Ποιήματα και Πεζά τινα

Part 5

Chapter 5 1 words Public domain Markdown

Έρωτά μου παιγνιδιάρη, Να μου κάμης κάπια χάρι Σου ζητώ ξεχωριστή·

Την αγάπη που λατρεύω Οχ τ εσένα τη γυρεύω Σ' ένα, απ' όλαις χωριστή.

Νοστιμάδαις, χάρες, κάλλη, Ας τα έχει η μια κι' η άλλη, Ας τα χαίρουνται πολλαίς.

Αφροδίταις σ' ωραιώτη Οχ την ύστερη ως την πρώτη Ας φαντάζουν η καλαίς.

Η αγάπη μου μ' αρέγει, Κι' η καρδιά μου σαν τη στρέγει, Θέλα ήμουν ευτυχής·

Μόνε ξέρεις, Έρωτά μου, Και νογάς τα βάσανά μου Που με θλίβουν απαρχής.

Κι' εδικής σου εξαιτίας, Της πολλής μου ευτυχίας Δεν ορίζω τα κλειδιά.

Τι εσύ αφορμή μου δίνεις. Το φαρμάκι εσύ μου χύνεις Για τ εκείνης την καρδιά.

Τώρα αυτό 'ν στο θέλημά σου, Επειδής και τ' άρματά σου, Όπως θέλεις κυβερνάς·

Τέλιοσέ μου το χατήρι, Μάκρυνέ μου το ποτήρι, Το πικρό που με κερνάς.

Στης καρδιαίς οπού ξετρέχεις, Διο λογιών σαΐταις έχεις, Διο πληγαίς να προξενάς·

Με τη μια, δεσμό συμπάθιας, Με την άλλην αντιπάθιας Την ψυχρότητα κινάς.

Την αγάπη μου για μένα, Από τόξα φλογισμένα, Με την πρώτη σαϊτιά

Πλήγοσέ τη πέρα πέρα, Να τη νιόθει νύχτα ημέρα Αναμμένη σα φωτιά.

Με τη δεύτερη να σώσης Στην καρδιά της ν' αποδώσης Σαϊτιάς την αρετή,

Που χωρίς αμφιβολία Να 'χη τέλια αδιαφορία, Για το παν ν' αναισθητή.

Πες μου, Έρωτα, να ζήσης, Άδιον τάχα θα μ' αφήσης; Ένας δούλος σου κι' εγώ·

Έρωτά μου, αυτό το γέλιο Είναι, πες μου, περιγέλιο; Αχ! το βλέπω, το νογώ.

***

Το πόσο σε λατρεύω, το πόσο σ' αγαπώ, Των αδυνάτων είναι ποτέ να σου το ειπώ. Τι σ' αγαπώ με τρόπο καθόλου χωριστό, Που μέσα στην καρδιά μου ακέρια σε βαστώ. Κι' η δύναμί σου είναι, που τη ζωογονάει, Την κάνει να χτυπάη, την κάνει και κινάει. Καθώς εσύ να λείψης, δεν έχω πλιο καρδιά· Κι' αν η καρδιά μου μένη, δεν έχω τα κλειδιά. Εσύ είσαι της ζωής μου το τέλος κι' η αρχή. Γιατί είσαι της καρδιάς μου το αίμα κι' η ψυχή. Και ζιώ στον κόσμο μόνον εσένα ν' αγαπώ, Μον' πόσο! δεν είν' τρόπος ποτέ να το ειπώ.

Θωρώ σου, Χλόη, κι' άδικα Θελ' απομαραθούν Οι κρίνοι, τα τραντάφυλλα Στην όψη σου, που ανθούν, Διαβατικά τ' αθρώπινα, Σαν ποταμιού νερό, Τα νιάτα χάρου, Κόρη μου, Μη χάνεις τον καιρό. Πλακόνουν τα γεράματα Προμιού τα φανταχτής, Κι' αν μετανιόσης ύστερα, Διπλά θα παιδευτής. Της σαγιτιαίς του έρωτα Μη της καταφρονάς, Και μη τα δασκαλέματα Ακούς της Αθηνάς. Τα ήθη, Χλόη, ημέροσε, Μη θες να τυραγνάς. Η φύση δε σου χάρισε Καρδιά να μη πονάς. Τηράς την ψεύτραν Άρτεμι; Δεν ξέρεις, σε γελάει, Και με τον Ενδυμίονα Κρυφά συχνομιλάει. Τη νιότη χάρου, Κόρη μου, Ογλήγορα απανθεί, Και αφού τινάς την έχασε, Χαμένα την ποθεί·

***

Ή ζήσω τη ζωή μου μεγάλος και λαμπρός, Ή πάλι την περάσω σε φτώχια και μικρός, Μη θέλα βρω στο τέλος σ' εκείνα διαφορά; Και το 'να και το άλλο θα πάψουν μια φορά. Γυμνός στον κόσμο μπήκα και θέλα βγω γυμνός, Ο κόσμος είναι ξένος, δεν έμεινε τινός. Μακριά λοιπόν φροντίδες ματαίων στοχασμών, Που κατατυραγνάτε με ηδονών χαμόν. Μου φτάνουν να 'χω μόνον υγιά, καλή καρδιά, Ζωής ευτυχισμένης τα μοναχά κλειδιά.

***

Λεν ο κόσμος, η αγάπη Έχει βάσανα πολλά. Εγώ λέγω, πως σε ταύτο Δε στοχάζουνται καλά. Νύχτα ημέρα να παθαίνω, Μια στιγμη τ' αλησμονώ, Ότι να καλαντικρύσω Τα ματάκια που πονώ. Πάρτε, όσα, κι' αν θελήστε, Δάκρια, πάθια, στενασμούς, Ούτε έναν μην αφήστε Οχ τους δάρτες και καϋμούς. Λογαριάστε, και θα βρήτε Νούλλα όλα τα πικρά Αν τα βάλετε στο ζύγι, Και φιλήσω μια φορά.

***

Μες τα γλυκά σου μάτια Ο έρως κατοικάει, Και τα κινήματά τους Ως θέλει διοικάει. Τα διάλεξε σαγίταις, Δοξάρια τρομερά, Μ' αυτά καρδιαίς πληγόνει Σκληρά, φαρμακερά. Αλοίμονον σ' εκείνον Οπού να καυχηθή, Σε ταύτα ν' αντικρύση Χωρίς να πληγοθή. Ευτύς ο έρως τότες Μ' ακράτητην οργή, Θανατερή του ανοίγει Στα αστήθια την πληγή. Φλόγαις, φωτιαίς, και λαύραις, Με αναστενασμούς, Μες την καρδιά του ανάφτει Δεινούς παραδαρμούς, Δάκρυα, κλαϋμούς, και πάθια, Βαριά του προξενάει, Και με μυρίους τρόπους Τον κατατυραννάει. Τον βλέπει στα δεσμά του, Τους πόνους τον θωρεί, Και να τους αβγατήση Το πως ζητάει ναυρή. Μ' αυτά τα άρματά του Και με πολλήν ορμή, Σημάδεψε κι' εμένα Να κάμη δοκιμή. Αλλα μ' ελεημονήθη Η Χλόη η καλή, Κι' ο έρως αφοντότες Γελόντας μου μιλεί.

***

Πιος λέει σκληρόν τον Έρωτα, Και τον κακολογάει· Τον γλωσσοτρώγετ' άδικα, Χωρίς να τον νογάη,

Παιδί μικρό, κι' ανήλικο 'Σ της νιότης την ακμή, Με δίχως άλλη μάθησι, Με δίχως δοκιμή.

Γιατί ξοδεύει, παίζοντας Περίσσια, τον καιρό, Για τούτο δα τον έρωτα, Τον κράζομε σκληρό.

Ω φρόνιμοι κατήγοροι, Κριτάδες του κοινού, Για κάμετε την κρίσι σας, Με προσοχή και νου.

Σκληρός αυτός δεν είναι τος, Μον είμεστε σκληροί Εμείς, οπού τον θέλομε Με γνώμη σοβαρή.

Παιγνίδια, φίλοι, ορέγεται, Και γέλια σαν παιδί. Φτερά βαστάει, κι' απέταξε, Ενάντια σαν ιδή.

Μαζί του παίξε, γέλασε, Αν θες να σ' αγαπάη. Μην αποστάσης τρέχοντας Να πας εκεί που πάει.

Ο έρως είναι ελεύτερος, Ποτέ σου δεν μπορείς Να τον κρατήσης σκλάβο σου, Του κάκου το θαρρείς.

Μη τον παντέχεις λαίμαργο 'Σ του Κροίσου τα καλά. Ή 'πής του μέγα Αλέξανδρου Ο θρόνος τον γελά.

Τον διόχνει η σκυθρωπότητα, Το άγριο τον φοβάει· Ευγένια, και αξίωμα Αυτόν δεν τον τραβάει.

Αν έχεις γνώμην άκακη (;) Χαρούμενη καρδιά, Βαστάς στο χέρισου άσ(;;;;) Του έρωτα κλειδιά

Κι' ανίσως νιάτα χ(;;;;;;) Μ' αυτόν καλά περνάς, Ειδέ μη, βασανίζεσαι. Κι' αυτόν τον τυραγνάς·

Και κράζεις υστερώτερα Τον έρωτα σκληρό, Αντίς να κράξης άτυχον Αυτό σου τον καιρό.

***

Αχ έλα, θάνατε πικρέ, και πάρε τι ζωή μου. Αφού και πλιο στερεύομαι τη μόνη παντοχή μου. Τη Χλόη μου να μη θωρώ, και ζωντανός να μείνω; Αχ τι ποτήρι μώδωκε το ριζικό, και πίνω! Μη πάυετε ματάκια μου να κλαίτε, να θρηνάτε, Το φως σας εβασίλεψε, τι άλλο καρτεράτε; Καρδιά γιατί με τυραγνάς, και βαριοπαραδαίρεις, Τον τόπο σου τον έχασες, σε τι βυθό με σέρεις! Ψυχή, ψυχή ανυπόφερτη σ' του πάθου μου τη βράσι, Άφσ' το κορμάκι μου νεκρό να πάγη ν' αγαλλιάση. Αχ, έλα θάνατε γλυκέ τους πόνους μου να γιάνης, Τρέξε σ' εμένα γλήγορα, καμιά άργητα μη βάνεις. Ω θάνατε απάνθρωπε, γιατί δε με πληγώνεις, Κι' από παρόμια βάσανα γιατί δε με γλυτρόνεις; Βάρει με το κοντάρι σου, παρακαλώ σε Χάρε, Κι' αυτήν την άθλια μου ζωή, σπλαχνίσου με, και πάρε.

Πουλάκι ξένο, Ξενιτεμένο. Κυνηγημένο, Πού να σταθώ, Πού να καθήσω, Να ξενυχτήσω, Να μη χαθώ; Βραδιάζει η μέρα, Σκοτάδι παίρει, Και δίχως ταίρι, Πώς να βρεθώ; Πώς να φωλιάσω, Σε ξένο δάσο. Ν' αποσυρθώ; Η ημέρα φεύγει, Η νύχτα βιάζει. Να, ησυχάζει Κάθε πουλί. Κι' εγώ στενάζω, Το ταίρι κράζω, Ξένο πουλί. Κυττάζω τ' άλλα Πουλιά ζευγάρι· Αυτήν τη χάρι Δεν έχω πλια. Έρημο τρέχω Τόπο δεν έχω, Μηδέ φωλιά. Να βρω γυρίζω Πού να καθήσω, Να ξενυχτήσω Καν μοναχό. Κάθε κλαράκι Βαστάει πουλάκι Ζευγαρωτό. Δε με γνωρίζουν, Κι' εδώ με διόχνουν Κι' εκεί μ' αμπόχνουν, Πού να σταθώ; Αχ πώς να γένω, Πού να πηγαίνω, Να μη χαθώ! Λιγάν οι κλάδοι, Τα φύλλα σιούνται Γλυκοτζιμπιούνται Τ' άλλα πουλιά. Εγώ το ξένο, Το πικραμένο, Χωρίς φωλιά. Από 'να σ' άλλο Πετώ δεντράκι, Να βρω κλαράκι Για να σταθώ. Για ν' ακουμπήσω. Να ξενυχτήσω Να μη χαθώ. Αποριμμένο Σε άγρια αγκάθια, Πικρά μου χάδια Και ξενητιαίς. Θρηνόντας μένω, Και εκεί διαβαίνω Κακαίς νυχτιαίς. Κι' εκεί που στέκω Μαμουριασμένο, Και μαραμένο Θρηνολογώ, Νια, βλέπω, βγαίνει. Νια αρματομένη, Σαν κυνηγό. Βαστάει δίχτια, Δίχτια ασημένια, Συρματερένια Στ' αριστερό Και στη δεξιά της, Με τ' άρματά της, Κλουβί αργυρό. Φορέματ' άσπρα, Κι' άσπρη με χάρι, Όλη φεγγάρι Βαθιάς νυχτός· Λες κι' είναι εκείνη, Οπού του δίνει Λάμψι και φως. Περνάει σιμά μου, Και με κυττάζει, Γλυκά με κράζει, Και μου μιλεί. Έλα πουλάκι Μες το κλουβάκι· Ξένο πουλί. Έμπα μου λέγει, Έμπα το ξένο, Το πικραμένο Ν' αναπαυθής. Για να καθήσης Να ξενυχτήσης, Να μη χαθής. Πουλί δικό μου, Να σ' αποχτήσω, Και να σου στήσω Χρυσή φωλιά· Σ' αυτή να ζήσης, Ν' αλησμονήσης Την ξενητιά. Μη σε πειράζει Κλεισμένο να σαι· Και μη φοβάσαι Να σκλαβοθής. Έλα σ' εμένα· Τι είσαι σε ξένα, Και μη χαθής. Σου τάζω μ' όρκο Τη λευτεριά σου Χωρίς καμμιά σου Αμφιβολιά. Όταν θελήσης, Κλουβί ν' αφίσης, Και τη φωλιά. Έλα, μου λέγει, Μικρό πουλάκι, Μες το κλουβάκι Για να σταθής. Για ν' ακουμπήσης, Να ξενυχτήσης, Να μη χαθής. Στης τόσαις χάρες, Στα σπλαχνικά της Λόγια γλυκά της Πλιο δεν αργώ. Φτερά μου απλόνω, Σ' αυτή ζυγόνω Πολύ γοργό. Και στο χρυσό της Πετώ χεράκι Και στο κλουβάκι, Προμιού να μπω, Τα ζαχαρένια, Τα κουραλλένια Χείλια τζιμπώ.

***

Αγάπη μου πολύτιμη τα λόγια σου έχω νόμο. Το λόγο, που μ' επρόσταξες τον έβαλα σε δρόμο. Για τρεις ημέραις ώρισες μακριά οχ την κατοικιά σου, Να στερευτώ τα μάτια σου, και τη γλυκή θωριά σου. Κυρά είσαι· καμμιά ξέταξι δεν κάνω στο σκοπό σου· Εγώ σα δούλος, πρέπει μου ν' ακούω τον ορισμό σου. Και όχι τόσο διάστημα καιρού κοντό κι' ολίγο Μακριά οχ τ εσένα στρέγομαι, σα θέλησες, να φύγω· Μονέ για πάντα είμ' έτοιμος μακριά οχ τ εσέ να ζήσω, Της αρεσιάς σου να φερθώ, και να σ' ευχαριστήσω. Και μη θαρρείς σου υπόσχομαι, χωρίς να το τελιώσω· Τι δοκιμής απόδειξι μπορώ για να σου δώσω. Αν ζιω στον κόσμο μην θαρείς για ζωντανόν εμένα, Εγώ δε ζιω δια λόγου μου, ζιω μοναχά για σένα. Τη δανεική ζωή που ζιώ, κρατάς στη θέλησί σου, Να πάρης πίσω, ως βούλεσαι, κι' ως είν' της όρεξίς σου. Σε όλα τ' άλλα αναισθητώ, και τότε ζωντανεύω, Τα κάλλη σου να χαίρομαι, κι' εσένα να λατρεύω. Μον πάλι αν είν' αβόλευτο, και το 'χε το γραφτό μου, Να χωριστώ στα ζώντα μου το φίλον το δικό μου. Μηδέ μπορεί να γένη αλλιώς, παρά να το φτουρήσω. Από τ' εσέν' που λαχταρώ, πλιο χέρι να τραβήσω. Λιθάρι βάνω στην καρδιά, στα σωθικά μου πέτρα, Και παίρω την απόφασι, και μπαίνω σ' άλλα μέτρα. Αντίς να βασανίζομαι, να κολυμπώ στο δάκρυ, Τον κόσμο αρνιούμ' ολότελα, και τη ζωή στην άκρη. Κι' αντίς να σε στερεύομαι, και ν' απερνώ τους χρόνους Σα σε ζυντάνι σκοτεινό με πάθια και με πόνους. Την άχαρη μου αναπνοή δε μ' εμποδάει να σβύσω, Και οχ τα μελλούμενα πικρά και θλίψες μου να γλύσω. Τι θέλα ειπή ένας θάνατος κοντά σε χίλιους άλλους. Στου χωρισμού σου της στιμαίς θανάτους πλιο μεγάλους. Γιατί κι' ατή σου το νογάς, κι' ατή σου τ' απεικάζεις, Ανισως ας με χωριστής, το χάρο μου τοιμάζεις.

***

Αχ, είναι η πρώτη μου φωνή Καθώς ημέρα να γενή· Βραδιάζει, κι' αχ φωνάζω, Μ' αυτό το αχ πλαγιάζω. Γιόμα μου είναι οι στενασμοί· Και οι πικροί συλλογισμοί· Δειπνώ μελαχολία, Σκληρήν απελπισία. Έχω τα δάκρυά μου πιοτό, Τα βασανά μου φαγητό. Ζιώ για να τυραγνιούμαι, Αφόν της σ' υστερούμαι. Ημέρα νύχτα δεν μπορώ, Ποτέ ανάπαψι να βρω· Θρηνώ παντοτεινά μου Τα θλιβερά γραφτά μου. Ίσκιος στον κόσμο περπατώ, Και μήτε ξέρω που πατώ. Καθένας που με βλέπει Να με λυπιέται, πρέπει. Λύπης εγίνηκα πηγή· Και η βαθιά μου συλλογή, Μαζί μου πάντα μένει, Ποτέ δεν ξεμακραίνει. Νου δεν ποτάζω παντελώς· Παραλαλώ σαν ο τρελός. Ξεχωριστά παθαίνω, Και πάλι δεν πεθαίνω. Όπιος καλά με στοχαστή, Παραπολύ θα θιαμαχτή, Πως ζιώ με τόσα πάθη, Σε τέτιας θλίψις βάθη. Ρίχνω τα μάτια εκεί κι' εδώ, Μη τύχη, φως μου, και σε ιδώ. Συχνά συχνά σε κράζω, Του κάκου σε φωνάζω. Το τέλος πιο; δεν το θωρώ. Πώς θέλα γένω, απορώ. Υπομονή σ' εμένα Γυρεύω στα χαμένα. Φθορά λοιπόν κι' αφανισμός, Ο εδικός σου χωρισμός· Χωρίς εσέ να ζήσω, Ποτέ να μην ελπίσω! Ψυχή τι άλλο καρτερείς; Σε τι παντέχεις, και θαρρείς; Ως πότε με παιδεύεις. Έβγα, τι πλιο γυρεύεις!

***

Από τα διο σου αχείλια, τ' αθάνατο νερό Πολύ και πλούσιο τρέχει, γλυκό και καθαρό. Κι' εκείνος που δροσίση το στόμα μια φορά, Του χάρου ας μη φοβάται τα βέλη τα σκληρά. Αν το κορμί απεθάνει, αισθάνεται η ψυχή. Εκείνη τη γλυκάδα, που γεύτη στην αρχή.

***

Ανίσως, φως μου, και η καρδιά μου Αλλησμονήση τα πρώτα δεσμά μου, Και μέλλει τάχα να σ' αρνηθή, Καθώς το ψάρι μπορεί να ζήση Όξω στη γη, να λαχταρήση Έτζι η καρδιά μου και να χαθή.

***

Έρωτα, να ημπόρεσες ποτέ σου κι' άλλον ένα Να βρης απ' όσους πλήγωσες πιστόν ωσάν κι' εμένα. Υπομονή, στα βάσανα οπού τραβάει η καρδιά μου, Ίδες να έχη κι' άλλη μια, να ζήσης, Έρωτά μου; Φθοροποιόν και άσπλαχνον ο κόσμος σ' ονομάζουν, Ως και οι ίδιοι σκλάβοι σου σκληρότατο σε κράζουν. Ρώτα και την καρδούλα μου την παραφλογισμένη, Πώς στην πληγή της χαίρεται πολύ ευχαριστημένη. Όσο τα βάσανα σ' αυτή, τους πόνους αβγατίζεις, Τόσο και πλιότερη ηδονή στα φύλλα της χαρίζεις. Στιγμή μικρής ανακωχής μη θέλεις να της δώσης, Μη αργείς, αν περισσότερο μπορείς να την πληγώσης. Υπήκοος ασάλευτος θα βρίσκομαι κοντά σου, Και θα φιλώ μ' υποτανή τ' ανίκητα δεσμά σου. Να καυχηθής, δε γένεται, πως τάχα ο άλυσός σου, Ωσάν κι' εμένα να κρατάη τινάν στον ορισμό σου. Η εδική μου η καρδιά ζιη μοναχά, κινιέται, Καθόσο οχ της σαγίταις σου βαθύτερα κεντιέται.

***

'Σ αφίνω, και μισεύω, ολόχρυσο πουλί· Βαριά που με πλακόνει παράπονο πολύ. Τρέμει η καρδιά μου, δαίρει, ανήσυχη βαρεί· Ο τόπος που 'χε πρώτα, μου λέει, δεν τη χωρεί. Ο νους μου στο κεφάλι δε θέλει να σταθή, Κοντά σου γύραις φέρει, κι' εσέν' ακολουθεί. Χαμένος οχ τη γνώσι το δρόμο περπατώ, Εδώ κι' εκεί κυττάζω, να σε ιδώ ζητώ. Κινιούμαι, κοντοστέκω με ζάλης ταραχή. Και κάθε τόσο μνήσκο και βάνω προσοχή· Μου φαίνεται ν' ακούω, κυρά, να μου μιλής, Οπίσω να με κράζης, ναρθώ με προσκαλείς. Της φαντασίας είναι παιγνίδια όλα αυτά, Κι' ορέγεται ο Έρως μ' αυτή να μ' απατά. Αυτή μου η απάτη ωστόσο καταντάει Σε πράμμα που με θλίβει, φαρμακερά κεντάει· Ευτύς οπού γνωρίσω το λάθο μου, αρχινούν Τα διο μου μάτια βρύσες τα δάκρια ν' απολνούν, Με πλήθος θρήνους τότε και μ' αναστενασμούς, Με της ψυχής αγώνες, σκληρούς περιορισμούς, Τα άνθια παραγγέλω, πουλάκια και φυτά, Και όσα ν' απαντήσω, παρακαλώ κι αυτά· Μυρουδικά λουλούδια, λιβάδια δροσερά, Τη Χλόη μου αν ιδήτε εδώ καμμιά φορά, Τον πόνο μου να ειπήτε σ' αυτή και τους κλαϋμούς.. Αχ! όχι μη της πήτε, παρά χαιρετισμούς. Ω δροσερέ μου αέρα φυσόντας σιγανά, Πέρασε από τη Χλόη και πες της τα δεινά, Που δοκιμάζει ο Δάφνης, και τους πικρούς καϋμούς... Αχ! μη της πης, αέρα, παρά χαιρετισμούς. Γοργό Χηλιδωνάκι, πουλί ξενοτικό, Κι' εμέ του ξένου κάμε μια χάρι σπλαχνικό, Πέτα στο περιβόλι της Χλόης, και σαν μπης, Κοντά της να καθίσης, πολλά να της ειπής· Να της ειπής λαλόντας παραπονετικά Πως έβαλαν τα μαύρα, τα μαύρα μ' σωθικά. Ειπές της πως δεν παύω από τους στενασμούς. Αχ! μη, Χελιδωνάκι· πες της χαιρετισμούς.

***

Εξεστράτεψεν ο Έρως 'σ της καρδούλας μου το μέρος Και διο μάτια καστανά Λαμπροφόρεσε γι' αρμάτα, και με ταύτα στα γιομάτα Μου σωριάζει τα δεινά. Έρωτά μου τι γυρεύεις, και τι θέλεις να παιδεύης Τη δική μου την καρδιά! Νικητής πως είσαι ξέρεις· και στον κόρφο σου εσύ σέρεις, της καρδιάς μου τα κλειδιά. Όπως θέλεις την ανοίγεις· και ήτε μείνης, ήτε φύγης, πώς να σου εναντιοθώ; Παρηγόρα με καν σ' ένα, τον πιστό σου δούλο εμένα, που θερμότατα ποθώ. Όρκον Έρωτα σου κάνω, στης σαγίταις σου απάνω, όρκο μέγαν και φριχτό, Υποφέρω κάθε άλλη τυραννία σου μεγάλη, και ποτέ να μη κλαυτώ. Λόγο μόνον να μου δώσης, πως κι' εσύ θα μου τελιόσεις τούτο που θελά σου ειπώ· Αχ! τα μάτια αυτά όσο ζήσω, εδικά μου ν' αποχτήσω, κι' όσο ζιώ να τ' αγαπώ.

***

Αχ! έφτακε η φαρμακερή, κι' η ώρα ήρθ' εκείνη, Που θέλα σε ξεχωριστώ χρυσό μου καναρίνι· Η διορία σώθηκε, καιρός δεν απομένει. Στη μαυρισμένη μου καρδιά τι χαλασμός 8ά γένη. Θελά μισέψω, και θα πάω πολύ μακριά στα ξένα, Μακριά οχ τ' εσένα που αγαπώ· αλοίμονο σ' εμένα! Ήμουν κοντά σου κι έζηγα, και τώρα να σ' αφήσω, Να ξεμακρύνω, πώς μπορώ, χωρίς να ξεψυχήσω. Στοχάζομαι το χωρισμό, και ξαπορώ, και φρίζω, Κι' άντα τον εινορεύομαι ξυπνώ, και λαχταρίζω. Το χωρισμό σου, αγάπη μου, σήντα τον συλλογιούμαι, Σα φύλλο από τον άνεμο ταράζομαι και σιούμαι. Του χωρισμού σου την πληγή πώς να τη βγάλω πέρα, Που να με καίγη αρχίνησε σα φλόγα νύχτα ημέρα; Του χωρισμού σου του πικρού το θλιβερό τον πόνο Μέραις θαρρώ πως τον βαστώ, μον δε βαστώ το χρόνο. Του χωρισμού το μέριμνο στο τέλος θα με σώσει, Και τη ζωή για γλήγορα θελά μ' αποσηκόσει. Κι' ο άλυσος κι' η φυλακή μ' εσένα είναι παιγνίδι. Στο χωρισμό σου μ' έφαγε πικρό και μαύρο φίδι. Οχ τι φωτιά ανυπόφερτη τα σωθικά μου παίρει, Τώρα που σε χωρίζομαι τι λαύρα που με δαίρει! Ζώντας εγώ να στερευτώ τα μάτια τα δικά της; Έβγα ψυχή μου κι' άφσε με νεκρό κορμί σιμά της! Σ' αφίνω υγιά χρυσό πουλί, για μένα μη δρακρύσης. Αν μ' αγαπάς και σου πονεί τον πόνο να φτουρήσης. Αν κλαίγω, εγώ μη κλαις εσύ, γιατί αν σ' ιδώ να κλάψης, Βάλε κυρά μου γλήγορα τον τάφο να μου σκάψης. Σ' αφίνω υγιά πουλάκι μου, σ' αφίνω υγιά πουλί μου. Σ' αφίνω υγιά καρδούλα μου, και της ψυχής ψυχή μου.

***

Εγνώρισες, Κυρά μου, το πόσο σ' αγαπώ; Ή θέλεις να τ' ακούσης να σου το μεταειπώ. Εγώ δεν αποσταίνω, αυτό το σ' αγαπώ, Χίλιαις φοραίς την ώρα εσένα να το ειπώ, Ωστόσο να ηξέρης το πόσο σ' αγαπώ Των αδυνάτων είναι σωστά να σου ειπώ. Καθώς εγώ μ' αλήθια, Κυρά μου, σ' αγαπώ Καμμιά στον κόσμον άλλος, δε σφάλλω να το ειπώ, Μον τάχα νάρθη η ώρα, που αυτό το σ' αγαπώ, Οχ το χρυσό σου στόμα, πως ήκουσα, να ειπώ.

***

Ιδα απόψε στο είνορό μου, Φύλλι, σ' είχα στο πλευρό μου· Και στη μέση ένα παιδάκι, Που το τρυφερό χεράκι, Μ' ιλαρή θωριά τηρόντας, Και γλυκά χαμογελόντας, Πότε άπλονε σ' εμένα, Πότ' εχάιδευεν εσένα. Σου είπα· πιο είναι τούτο, Φύλλι; Συ, δαγκάνοντας τ' αχείλι, Μου είπες· Δάφνι, από πιο μέρος Ξένος έρχεσαι; είν' ο Έρως. Τον αρπάζω από κονντά μου Παρευτύς την αγκαλιά μου, Και μ' εμάς, ως που να φέξη, Τον αφήκαμαν να παίξη. Νιόθεις, Φύλλι, την αιτία Στα μου πλάθει η φαντασία; Έχω ημέραις που δε σ' ίδα· Και αν καμμιά δεν είν' ελπίδα, Γλήγορα ν' ανταμοθούμε, Κάλλια ως τότε να κοιμούμαι.

***