Ποιήματα και Πεζά τινα

Part 8

Chapter 8 11 words Public domain Markdown

Γιός ολομονάκριβος, γονέων ευγενών, Μ' αρρώστιας πέφτει βάσανο παραδαρμό δεινόν. Ευθύς Γιατρούς δεν άργησαν τους πλιο ονομαστούς, Να προσκαλέσουν τέσσαρους, της χώρας θαυμαστούς. Πλακώνουν οι Εξοχότατοι με άκρα σιωπή, Εμβαίνουν όλοι κάθονται, βαρείς και σκυθρωποί. Κατά σειρά υστερώτερα, κυττάζουν το σφυγμό· Του ψηλαφούν τη γλώσσα του, με μέγα στοχασμό. Ρωτάν διά συμπτώματα μικρά και δυνατά· Ξετάζουν της ασθένειας και ώραις, και λεπτά. Κιαπέ αρχηνάν σοφώτατα, τα πάντα να ξηγούν, Αιτιατά και αίτια, να φυσιολογούν. Σαν αποσυνομίλησαν για ώρα αρκετή. Καθένας στην αράδα του λοιπόν, γνωμοδοτεί, Και πρώτος, λέει ο νιότερος, του στήθους πλησμονή· Από πληθώραν αίματος, θεωρώ τον ασθενή. Και όλα τα συμπτώματα, κι' οι χτύποι του σφυγμού Μας δείνουν τέλια φλόγωσι ανώτατου βαθμού. Φλεβοτομία άφθονη, εδώ μας ωφελεί Να γένη, Εξοχώτατοι, χωρίς αναβολή. Είπε· και εξεθηκάρωσε νιστέρι κοφτερό, Και αναμένει έτοιμος της άδειας τον καιρό. Συμπάθιο, είπε ο δεύτερος· δεν είν' φλογιστικό Το πάθος, Εξοχώτατοι, αλλά χολερικό. Τα συχναναγουλιάσματα, η δίψα η πολλή, Μας αποδείχνουν άσφαλτα, χωλής υπερβολή. Διορίζω, Εξοχώτατοι, λοιπόν εμετικό, Στα πάθη τα παρόμοια το μόνο ιατρικό. Ποτήρι φέρτε, φώναξε, Και κάμποσο νερό. Ανάγκη να μη χάσωμε Σε λόγια τον καιρό. Και ευθύς από τον κόρφο του Κι' από μικρό κουτί, Μια σκόνη ανακάτευε Σε δόσι αρκετή. Ο τρίτος, την συγχώρεσι, τους λέγει, σας ζητώ, Αν και στους δύω ενάντια τολμώ, γνωμοδοτώ. Το πάθος του αρρώστου μας Δεν είν' φλογιστικό, Δεν είναι, Εξοχώτατοι, μηδέ χολερικό. Η γλώσσα τόσο άπαστρη, φωνάζει, καθαρά Πως μόνον εις τα άντερα φωλιάζει φανερά. Η ύλαις εσωρεύθηκαν, καθόλου στην κοιλιά. Αυταίς να καθαρίσωμε, να κάμωμαι δουλιά. Καθαρτικό χρειάζεται, κι' ολίγο δυνατό· Εγώ τα καταπότια στη χούφτα τα κρατώ. Καλά, καλά και τίμια αυτά τα ιατρικά, Αλλ' όχι, Εξοχώτατοι, και θαραποτικά, Τους λέγει ο πλιο γέροντας, Με σχήμα σοβαρό· Και πρέπει να ξετάξωμε του χρόνου τον καιρό. Οπόσους φλεβοτόμησα τη φετινή χρονιά, Τους ίδα, Εξοχώτατοι, να σβύσουν κοπανιά. Κανείς δεν ωφελήθηκε από ξερατικό· Και πάντοτε μετάνιοσα διά το καθαρτικό. Λοιπόν το πάθος, βλέπετε, μας μένει σκοτινό. Κι' απόσα επροβάλθηκαν, δεν είναι πιθανό Να λάβη κάνα ώφελος ο νέος ασθενής. Και ίσως εσυμπέραινε, μου φαίνεται, κανείς, Με πλέον βεβαιώτητα και λόγον καθαρόν, Ανίσως το απόδιδε των μοναχών νευρών. Δι αυτό νομίζω άφευκτα, τα ερεθιστικά· Και να που έχω πρόχειρα τα επιθετικά. Σ' αυτά σηκώθη άπειρη λογοτριβή σφοδρή, Καθένας δικαιώνεται, τον άλλον αναιρεί. Καθείς διίσχυρίζεται Και ισχυρογνωμάει, ..................... ..................... Ο άρρωστος κοιτάζοντας. Νιστέρια, γιατρικά, Και ακούωντας τα λόγια τους πολύ προσεκτικά· Ελπίζοντας, φοβούμενος, σε ταραχή πολλή, Κι' αγώνα μβήκεν άσωστο, οπού τον ωφελεί. Διατί η αγανάκτησι του προξενάει μ' ορμή, Πολύν και πλούσιον ίδρωτα απ' όλο το κορμί. Ν' αλλάξη ο νιος εγύρεψε, και να λευφτερωθή, Οχ των Γιατρών την σύγχυσι, για να αποκοιμηθή. Και έτζι οι Εξοχώτατοι πλιο δεν χασομεράν, Φιλονικώντας άκοπα εκείθε αναχωράν.

Α Ν Α Μ Ι Κ Τ Α

Τ η γ α ν ί τ α ι ς τ ο υ Τ α λ ι α π ι έ ρ α.

Αναχωράτε φιλοσοφία, Και λογομέτρα πολιτική! Μακριά φευγάτε ηγεμονία, Και πάσα τάξι ευγενική! Ελάτε αγάπη, σωστή φιλία, Απλή και ίσια, καλή καρδιά, Χαρά και γέλια κι' ισοτιμία, Στη συντροφιά μας τούτ' τη βραδιά, Φιλοδοξία και φιλαυτία Δεν έχουν τόπο, πού να σταθούν· Υπερηφάνια και φαντασία, Εδώ απόψε να μη βρεθούν. Γερά τα δόντια, καλό στομάχι, Και καταπιόνα μακρύν πλατύ, Από τους φίλους καθένας νάχη, Κι' όρεξιν όλοι και δυνατή, Εδώ δεν είναι λογομαχίαις Για Νόμους τάχα, και διαταγαίς· Τιμαίς δεν είναι για προεδρίαις, Μεγαλοσύναις και προσταγαίς. Γιομάτο στόμα, δοντιών φροντίδα, Συχνό κατάπιμα ηδονικό. Ουσία, γέψις, κοιλιάς ελπίδα, Και συχνορούφημα, πιοτό γλυκό. Ελάτε φίλοι, συμαζωχθήτε, Στο τοιμασμένο τούτο σκαμνί, Απλόστε χέρι και μην αργήτε, Στων τηγανίτων την ηδονή. Ω! τηγανίταις καλοφκιασμέναις, Ω τηγανίταις με το σωρό. Ζαχαρωμέναις και μελωμέναις, Και με σουσάμι τ' ασπροδερό. Ω! τηγανίταις, ω! νοστιμάδα. Ω! νοικοκύρης. ω!συνοδιά! Ω! ευχαρίστησι. ω! τι γλυκάδα. Ω! χαροκόπα, καλή βραδιά. Να ζήσης φίλε, κυρ Ταλιαπιέρα· Ευτυχισμένος καιρόν πολύ· Και πάσα νύχτα, και πάσα ημέρα Οχ τη ζωή σου να είναι καλή, Αφήτε, φίλοι, τη χασομέρια, Ανοίξτε στόμα, κι' απλώστε χέρια· Απλώστε πάρτε, κιαπέ βουτάτε Στο μέλι μέσα προμού να φάτε. Παιδί μου, κέρνα το ποτηράκι, Μη το γιομίζης, από λιγάκι. Δεν είν' του κράσου αυτό το αίμα, Πολύ να πιούμε· μον' είν' το πνέμα. Κέρν' από λίγο, για όρεξί μας, Και να βοηθήση την χώνεψί μας. Μασάτ' ως τόσο, και καταπιέτε, Το ποτηράκι αδειάστε, πιέτε. Κιαπέ κατόπι σαν αποφάτε, Όσο θελήστε φυσιολογάτε. Ο Ιπποκράτης, δεν έχει τώρα Σταις τηγανίταις, καθόλου χώρα. Για τηγανίταις αυτός δεν λέγει. Κι' ανίσως είπε, πιος του το στρέγει; Αν είπε, βλάβουν, με συμπαθάει· Γιατί από τούταις δεν έχει φάει. Για φάτε φίλοι, και μην τραβιέστε, Πώς θα χωνέψτε, μην συλλογέστε. Αλέθει ο μήλος; ρίξτου να αλέση Κριθάρι, στάρι, ό,τι μπορέση. Μον άντα τρώτε, να φυλαχτήτε, Να μη γελάτε, να μη πνιγήτε·, Κι' αγαλιγάλι, μη λαιμαργάτε, Εσείς που είστε θελά ταις φάτε. Μη έτζι αφύσικα, και όλοι αντάμα, Σαν τ' άγρια όρνια στο ψόφιο πράμμα. Με τάξι πάρτε, με την αράδα, Για να πεικάστε και νοστιμάδα. Δεν είναι έτζι, κυρ Ταλιαπιέρα, Ή λέγω τάχα τη νύχτα ημέρα; Ανίσως, φίλε, θαρρής πως σφάλλω, Εγώ τζοπαίνω, δεν κρένω άλλο. Κι' ο Παπαγιάνης αυτήν την κρίσι, Σαν Ιερέας ας μας χωρίση. Πώς λες Ζαγόρι, οπού γνωρίζεις, Καλά σε ταύτα, να 'ποφασίζης; Για το τραπέζι, για το ποτήρι, Ποτέ δεν κάνεις τινός χατήρι. Κι' αυτό σα θέλεις να το διαλέξη Αφίνω πάλε τον κυρ Αλέξη. Που αλήθεια τρώγει και κοκκινίζει, Μόνε σε τέτοια τη γλώσσα ορίζει. Κι' έχω μαρτύρους να το βεβιόσουν, Και την αλήθεια να μη προδώσουν. Έχω κυρ Σπίρο τον Αλαμάνο, Οπού μετάνοια βαθιά του κάνω. Τον Μπικιαρούλη, που συχνοπίνει, Τον Νικολάκη που καταπίνει. Κι' ο Μπρούτζος σ' τούτους, κι' ο Οικονομάτης Γραμματισμένος ανοιχτομάτης, Αφ' ού και δώκουν τη μαρτυρία, Δεν είναι άλλη αντιλογία. Στην υγιά του νοικοκύρη, Φίλοι, αδειάστε το ποτήρι. Κι' ευχηθήτε τον να ζη, Με τους φίλους του μαζή.

Ξ υ λ ό-Γ α τα.

Άκουσε και να 'πορήσης, Κι' αν είσ' άξιος να με λύσης. Ήξευρέ με τέτιας φύσης, Που κ' εις δυω να με χωρίσης, Δεν 'μπορείς να μ' αφανίσης, Και το πρώτο μου θ' αρχίσεις Ως φυτό να το μετρήσης, Και στο δέφτερό μ' επίσης, Τη ζωή θα συμφωνήσεις. Αλλ' ανίσως και θελήσης, Όλο τάχα να μ' αφήσης, Άψυχο θα θεωρήσεις, Οπού μέσα θα 'παντήσεις Ζώα έμψυχα εκ φύσης.

Χ α ρ α - μ α τ ι ά.

Το πρώτο μ' όποιος έχει, Τη λύπη δεν κατέχει, Γιατί την κυνηγάι. Κι' από το δεύτερό μου, Πάντοτε το σκοπό μου Ο έξυπνος νογάι. Ακέριαν αν θελήσης, Διά να με γνωρίσης, Μ' ευρίσκεις και συχνά, Ακίνητη ησυχάζω, Κι' ωσάν να σε κυττάζω, Χάσκω παντοτινά.

Π ρ ά σ ο.

Άκληρος πάντα με φορεί, Όταν ακέφαλο μ' ευρή. Αλλ' αν ακέριο με θωρή, Μόνον θροφή θα με χαρή.

Κ ό ρ η-ό ρ η

Οπόταν είμαι μοναχή, Έχω και λόγο και ψυχή. Κι' αν στερηθώ την κεφαλή, Γένομαι τότε πολλαπλή. Πολλαίς κορφαίς υψόνω, Αμέτρως μεγαλόνω. Όλη τη γη καταπατώ, Οπού κι' αυτή και 'γώ βαστώ Μια είναι η ζωή μας, Καθώς και η αρχή μας.

Ο Λ Ο Γ Ι Ο Τ Α Τ Ο Σ Τ Α Ξ Ι Δ Ι Ο Τ Η Σ

Ω Πρόληψαις του κόσμου τυράννοι της ψυχής, Ο κόσμος σας λατρεύει Για 'να 'ναι δυστυχής.

Ύστερ' από βαθύ σκοτάδι, οπού σκέπαζε για τόσους αιώνας το πρόσωπο της αληθινής μάθησης στην Γρακίαν, ξημέρωσε τέλοσπάντων κ' η λαμπρή εποχή, οπού το γένος (;;)αγε τόσο πολλά. Εβάλθηκαν με τα σωστά τους ν' αναστήσουν την παλαιάν Γλώσσαν του τόπου, μοναχό μέσο προς φωτισμόν του γένου, και να την καταστήσουν τόσο κοινήν, οπού να την ομιλούν μικροί μεγάλοι με την ίδιαν ευκολίαν, οπού την έκρεναν τότες οι Αθηναίοι να ειπούμε.!

Πραγματευτάδες, Αρχιερείς, Γιατροί, οι λεγάμενοι Άρχοντες κ' Ευγενείς, και ξεχωριστά το μέγα πλήθος των μαθητάδων στα σκολιά ενθουσιάστηκαν για την γλώσσαν των προπατόρων τους, και ήταν δίκαιον να την κληρονομήσουν.

Η ανταπόκριση των πραγμάτων αρχηνούσ' ανάμεσά τους σ' άκραν φιλοτιμίαν, και σ' ολίγον καιρόν θελά μεταφαίνονταν μια Γλώσσα προικισμένη απ' όλαις της χάραις, και νοστιμάδαις οπού στολίζουν τα αθάνατα συγράμματα του Πλάτωνα, του Θουκυδίδη, του Ξενοφώντα, ανίσως και σε τέτοιαν υπόθεσιν δεν έφεραν εμπόδιον κάτι μικραίς διαφοραίς, οπού εφύτρωναν στη μέση, και οπού ήταν απαραίτητο να ταις κυττάξουν πρώτα με δίχως πάθος, και να της ταιριάσουν, αν ήταν δυνατό, με της γνώμαις όλων των προκομμένων.

Αυτοί οι καλοθελητάδες του γένους ωστόσο, με την άμετρον την προθυμίαν και τον άυπνον κόπον, οπού έβαλαν στο επιχείρημά τους, δεν άργησαν να καταφέρουν στο μικρό διάστημα από είκοσι πέντε, ως τριάντα χρόνια. οπού είχαν βάλη χέρι να συγράφουν όλαις της διαφοραίς τους σε (;;)ναχαίς πέντε χιλιάδες.

Να δώσουν γλήγωρο τέλος σε ταύτην τους την ασυμφωνίαν, ήταν τίποτες ως προς την καλήν τους προαίρεσιν, αλλά για να απομείνουν όλοι τους ευχαριστημένοι, χωρίς υποψίαν και του παραμικροτέρου σκαντάλου υστερώτερα, και για να γίνουν όλα με κάποιαν τάξην, ηύραν εύλονο να διαλέξουν, απ' όλον τον κλήρον των λογιοτάτων, οχτώ, όσα είναι και τα μέρη του λόγου, και να τους στείλουν σ' όλη την Γραικίαν, για να κάμουν της χρειαζούμεναις παρατήρησαις στην τωρηνή μας γλώσσαν, όθεν να λάβουν ένα φως στον αμέτρητα επαινετόν τους σκοπόν.

Σαν αποδιορίσθηκαν τα υποκείμενα, οπού θελά ταξίδευαν, εκρίθηκε εύλογον κ' εδώ, για να μη προξενηθή αιτία παράπονου σε κανένα, πως του εδώθηκε δουλιά μεγαλύτερη από την δύναμή του, να ρίψουν λαχνόν, και έτζι επήρε ο καθε Λογιότατος το μέρος, οπού του επρόσφερε η τύχη. Εμοίρασαν υστερώτερα στον καθέναν της διαφοραίς, οπού έπεφταν στο μερτικό του. τους ενθύμησαν της αναγγαίαις παραγγελίαις, οπού ήταν να συμαδεύουν, όσο το βολετό πλατύτερα, της παρατήρησαίς τους, και σε ύφος όχι απλό, για να της απηκάζουν όλοι οι σπουδαίοι με ευκολίαν, κι απέ τους εγχείρισαν και συστατικά για κάθε χωριό και χώρα, οπού να τους ήφερνε ο δρόμος τους, για ν' άχουν την άδεια να βγάζουν της Κυριακαίς και της Γιορταίς από κάναν δίσκο στης εκκλησίαις, και να μην στενοχωριούνται από τα χρειαζούμενα έξοδά τους.

Όλα αυτά συνέβηκαν στην Φαντασιούπολιν, καθέδραν της μεγάλης Αυτοκρατορίας Πρόληψης, ομπροστά στην σεβασμία σύναξη των σοφών διορθοτάδων της γλώσσας μας, και στην εποχή του αιώνα μας.

Ένας από τους οκτώ Λογιότατος Ταξιδιότης, οπού του είχε πέσει στο μαιράδι του το ρ ή μ α, και για προσθήκην η απόλυτη γ ε ν ι κ ή, ήταν αναγκασμένος να φορτωθή και της 999 διαφοραίς οπού είχαν όλοι οι σοφοί του γένου σε ταύτ' απάνω, ήγουν 40 διαφοραίς για το υποταχτικό Να, 85 (;), για το προσταχτικό, Ας, 36, για το Είναι, 189 (489;) για όλους τους χρόνους, 20, για το Απαρέμφατο, και 448, για την Απόλυτη γενική. (3)

Κάθε άλλος, μα την αλήθεια, δεν θελά κατώρθωνε τίποτες σε τόσο κακοπίχειρην υπόθεση, παρατηρώντας ξεχωριστά για καμπόσα, οπού η τωρινή γλώσσα δεν τα γνωρίζει καθόλου. Αυτός μ' όλον τούτο έκαμε νόμον τρόπον, και στο τέλος ευρέθηκε πλουσιότερος ίσως από τους άλλους συντρόφους. Τα σημειώματά του όλα ψυχαγωγία, και δίχως περιθώρι, κόντευαν πέντε φορτώματα προς 120 οκάδες με το ζύγι.

Ήταν επάνω στο κίνημα του γυρισμού του, όταν του ήρθε ένας διαλογισμός, οπού τον έρριψε όχι σε ολίγην ανησυχίαν. Ελογάριαζε με κάποιο δικαιολόγημα, πως ανίσως και σε 999 διαφοραίς του μερτικού του, αβγάτιζε από άλλαις τόσαις απορίαις, οπού είχε στα σημειώματου για πάσα μια διαφορά, και πως ανίσως οι συντρόφοι του, κατά πως έπρεπε να το υποθέτη, είχαν δουλέψει το γένος με την ίδιαν επιμέλειαν, αυτή η δουλιά, με ψιλόν λογαριασμόν, δεν είχε ξετελειωμούς στον αιώνα. Πιο κέρδος λοιπόν από τόσους κόπους; ήλεγε καταπικραμένος ο Λογιότατος Ταξιδιώτης. Πιο φως στην γλώσσα; Πια προκοπή στο Γένος; Εκυμάτιζε απελπισμένος μέσα σε ταύτους τους θλιβερούς συλλογισμούς, μην ηξεύρωντας τι δρόμον να πάρη, αλλά ένα συμβεβηκό της ίδιας ημέρας τον ανάγκασε να γληγορεύη το γύρισμά του.

Είχε βγη τ' απομεσήμερο να περιδιαβάση κατά την συνήθεια του, και βυθισμένος στους στοχασμούς του ξεμάκρινε τόσο από την πολιτείαν, οπού όταν το εδοκήθηκε, ήταν πολύ κοντά να νυχτώση, και αδύνατο να γυρίση οπίσω. Κατατηρώντας ολογυρά του τον τόπον, εξάνοιξε ανάμεσα σε διάφορα δένδρα καρπερά, οπού περικύκλωναν πολλά χωράφια και αμπέλια, ένα χωριάτικο σπήτι, κ' αποφάσισε να πηγένη τα ίσια εις εκείνο.

Φθάνοντας και εμπαίνοντας μέσα, ηύρε ένα Γέροντα, οπού εδείπναγε με την πολυάριθμην φαμηλιά του, και οπού ό,τι τον ίδε, καλώς ώρισες ξένε, του είπε. δεν ήρθες σε μέρος, οπού να μη γνωρίζουν φιλοξενίαν και λέγοντας, τον έκαμε τόπον να καθήση συμμά του.

Η απλότητα, η ευταξία, και στον ίδιον καιρόν η αφθονία σε όσα είναι χρειαζούμενα για την αναπαυτική ζωή του ανθρώπου, δίχως την περίσιαν πολυτέλεια της περιφάνειας· το καλό δέξιμο όλης εκείνης της φαμηλιάς, οπού ξεσυνερίζονταν ποιος να του κάμη την μεγαλήτερη περιποίηση, και ξεχωριστά η ομιλία του γέροντα οπού έδειχνε σ' όλαις του ταις απόκρισαις, πως ο νους του ωδηγούνταν από τον ορθόν λόγον, θελά προξέναγαν στον Λογιότατον αδοκίμαστη ευχαρίστηση της ψυχής του, ανίσως και η άκοπη βαθιά συλλογή του τον άφηνε να τα νιόση. Σ' όλην όμως την ταραχήν, οπού βρίσκονταν, ήλεγε μέσα του πάλε, ιδές τι ευτυχισμένην ζωή χαίρονται τούτοι οι χωριάταις, απολαβαίνονν τ' αγαθά, οπού ο θεός εχάρισε του ανθρώπου, χωρίς να τους μέλη να ταξιδεύουν για να μάθουν πώς να κρίνουν την γλώσσαν, οπού ηξεύρουν.

Σαν αποδείπνισαν, και εσηκώθηκε το τραπέζι, ο Γέροντας άναψε τη βέργα του τη συνηθισμένη, διορίζοντας να φέρουν και του ξένου. Ο Λογιότατος, συντροφευμένος με τους συλλογισμούς του, ετράβαγε καπνό χωρίς να βγάλη λόγο, και με το κεφάλι σκυφτό για κάμποσην ώραν. Μόνε συκώνοντας τέλος πάτων τα μάτια προς τον Γέροντα, πρέπει να ζης πολύ ευτυχισμένος, του λέγει. παρατηρώ σε όλα σου μίαν ησυχίαν ψυχής, οπού αποδείχνει να μη σ' ενοχλάη κανένα ενάντιο· εγώ σε ζηλεύω. Αληθινά, αποκρίθηκε ο Γέροντας, δεν έχω αιτίαν να παραπονεθώ της Τύχης μου, μολοντούτο δεν είναι η μοναχή απόληψη των καλών, οπού κατασταίνει την ευτυχίαν του ανθρώπου, αλλά χρειάζεται και να ευχαριστιούμεστε στην κατάσταση οπού βρεθούμε, αποδιώχνοντας όσα ημπορούν να μας ενοχλήσουν. Έτζι είναι, είπ' ο Λογιότατος. πολλαίς φοραίς ωστόσο μας ενοχλούν και πράγματα, οπού δεν δυνόμεστε να τ' αποδιόξωμεν, επειδή κι' η απόλαψη τους θελά σχημάτιζε το κυριώτερο μέρος της ευτυχίας μας, και της ευτυχίας των άλλων. Και σαν τι πράμματα είναι αυτά, οπού μας ενοχλούν, και μας προξενούν στον ίδιον καιρόν ευτυχίαν; ερώτησε ο Γέροντας. Η καλή προαίρεση, και η δυσκολία του τρόπου, αποκρίθηκε ο Λογιότατος. Παράστησέ μου καθαρώτερα την ιδέα σου, είπε ο Γέροντας, με παράδειγμα. Ένας υπόθεσε, αποκρίθηκε ο Λογιότατος, οπού επιθυμάει το καλό του Γένου του, και είναι άξιος να το ευεργετήση, λείποντάς του ο τρόπος, ενοχλείται άκοπα από την συλλογή του. Όποιος επιθυμάει το καλό του Γένου του, αποκρίθηκε ο Γέροντας, κάνει το χρέος τον, μόνε σαν είν' άξιος να το ευεργετήση· εγώ δε βλέπω σ' αυτήν την περίστασιν καμμιά δυσκολία.

Και μολοντούτο, είπε ο Λογιότατος, είναι η μεγαλήτερη σ' εμάς. Οι σοφοί του γένους έχουν όλην την προθυμίαν για να το φωτίσουν, και είναι άξιοι να το κατορθώσοιν, μόνε λείπει ο τρόπος: αφορμής, οπού λείπει η γλώσσα για να συγγράψουν. Πώς! αποκρίθηκε ο Γέροντας, και δεν είναι η κοινή γλώσσα όλου του γένους! ο Λογιότατος, ύστερ από την συνηθισμένην του συλλογή, αυτή η Γλώσσα, είπε, θέλει διόρθωμα πρώτα. Και σαν τι διόρθωμα θέλει, παρακαλώ; ερώτησε ο Γέροντας. Η απλή γλώσσα, αποκρίθηκε ο Λογιότατος, ώντας φτωχή και γεμάτη βαρβαρισμούς, δεν είναι καλή για να συγγράψουν σε ταύτην, καθώς τυχαίνει. Πρέπει λοιπόν να διορθωθή πρώτα, καθαρίζοντας την από τα ξένα αγκάθια, και ζυγόνοντας την όσο το δυνατόν στην ελληνική, να της δοθή η πρώτη μορφή της.

Δεν θελά ήταν ωφελιμώτερος σκοπός από ταύτον, εφώναξε ο Γέροντας, αν ημπόρηγε να κατορθωθή. Οι μεταγενέστεροι, είμαι βέβαιος, θελά το εμέτραγαν για ξεχωρισστήν τους μοίραν να είν' απόγονοι τέτοιων μεγάλων ανθρώπων. άκουσα από πολλούς, Λογιότατέ μου, αυτήν την γνώμην, συμπαθησέ με ωστόσο να σου ειπώ με θάρρος, πως ακούω κάτι πράμματα, οπού δεν θελά μου φαίνονταν αλλιότικα, αν ήκουγα να μου ειπούν, πως η προβατίναις μου εγέννησαν μουσκάρια, και τ' αμπέλια μου εκάρπισαν στάρι. Ο φωτισμός του Γένους είναι ιερό κι' απαραίτητο χρέος όλων των προκομμένων· μόνε το διόρθωμα της φυσικά διορθομένης μας γλώσσας, να σου ειπώ την αλήθειαν, δεν το απεικάζω τελείως. Και εγώ, μα την αλήθειαν, είπε ο Λογιότατος, κι' ας έκαμα και τόσους κόπους σ' αυτήν την υπόθεση, έχω κάποιαν υποψίαν ότι δεν παρά είναι σωστή η γνώμη των σοφών μας. αλλά στοχάζομαι πάλε, πώς να τους πλανάη όλους ο νους τους, και βρίσκονται τόσοι προκομμένοι στον ίδιον λάθον.

Ο άνθρωπος, φίλε μου, αποκρίθηκε ο Γέροντας, όσο κυριεύεται από της πρόληψαις, οπού δεν απολείπουν να κολακεύουν και τον νουν των πλια φωτισμένων, είναι αδύνατο να επιτύχη τον δρόμον, οπού φέρει στην μάθηση της αλήθιας. όλοι τον οι λογαριασμοί είναι υπόθεσαις και γνώμαις, οπού χαλνιούνται από άλλαις κενούργιαις, κι' οπού τον βιάζουν να φέρη γύραν πάντα στον ίδιον τόπον, σκοντάβοντας άκοπα, και δίχως φως παντοχής, να φθάση καμμιά φορά στο τέλος οπού γυρεύει, τρέχωντας στα χαμένα, και σταθερός στην ισχυρογνωμία του δεν στρέγει ν' αφηκρασθή τον ορθόν λόγον, οπού δυνατά του φωνάζει να μην αποβλέπη σ' άλλο από το όφελος, οπού ημπορεί ν' απολάψη σε κάθε σπουδή του, και γένεται ατός του η πρώτη θυσία της γνώμης του, αφορμής, οπού διδάχνοντας άλλους όλο σφάλματα, ποτίζεται τόσο από ταύτα, οπού χάνει ως το ύστερο την αίσθηση της αλήθιας, και σέρει κατόπι του τον άλυσον της πλάνης μαζή με τους άλους.

Ευθύς όμως οπού μπορέση να ξετεινάξη αυταίς της πρόληψαις από πανωθιό του για μια στιγμή, εκείνην την ίδια στιγμή λαγαρίζον τα μάτια του νου του, και σκορπίζει το πυκνό σύγνεφο, οπού τα εθάμπωνε ως τότες. Από εκείνην την στιγμήν μοναχά μπορεί να στοχάζεται και να λογαριάζη ορθά· επειδή και θεμελιασμένος επάνω σε καθαραίς και στερεαίς αρχαίς, παρμέναις από την φύσιν των πραγμάτων, εύκολα του βολεί να ξεχωρίση το λάθος από την αλήθειαν· τότες μοναχά ημπορεί να γνωρίση πόσο είναι άτοπο να φαντάζεται, πως ένα γένος ξεπέφτει από τον πρώτον βαθμόν του, πως του λείπουν η τέχναις κι η επιστήμαις, πως δεν γένεται να φιλοσοφίση, αφορμής δεν κρένει την απαρχής του γλώσσα. Τα δυνατά και πλούσια βασίλεια, οι ευτυχισμένοι λαοί, οι ανδριομένοι Στρατηγοί, οι μεγάλοι φιλοσόφοι και νομοθέταις, οι προκομμένοι τεχνίταις, οπού άνθησαν κατά καιρούς επάνω στην οικουμένην, μας αποδείχνουν όλο το ενάντιο· επειδή μήτε την ίδια γλώσσαν είχαν όλοι, μήτ' εκείνοι πάντα την ίδια. Ο φωτισμός, Λογιότατε, δεν κρέμεται από τούτην ή εκείνην την γλώσσα, χρειάζεται από μια σε κάθε γένος για να γρηκέται, κ' αυτό το μέσο το εχάρισε η προνοητική σοφία του Πλάστη, σ' όλαις της φυλαίς των ανθρώπων, για να βοηθιούνται στης λογιασταίς των και πολυάριθμαις χρείαις.

Ο Λογιότατος, σαν αποσυλλογίσθηκε στα λόγια του Γέροντα, η ομιλία σου, του είπε, με καταπείθει· αλλ' αυτό το μέσο, οπού έχομε για να γρηκιούμαστε, δεν είναι αρκετό να παραστήση όλαις ταις ιδέαις, οπού θέλουν να φανερώσουν οι προκομμένοι.

Ο λόγος σου έχει τον τόπον του, αποκρίθηκε ο Γέροντας. εκείνος οπού έχει ολίγαις χρείαις έχει και ολίγαις ιδέαις, και ακολούθως Γλώσσαν ανάλογην με τον μικρόν αριθμό τους. η ιδέαις του, οπού αυγατίζουν όσο πληθαίνουν κι' η χρείαις του, γυρεύουν και γλώσσαν ανάλογη με τον μεγάλον τους αριθμόν. τέτοια είναι η φύση κάθε γλώσσας στον κόσμον, φτωχότερη, ή πλουσιώτερη, κατά της ιδέαις οπού έχουν όσοι την κραίνουν. Ο άνθρωπος λοιπόν, οπού πηγαίνει αποχτώντας καινούργιαις ιδέαις, αναγγάζεται να εφεύρη και καινούργιαις λέξαις, και καινούργιους τρόπους για να της παραστήση. μόνε μεταχειρίζεται, μου φαίνεται, εκείναις της λέξαις κι' εκείνους τους τρόπους, οπού μπορούν να γρηκούν όλοι, αφορμής οπού ο σκοπός του είναι να τον απεικάζουν όλοι, κι όχι ν' απεικάζεται ατός του.

Αν παρατηρήσωμεν, πώς εκείνοι, οπού πρωτομίλησαν φτωχήν γλώσσαν, εξαιτίας οπού ήταν φτωχοί από ιδέαις, κι' όσο αυγάτιζαν η ιδέαις τους, τόσο επλούτιζαν την γλώσσαν τους με λέξαις, ή παρμέναις από την ίδιαν, ή δανεικαίς από άλλαις, σχηματισμέναις όμως κατά τον τρόπον οπού είχαν συνειθίση να απεικάζωνται εξ αρχής συνατοί τους, εύκολα είναι να καταλάβωμε πως, αν ακολουθήσουν την ιδίαν μέθοδον στην παράστασιν των καινούγιων τους ιδεών, μπορούν να πλουτίσουν την γλώσσαν τους όσο που να μην έχουν χρείαν να παραπονεθούν για την φτώχια της. Η ανάγγη για αλλιότικη γλώσσα από την κοινή και συνηθισμένη όλου του γένους, για να πεικάζωνται όσα απεικάζονταν ομπρήτερα, ή όσα θελά απεικάζονταν υστερώτερα με το μέσο της ίδιας, είναι με την ολότη παράλογο κι' ανωφέλευτο πρόβλημα.

Καλά, είπ' ο Λογιότατος, αλλ' η απλή γλώσσα, χώρια οπού είναι φτωχή, είναι και γεμάτη βαρβαρισμούς, χοντρή, και δίχως χάριν.

Να ειπούμε την αλήθειαν, αποκρίθηκε ο Γέροντας, αυτοί οι τίτλοι δεν της παραπρέπουν· όμως ας είναι. Πώς η γλώσσαις, Λογιότατέ μου, καλητερεύουν με την μάθησιν, δεν έχει λόγον ενάντιον. Όσο ένα γένος φωτίζεται, άλλο τόσο η αίσθησή του ψιλαίνει σε κάθε είδος, και η γλώσσα του αποχτήνει την γλυκάδα και ημεροσύνη, οπού αποχτούν και τα ήθη του. μον αυτό δεν τ' απολαμβάνει με μια. χρειάζεται να περάση καιρός· και αν δοκιμάση να ριχτή από το πατινό στο κορφινό σκαλίδι, στο πέσιμό του φέρει μαζή και τον κίνδυνο να μη μπορέση να μεταορθωθή ποτέ του. Καμμιά γλώσσα, φίλε μου, δεν έκαμε τέτιον δρόμον, όλαις ανέβηκαν από σκαλίδι σε σκαλίδι, ως τον ποσόν της τελειότητος, οπού εγένονταν να φτάσουν από την φύσιν τους. Επειδή η χάραις κι' η νοστιμάδαις μιας γλώσσας δεν είναι η ίδιαις με άλλης, κάθε μια έχει την ξεχωριστή της ωμορφιάν, και τα ξεχωριστά της κάλλη. Όποιος αμελάει το στολισμό της γλώσσας του από τα μέσα που έχει η ίδια για να δείξη της χάραις της, και δανείζεται ξένα και ασυνήθιστα στολίδια, οπού δεν της τεριάζουν, αντίς να την ωμορφήνη, την ασκημαίνει σε τρόπον, οπού την κατασταίνει συχαμερό τέρας, κι οπού με όσα φτιασίδια κι αν την αλείφει, κανενός δεν αρέγει.

Η απλή μας γλώσσα, λογιότατε, έχει αστέρευτους θησαυρούς από χάραις και νοστιμάδαις, μόνε η πρόληψη, οπού κυριεύει τον νουν εκείνων, οπού έπρεπε να ξεθάφτουν αυτά τα πλούτη, τους έκαμε να την αμελήσουν, και να την καταφρονήσουν, δίχως κανένα δίκαιο στον κόσμον. Ας την περιποιηθούν, ας της γλυκομιλήσουν σαν εδικήν τους, και τότες ακούν πόσο χαριτωμένα αποκρίνεται στης φωναίς τους.

Ωστόσο, είπ' ο Λογιότατος πάντα συλλογισμένος, δεν μπορείς να μου αρνηθής, πως είναι ακανόνιστη και γεμάτη βαρβαρισμούς.

Κάθε γλώσσα, αποκρίθηκε ο Γέροντας, μιλιέται κατά τον τρόπον, οπού συνηθιέται από όλο το Γένος. οπού θελά ειπή, κάθε γλώσσα έχει τους φυσικούς της κανόνες. Ακανόνιστος τρόπος, ή βαρβαρισμός είναι ο ξένος κι' αλλιότικος από τον συνηθισμένον. Και όποιος ομιλεί την γλώσσα του, ή συγγράφει σε ταύτην κατά πώς συνηθάν όλοι κοινά, κραίνει, και συνγράφει κανονικώτατα και δίχως κανέναν βαρβαρισμόν. Θελά ονομάζονταν με δίκιο βάρβαρη κι' ακανόνιστη εκείνη η γλώσσα, οπού όσοι θέλοντας να την διορθώσουν κατά την γνώμη τους, έμπαζαν σε ταύτην λέξαις και τρόπους εναντίους στην κοινήν συνήθειαν, και ακολούθως να μην απεικάζωνται από όλους. και τότες, αντίς να διορθωθή, θελά χάλναγε τελείως, και θελά κατάνταγε ένα δίλογο, οπού να μη χωρίζη τ' αληθινό του χρώμα ποίο είναι.