Σαικσπείρου Τραγωδίαι : Μέρος Α'. Ρωμαίος και Ιουλιέτα
Part 9
8) Αι αλλεπάλληλοι αλληγορίαι, των οποίων βρίθει το πρώτον ιδίως μέρος της προκειμένης τραγωδίας, μαρτυρούσιν ότι, καθ' ην εποχήν έγραφεν αυτήν, δεν είχεν εισέτι ο μέγας ποιητής απαλλαγή της επιδράσεως της συγχρόνου αυτού φιλολογίας. Η Ιταλία ήτο τότε το πρότυπον του πολιτισμού και ο οδηγός του συρμού. Εκεί δε τους μεγάλους συγγραφείς της προηγουμένης εκατονταετηρίδος είχε διαδεχθή σχολή ποιητική, της οποίας ιδιάζων χαρακτήρ ήσαν τα λεγόμενα concetti, αι μέχρι κόρου αλληγορικαί εκφράσεις. Άλλως τε, κατά την παρατήρησιν του Guizot, (Shakspeare et son temps), «ο Σαικσπείρος αυτός εναργώς υποδεικνύει, ότι δεν ηρέσκετο φύσει εις τον τρόπον τούτον του εκφράζεσθαι, ότε διά του μοναχού Λαυρεντίου επιπλήττει τον Ρωμαίον διά το γριφώδες του ύφους του.» (Εν σκηνή Γ' της Α' πράξεως.)
9) Μεταφράζων τα μεν πεζά εις πεζόν λόγον, τους δε στίχους εμμέτρως, δεν ετήρησα ίσην ακρίβειαν και ως προς την ομοιοκαταληξίαν. Αλλ' ως θέλει παρατηρήσει ο αναγνώστης, οι ομοιοκατάληκτοι στίχοι είναι πολυαριθμότεροι εν τη μεταφράσει της προκειμένης τραγωδίας ή εις τας δύο επομένας. Τα πρώτα του Σαικσπείρου δράματα περιέχουν πολλώ τελειότερους ομοιοκαταλήκτους στίχους, ή τα εις ωριμωτέραν της ζωής αυτού εποχήν γραφέντα. Ούτως εκ των τριών τούτων τραγωδιών, εις μεν τον Ρωμαίον και την Ιουλιέταν εκ των 3002 στίχων του αγγλικού κειμένου (συμπεριλαμβανομένων και των εις πεζόν χωρίων), οι 486 είναι ομοιοκατάληκτοι εν δε τω Οθέλλω εκ 3324 στίχων, οι 86 μόνον ομοιοκατάληκτοι, και εν τω Βασιλεί Ληρ 74 μόνον εκ 3298 στίχων. (Ίδε την εισαγωγήν του F. F. Furnivall εις την αγγλικήν μετάφρασιν των επί του Σαικσπείρου σχολίων του Γερβίνου και τον εν αύτη υπό του Κ. Fleay επεξεργασθέντα πίνακα). Οφείλω δ' ενταύθα να προσθέσω, ότι δεν συμφωνούσι πάντες οι εκδόται ως προς χωρία τινά, πού μεν ως πεζά, αλλαχού δ' ως έμμετρα διδόμενα. Ούτω τα της παραμάνας, εν σκηνή Γ' της Α' πράξεως, είς τινας των νεωτέρων της προκειμένης τραγωδίας εκδόσεων δημοσιεύονται ως στίχοι αντί πεζού.
10) «Ο Ρωμαίος παρουσιάζεται κατά πρώτον εν τη τραγωδία ως αγαπών την Ροζαλίναν. Αύτη είναι ανεψιά του Καπουλέτου, νέα λευκόχρους και μελανόφθαλμος, υπερτέρα δε της Ιουλιέτας κατά την δύναμιν του τε νοός και του σώματος. Αλλ' ούτε φλογερών αισθημάτων ευεπίδεκτος είναι, ούτε την λατρείαν του Ρωμαίου προσδέχεται. Ώστε διά του έρωτος τούτου δεν ικανοποιούνται οι αόριστοι της καρδίας του πόθοι, και υποφέρει ο δυστυχής του Ταντάλου το μαρτύριον, το δε κενόν, εντός του οποίου ζη βασανιζόμενος απορροφά, της ψυχής αυτού την ικμάδα. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιον αν αιφνίδιος μέθη ανεκλαλήτου ευδαιμονίας πλημμυρίζει μετέπειτα την σφριγώσαν, αλλ' αλγούσαν καρδίαν του.» (Gervinus, Shakespeare Commentaries.)
Ούτω και ο Άγγλος Coleridge: «Ο Ρωμαίος παρίσταται ερωτευμένος ήδη. Η ανάγκη αγάπης ωθεί τον άνθρωπον εις αναζήτησιν αντικειμένου τινός του έρωτός του. Αλλ' υπάρχει ως προς τούτο διαφορά μεταξύ ανδρός και γυναικός. Εάν η Ιουλιέτα παρίστατο ως κυριευομένη ήδη, ή και ως νομίζουσα ότι κυριεύεται υπ' άλλου ήδη έρωτος, το τοιούτον ήθελε προξενήσει αλγεινήν εις ημάς εντύπωσιν. Αλλ' ουδείς φρονώ θεωρεί ως άτοπον, ότι ο Ρωμαίος μετά τοσαύτης ευκολίας λησμονεί την Ροζαλίναν και παραδίδεται διά μιας εις τον έρωτα, τον οποίον η Ιουλιέτα τω εμπνέει. Διότι η Ροζαλίνα ουδέν ήτο πλέον, ή το όνομα, εν ω ενεσαρκούτο, ούτως ειπείν, η ερωτική κλίσις της θαλεράς αυτού φαντασίας.»
11) Κατά τον Άγγλον Steevens ο ποιητής διά των στίχων τούτων υπαινίττεται την βασίλισσαν της Αγγλίας Ελισσάβετ, ήτις ηρέσκετο ακούουσα εξυμνουμένην την τε ωραιότητα και την αγνότητα αυτής.
12)Επί Σαικσπείρου έφερον προσωπίδας αι εις τας θεατρικάς παραστάσεις παρευρισκόμεναι Κυρίαι.
13) Της αυτής ηλικίας ήτο και η Αρετή του Ερωτοκρίτου.
«Λοιπόν τον έρωτα κι' αυτή να την γελάση αφήκε, πούναι δεκατριών χρονών, δεκατεσσάρων 'μπήκε. »
(Ίδε σελ. 216 της Δ' εκδόσεως του Ερωτοκρίτου)
14) Plantain. Το πεντάνευρον ή αρνόγλωσσον (φύλλον φυτού) έχον ιαματικήν ιδιότητα τίθεται επί πληγών.
15) Εν τω κειμένω υπάρχει _Lammas-tide_, τούτο δε, εκ της αρχαίας Αγγλο - σαξωνικής παραγόμενον, σημαίνει εορτή τον άρτου, ήτοι εορτή των πρώτων οπωρών, τα πρωτόλεια. Ετελείτο δ' η εορτή αύτη την πρώτην Αυγούστου. Επροτίμησα να μεταφέρω το συμβάν, το οποίον η παραμάνα διηγείται, εις την εορτήν των Αγίων Αποστόλων, καίτοι μη ακριβώς συμπίπτουσαν μετά της αγγλικής του κειμένου εορτής· καθόσον είναι αύτη εκ των επισημοτέρων των καθ' ημάς εορτών, εξ εκείνων δηλονότι, τας οποίας Ελληνίς παραμάνα ήθελεν εκλέξει, όπως χαράξη γεγονός τι εις την μνήμην αυτής.
16) Και εν' Ερωτοκρίτω τριετή απέκοψε την Aρετήν η Νένα.
«Μεγάλη αγάπη σου βαστώ, παιδί μου και κυρά μου, Διά το γάλα πώφαγες τρεις χρόνους ‘ς τα βυζιά μου.» (Ίδε σελ. 165.)
17) Εις τας παλαιάς εκδόσεις τα επί του κειμένου σχόλια ετυπούντο εν τω περιθωρίω της σελίδος. Ένθεν η παρομοίωσις αύτη της μητρός της Ιουλιέτας.
18) Κατά τα τότε ειθισμένα οι προσωπιδοφόροι εζήτουν την άδειαν του οικοδεσπότου πριν εισχωρήσωσιν εις συναναστροφήν τινα.
19) Προ της εφερεύσεως (λέγει Άγγλος σχολιαστής) των κηροπηγίων, chandeliers, αι αίθουσαι, εν αις ετελούντο εορταί, εφωτίζοντο δι' υπηρετών κρατούντων εις χείρας λαμπάδας. Δεν εθεωρείτο δε ταπεινωτικόν το υπούργημα τούτο, ώστε ηδύνατο ο Ρωμαίος να εισέλθη μετά δαυλού εις χείρας, και να μη εκληφθή ως υπηρέτης.
20) Προτού γενικευθή των ταπήτων η χρήσις εστρώνοντο ψάθαι επί του εδάφους.
21) Επροσπάθησα και ενταύθα και αλλαχού δι' ισοδυνάμου τινός λογοπαιγνίου ν' αντικαταστήσω τα εν τω πρωτοτύπω, όπως διατηρηθή, καθ' όσον τούτο μοι ήτο δυνατόν, το ύφος του κειμένου. Αλλά συχνάκις ηναγκάσθην να υποχωρήσω ενώπιον της δυσκολίας και να παραλείψω αυτά. Εννοείται δε ότι λογοπαίγνια δεν μεταφέρονται επιτυχώς από μιας γλώσσης εις ετέραν. Αλλά και εν τω κειμένω αυτώ, τα του Σαικσπείρου, είτε λογοπαίγνια είτε αστειότητες, δυσκόλως εννοούνται άνευ σχολίων και επεξηγήσεων.
22) Πιστεύω ότι δεν θα κατηγορηθώ, διότι μετέφρασα το fairy, (fée γαλλιστί) διά του Νεράιδα. She is fairies midwife. Κατά λέξιν: είναι η μαία των Νεράιδων. Αλλά κατ’ Άγγλον σχολιαστήν, τον Watson, «εκ των Νεράιδων, η Mab είναι η εκτελούσα μαίας καθήκοντα» το δε κείμενον έπρεπε να έχη ούτω: she is the fairy midwife. Το κύριον της Μαb έργον ήτο να κλέπτη τα νεογνά την νύκτα, αντικαθιστώσα αυτά δι άλλων πάλιν νεογνών. Εκτός δε τούτου ήτο αύτη και του εφιάλτου η προσωποποίησις. Αλλ' ο ποιητής αποκαλεί αυτήν μαίαν, ως εκ του ιδιάζοντος αυτής προσόντος, καθόσον και τα υπό του Μερκουτίου αποδιδόμενα εις αυτήν εξετελούντο την νύκτα επί κοιμωμένων.
23) And sometimes comes she with a tithe pig's tail tickling a parson's nose as a’ lies asleep, then dreams he of another benefice.
Παρέλειψα την ουράν του χοίρου, και τα δέκατα και το benefice, καθ' ο άγνωστα παρ' ημίν, προς ζημίαν βεβαίως του ελληνικού κλήρου· αντικατέστησα δε ταύτα διά των αντιστοιχούντων ευτελεστέρων ωφελημάτων των ημετέρων εφημερίων.
24) Επιστεύετο κοινώς, ότι αι μάγισσαι και υπερφυσικά όντα περιέπλεκον διά νυκτός την χαίτην των ίππων, στάζουσαι επ' αυτών αναλελυμένον κηρόν από λαμπάδων ανημμένων.
25) Ο Ιταλός μεταφραστής Leoni δικαίως απορεί πώς ν' αναφθώσιν αι εστίαι του Καπουλέτου κατά την θερμοτέραν του έτους ώραν. Εκ της διηγήσεως της Παραμάνας γνωρίζομεν τω όντι, ότι τα εν τω δράματι συμβαίνουσι 15 περίπου ημέρας προ της εορτής _Lammas-tide_, ήτοι περί τας 15 Ιουλίου.
26) Ίδε σημείωσιν (43).
27) Ο Σαικσπείρος και οι πρώτοι της τραγωδίας του θεαταί δεν εθεώρουν ουδαμώς ανάρμοστα τα εν πλήρει συναναστροφή φιλήματα, καθόσον ήτο συνήθης χαιρετισμού τρόπος ούτος εν τη τότε Αγγλία. Ιδού τι περί τούτου γράφει ο ημέτερος Νίκανδρος Νούκιος, επισκεφθείς την Αγγλίαν είκοσι μόλις έτη προ της του Σαικσπείρου γεννήσεως: «Απλοϊκώτερον δε προς τας γυναίκας σφίσιν είθισται και ζηλοτυπίας άνευ. Φιλούσι γαρ ταύτας εν τοις στόμασιν, ασπασμοίς και αγκαλισμοίς, ουχ οι συνήθεις και οικείοι μόνοι, αλλ' ήδη και οι μηδέπω εωρακότες· και ουδαμώς σφίσιν αισχρόν τούτο δοκεί.» (Travels of N. Nucius, London 1846, σελ. 10.)
28) Ήτοι, να εύρης την καρδίαν σου.
29) Παραλείπονται ενταύθα οι δύο στίχοι:
Young Abraham Cupid, he that shot so trim when King Cophetua loved the beggar-maid.
Το δημοτικόν άσμα, εις ο ανάγονται, επραγματεύετο τας ερωτικάς περιπετεiας βασιλέως τινός, όστις επαγγελλόμενος περιφρόνησιν προς το ωραίον φύλον, ερωτεύεται επί τέλους ψωμοζήτριαν και νυμφεύεται αυτήν, προς ικανοποίησιν του τυφλού της Αφροδίτης υιού.
30) Αντί ελαίας ο Άγγλος ποιητής λέγει μεσπιλέαν, καθόσον τα μέσπιλα είχον παρ' αυτώ αλληγορικήν τινα σημασίαν, της οποίας η παράφρασίς μου διατηρεί ασθενή αντήχησιν·
that kind of fruit as maids call medlars, when they laugh alone.
31) Μη λατρεύσης την Σελήνην, ο έστι, μη αφιερωθής εις την Άρτεμιν· μη θελήσης να διαμείνης παρθένος ες αεί.
32) Οι γελωτοποιοί έφερον, ως γνωστόν, ποικιλόχρουν ενδυμασίαν.
33) Παραθέτω περιέργειας χάριν την υπό του C. R. Kennedy εις αρχαίαν ελληνικήν μετάφρασιν του χωρίου τούτου. Εβραβεύθη αύτη εν τω διαγωνισμώ του της Κανταβριγίας Πανεπιστημίου κατά το έτος 1830 μ. Χ. Προς ενθάρρυνσιν των σπουδαζόντων την ελληνικήν και την λατινικήν, τελούνται εν τοις αγγλικοίς παιδευτηρίοις διαγωνισμοί τοιούτοι. Το θέμα της μεταφράσεως ή της συνθέσεως ορίζεται εκάστοτε υπό των αρχών της σχολής, οι δε διαγωνιζόμενοι είναι αποκλειστικώς φοιτηταί· δίδεται δε εις βράβευσιν μετάλλιον, ή πολύτιμόν τι βιβλίον. Εν Κανταβριγία τα βραβεία ταύτα δίδονται εκ κληροδοτήματος του ιατρού Sir William Browne, προς δε και εκ του εισοδήματος ποσού τινος, όπερ οι θαυμασταί του ελληνιστού Porson επί τούτω συνέλεξαν, προς τιμήν του διδασκάλου αυτών. Τα μέχρι του 1837 βραβευθέντα στιχουργήματα εξεδόθησαν υπό τον τίτλον: The Greek and Latin Prize Poems of the University of Cambridge. Ιδού η περί ης ο λόγος μετάφρασις:
ΡΩΜΕΩΝ, ΙΟΥΛΙΑ
ΡΩΜ. Ουλαίς γελά τις τραυμάτων άπειρος ων. Τι χρήμα λεύσσω; τις ποθ' υψόθεν δόμων αυγή διήξεν; ηλίου μεν αντολαί φάος τόδ' έστιν, ήλιος δ' Ιουλία. Αλλ' ει εγείρου καλλιφεγγές ήλιε, φθονεράν σελήνην φθείρε, και γαρ άλγεσι τέτηκεν ήδη πάσα και μαραίνεται, σου της γε δούλης καλλονή νικωμένη. Μη νυν φθονούση τήδε δουλεύσης έτι· και παρθένειον ην σ' επαμπίσχει στολήν, χλωρά γαρ έστι και σαθρά, μόνοι δε νιν μωροί φορούσιν, ως τάχιστ’ έκδυέ συ. Δέσποιν' εμή πέφηνε, καρδίας εμής τα φίλταθ'· ως τόδ' ώφελε ξυνειδέναι. Φωνεί τι, φωνεί, κουδέν είφ' όμως. Τι μην; Όσσων με σαίνει φθέγμ', εγώ δ' αμείψομαι. Τι δήτ’ αναιδής είμ'; Εμ' ου προσεννέπει, εν ουρανώ γαρ οία καλλιστεύεται άστρω τιν' ασχολούντε της νεάνιδος λίσσεσθον όμματ’, εστ’ αν ικνήσθον πάλιν, εν τοίσιν αυτών εγκαταυγάζειν κύκλοις. Τι δ' ει μετοικισθέντ’ εν αιθέρος πτυχαίς τα μεν γένοιτο, τω δε παρθένου κάρα; Προς δη φαεννήν παρθένου παρηίδα μαυροίτ’ αν άστρα, λαμπάς ως παρ' ήλιον, μετάρσιός τ’ οφθαλμός αιθέρος διά πέμποι σέλας τηλαυγές, ορνίθων μέλη εώα κινών, ως σκότου πεφευγότος. Ίδ' ως παρειάν εις χέρ' αγκλίνασ' έχει· είθ' ην εκείνης δεξιάς χειρίς έπι, όπως εκείνης ηπτόμην παρηίδος.
ΙΟΥΛ. Ω μοι.
ΡΩΜ. Εφθέγξατ’· ω θεός φαιδίμη φθέγξαι πάλιν. Ούτω γαρ ούτω διαπρέπεις ύπερθέ μου άγαλμα νυκτίσεμνον, οι' απ' ουρανού πτηνός βροτοίσιν άγγελος φαντάζεται, οι δ' υπτιάζουσ' όμματ’ εκπαγλούμενοι, και τούμπαλιν κλίνουσι, και βραδυστόλων νεφελών εφιππεύοντα δέρκονται θεόν πτεροίσι ναυστολούντα κόλπον αιθέρος. ΙΟΎΛ. Ω Ρωμέων, τι δήτα Ρωμέων έφυς; πατέρα τ’ αναίνου κώνομ'· ει δε μη θέλεις, όμνυ φιλήτωρ τήςδε πιστώς εμμενείν, καγώ δόμων τε και γένους εξίσταμαι.
34) Οι όροι της ξιφομαχίας διετήρουν τας ιταλικάς αυτών ονομασίας εν Αγγλία.
35) Επροσπάθησα δι αντιστοιχουσών τίνων εκφράσεων να διατηρήσω και ενταύθα μέρος του διαλόγου τούτου, το σύνολον του οποίου είναι αμετάφραστον ως εκ της αλληλουχίας των αγγλικών λογοπαιγνίων.
36) Κατά τα τότε ειθισμένα ο Πέτρος προηγείται της παραμάνας. Ούτω κατά την παιδικήν μου ηλικίαν πολλάκις είδον εις τας οδούς της Κωνσταντινουπόλεως τους υπηρέτας βαδίζοντας προ των Αρμενίων Κυριών αυτών, όπως ταις ανοίγωσι τον δρόμον.
37) Κατά τον Dryden, ο Σαικσπείρος έλεγεν, ότι εβιάσθη να θανατώση εν τω μέσω του δράματος τον Μερκούτιον, διότι άλλως εκινδύνευε να θανατωθή αύτος υπό του Μερκουτίου. Αμφισβητείται το ακριβές της παραδόσεως ταύτης· αλλ' ο φόνος ούτος ανακουφίζει βεβαίως τον μεταφραστήν.
38) Ούτω και Ρήγας εξορίζει τον Ερωτόκριτον:
Ο υιός σου μην πατήση πλειο ‘ς τους τόπους οπ' ορίζω· τέσσαρες 'μέραις κι' όχι πλειο του δίδω να μισέψη, τόπους μακρούς κι' αδιάβατους ας 'πάγη να γυρέψη, και μην πατήση ώστε που ζω ‘ς τα μέρη τα 'δικά μου, αλλιώς του δίδω θάνατον, κ.τ.λ (Ίδε σελ.193)
39) That run away's eyes may wink.
Μεταξύ διαφόρων του χωρίου τούτου εξηγήσεων εθεώρησα προτιμητέαν την έχουσαν το κύρος του Γερβίνου. Ίδε σημείωσιν 43.
40) Παραλείπω τέσσαρας στίχους λογοπαιγνικούς, βασιζομένους επί της προφοράς του φωνήεντος I. _I εγώ, Ay ναι, eye οφθαλμός_. Και τα τρία ταύτα προφέρονται ομοιοτρόπως· ένθεν το λογοπαίγνιον.
41) Some say the lark makes sweet division.
κατά λέξιν: λέγουν ότι ο κορυδαλός κάμνει γλυκειάν διαίρεσιν. Οι δε σχολιασταί προσθέτουσιν ότι η λέξις division ήτο τεχνικός όρος, σημαίνων τροπήν ήχου εν τη μουσική.
42) Του φρύνου οι οφθαλμοί ελέγοντο ωραιότεροι των του κορυδαλού· ένθεν η αρχαία αγγλική ρήσις περί ανταλλαγής των οφθαλμών αυτών. Επροτίμησα δε την λέξιν φρύνος, εν ελλείψει ή εν αγνοία μου κοινής τινος ονομασίας προς διαστολήν αυτού από του κοινού βατράχου.
43) Ιδού του Γερβίνου η κρίσις περί της σκηνής ταύτης και των δύο προηγουμένων ερωτικών σκηνών (Σκην. Ε' εν πράξει Α', και Σκην. Β' εν πράξει Β'). «Ανεξαρτήτως του δραματικού χαρακτήρος του συνόλου της προκειμένης τραγωδίας, ιδιάζων λυρικός τύπος επικρατεί είς τινα αυτής χωρία. Τοιαύτα είναι η εκδήλωσις του έρωτος του Ρωμαίου εν τω χορώ του Καπουλέτου, ο μονόλογος της Ιουλιέτας, ότε περιμένει τον νυμφίον την εσπέραν του γάμου αυτής, και ο αποχωρισμός των νεονύμφων την επιούσαν πρωίαν. Εν εκάστω των χωρίων τούτων παρεδέχθη ο ποιητής προϋπάρχοντας και κοινώς παραδεδεγμένους τύπους λυρικής ποιήσεως, ήτοι το sonnet, τον _επιθαλάμιον_ ύμνον και το άσμα της αυγής(*).
(*)Down-song; Tage lied; aubade; ο έστι το παρ' ημίν μ α τ ι ν ά δ α, ή κοινότερον π α τ ι ν ά δ α.
Κατά την πρώτην ερωτικήν εξομολόγησιν εν τω χορώ, υφίσταται το ύφος και η συναρμολογία του sonnet, καίτοι μη τηρηθέντων των συνήθων αυτού εξωτερικών τύπων. Ο Πετράρχης είχε καθιερώσει το είδος τούτο της λυρικής ποιήσεως προς έκφρασιν του έρωτος. Εξεφράζετο δ' έκτοτε δι’ αυτού ο αγνός έρως εν πάση αυτού τη λάμψει και τη ιερότητι, αλλ' ουδέποτε σχεδόν ο υλικός, ο σαρκικός έρως. Ούτω κατά την πρώτην ταύτην των δύο εραστών συνέντευξιν, ότε ο Ρωμαίος πλησιάζει προς την Ιουλιέταν, ως εις άγιον εικόνισμα ή προσκυνητάριον (holy shrine), μετά του σεβασμού, τον οποίον η αθωότης εμπνέει, και εκδηλοί τον αγνόν αυτού έρωτα, ο ποιητής παραδέχεται τον συνήθη λυρικής ποιήσεως τύπον, τον εν χρήσει προς έκφρασιν των πρώτων του έρωτος συγκινήσεων.
Ο δε μονόλογος της Ιουλιέτας, ότε αναμένει τον νυμφίον, ανακαλεί τον εν χρήσει κατ’ εκείνην την εποχήν επιθαλάμιον ύμνον. Το θαυμάσιον τούτο χωρίον πρέπει ν' αναγινώσκηται, μάλλον δε ν' απαγγέλληται επί της σκηνής, μετ’ ευαισθησίας ενδομύχου, και αι προφερόμεναι λέξεις να εξέρχωνται των χειλέων ως αν ήσαν στοχασμοί σιωπηλοί. Ο Halpin υπέδειξεν ήδη, ότι εν τω αλληγορικώ του Υμεναίου μύθω, ως και εις τα επιθαλάμια ποιήματα, ο Υμέναιος πρωταγωνιστεί, ο δ' Έρως μένει κεκρυμμένος, μέχρις ου προ της θύρας του νυμφικού θαλάμου παραχωρεί ο Υμέναιος την θέσιν αυτού εις τον δευτερότοκον αδελφόν του. Η Ιουλιέτα υποτίθεται ως ούσα εν γνώσει των τε ποιημάτων εκείνων και των ιδεών, τας οποίας συνήθως περιέχουσιν. Όθεν προϋποθέτει την παρουσίαν του Έρωτος, τον αποκαλεί δε δραπέτην run-away, ως δραπετεύσαντα από της μητρός αυτού, κατά το ειδύλλιον του Μόσχου (_Δραπετίδας εμός εστίν_). Εύχεται δε να νυκτώση ταχέως, όπως ο Ρωμαίος έλθη αόρατος εις τας αγκάλας αυτής. Εύχεται να κλείση τους οφθαλμούς ο δραπέτης Έρως, ο εστι να μη φωταγωγήση τον νυμφικόν θάλαμον, διότι η ανάγκη επιβάλλει μυστικότητα και σκότος.... Εν ελλείψει άλλης φωνής αδούσης τον επιθαλάμιον, άδει μόνη αυτή. Τούτο δ' επιπροσθέτει χροιάν μελαγχολίας εις τον μονόλογόν της· διότι εθεωρείτο ως κακός οιωνός η παράλειψις της γαμηλίου τελετής· και οικτρώς απέληξε τω όντι ο επί κακοίς οιωνοίς τελεσθείς γάμος ούτος.
Εν δε τη σκηνή του αποχωρισμού ο ποιητής παρεδέχθη ως πρότυπον το εν είδει διαλόγου ποίημα, το κατά την εποχήν των Γερμανών αοιδών (Minnesinger) εισαχθέν, επιλεγόμενον δε άσμα της αυγής, καθ' α προείρηται. Σύνηθες των τοιούτων ποιημάτων θέμα ήτο η νυκτερινή συνέντευξις δύο εραστών, εχόντων έξωθεν φύλακα, όπως εξυπνήση αυτούς την αυγήν, ότε μη θέλοντες εισέτι ν' αποχωρισθώσιν ερίζουσι προς αλλήλους, ή και μετά του φύλακος, και φιλονεικούσιν εάν το φως προέρχεται εκ του ηλίου ή εκ της σελήνης, εάν ψάλλη κορυδαλός ή αηδών.
Τοιουτοτρόπως εν τοις χωρίοις τούτοις του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας περιλαμβάνονται τα τρία κύρια είδη, τα εκπροσωπούντα την λυρικήν ερωτικήν ποίησιν, καθ' ην εποχήν έγραφεν ο Σαικσπείρος.» (Gervinus, εν τω προμνημονευθέντι συγγράμματι, σελ. 206 και εφεξής).
44) Ενταύθα και εις τους εφεξής της σκηνής ταύτης στίχους η Ιουλιέτα εκφράζεται γριφωδώς, οι δε λόγοι της επιδέχονται διπλήν εξήγησιν. Αλλά κατά την ορθήν του Johnson παρατήρησιν δεν φαίνεται φυσική η επιδεξιότης της αύτη περί το υποκρύπτειν τας εννοίας της, ενώ η ψυχή της είναι εισέτι τεταραγμένη εξ όσων περί του Ρωμαίου επληροφορήθη.
45) Η λέξις νεκρόν δύναται να προσαρμοσθεί είτε εις την προηγουμένην, είτε εις την επομένην φράσιν.
46) Ούτω και ο Ρήγας εν Ερωτοκρίτω:
Θυγατέρα μου, από την ώραν 'κείνη που φανερώθηκες στην γην, η έννοια σου με κρίνει, κι ο λογισμός σου, 'μάτια μου, πάντα 'ναι μετ’ εμένα, να σε τιμήσω και να 'δώ κληρονομιά από 'σένα.
Αλλ' η παρακοή της Αρετής εξεγείρει την οργήν του πατρός αυτής, καθώς η της Ιουλιέτας παροργίζει τον γέροντα Καπουλέτον. Ενώ δε ούτος απειλεί την Ιουλιέταν ότι θα την σύρη μέχρι της εκκλησίας και ότι θα την ραπίση, ότι τον τρώγουν τα δάκτυλά του, κατά την αγγλικήν έκφρασιν, ο Ρήγας, βιαιότερος του Καπουλέτου,
Σηκόνεται απ' το θρονί και προς εκείνην 'πάγει, με μάχη και με μάνιτα την πιάνει από τα χέρια, κ.τ.λ.
Και η μήτηρ δε της Αρετής, καθώς την μητέρα της Ιουλιέτας,
Ωσάν εχθροί εις τα παιδί τους 'κάναν.
Αλλά διαμαρτύρεται ο ευαίσθητος Κορνάρος κατά της τοιαύτης μητρικής ασπλαγχνίας·
Εγώ μεγάλο τα κρατώ 'σαν το κρατούν κ' οι άλλοι, να δείξη η μάνα στο παιδί τέτοια απονιά μεγάλη.
47) Ούτω και η Νένα παρακινεί κατ’ αρχάς την Αρετήν να ενδώση εις του πατρός αυτής το θέλημα·
Θυγατέρα μου, ‘πέιδή ο καιρός δεν ’σάζει, κι ο κύρις σου για 'πανδρειά μ' άλλον σε λογαριάζει, άφες τον Ερωτόκριτον, διώξε την έγνοια τούτη, να 'μπης κυρά στην αφεντιά και στα μεγάλα πλούτη.
Καίτοι πολύλογος μέχρι κόρου, και υπέρ το δέον δακρυρροούσα, και εν συνόλω πληκτική, η Νένα όμως της Αρετής έχει καρδίαν πλέον ευαίσθητον και ηθικότητα ανωτέραν ή η παραμάνα της Ιουλιέτας. «Η παραμάνα, ως λέγει ο Γερβίνος, είναι η αληθής οικοδέσποινα· αύτη υπηρετεί μεν την θυγατέρα, αλλά διευθύνει την μητέρα, δεν φοβείται δε και τον πατέρα αυτόν εν τη στιγμή της εξάψεώς του, αλλά τω αντιλέγει. Φλυαρεί ουχί λίαν σεμνοπρεπώς, η δε συναναστροφή αυτής δεν είναι τοιαύτη ώστε ν' αναδείξη σώφρονα Άρτεμιν την Ιουλιέταν. Αύτη είναι της νέας η μυστικοσύμβουλος· αλλ' η πίστις αυτής δεν είναι διαρκής και επί τέλους η Ιουλιέτα την απωθεί.» Πού η αφοσίωσις, η πίστις, και η αρετή της πτωχής Νένας!
48) Κατά τε το ιταλικόν διήγημα και την μετάφρασιν, εξ ης ηρύσθη την υπόθεσιν του δράματος ο Σαικσπείρος, η Ιουλιέτα εκηδεύθη κατά την παλαιάν συνήθειαν· η παλαιά αύτη συνήθεια είναι η επικρατούσα παρ' ημίν.
49) Κάπως ασυμβίβαστον το περί είκοσι μαγείρων πρόσταγμα τούτο, με την πρόθεσιν του Καπουλέτου να προσκαλέση πέντε ή έξ μόνον φίλους.
50) Κατ’ αρχαίαν δεισιδαιμονίαν, το φυτόν του μανδραγόρα ενομίζετο ότι έχει αίσθησιν, και ότι αποσπώμενον της γης εκραύγαζε κραυγάς τοιαύτας, ώστε ο ακούων παρεφρόνει από του τρόμου, ή απέθνησκε. Προς αποφυγήν του τοιούτου κινδύνου, οι θέλοντες να εκριζώσωσι το φυτόν, έσκαπτον περί την ρίζαν αυτού το χώμα, και προσαρτώντες επί του στελέχους σχοινίον, η ετέρα του οποίου άκρα εδένετο περί τον τράχηλον κυνός, έφραζον τα ώτα και προσεκάλουν τον κύνα, όστις τρέχων απέσπα μεν το φυτόν, αλλ' έπιπτε νεκρός κατά γης.
51) Αρχαία εν Αγγλία συνήθεια, διατηρουμένη μέχρι τούδε παρ’ ημίν.
52) «Τους θρήνους και την θλίψιν επί τω θανάτω της Ιουλιέτας, διαδέχεται σκηνή ακαίρως κωμική. Ο σκοπός του διαλόγου τούτου μεταξύ του υπηρέτου και των μουσικών, είναι ν' αποδείξη την αδιαφορίαν, μεθ' ης οι ξένοι παρίστανται εις τας συμφοράς των προϊσταμένων αυτών. Αλλ' ενταύθα η φύσις άπασα ώφειλε να θεωρή μετά λύπης την καταστροφήν ταύτην της ζωής, της νεότητος, του κάλλους και του έρωτος. Πάντες ώφειλον να θλίβωνται. Άλλως τραγωδία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει ανθρώπινος φύσις συμπαθούσα προς του ανθρώπου την δυστυχίαν· ώστε η σκηνή αύτη δεν είναι ουδαμώς κωμική, αλλ' εμπνέει φρίκην». (Lammartine, Shakespeare et son œuvre). Ο Γάλλος ποιητής συχνάκις εκφέρει κρίσεις στρεβλάς ή αδίκους περί Σαικσπείρου· αλλ’ ως προς την σκηνήν ταύτην, μόνοι οι εκ συστήματος μη θέλοντες να ίδωσι σφάλμα εις τον Σαικσπείρον, θα εύρωσι πάντη άδικον την κατάκρισίν του.
53) Κατά τας περιοδείας αυτών οι δυτικοί μοναχοί υπεχρεούντο να προσλαμβάνωσι συνοδοιπόρον εκ του τάγματος αυτών, όπως αμοιβαίως επιβλέπωνται.
54) Κατά το διήγημα, εξ ου η υπόθεσις του δράματος ελήφθη, η μεν παραμάνα κατεδικάσθη εις εξορίαν, ο υπηρέτης του Ρωμαίου απελύθη, ο φαρμακοπώλης υπεβλήθη εις βασανιστήρια και απηγχονίσθη, καθ' ο πωλήσας το δηλητήριον, ο δε πάτερ Λαυρέντιος εκλείσθη εν μοναστηρίω, όπου εξεμέτρησε το ζην εν συντριβή και μετανοία.
End of Project Gutenberg's Shakespeare's Tragedies, by William Shakespeare