως τα ιερολείψανα του Αποστόλου Πέτρου είταν πια τώρα το καθαυτό προσκυνητάρι της παλιάς Ρώμης, καθώς των Αποστόλων Αντρέα, Λουκά, και Τιμοθέου, της νέας.

Εποχή μα την αλήθεια ιερολειψάνων, αγίων, και θαμάτων η εποχή εκείνη. Κάπου κάπου δίχως άλλο κρυφογλιστρούσαν και ψεύτικοι άγιοι, με σκοπό να ωφεληθούν από την ευλάβεια που συνεπήρε τον κόσμο· καθώς και ψεύτικα θάματα κ' ιερολείψανα. Αυτά όμως δεν είναι μήτε της ώρας μήτε της ιστορίας μας. Εκείνο που αξίζει περαστικά να σημειώσουμε είναι πως τ' αρχαιολατρικό το συνήθιο ναποδίνουνται ανθρώπινα συστατικά στους Θεούς μεταφέρθηκε κάπως κι αυτό στη Χριστιανωσύνη, με το να πίστευαν οι πιώτεροι τότες πως τις έννοιωθαν οι άγιοι και τις χαίρουνταν τις τιμές που τους έκαμναν, καθώς πάλε πως έστελναν κεραυνούς και παρόμοια δεινά για να τιμωρούν τους άπιστους και κακούς. Η αποστολική απλότητα αγάλι αγάλι περνούσε και πήγαινε, κ' έμπαινε στον τόπο της η νέα αυτή μορφή της θρησκείας, που δίχως άλλο τη χρωστούμε στους κατατρεγμένους εκείνους Εθνικούς.

Έτσι πλήθηναν αυτή την εποχή κ' οι τελετές, κι άλλα σφανταχτερά σημάδια πούμειναν ως τα σήμερα στις Ακολουθίες μας. Οι παράταξες κ' οι πομπές, τα παναγύρια κ' οι γιορτές των Αγίων, τα θυμιάματα, οι λαμπάδες κ' οι πολυέλαιοι, τα προσκυνήματα και τα φιλήματα των ιερών Εικόνων, οι λιτανείες, τέλος τα χαριτωμένα εκείνα συστήματα τω χωριώ μας και τω νησιώ μας, οι λειτουργίες στα ξωκκλήσια των Αγίων, πολλές φορές κάτω από δέντρα που σκεπάζουν τα ιερά τοιχογυρίσματα αντίς στέγες, τα μικρά νομίσματα που ως τις προάλλες ταποθέτανε στα στόματα τω νεκρών, και μύρια άλλα παρόμοια θρησκευτικά μας έθιμα —: τι άλλο είναι παρά συνήθια της αρχαιότητας μεταφερμένα· στο Χριστιανισμό από την κατατρεγμένη παλιά θρησκεία, απαράλλαχτα καθώς ακόμα προτήτερα παραλάβαμε τα εκκλησιαστικά μας αξιώματα και τις ονομασίες τους από τις παλιές πολιτείες; Κ' είναι για τα μας ιερά μα την αλήθεια και σεβαστά εθνικά φυλαχτήρια όλα εκείνα τα συστήματα, κι άλλη μια αφορμή να τη θεωρούμε εθνική τη θρησκεία μας.

Μα έμειναν κι άλλα πολύτιμα απομεινάρια της αρχαίας λατρείας. Όταν ο Ρωμιός ο Χριστιανός παρακαλούσε για την υγεία του, η γυναίκα του για ν' απολάψη τέκνα ή να γλυτώση από αρρώστια όσα είχε γεννημένα· ότα μελετώντας ταξίδι ζητούσε τη βοήθεια από Άγιο και μεταγυρίσαντας πήγαινε κι άναβε κερί ή έδινε προσφορά ή λειτουργούσε στο παρακκλήσι του ή στάγιο λείψανο, —: τι άλλο έκαμνε και κάμνει ακόμα η ψυχή του παρά ναντιλαλή ταπλοϊκά συστήματα της κλασικής του θρησκείας, και να τα αιωνίζη, λείψανα μα τον Ύψιστο κι από πολλά μαρτυρικά λείψανα πιο ιερώτερα.

Κ' έτσι ο Θεοδόσιος, που με μερικές κοντυλιές κατάργησε την αρχαία θρησκεία, δεν μπορούσε όμως να θάψη μαζί της και τις μύριες συνήθειες της, παρά χρησίμεψε μάλιστα με ταυστηρά μέτρα του και να φυλαχτούν πάμπολα εθνικά μας σημάδια, που ως τα σήμερα τάχουμε και ταγαπούμε και τα λατρεύουμε.

ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Άλλα καμώματα του Θεοδοσίου

Είδαμε λοιπόν πως ο Θεοδόσιος είχε δυο μεγάλες ιδέες, και πως τις έβγαλε και τις δυο πέρα. Τη μια την πολιτική, πολύ μα την αλήθεια πιο πιδέξια και πιο φιλάνθρωπη από την άλλη, τη θρησκευτική. Το μεγαλήτερο χάρισμά του, και το πιο χρειαζούμενο τότες, είταν η σιδερένια του θέληση. Αυτή τον έκαμε μεγάλο το Θεοδόσιο. Καθώς όμως οι μπόρες στα πρωτοβρόχια, εκεί που χρειάζουνταν η γης απλό δρόσισμα, κατεβαίνουν και γεμίζουνε λαγκαδιές, κι άξαφνα ροβολούν ποτάμια και συνεπαίρνουνε δέντρα και λιθάρια, και πλημμυρίζουνε χωράφια όχι μονάχα με νερά και με λασπουριά, παρά και με κούτσουρα και με πέτρες, που θαρρείς και πια δε θα δουν προκοπή, έτσι και τα μέτρα του Θεοδοσίου σαν μπόρες κατέβαιναν και παραζάλιζαν και συνέπαιρναν τότες τον κόσμο. Τα μέτρα είταν καθαυτό γνωστικά, είταν το νερό της βροχής. Μα ο απότομός του τρόπος, καθώς κι ο θυμός του εκείνος, καθώς θα δούμε, όρια δεν είχε, μοιάζανε μπόρα μονάχη. Κ' έτοιμοι πάντα οι Αυλικοί του ναποδεχτούν την ορμή της και να τηνέ χύσουνε σαν αγριεμένα ποτάμια μέσα στον κακόμοιρο το λαό.

Είναι θλιβερά τα δυο μεγάλα δυστυχήματα που προξένησε ο ανοικονόμητος ο θυμός του. Πρέπει όμως να ιστορηθούνε κι αυτά.

Είτανε στην Αντιόχεια ταραγμένος ο λαός με τον κατατρεγμό του Αρειανισμού. Κι απάνω στην ταραχή του τόσο ερεθίστηκε, που τόλμησε και να σηκώση κεφάλι· πράμα πούγινε και ξανάγινε απανωτά, και μάλιστα στην Πρωτεύουσα, και που μας διδάσκει πως είχε δα και κάποια φωνή ο λαός και τότες, και δεν έσκυβε πάντα, μόνο και θρόνους αναποδογύριζε κάποτες. Έκαμε λοιπόν είδος στάση η Αντιόχεια στα 387 και για τον Αρειανισμό, κ' εξαιτίας που ο Θεοδόσιος τους είχε βάλει βαριούς φόρους. Και δε φέρθηκαν και πολύ άσκημα στην αρχή, παρά πήγανε στους Αρχόντους και τους παρακαλέσανε με σέβας να μετριάσουν τους βασιλικούς φόρους. Άμα όμως τους κακοδέχτηκαν οι Αρχόντοι και τους φοβέριξαν πως θα τους παιδέψουν, άναψαν τότες κι αυτοί. Κι απάνω στην άψη τους πηγαίνουν και γκρεμίζουν τους αδριάντες του Βασιλέα, καθώς και της Βασίλισσας της Φλασσίλας και τω δυο Βασιλόπουλων Αρκαδίου κι Ονωρίου, τους κομματιάζουν, και σέρνουν τα κομμάτια στους δρόμους. Γλήγορα καταπονέθηκαν όμως. Και σε τέτοια περίσταση έπρεπε φυσικά ο Θεοδόσιος να πη των ανθρώπων του να βρουν τους φταιξιάρηδες και να τους παιδέψη. Τι κάμνει όμως; Ανεβαίνει το αίμα του, και προστάζει να θανατωθούν πάμπολλοι από τους προύχοντες, να δημευτούν τα υπάρχοντά τους, να σταματήση το σιτηρέσιο που λάβαινε ο δήμος, και τέλος να κατεβαστή η Αντιόχεια σε σειρά μικρού χωριού. Κι ας είναι καλά ο Επίσκοπος της Αντιόχειας ο Φλαβιανός, ο δοξασμένος βουλευτής της ο Ιλάριος, ο περίφημος ο σοφιστής ο Λιβάνιος, και τέλος, καθώς θα δούμε, κι ο στρατηγός ο Καισάριος, που πήγαν και πρόσπεσαν και τονέ φέρανε στα συλλογικά του και την ακύρωσε τη βάρβαρη προσταγή.

Στο μεταξύ ως τόσο, πριν έβγη δηλαδή η ακύρωση, έγινε το ανάστα μέσα στην Αντιόχεια. Ακολουθώντας την πρώτη προσταγή κλείνουν οι Βασιλικοί αξιωματικοί τα θέατρα, τα λουτρά και το Ιπποδρόμιο. Σταματούν το σιτηρέσιο, και στήνουνε κριτήριο καταμεσή στο Φόρο, τάχα να βρουν τους ενόχους. Αλυσοδεμένους τους έφερναν εκεί πέρα όλους τους πλούσιους. Αντίς ανάκριση δούλευαν τα βασανιστήρια, κι όσο για τις απόφασες, Θεός κ' η ψυχή τους. Πάμπολλων ανθρώπων περιουσίες δημεύτηκαν, κ' έμειναν τα γυναικόπαιδά τους στους δρόμους. Κ' οι αξιωματικοί όμως αυτοί ακόμα, όσο σκληρά κι α φερθήκανε, δεν αποκοτούσανε, λέει, να εφαρμόσουν κάθε μέτρο της Βασιλικής προσταγής, παρά τους σπλαχνιούνταν κι αυτοί τους πολίτες. Είχαν κατέβει και κοπάδια Καλόγεροι κ' Ερημίτες, παρακαλώντας κι αυτοί να πάψη τέτοια φοβερή αδικία. Κ' έτσι δυο από τους μεγαλύτερους αξιωματικούς, ο Ελλέβικος κι ο Καισάριος, το πήραν απάνω τους και σταμάτησαν τον κατατρεγμό. Ο Καισάριος μάλιστα ανέλαβε να πάη ατός του στην Πρωτεύουσα και να μιλήση του Θεοδοσίου. Και βρίσκοντας τονέ μαλακώτερο κατά καλή τύχη, έχοντας και τη βοήθεια των άλλων που αναφέραμε παραπάνω, τονέ μετάπεισε και φιλιώθηκε πάλι με την Αντιόχεια, Ξαναπόχτησαν τότες οι πλούσιοι τα υπάρχοντά τους κ' οι φτωχοί την ησυχία τους, και γλύτωσε η Αντιόχεια από μεγάλη καταστροφή.

Κι αυτά ως τόσο δεν είναι τίποτις ομπρός στα πολύ φοβερώτερα που έπαθε η Θεσσαλονίκη τρία χρόνια κατόπι (390).

Η μεγάλη και δοξασμένη αυτή Πρωτεύουσα του Ιλλυρικού είταν τότες Γότθους γεμάτη. Τους Γότθους αυτούς, πράμα πολύ φυσικό, δεν τους πολυχώνευαν οι ντόπιοι, κι όχι τόσο από φυλετική όχτρητα, όσο από τις ληστείες και τις αρπαγές που βασάνιζαν τη χώρα αφότου σκορπιστήκανε στο Βασίλειο μέσα. Για να τους συμμαζεύη λοιπόν ο Θεοδόσιος τους διόριζε φρουρούς εδώ και κει, και τέτοια μια φρουρά είχε κ' η Θεσσαλονίκη. Έτυχε τότες κάποιος άνθρωπος του Ιπποδρομίου να προσβάλη ένα σκλαβόπουλο του Γότθου φρουράρχου, του Βοδερίκου. Τακούει αυτό ο Βοδερίκος και τονέ φυλακίζει. Επειδή όμως κ' ήθελαν οι Θεσσαλονικιώτες να πανηγυρίσουν Ιπποδρομικό αγώνα, κ' είχαν ανάγκη του φυλακισμένου εκείνου, επιμένανε και καλά να τον ξελευτερώση ο Βοδερίκος. Αυτός όμως, φρόνιμα κάμνοντας, αρνήθηκε τέτοιο πράμα. Μα ο λαός, που έβραζε από το μίσος που τους είχε τους Γότθους, ξεσπάνει, και γίνεται φοβερή στάση. Θανατώνουν το Βοδερίκο και πολλούς αξιωματικούς του, και σέρνουν τα κορμιά τους στους δρόμους μέσα. Ο Θεοδόσιος είταν τότε στο Μιλάνο. Μόλις ήρθανε σταυτιά του τα γενάμενα, και φρένια τονέ συνεπαίρνει, να παιδευτή και καλά η Θεσσαλονίκη δίχως δίκη, δίχως ανάκριση. Αίμα έφτυσε, που λέει ο λόγος, ο Επίσκοπος του Μιλάνου ο Αμπρόσιος ώσπου να τον καταπείση ναλλάξη γνώμη. Ο κακορρίζικος όμως ο Μάγιστρος ο Ρουφίνος, παμπόνηρος Γαλάτης, που θα τονέ δούμε κι αυτόν αργότερα, τούβαζε ολοένα του Θεοδοσίου φιτίλια. Κ' είχε δεν είχε τον κατάφερε πάλι το Βασιλέα και ξαναγύρισε στην πρώτη απόφαση, κέστειλε το επίσημό του διάταγμα να τιμωρηθούν οι Θεσσαλονικιώτες. Καλλίτερα δε γύρευαν κ' οι Γότθοι της Θεσσαλονίκης. Γλήγορα το ξαναμετάνοιωσε, λένε, ο Θεοδόσιος, μα πού να προφτάξη πια δεύτερη προσταγή! Άμα παράλαβαν το πρώτο διάταγμα οι Γότθοι, μήτε στιγμή δεν έχασαν. Προσκαλούν τους Θεσσαλονικιώτες μέσα στο Ιπποδρόμιο, τάχα να σεριανίσουν Αγώνες που ο Βασιλέας παράγγειλε να τελεστούνε για χάρη τους. Ανυποψίαστοι αυτοί και πρόθυμοι πάντα για γλέντι, μαζεύουνται όσες χιλιάδες χωρούσαν, κι απάντεχαν την παράσταση. Και τι παράσταση! Του Γαρδικιού το δράμα απαράλλαχτο, μόνο που είτανε στα Γαρδίκι εφτακόσοι όλοι όλοι, και δω δέκα και παραπάνω φορές πιώτεροι, τοιχογυρισμένοι μέσα στο Ιπποδρόμιο. Σε τρεις ώρες μέσα ρουθούνι δεν έμεινε από τους ταλαίπωρους εκείνους, κι όχι άντρες μονάχα, παρά και γέροι και γυναικόπαιδα.