Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος
Part 12
Συλλογιέται ο Βάλεντας πως κακό δεν είναι νάχη τέτοια βοήθεια, τώρα που κ' οι Γότθοι είτανε σαν πιο πολιτισμένοι και το Κράτος το φοβέριζαν οι βαρβαρώτεροι οι Ούννοι. Μαθόντας και πως οι Γότθοι είταν Αρειανοί σαν και λόγου του, προστάζει αμέσως τους δυο Δοικητάδες της Θράκης Μάξιμο και Λουπικίνο να τους δώσουν άδεια να περάσουν το Δούναβη, αλλά δίχως άρματα. Εκείνοι όμως, ας είναι καλά τα δώρα τω Γότθων, όχι μονάχα αρματωμένους τους άφησαν και περάσανε, μα μήτε κατόπι δε νοιαστήκανε να τους ξαρματώσουνε. Λογαριάζουν πως ως ένα μιλλιούνι γοτθικός λαός και γυναικόπαιδα πέρασαν τότες, εξόν από διακόσες χιλιάδες αρματωμένοι. Μόλις κατεβήκανε στη Μοισία, και τους πλακώνει μεγάλη πείνα. Δεν τους πρόφταινε σιτάρι και προμήθειες ο Αυτοκράτορας, που τους φέρθηκε τότες κάμποσο φιλάνθρωπα. Οι αρχηγοί του όμως, άφησε που τους κακομεταχειρίζουνταν, τους ξέγδυναν κιόλας. Μια λίτρα ψωμί, ένας σκλάβος· μια λίτρα κρέας, άλλο τόσο μάλαμα. Ώσπου κατάντησαν οι δύστυχοι οι Γότθοι να πουλούν τα παιδιά τους σκλάβους — σταλήθεια, κι όχι πια μεταφορικά — για ένα κομμάτι ψωμί.
Βράζανε μέσα τους οι Γότθοι, και καρτερούσαν την ώρα τους. Έτυχε τότες ο Μάξιμος κι ο Λουπικίνος να προσκαλέσουν τους δυο Γότθους Αρχηγούς Φριτιγέρνη κι Αλάβιβο στη Μαρκιανούπολη. Κ' ήρθαν οι δυο Αρχηγοί με μερικούς ανθρώπους τους σωματοφυλακή. Βλέπουν οι δικοί μας τους ακόλουθους τούτους, και τους κλείνουν απέξω από τις πύλες, φοβηθέντας αρπαγή. Ως τόσο οι Αρχηγοί απομέσα κάμνανε φαγοπότι. Πεινώντας η Σωματοφυλακή απέξω, αρχίσανε να φωνάζουν κι αυτοί για να μπουν και να πάνε τουλάχιστο στην Αγορά να πορευτούνε. Οι δικοί μας όμως τους αντιστάθηκαν, ώσπου πιάστηκαν, και κει απάνω σκοτωθήκανε μερικοί. Ακούει ο Λουπικίνος, μεθησμένος εκείνη την ώρα πως οι άνθρωποι του Φριτιγέρνη χάλασαν τους ανθρώπους του, και προστάζει αμέσως να τους κόψουνε. Οι φωνές και τα βογκητά των πληγωμένων αντιλαλούσαν ως μέσα στην πόλη. Τους ακούγουν οι Γότθοι οι Αρχηγοί, τρομάζουνε μήπως πάθουν κι αυτοί τα ίδια, ξεσπαθώνουν, ξεχυμίζουν, περνούν απ' ανάμεσα από τους σαστισμένους στρατιώτες, και φεύγουν.
Αυτή στάθηκε η πρώτη αρχή του κακού. Δύσκολο δεν είτανε να ξαπλωθή και να πάρη δρόμο. Όλη εκείνη η μερμηγκιά σηκώθηκε στάρματα. Ξαναφλόγωσε η φυσικιά τους αγριωσύνη, ξαναθυμήθηκαν τα παλαιά τους οι Γότθοι. Σαν πλημμύρα χυθήκανε ως του Ελλησπόντου τα περιγιάλια. Τήραγαν αποπάνω από τα τειχίσματά τους οι Κωσταντινουπολίτες τον καπνό και τις φλόγες στα χωριά και στα χτήματά τους.
Ο Βάλεντας δε φαίνεται να καλόνοιωσε στην αρχή πόσο σοβαρή είταν αυτή η Γοτθική μπόρα, επειδή έστειλε μέτριο στράτεμα να τους παιδέψη. Χτυπηθήκανε σιμά στο σημερνό τον Κιουστεντζέ, μα δίχως αποτέλεσμα. Βλέπει τότες ο Αυτοκράτορας πως χρειαζότανε μεγαλήτερη δύναμη, φώναζε κι ο λαός, αναγκάστηκε λοιπόν ήθελε δεν ήθελε ο Βάλεντας να βγη ατός του μ' όλες τις Λεγεώνες της Ανατολής, και να τους κυνηγήση. Τους αντάμωσε κοντά στην Αδριανούπολη, Αύγουστο του 378. Ο κόσμος όλος καρτερούσε να μάθη το ξολόθρεμά τους. Οι Γότθοι ως τόσο, γυμνασμένοι τώρα στην καβάλλα από τις βορεινές πεδιάδες τους, δεν πολεμούσαν πια πεζοί καθώς πρώτα, μάλιστα το θαρρούσαν και πρόστυχο.
Τους βρήκε ο Βάλεντας κλεισμένους μέσα σε πρόχειρο τοιχογύρισμα. Εκεί που τους χτυπούσε κατάστηθα, έρχεται από δίπλα τους μεγάλο Γοτθικό ιππικό, απομακρυσμένο ως την ώρα με το να μη γνώριζε πως αρχινούσε ο πόλεμος. Πέφτουν καταπάνω σ' ένα σώμα Βασιλικό ιππικό, πατείς με πατώ σε. Παίρνουν κατόπι από δίπλα ταριστερά της πεζούρας, τους κουβαριάζουν, και τους σπρώχνουν κατά το κέντρο. Ζουλήγουνται όλοι τους πήττα. Του κάκου φώναζαν οι αξιωματικοί· όλος ο στρατός κατάντησε φοβερή μάζα. Βλέποντας το Βασιλικό το ιππικό πως ελπίδα σωτηρίας δεν είχε, ξεκόβουν. Κατάλαβαν τότες οι πεζοί το τι κακό τους πρόσμενε. Τους έπιασε φόβος και τρόμος, κι ως τόσο από το χέρι τους τίποτις δεν έβγαινε, παρά στεκόντανε μισοπνιγμένοι από το ζούληγμα και σφαζόντανε σαν ταρνιά. Χύμιζαν καταπάνω τους οι Γότθοι, και χτυπούσανε με κοντάρια, πελεκούσανε με σπαθιά. Και μόλις αφού ως σαράντα χιλιάδες έπεσαν, μπόρεσαν οι άλαλοι και σάλεψαν κι ακολούθησαν το ιππικό τους. Ο Αυτοκράτορας, οι Αρχιστράτηγοι καβάλλας και πεζούρας, ο Κόμητας του Παλατιού, και τριανταπέντε άλλοι στρατηγοί μείνανε νεκροί στην ολέθρια εκείνη μάχη. Για το Βάλεντα μάλιστα λέγουν πως αφού τον πήρανε σε καλύβι μερικοί του ακόλουθοι, έβαλαν οι Γότθοι φωτιά και τους έκαψαν.
Είταν η πρώτη μεγάλη καταστροφή αυτή που έπαθε το νέο το κράτος. Ζήτησαν τότες οι Γότθοι να πάρουν και την Αδριανούπολη, μα δεν μπόρεσαν. Όρμησαν έπειτα στην Πρωτεύουσα. Κατέβηκαν και σταθήκανε μπροστά στη Χρυσή Πύλη από το μέρος της Προποντίδας· μα και δω απότυχαν. Και τότες πρωτοφάνηκε ο μεγάλος νους του Κωσταντίνου, που διάλεξε τέτοια πρωτεύουσα. Σαστίσανε, λέει, οι Γότθοι σαν πρωτόειδαν τα πελώρια τειχίσματά της. Κι αφήσαντας τις πολιορκητικές μηχανές που φέρνανε μαζί τους, σύρανε κατά τανατολικά της Θράκης, στη Μακεδονία, και στη Θεσσαλία, σφάζοντας, αρπάζοντας, καίγοντας.
Αυτά είναι τα πολεμικά κατορθώματα του Βάλεντα και των αρχηγών του. Η κακή του τύχη όμως φύλαγε κι άλλο δυστύχημα για τη βασιλεία του, το μεγάλο το σεισμό του 375. Σικελία, Κρήτη, Πελοπόννησο, μεγάλο μέρος της καθαυτό Ελλάδας, Δαλματία, Βορεινή Αφρική, όλες αυτές οι χώρες, λίγο πολύ ρημαχτήκανε. Φαίνεται πως τραβήχτηκε κ' η θάλασσα κάμποσο διάστημα πίσω, και μάζευε, λέει, ο κόσμος ψάρια στον πάτο της! Έπειτα ξαναγύρισε με τέτοιαν ορμή, που καράβια βρεθήκανε σε στέγες σπιτιώνε! Αυτά πια να μας συχωρέσουν οι ιστορικοί του καιρού εκείνου να τα πάρουμε με λιγουλό αλάτι, που λέει ο λόγος. Η αλήθεια είναι πως ο σεισμός αυτός στάθηκε ολέθριος σ' όλες τις χώρες που ονομάσαμε. Στην Αλεξάντρεια μάλιστα, που χάθηκαν ως πενήντα χιλιάδες ψυχές, χρόνους πολλούς κάμνανε λιτανεία κάθε χρόνο, να μην ξανάρθη τέτοια καταστροφή.
ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ο Μέγας Θεοδόσιος κ' οι Γότθοι
Από τον καιρό του Μεγάλου Κωσταντίνου ως τα τώρα, πενήντα χρόνια και κάτι, δε μας ξαναφάνηκε Βασιλέας που να στάθηκε ξέχωρα κι αψηλότερα από προκατόχους κι από διαδόχους· κι όχι πάλι με μεγάλα και με λαμπρά κατορθώματα, αυτά δε μεταγίνουνται και καθεμέρα· μα ας πούμε με κάποιον έξοχο χαρακτήρα, με γερή γνώση, και μ' αλύγιστη θέληση, άνθρωπος έχοντας χρήσιμο και σοβαρό σκοπό μες στο νου του, μα και δύναμη και τέχνη να τονέ βγάζη πέρα, έχει δεν έχει μπόδια· ηρωικός άνθρωπος, αληθινός Βασιλέας. Κ' ίσως μήτε πολυχρειάστηκε τέτοιο είδος ήρωας ως τα τώρα. Σ' αυτήν όμως την εποχή κατάντησε χρειαζούμενος, κ' έπρεπε να φανή. Κ' η Πρόνοια που λες και πάντα μας αγαπούσε, που καθώς θα δούμε, όχι μια και δυο, παρά κάμποσες φορές, ύστερ' από σειρά ανωφέλευτους Αυτοκρατόρους μας έφερνε κ' έναν της ανθρωπιάς άμα καταντούσε το κράτος στο μη παρακείθε, το τέλεσε και τώρα το θάμα της, πλημμυρισμένος καθώς είταν ο τόπος με Γότθους από τη μια, παραζαλισμένος με τον Αρειανισμό από την άλλη. Το τι θαπογινόμαστε ανίσως και δε μας έρχουνταν ο Μέγας Θεοδόσιος, που του άξιζε μα την αλήθεια τέτοιο καλορρίζικο όνομα, σα δύσκολο να λογαριαστή.
Ας πούμε λοιπόν πως από Θεού θέλημα ο διάδοχος του Βαλεντιανού, ο γνωστικός ο Γρατιανός, βλέποντας από τη Ρώμη πως δεν μπορούσε όλα να τα προφταίνη, έφερε από την Ισπανία το Θεοδόσιο, το γιο του στρατηγού του Θεοδοσίου που μεγάλα πολεμικά κατορθώματα είχε πραγμένα στου Βαλεντιανού τον καιρό, και τον προσκάλεσε να μας πάρη στον ώμο του.
Κατέβηκε ο Θεοδόσιος στα 379, τριάντα τριώ χρονώ νέος. Σε τέσσερεις μήνες μέσα, από την ήσυχη μοναξιά του βρέθηκε στα Βυζαντινά τα παλάτια· και θρονιάστηκε, όχι βασιλέας που ή από κλερονομιά ή με βία πήρε την κορώνα, παρά σαν άνθρωπος που έλαβε προσταγή να πάη εκεί να κάμη το χρέος του. Τον τήραε ο κόσμος πορφυρωμένο και θάμαζε την αντρίκια του όψη, τη μεγαλόπρεπη και χαριτωμένη κορμοστασιά του, λέγοντας πως έμοιαζε του Τραϊανού, καθώς τον ήξεραν από τις εικόνες του.
Πρώτη του έννοια και φροντίδα είτανε φυσικά να γλυτώση τον τόπο από τους Γότθους. Κ' εδώ φάνηκ' αμέσως ο μεγάλος του νους. Επειδή βλέποντας τέτοιους φοβερούς εχτρούς σκόρπιους μέσα στα κράτος, κι από την άλλη μεριά τα στρατέματα, όσα μνήσκανε, λαφιασμένα και μήτε να δούνε Γότθο μην αποκοτώντας, σοφίστηκε, οργάνισε, κ' έβγαλε πέρα πολιτική πούφερε μεγαλήτερα ίσως αποτελέσματα από λαμπρή νίκη. Μένοντας ο ίδιος στη Θεσσαλονίκη, που την έκαμε Στραταρχείο του, λάβαινε από κάθε μέρος μαντάτα κ' έστελνε προσταγές. Ο πόλεμος του με τους Γότθους είταν είδος κλέφτικος πόλεμος. Έχοντας Κάστρα στημένα σε διάφορα στρατηγικά μέρη, τους ενοχλούσε, τους χώριζε, τους σάστιζε, στιγμή δεν τους άφινε ήσυχη. Με τρόπο όμως πάντα κι όχι κατά το σύστημα του Βάλεντα. Έτσι συνέφερνε κι ο στρατός αγάλι αγάλι από την τρομάρα του. Σκόρπιζε και κάτι λόγια ο Αυτοκράτορας κάθε λίγο που δίνανε θάρρος κ' ελπίδα στους δικούς του, φόβο κι ανησυχία στους Γότθους. Δε ζούσε πια τώρα κι ο πιδέξιος ο στρατηγός τους ο Φριτιγέρνης, που αυτός μόνος ήξερε να τους φυλάη ενωμένους τους Γότθους και να τους κυβερνάη με κάποιο στρατηγικό σύστημα, κ' έτσι κομματιαστήκανε κι ανεμοσκορπιστήκανε σε διάφορα μέρη. Αρχίσανε να μαλλώνουν κι αναμεταξύ τους. Αυτό ζητούσε κι ο Θεοδόσιος. Ήρθε η ώρα του να το λύση το ζήτημα. Βγαίνει λοιπόν και τους αγοράζει έναν έναν τους Αρχηγούς με δώρα και μ' αξιώματα, και τους παίρνει μέσα στον Αυτοκρατορικό το στρατό. Ένας τους τότες, ο Μοδάρης, τόσο πιστός έμεινε στον Αυτοκράτορα, που βγήκε ύστερα και χτύπησε τους πατριώτες του κ' έσφαξε ως τέσσερεις χιλιάδες τους.
Σε κείνα τα χρόνια απάνω (381), περνάει τον Ποταμό και κατεβαίνει κι ο Αθαναρίχος, μεγάλος Αρχηγός και _Κριτής_, μ' άλλους πάλι Γότθος κι αυτός. Και πολλοί από τους παλιούς Γότθους τον αποδέχουνται και τον ορίζουνε Βασιλέα τους. Γέρος όμως όντας ο Αθαναρίχος και στοχαζούμενος άνθρωπος, αντίς να κάθεται και να συλλογιέται πολέμους και σφαγές, πηγαίνει ίσια στο Θεοδόσιο και του προτείνει να συθηκέψη μαζί του. Κι ο Θεοδόσιος: τι άλλο ήθελε; Βγαίνει και τον ανταμώνει απέξω από την Πρωτεύουσα, έπειτα τον παίρνει μέσα και του κάμνει μεγάλες και βασιλικές τιμές. Πήγε να τα χάση ο Αθαναρίχος. Τηράει από τη μια, τηράει από την άλλη, όλο πλούτη και μεγαλεία. Δε βάσταξε πια τότες, μόνο ξεφώνησε « Τώρα τα βλέπω και γω με τα μάτια μου όσα τόσους χρόνους τάκουγα και δεν τα πίστευα, τόσα αξετίμητα πλούτη, τόσα θεϊκά μεγαλεία!» Η θέα της πεντάμορφης Πόλης, τα θεόρατα τειχίσματά της, τα μαρμαρόχτιστα χτίρια, ο λιμένας με ταρίφνητά του καράβια, όλ' αυτά τον ξετρέλαναν και ξαναφωνάζει «Μα την αλήθεια επίγειος Θεός είναι ο Ρωμαίος ο Αυτοκράτορας. Κι όποιος κοτάει να σηκώση απάνω του χέρι, με το αίμα του πρέπει να το πλερώνη». Κ' έτσι από εχτρός που ξεκίνησε κατάντησε φίλος και σύμμαχος. Και σαν πέθανε λίγο κατόπι στην Πόλη ο γέρος ο Γότθος, τέτοιες παράταξες του κάμανε, τέτοια μνημεία του στήσανε, που ο στρατός του το καταχάρηκε, κι από τη χαρά του έτρεξε και μπήκε σύσσωμος στο βασιλικό το στρατό.
Μια και χωνεύτηκαν οι Βησιγότθοι του Αθαναρίχου μες στο στρατό, ποιος άλλος Γότθος να τολμήση και ναντισταθή στην Αυτοκρατορία! Όλοι τους οι Αρχηγοί κατέβαιναν ένας ένας και κάμνανε συνθήκες και προσκυνούσαν, κ' έτσι χύθηκαν όλοι στο χωνευτήρι. Κι όσοι τους πάλε μήτε στο στρατό δεν μπήκανε μήτε στην Πρωτεύουσα δεν έμειναν, πήγαν άλλοι στη Θράκη, δηλαδή οι Βησιγότθοι, κι άλλοι στη Φρυγία, Οστρογότθοι αυτοί κατεβασμένοι στα 386, όσοι τους δηλαδή δε σφάχτηκαν ή δεν πεταχτήκανε στον Ποταμό περνώντας, επειδή πιάστηκαν τότες σ' αναπάντεχη παγίδα από τ' αυτοκρατορικά πλοία.
Είπαμε παραπάνω πως τον προσκύνησαν οι Γότθοι τον Αυτοκράτορα. Δεν είταν όμως κι όλως διόλου προσκύνημα. Είτανε μισό υποταγή και μισό συμμαχία. Ένα είδος ανεξαρτησία την είχαν ακόμα στις επαρχίες που πήρανε για κατοικία τους. Αν και Βασιλέας τους ο Θεοδόσιος, φύλαξαν όμως και τους _Κριτάδες_ τους, κι αυτοί τους κυβερνούσαν. Και φαίνεται πως μήτε φόρους δεν πλέρωναν, παρά μένανε μέσα στον τόπο καθώς είπαμε σαν είδος σύμμαχοι. Από κει λοιπόν ονομάστηκαν οι περίφημοι οι _Φοϊδεράτοι_, οι στρατιωτικοί εκείνοι με τις χρυσές τις τραχηλιές, με ταρχοντικά τα στολίδια, με τους μεγάλους μιστούς, και με τις παραλυμένες συνήθειες. Ακόμα πιο περίεργο, που και στο στρατό μέσα έμνησκαν ξέχωρα από τους άλλους, με δικούς τους στρατηγούς κι αξιωματικούς, κ' επειδή ανέβαιναν ως σαράντα χιλιάδες, είταν πάντα φόβος να σηκώσουν κεφάλι και νανοίξουν καινούργιες δουλειές, μόνο που γεωργικός όντας ο λαός τους θα καταντούσε ναλησμονήση με τον καιρό τάρματα και τη γλύκα τους.
Εκείνο που στάθηκε για τα μας, το χερότερο στην αρχή είταν που εξόν από τα στρατιωτικά πήραν κάμποσοι τους και πολιτικά αξιώματα, και με τους βαρβαρικούς τρόπους τους, με τις παραλυσίες τους, καθώς και με τη μεγαλήτερη πονηριά τους δεν μπορούσανε φυσικά να το καλλιτερέψουν το ηθικό της ανώτερης κοινωνίας. Αυτή η ανακατωσιά θα μας ξηγήση πολλά και δραματικά που θα ιστορήσουν παρακάτω.
Ο μαρασμός όμως αυτός της κοινωνικής, και μάλιστα της πολιτικής ηθικής στα πρώτα τους χρόνια, δεν πάει να πη και πως τη φαρμάκεψαν ή πως τη νόθεψαν τη φυλή μας οι Γότθοι εκείνοι. Σαν ανακατεύουνται δυο φυλές κ' η μια συχωνεύεται μέσα στην άλλη, η φυλή που απομένει είναι πάντα ωφελημένη κι όχι ζημιωμένη φυλή. Πρώτα, που φανερώνεται πως είναι η δυνατώτερη, αφού καταπόνεσε την άλληνα. Έπειτα, παίρνει και καινούριο αίμα στις φλέβες της, κ' αίμα καινούριο πάει να πη καινούρια δύναμη και ζωή. Αυτές οι ζυμωσιές ξαναδευτερώθηκαν απανωτά στον τόπο μας, αγκαλά όχι καθώς σ' άλλους τόπους. Ανίσως και μας πλάκωναν πιότεροι ξένοι, ας είταν και βάρβαροι, με τη δύναμη που είχε πάντα το Γένος να τους μεταπλάθη και να τους κάμνη Ρωμιούς (κάποτες κι όξω από τον τόπο του), θα στεριώνουνταν το σκαρί του ακόμα πιο δυνατώτερα. Μα για κακή μας τύχη μήτε οι Γότθοι δεν είταν αρκετοί, κ' οι Σλάβοι κατόπι σκορπιστήκανε σ' εξοχές και σε χωράφια, κι όχι μέσα στις πολιτείες, και έτσι δεν ωφελήθηκε ίσως ο τόπος όσο έπρεπε από δαύτους. Ο ξένος έχει μονάχα φόβο σαν κατεβαίνει και ξεσκουπίζει απ' άκρη σ' άκρη το ντόπιο στοιχείο, και μάλιστα το κυβερνητικό του μέρος.
Η ιδέα πως ένας λαός πρέπει να μένη ανακάτευτος για να φυλάξη την ευγένεια του, είναι ιδέα κι αυτή «του Λεπρέντη», που λέει ο λόγος, και φανερώθηκε πια σήμερα θεότρανα η μποσικάδα της. Ένας λαός φυλάγεται καθάριος, σώνει να φυλάη γλώσσα, θρησκεία, φιλολογία, φρονήματα καθάρια. Το αίμα του α σμίγεται κάποτες, αυτό κι ωφέλιμο είναι και χρειαζούμενο μάλιστα. Επειδή νερουλιάζει και ξεθυμαίνει του λαού το αίμα μένοντας αιώνες κ' αιώνες ξεχωρισμένο από καινούρια ζωή. Ή μηγαρίς το ίδιο δεν παρατηρούμε και σε πολλά φυτά και δέντρα που σα δε μεταφυτευτούνε ή σα δε μπολιαστούνε, μένουν αρρωστιάρικα, άχυμα κι άκαρπα κούτσουρα στα χωράφια τους μέσα; Η ωφέλεια που φέρνει σε μια φυλή το ξένο το στοιχείο είνε φυσιολογική αλήθεια που την απόδειξε κατά πλάτος και κατά φάρδος η τωρινή φυλή — επειδή φυλή πια είναι σήμερα — των Αμερικανών. Τάχατις πιο καλότυχοι στάθηκαν και καλλίτερα φύλαξαν το μεγαλείο τους οι Πολωνοί που έμειναν ανακάτευτοι τώρα και κάμποσους αιώνες;
Αυτά, και λίγ' ακόμα που ίσως θα ειπωθούν όταν έρθουμε στους Σλάβους, σώνουνε για τον καλοθελητή μας το Φαλμεράγερο και τους οπαδούς του, που αντίς να μας αποδείξουν πώς χάθηκε η ρωμαίικη η φυλή, αποδείξανε πώς έζησε, αφού μπόρεσε τόσους και τόσους ν' απορρουφήξη· καθώς και για κείνους που του δώκανε σημασία κ' έγραψαν τόμους και τόμους για να τονέ βγάλουν ψεύτη.
ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θεοδόσιος κι Ορθοδοξία
Πρωταγωνίστησε ο Θεοδόσιος και στη Δύση, και συχνά μάλιστα. Μα οι πράξες του σε κείνα τα μέρη, όσο και να τονέ δοξάζουνε, δεν είναι της δικής μας της ιστορίας. Θα τις περάσουμε ως τόσο κι αυτές με δυο λόγια σαν έρθη η ώρα τους. Ας σημειώσουμε τώρα πως άρχισε δεν άρχισε να κατασταλάζη η Ανατολή από τις Γοτθικές ταραχές, και θανατώνεται ο Γρατιανός στο Λούγδουνο της Γαλατίας (383), κ' εκλέγεται Αυτοκράτορας ο συγκλητικός ο Μάξιμος, με σύντροφό του στην Αφρική και στην Ιταλία τον ανήλικο το Δεύτερο Βαλεντιανό.
Βαριά του κακοφάνηκε του Θεοδοσίου αυτός ο φόνος του ευεργέτη του. Τούρθε μάλιστα να ξεκινήση και να παιδέψη τους φονιάδες. Οι καιροί όμως είτανε δύστροποι. Είχε μεγάλους περισπασμούς η Ανατολή. Κ' έτσι κάμνοντας την ανάγκη φιλοτιμία αναγνωρίζει το Μάξιμο, κλει μαζί του συνθήκες, και γυρίζει το νου του στα δικά μας τα βάσανα. Και ποια να είταν τώρα τα βάσανά μας; Ο Αρειανισμός, και πάλε ο Αρειανισμός, που κάστρο του και στρατόπεδο είταν η ίδια η Πρωτεύουσα. Σαράντα χρόνους τώρα μας παραζάλισε αυτό το κακό, κ' έπρεπε πια να του δοθή μια και καλή κατακεφαλιά. Ησυχία δεν είχε ο τόπος. Κατάντησε μέσα στην Πόλη ναφίνη τη δουλειά του ο κόσμος και να συζητάη θεολογικά. Ορίστε τι λέγουν πως είπε ένας που την είδε την Πόλη τους καιρούς εκείνους. «Άλλο δε βλέπεις» είπε, «παρά θεολόγους. Ως κ' οι δουλευτάδες, κ' οι σκλάβοι, θεολόγοι καταντήσανε. Στους δρόμους, σταργαστήρια, παντού διδαχές ακούς και τίποτις άλλο. Πηγαίνης ναλλάξης ένα νόμισμα, κι αρχίζουν πρώτα και σου ξηγούν τι διαφέρει ο «Υιός» από τον «Πατέρα». Ένα ψωμί πας να γυρέψης, και σου αποκρίνουνται πως ο «Υιός» είναι κατώτερος από τον «Πατέρα». Τέλος ρωτάς αν είναι έτοιμο το λουτρό σου, κι άλλη απάντηση δε σου δίνουν παρά πως πρέπει να γεννήθηκε από το Τίποτις ο «Υιός». Και δεν είτανε μονάχα οι Αρειανοί, παρά και πλήθος άλλες αιρέσες που ο Αρειανισμός τις χάδευε και τις προστάτευε, για να τις έχη μαζί του.
Είταν ο Θεοδόσιος αποφασισμένος να τα σταματήση αυτά. Βαφτισμένος όντας ατός του μ' όλους τους ορθόδοξους Κανόνες, είχε το θάρρος να κηρύξη την Ορθοδοξία είδος ηθικό χτήμα της Βασιλείας του, και με το διάταγμα του εκείνο του 380 καθιερώθηκε νόμος απαράβατος, ο κάθε υπήκοος ένα μονάχο δόγμα να πρεσβεύη, το δόγμα του Επισκόπου της Ρώμης και της Αλεξάντρειας «Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, ομοούσιον και αχώριστον», και να λέγουνται τώρα κι ομπρός όλοι τους Καθολικοί Χριστιανοί. (4) Τέτοια μέτρα εμάς μας φαίνουνται σήμερα, όχι πια άτοπα, μα και γελοία. Όταν όμως ανιστορήσουμε τη σύχυση που φέρανε στον κόσμο οι αντίπαλοι της Ορθοδοξίας, την ασυνειδησία τους, την ιδιοτέλεια, ας αφήσουμε πια τις σοφιστείες τους, το νοιώθουμε πως εδώ άλλο τρόπο δεν είχε παρά αυτοκρατορική τσικουριά. Ορίστε τι έλεγε το διάταγμα· « Κ' επειδή κρίνουμε πως όλοι οι άλλοι είναι τυφλοί και κουτοί, τους καθίζουμε στο μέτωπο τη σιχαμερή ονομασία Αιρετικοί, και τους απαγορεύουμε να μαζεύουνται στο ιερό τόνομα της Εκκλησίας. Εξόν από τη θεία δίκη, θα λάβουν αυτοί και τη δική μας την παίδεψη».
Έτσι μα το ναι τους άξιζε τους αδιόρθωτους εκείνους μωρόλογους, ταποσκυβαλίσματα εκείνα της παλιάς σοφιστικής, το κακορρίζικο αυτό στοιχείο που μας σώζεται, αν και μ' άλλες μορφές ως τα σήμερα, κι απ' άλλη γλώσσα δεν παίρνει, παρ' από τη γλώσσα της προσταγής. Δυστυχία μας όμως που δε βγαίνουν καθεμέρα και Θεοδόσιοι.
Δε σταμάτησε ως εκεί ο Θεοδόσιος. Έπρεπε όχι μονάχα με νόμους, μα και μ' Ορθόδοξο Εκκλησιαστικό διοργανισμό να γκρεμηστή ο Αρειανισμός. Έπρεπε να διοριστή Ορθόδοξος Πατριάρχης, να συστηθή Σύνοδο, να κανονιστούν άλλη μια φορά τα Εκκλησιαστικά, και να λείψη κάθε φόβος μήπως και ξαναπροβάλη ο εφτάψυχος εκείνος δράκος. Φρόνιμα μέτρα, όχι όμως και φρόνιμα εχτελεσμένα όλα τους, καθώς θα δούμε.
Πρι ναρχίσουμε από τον Πατριάρχη πρέπει να γυρίσουμε λίγο ξοπίσω, στον καιρό δηλαδή όταν απέθανε ο Βάλεντας, και που μην αποκοτώντας πια οι Ορθόδοξοι μήτε να σαλέψουν από την Αρειανική τυραννία, στοχαστήκανε νανεβάσουνε στον Αρχιερατικό Θρόνο άνθρωπο μεγάλο, δυνατό και με λόγο, να πολεμάη τους Αρειανούς.
Και τέτοιος άλαλος ποιος είταν τότες παρά ο Γρηγόριος; Τον προσκαλέσανε λοιπόν από τη Ναζιανζό, εκεί που τον είχαμε αφησμένο, και δέχτηκε. Ήρθε στην Κωσταντινούπολη, τον αποδέχτηκε κάποιος του συγγενής, κι αμέσως του άνοιξαν παρακκλήσι και τονόμασαν της Αγίας Αναστασίας. Αυτό το παρακκλήσι έγινε μεγαλόπρεπη εκκλησιά κατόπι. Απ' αυτής της εκκλησιάς τον άμπωνα πρωτολάλησε μέσα στην Πόλη ο Γρηγόριος. Γέμιζε ο ναός πιστούς, γέμιζε κι ο Αρειανισμός πάθος και ζούλια. Ως και πως τρεις Θεούς δίδασκε τον αβάνιαζαν, και με κάθε τρόπο παρακινούσαν τον όχλο να σηκωθή και να κατατρέξη τους Αιρετικούς του Αθανασίου! Όλη το λοιπόν η προστυχιά της Πόλης, άντρες, γυναίκες, και κάμποσοι Αρειανοί καλόγεροι, ξεκινούνε μια μέρα από τη Μητρόπολη της Αγιά Σοφιάς, σπάνουν τις θύρες της Αγίας Αναστασίας, και ρημάζουν το παρακκλήσι με λιθάρια, με μαγκούρες και μαναμμένα δαδιά. Πήγε να πεθάνη από τη λύπη του ο δύστυχος ο Γρηγόριος. Μα η αγάπη που του είχαν οι πιστοί του, ο ενθουσιασμός τους, το χρέος, το δίκιο, τον έκαμαν και βάσταξε αυτή τη φορά, και δεν τα χτύπησε κάτω, καταπώς συνήθιζε κ' είτανε φυσικό του. Εκεί απάνω πρόβαλε κι ο Θεοδόσιος με το διάταγμά του. Και καθώς είπαμε, μη σταματώντας ως εκεί, παρ' αποφασισμένος να τη στεριώση μια και καλή την Ορθοδοξία, πιάνει την Αγιά Σοφιά με τ' Αυτοκρατορικά του στρατέματα, ξεθρονιάζει τον Αρειανό Επίσκοπο το Δημόφιλο, κι ανεβάζει στο θρόνο το Γρηγόριο με μεγάλη παράταξη. Γεμάτοι οι δρόμοι, γεμάτα τα παράθυρα κόσμο. Ως και τω σπιτιών οι στέγες φορτωμένες άντρες, γυναίκες, παιδιά και γέρους, άλλοι ξεφωνίζοντας από τη χαρά τους, άλλοι βογκώντας από λύπη και καταριώντας. Κι ο Αυτοκράτορας, τριγυρισμένος με τα τάγματά του, οδηγούσε το Γρηγόριο στην Αγιά Σοφιά να τον κηρύξη Ορθόδοξο Πατριάρχη.
Του αγγελόκαρδου ιεράρχη ως τόσο δεν του έρχουνταν τα τυραννικά εκείνα τα μέτρα, που άλλος πιο φιλόδοξος θα τα χαιρότανε· μόνο του φάνηκε, λέει, σα να περνούσε κείνη τη μέρα από κουρσεμένη πόλη, που κάποιος βάρβαρος καταχτητής ήρθε και την κυρίεψε. Κ' έτσι είναι. Η βία, και μάλιστα η στρατιωτική η βία, ποτές δε φαίνεται θεάρεστο πράμα. Ανιστορώντας όμως ένα Γρηγόριο τριγυρισμένο μ' αυτοκρατορικούς στρατιώτες, τέτοια χρυσή ψυχή να προστατεύεται από λαμπροστόλιστες λεγεώνες, δίχως να θέμε τη συχωρούμε τη βία πούκαμε και μια θεάρεστη πράξη. Και δεν είταν ως τόσο απλή βία. Είταν α καθάριος κι ο πραχτικός ο νους του Θεοδοσίου, πούβλεπε πως άλλον τρόπο δεν έχει. Μακάρι να τάβλεπε έτσι κι ο Κωσταντίνος! Αν τον έννοιωθε τον Αρειανισμό ο Κωσταντίνος, δε θα κατάφευγε σε τέτοια μέτρα ο Θεοδόσιος.
Έξη βδομάδες δεν πέρασαν, και προστάζει ο Αυτοκράτορας εξορία σ' όσους ιερωμένους αρνιούνταν ακόμα της Νίκαιας το δόγμα. Αλλαξοπίστιζαν τότες οι Αρειανοί, τι να κάμουν. Γκρεμίζουνταν η ψευτοσοφία, και θεμελιώνουνταν η ορθοδοξία.