Σαικσπείρου Τραγωδίαι : Μέρος Α'. Ρωμαίος και Ιουλιέτα

Part 6

Chapter 6 7 words Public domain Markdown

ΡΩΜΑΙΟΣ Της Ιουλιέτας τ' όνομα επρόφερες. Τι κάμνει; Ειπέ μου, δεν με θεωρεί αισχρόν μαχαιροβγάλτην, αφού της εκηλίδωσα τα νειάτα της χαράς μας με αίμα της συγγενικόν, με ιδικόν της αίμα; Τι γίνεται η μυστική γυναίκα μου; τι λέγει εις τον ανεμοστρόβιλον του έρωτός μας τούτον;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Δεν λέγει γρυ, αυθέντα μου, πλην κλαίει κι' όλον κλαίει· και πότε ‘ς το κρεββάτι της ξαπλόνεται και πέφτει, και πότ' ανασηκόνεται, και μιαν Τυβάλτη! κράζει, Ρωμαίε! κράζει έπειτα, και πάλιν ξαναπέφτει.

ΡΩΜΑΙΟΣ Ωσάν να ήτο τ' όνομα εκείνο μία σφαίρα, που από στόμα κανονιού εβγήκεν αναμμένη και την εσκότωσε! Ωσάν εις τ' όνομα εκείνο ν' ανήκη το ανόσιον το χέρι του φονέως του εξαδέλφου της! — Ειπέ, καλόγηρε, ειπέ μου πού τ' όνομά μου κατοικεί εις το αισχρόν κορμί μου; πού να το εύρω δείξε μου, να το κατασπαράξω!

(Σύρει το ξίφος).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Κάτω τ' απελπισμένον σου το χέρι! Άνδρας είσαι; φαίνεσαι άνδρας ‘ς την μορφήν, πλην είναι γυναικίσια τα δάκρυά σου· τ' άγρια καμώματά σου τούτα ενός θηρίου μαρτυρούν την άλογην μανίαν. Ω συ, με πρόσωπον ανδρός αδύνατη γυναίκα, και με ανθρώπινην μορφήν ανήμερον θηρίον... μα την ιερωσύνην μου, με κάμνεις και θαυμάζω. Σε είχα φρονιμώτερον· είχα γερόν τον νουν σου. Θέλεις και συ να σκοτωθής; Δεν φθάνει του Τυβάλτη ο σκοτωμός; Και με αυτό, αμαρτωλέ, που θέλεις να κάμης εναντίον σου, να την σκοτώσης θέλεις κ' εκείνην, την γυναίκα σου, που ζη απ' την ζωήν σου; Τι εξυβρίζεις κι' ουρανόν και γην και ύπαρξίν σου; Και ύπαρξίν σου, κι' ουρανόν, και γην, τα έχεις όλα, είν' εις το χέρι σου, και συ γυρεύεις να τα χάσης! Ω! εντροπιάζεις και μορφήν και πνεύμα και αγάπην! εις όλα είσαι πλούσιος, τα έχεις και τα τρία, πλην δεν τα χρησιμεύεσαι ‘ς την χρήσιν, που αρμόζει ‘ς το πνεύμα ‘ς την αγάπην σου κ' εις την καλήν μορ- [φήν σου. Ωσάν κηρένιον άγαλμα κατήντησ' η μορφή σου, αφού της έλειψ' η καρδιά ενός ανδρός γενναίου. Κατήντησ' η αγάπη σου επίορκη, διότι σκοτόνεις την αγάπην σου, που ν' αγαπάς ωρκίσθης. Το πνεύμα σου, το στόλισμα κι' αγάπης και μορφής σου, εις τα στραβά σε οδηγεί, αντί να σε φωτίζη, κι' απ' την ανοησίαν σου παίρνει φωτιά κι' ανάπτει, ωσάν πυρίτις εις φλασκί ατέχνου στρατιώτου· κ' εκείνο που είν' όπλον σου, το κάμνεις θάνατόν σου! Εξύπνησε, ω άνθρωπε, και ζη η Ιουλιέτα, που τώρα εξ αιτίας της ζητούσες ν' αποθάνης. Είν' ευτυχία σου αυτό! — Θα σ' έσφαζ' ο Τυβάλτης, αν δεν τον εθανάτονες. Και τούτο ευτυχία! — Ο Νόμος σ' εφοβέριζε με θάνατον, αλλ' όμως ημέρωσε προς χάριν σου και μόνον σ' εξορίζει. Και τούτο ευτυχία σου! — Η Τύχη σε χαϊδεύει, και χύνει ‘ς το κεφάλι σου επάνω ευλογίας, και αγαθά^ αλλά εσύ, 'σαν δύστροπη γυναίκα, ενώ η Τύχη σ' αγαπά, εσύ της κάμνεις μούτρα. Ω! πρόσεχε, και δυστυχείς οι τέτοιοι αποθνήσκουν. Πήγαινε τώρα, πήγαινε, κ' η νύμφη περιμένει ‘ς τον θάλαμόν της ν' αναβής να την παρηγορήσης. Αλλά ξεκίνησ' απ' εδώ προτού να ξημερώση, ειδέ θα ήν' αδύνατον ‘ς την Μάντουαν να φύγης. Εκεί εξόριστος θα ζης, έως να γείνη τρόπος ο γάμος σας να κηρυχθή, και ν' αγαπήσουν πλέον τα σπιτικά σας, να πεισθή κι' ο Πρίγκηψ να σου δώση συγχώρησιν, — και τότε συ οπίσω να μας έλθης, χαρούμενος πλειότερον χίλιαις φοραίς και χίλιαις, παρά που φεύγεις δυστυχής και καταλυπημένος. — Πήγαιν' εμπρός, και να ειπής την νύμφην, παραμάνα, να κάμη όλους ενωρίς ‘ς το σπίτι να πλαγιάσουν, (κι από την λύπην την βαρειάν, όλοι εκεί θα έχουν διάθεσιν ν' αναπαυθούν). — Θα έλθη ο Ρωμαίος.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Βοήθειά μου ο Θεός! Ως που να ξημερώση να μείνω ήθελα εδώ, ν' ακούω τέτοια λόγια. Τι θα ειπή η προκοπή! — Αυθέντα μου, πηγαίνω να της ειπώ πως έρχεσαι.

ΡΩΜΑΙΟΣ Ναι, πήγαινε αμέσως· και ότι θέλω μάλωμα ειπέ της, παραμάνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Το δακτυλίδι της αυτό μου είπε να σου δώσω. Γρήγορα έλα, μην αργής, κ' επέρασεν η ώρα.

(Απέρχεται η παραμάνα).

ΡΩΜΑΙΟΣ Ω! πώς αναγεννήθηκε το θάρρος κ' η ελπίς μου!

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Καλή σου νύκτα· μην αργής· κ' έχε καλά τον νουν σου ν' αναχωρήσης απ' εδώ ενόσω είναι νύκτα, ή προς τα ξημερώματα, χωρίς να σε γνωρίσουν. Κατοίκησε ‘ς την Μάντουαν· και με τον άνθρωπόν σου έχω την έννοιαν μου εγώ ειδήσεις να σου στέλνω, ευθύς που τίποτε συμβή εδώ διά καλόν σου. Δος μου το χέρι· είν' αργά· καλήν σου νύκτα. Φύγε.

ΡΩΜΑΙΟΣ Αν δεν μ' επρόσμενεν αλλού τέτοια χαρά μεγάλη, θα ήτο λύπη μου βαρειά ο χωρισμός σου, πάτερ. Ώρα καλή.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ.

Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου.

(Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και ο ΠΑΡΗΣ).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τόσον πολύ ανάποδα τα πράγματα μας ήλθαν, ώστε δεν ηύραμεν καιρόν την κόρην μας ακόμη να την προδιαθέσωμεν. Πολύ τον αγαπούσε τον μαύρον της εξάδελφον. Κ' εγώ τον αγαπούσα. Πλην τι να γείνη; Όλους μας το χώμα θα μας φάγη! Θα ήναι ‘ς το κρεββάτι της εκείνη· είν' εξώρας· και την αλήθειαν να σου 'πώ, εάν κ' εγώ δεν είχα την συντροφιάν σου, προ πολλού θα ήμουν πλαγιασμένος.

ΠΑΡΗΣ Αγάπης λόγια δεν χωρούν ‘ς τα μοιρολόγια μέσα. Καλήν σας νύκτα· 'πήτε της τα χαιρετίσματά μου.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Πρωί πρωί την γνώμην της εγώ θα εξετάσω. Απόψε με βαρειάν καρδιάν να κλειδωθή επήγε.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Επήρα την απόφασιν να τα τελειώσω, Πάρη. Ιδού, της κόρης μου εγώ σου τάζω την αγάπην. Νομίζω, ή καλλίτερα να ‘πώ, δεν αμφιβάλλω, ότι εκείν' εις κάθε τι θα κάμη όπως θέλω. Εσύ, γυναίκα, πήγαινε κ' ιδέ την πριν πλαγιάσης, κ' ειπέ της ότι την ζητεί ο Πάρης, ο υιός μου, και ότι απεφάσισα — μ' ακούεις; — την τετάρτην.... στάσου· τι 'μέρα είν' αυτή;

ΠΑΡΗΣ Δευτέρα, Κύριε μου.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Δευτέρα; Α! 'σαν γρήγορα θα ήναι την τετάρτην. Την πέμπτην ας το κάμωμεν. Να της ειπής την πέμπτην με τούτο τ' αρχοντόπουλον οι γάμοι της θα γείνουν. Προφθάνεις να ετοιμασθής; σ' αρέσει τόση βία; θα γείνουν όλα ήσυχα, μ' ένα η δύο φίλους· διότι εάν κάμωμεν ξεφάντωμα μεγάλον, ενώ ακόμη σήμερα 'σκοτώθηκ' ο Τυβάλτης, μπορεί ο κόσμος να ειπή, ότι τον συγγενή μας δεν τον ελυπηθήκαμεν και δεν μας πολυμέλει. Λοιπόν, θα προσκαλέσωμεν πέντ' έξη μόνον φίλους, και τελειόνομεν. Αλλά, σου έρχεται η πέμπτη;

ΠΑΡΗΣ Επεθυμούσα κι' αύριον να ξημερόνη πέμπτη.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Πολύ καλά! ώρα καλή! το είπαμεν την πέμπτην. 'Σ την Ιουλιέταν πήγαινε, γυναίκα, πριν πλαγιάσης, κ' ειπέ της πότε γίνονται τα στεφανώματά της. — Καλήν σου νύκτα. — Φέρετε τον λύχνον μου επάνω! — Μα την ζωήν μου είν' αργά - τόσον εξώρας είναι, ώστε κανένας κ' ενωρίς 'μπορεί να τ' ονομάση.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ.

Ο θάλαμος της Ιουλιέτας. (Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και η ΙΟΥΛΙΕΤΑ).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ακόμη δεν 'ξημέρωσε· θα φύγης από τώρα; Ήτον φωνή αηδονιού, κορυδαλός δεν ήτον που σου εφόβισε τ' αυτί με το κελάδημά του· 'ς εκείνην πέρα την ρωδιάν τ' ακούω κάθε νύκτα. Ω! πίστευσέ μ', αγάπη μου, ήτον αυτό αηδόνι.

ΡΩΜΑΙΟΣ Κορυδαλός ελάλησε και την αυγήν κηρύττει· δεν είν' αηδόνι. Κύτταξε τα φθονερά χαράκια, που εσημάδευσε το φως σταις άκραις των συννέφων. Ιδέ, της νύκτας έσβυσαν οι λύχνοι ένας ένας, και τώρα ελαφροπατεί πασίχαρη η 'μέρα εις των βουνών ταις κορυφαίς ταις παχνοσκεπασμέναις. Πρέπει να φύγω να σωθώ· αν μείνω θ' αποθάνω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Το 'ξεύρω 'γώ· το φως αυτό ξημέρωμα δεν είναι· είναι μετέωρον λαμπρόν οπού ο ήλιος χύνει, να έχης λαμπαδόχυτην μαζή σου συνοδείαν, και να σου κάμη φωτερόν της Μάντουας τον δρόμον. Λοιπόν ακόμη πρόσμενε· μη φύγης από τώρα.

ΡΩΜΑΙΟΣ Ας μη προφθάσω να σωθώ, ας μ' εύρουν, ας με σφάξουν! Αφού εσύ μου το ζητείς, εμένα δεν με μέλει! 'ματιά δεν είναι της Αυγής εκείνη η ασπρίλα· είν' αντανάκλασις αχνή, που χύνει της Σελήνης το μέτωπον και ούτ' αυτό κορυδαλός δεν είναι, οπού ‘ς τον θόλον τ’ ουρανού επάνω μας βουίζει. Εδώ να μείνω λαχταρώ να φύγω δεν το θέλω. Έλα, ω θάνατε, λοιπόν! το θέλει η Ιουλιέτα. Ψυχή μου, έλα — λέγε μου. Δεν είν' ακόμη 'μέρα.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! είναι 'μέρα! μην αργής· φύγ' απ' εδώ αμέσως. Κορυδαλός είναι αυτός οπού βραχνά φωνάζει και μ' άγριον κελάδημα ξεσχίζει τον αέρα! Το λάλημά του διατί αρμονικόν το λέγουν;(41) Αφού μας φέρνει χωρισμόν, αρμονικόν δεν είναι. Τι λέγουν, ο κορυδαλός αλλάζει με τον φρύνον τα μάτια του; (42). Και την φωνήν ας είχεν αλλαγμένην, αφού σε διώχνει απ' εδώ με το κελάδημα του, σαν ξυπνητήρι θλιβερόν και παραπονεμένον. Ω! φύγε, φύγε, και το φως αυξάνει και πληθαίνει(43).

ΡΩΜΑΙΟΣ Λάμπει το φως, κ' η Μοίρα μας θολόνει και μαυρίζει.

(Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Κυρία!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Παραμάνα μου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Η μάνα σου θα έλθη. 'Ξημέρωσε. Προσέχετε.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Λοιπόν ας σε ανοίξω παράθυρον, να έμβη φως, και η ζωή να έβγη!

ΡΩΜΑΙΟΣ Υγείαινε, αγάπη μου· ένα φιλί και φεύγω.

(Καταβαίνει από τα παράθυρον).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αναχωρείς, ω άνδρα μου, αγάπη μου, ψυχή μου! Θέλω να έχω νέα σου κάθε στιγμήν και ώραν πλην μήνας θα μου φαίνεται κάθε στιγμή μακράν σου. Ω! με το μέτρημα αυτό χρόνια πολλά θα γείνουν, ως που και πάλιν να ιδώ τον ακριβόν μου άνδρα.

ΡΩΜΑΙΟΣ Συχνά συχνά, γυναίκα μου, ειδήσεις μου θα έχης.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Να σε ιδώ και να μ' ιδής άλλην φοράν ελπίζεις;

ΡΩΜΑΙΟΣ Ω βέβαια! Οι τωρινοί καϋμοί μας θα περάσουν και θα τα λέγωμεν αυτά με γλύκαν μιαν ημέραν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αχ! η ψυχή μου συμφοραίς, Ρωμαίε, προμαντεύει· και τώρα, τώρα χαμηλά, εκεί όπου σε βλέπω, ωσάν νεκρός μου φαίνεσαι ‘ς το βάθος ενός τάφου· μου φαίνεσαι κατάχλωμος· ή μη το φως μου χάνω;

ΡΩΜΑΙΟΣ Και συ μου φαίνεσαι χλωμή. Η διψασμένη λύπη ερρούφησε το αίμα μας. — Υγείαινε, ψυχή μου!

(Απέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω Τύχη, Τύχη! άστατην οι άνθρωποι σε λέγουν. Από αυτόν τον σταθερόν, συ άστατη, τι θέλεις; Ας είσαι Τύχη άστατη, ώστε ν' αλλάξης γνώμην κι' αντί μακράν να τον κρατής, να μου τον στείλης 'πίσω.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, έξωθεν. Αι, κόρη μου, εξύπνησες;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τι είναι; ποιος με κράζει; Εσύ 'σαι, ω μητέρα μου; — (Εξύπνησ' από τώρα; ή μήπως δεν επλάγιασεν ακόμη; τι να θέλη;)

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, εισερχομένη· Πώς είσαι, Ιουλιέτα μου;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Όχι καλά, μητέρα.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Αιώνια τον θάνατον θα κλαίης του Τυβάλτη; ή με τα δάκρυα θαρρείς τον τάφον του θ' ανοίξεις; κι αν τον ανοίξης, την ζωήν θα του την ξαναδώσης; Παύσε τα κλαύματα λοιπόν. Η μετρημένη λύπη πολλήν αγάπην μαρτυρεί· κ' υπερβολή της λύπης δεν φανερόνει πολύν νουν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! άφησε να κλαίω εκείνον οπού έχασα.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Οπίσω δεν τον φέρνεις, κ' αισθάνεσαι πλειότερον την λύπην του χαμού του.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αισθάνομαι πως μ' έλειψεν ο φίλος μου, και κλαίω.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Δεν κλαίεις τόσον κόρη μου, τον θάνατον εκείνου, όσον που ζη ο μιαρός, που 'πήρε την ζωήν του.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ποιος είν' αυτός ο μιαρός;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Ο μιαρός Ρωμαίος.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! δεν εταίριαξαν ποτέ ο μιαρός κ' εκείνος! (44). Τον συγχωρώ, κι' απ' τον Θεόν συγχώρησιν να εύρη. Πλην την καρδιάν μου 'σαν αυτόν δεν έκαυσε κανένας.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Σου καίει τόσον την καρδιάν το ότι ο κακούργος ακόμη ζη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κ' εκεί που ζη τα χέρια μου δεν φθάνουν! Εκδίκησιν ας έπαιρνα εγώ και όχι άλλος.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Θα έλθη κι' η εκδίκησις, θα έλθη· μη σε μέλει. Παύσε τα κλαύματα. Εγώ ‘ς την Μάντουαν θα στείλω, εκεί όπου εξέφυγεν αυτός εξωρισμένος, να του κεράσουν κάτι τι που δεν το περιμένει, ώστε να 'πάγη, συντροφιάν να κάμη τον Τυβάλτην και την καρδιάν σου με αυτό θα την ευχαριστήσω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! την καρδιάν μου τίποτε δεν θα ευχαριστήση, αν τον Ρωμαίον δεν ιδώ... νεκρόν(45)... το παν νομίζω, αφού εκείνον π' αγαπώ δεν έχω... και μου λείπει. Αν εύρης άνθρωπον εσύ να στείλης το φαρμάκι, θέλω μονάχη μου εγώ να το προετοιμάσω, τέτοιο, που άμα το γευθή να τον αποκοιμήση. Αχ! πως αναγριόνομαι ν' ακούω τ’ όνομά του, και όμως να μη δύναμαι να πεταχθώ κοντά του, και όλην την αγάπην μου προς τον εξάδελφόν μου να του την δείξω... εις αυτόν που 'πήρε την ζωήν του!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Ετοίμασέ το, κι' άνθρωπον θα εύρω να το δώση. Πλην τώρα έχω να σου ‘πώ χαροποιά, παιδί μου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Καλοδεχάμενη η χαρά εις τέτοιαις μαύραις ώραις! ποια είναι τα χαροποιά;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Ένα πατέρα έχεις, που έχει, Ιουλιέτα μου, την έννοιαν σου, και θέλει την πλακωμένην σου καρδιάν να σου την ελαφρώση, και τώρα σου ετοίμασε χαρμόσυνην ημέραν, που δεν την επερίμενες, και ούτ’ εγώ ακόμη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κι’ αν έχω 'ρώτημα καλόν, τι 'μέρα είναι τούτη;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Πρωί πρωί, με το καλόν, την ερχομένην πέμπτην ένας γαμβρός ευγενικός και ζηλευτός, ο Πάρης, θα σ' οδηγήση απ' εδώ εις του Αγίου Πέτρου την εκκλησίαν, κόρη μου, καμαρωμένην νύμφην.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Α! Μα την εκκλησίαν του και μα τον Άγιον Πέτρον, εκεί εμένα βέβαια καμαρωμένην νύμφην ο Πάρης δεν με οδηγεί! Τι είναι τόση βία; Δεν ήλθε καν να μου το ‘πή ο άνδρας που με θέλει, κι' αμέσως στεφανώματα! Παρακαλώ, μητέρα, ειπέ το ‘ς τον πατέρα μου· δεν θέλω από τώρα να 'πανδρευθώ. Και αν ποτέ θελήσω, παίρνω όρκον πως προτιμώ χίλιαις φοραίς να πάρω τον Ρωμαίον, που 'ξεύρεις πόσον τον μισώ, παρά ποτέ τον Πάρην! Χαρά ‘ς το!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Να, που έρχεται ο ίδιος εδώ πέρα. Ειπέ του τα μονάχη σου κ' ιδέ πώς θα τα πάρη.

(Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ και η παραμάνα).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ 'Σ του ήλιου το βασίλευμα η γη δροσοσταλάζει· αλλά εις το βασίλευμα του υιού του αδελφού μου πέφτει βροχή με τα σωστά. Ποτάμι θα το κάμης; Ακόμη χύνεις δάκρυα; Αιώνια θα βρέχη; Το κάμνεις το κορμάκι σου συγχρόνως και καράβι και άνεμον και θάλασσαν. Τα δυο σου 'μάτια είναι η θάλασσα, με δάκρυα καταπλημμυρισμένη. Καράβι έχεις το κορμί που πικροαρμενίζει μέσ' την πλημμύραν. Κι άνεμος οι αναστεναγμοί σου. Φοβούμαι, αν ο άνεμος δεν γαληνεύση, μήπως το θαλασσοδαρμένον σου κορμάκι το βουλήση. — Της είπες την απόφασιν που έλαβα, γυναίκα;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Τα είπα, πλην ευχαριστεί.... να 'πανδρευθή δεν θέλει... Ανόητη! της ήξιζε να πανδρευθή τον Χάρον!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Σιγά· δεν εκατάλαβα, γυναίκα· ξαναπέ το· Τι λέγει; τι; ευχαριστεί; να 'πανδρευθή δεν θέλει; Δεν είναι υπερήφανη, δεν είν' ευτυχισμένη οπού εκαταφέραμεν, ενώ δεν το αξίζει, να την αρραβωνίσωμεν με ένα τέτοιον νέον;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Δεν είμαι υπερήφανη· ευγνώμων είμαι μόνον. Δι' ένα πράγμα που μισώ 'περήφανη δεν είμαι. Ευγνωμονώ διά κακόν, π' αντί καλού μου κάμνουν.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τι πράγμα; ποιος σ' ερώτησε; Θα έχωμεν και γνώμην! Ευγνώμων, κ' υπερήφανη, και είμαι, και δεν είμαι, Κ' ευγνωμονώ, κι' όχι και ναι... Ακούς εκεί! Κεράτζα, να παύσουν τα ευγνωμονώ και 'ξυπερηφανεύσου, κ' ετοίμασε τα πόδια σου την ερχομένην πέμπτην ‘ς την εκκλησίαν γνωστικά να έλθης με τον Πάρην, ει δε συρτήν έως εκεί εγώ θα σε τραβήξω! Φύγ' απ' εμπρός μου ξέπλυμα, — χολοπερεχυμένη! πήγαινε, βρώμα!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Εντροπή! ‘ς τα συγκαλά σου είσαι;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πατέρα μου, παρακαλώ γονατιστή εμπρός σου, ησύχασε, και άκουσε να σου ειπώ δυο λόγια.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Βρώμα, κρημνίσου απ' εδώ! Παρήκοη! Την πέμπτην ‘ς την εκκλησίαν πήγαινε, ή, να που σου το λέγω, να μη σε ιδούν τα 'μάτια μου ποτέ εις την ζωήν μου! Δεν θέλω λέξιν να μου ‘πής· απόκρισιν δεν θέλω! Με τρώγ' η απαλάμη μου! — Ελέγαμεν, γυναίκα, πως δεν ευλόγησ' ο Θεός τον γάμον μας πλουσίως, διότι μας εχάρισεν αυτήν την κόρην μόνον. Αλλά μας έπεσε πολύ και τούτη, καθώς βλέπω. Δεν ήτον ευλογία του· ήτο Θεού κατάρα! Να μη σε βλέπω!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ο Θεός να την πολυχρονίζη! Αυθέντα, έχεις άδικον αυτά να της τα λέγης.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Και πώς, κυρά σοφία μου; Τα λόγια σου ολίγα, ή πήγαινε να φλυαρής με ταις συντέκνισσαίς σου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Δεν είπα τίποτε κακόν.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Να κάμνης την δουλειάν σου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Κανείς μιαν λέξιν να ειπή εμποδισμένον είναι;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Σώπα, κομμένη κεφαλή! Σου είπα να πηγαίνης να λέγης ταις σοφίαις σου εις ταις συντέκνισσαίς σου. Εδώ δεν μας χρειάζονται.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Παρά πολύ ανάπτεις.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Μα την αγάπην του Θεού, ο νους μου θα μου φύγη! Ημέραν, νύκτα, πάντοτε, ‘ς τον ύπνον μου, ‘ς τον ξύπνον, ‘ς την μοναξιάν, ‘ς την συντροφιάν, ο νους κι' ο λογι- [σμός μου ήτον αυτός και μοναχός: το πώς να την 'πανδρεύσω(46). Και τώρα, που κατώρθωσα να εύρω τέτοιον νέον, μ' ανατροφήν, και πλούσιον, κι' αρχοντογεννημένον, γεμάτον προτερήματα και αρεταίς γεμάτον, τώρα που ηύρα τον γαμβρόν που η καρδιά μου θέλει, να έχης ένα ξόανον κλαψιάρικον εμπρός σου, ν' ακούης ένα κνώδαλον με τ’ αναφυλλητόν της, ενώ δουλεύει η Μοίρα της, εκείνη να σου λέγη: δεν θέλω, δεν τον αγαπώ, είμαι ακόμη νέα, ευχαριστώ, παρακαλώ, συγχώρησε. — Σου δείχνω, σου δείχνω 'γώ συγχώρησε, αν δεν αλλάξης γνώμην! Δεν μένεις εις το σπίτι μου, και όπου θέλεις βόσκε! Δεν χωρατεύω. Σκέψου το. Η πέμπτη πλησιάζει. Βάλε το χέρι ‘ς την καρδιάν και καλοσυλλογίσου. Αν τύχη κ' είσαι κόρη μου, ‘ς τον φίλον μου σε δίδω. Εάν δεν ήσαι κόρη μου, κρημνίσου, πείνα, δίψα, ‘ς τους δρόμους ψωμοζήτευε, και ψόφησε ‘ς τους δρόμους! Μα την ψυχήν μου, όσω ζω δεν θέλω να σε 'ξεύρω, κι' ούτε το 'μάτι σου θα ιδή ποτέ κληρονομιάν μου. Ιδέ και συλλογίσου το. Το είπα. Δεν ξελέγω!

(Απέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! υψηλά ‘ς τους ουρανούς δεν κάθεται ευσπλαγχνία να ελεήση απ' εκεί της λύπης μου το βάθος; Μη μ' αρνηθής, μάνα γλυκειά. Ανάβαλε τον γάμον Δι’ ένα μήνα μοναχά, ή μίαν εβδομάδα. Αν δεν το κάμης, στρώσε μου την νυμφικήν μου κλίνην ‘ς το μνήμα, όπου από χθες κοιμάται ο Τυβάλτης.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Δεν έχω λέξιν να ειπώ και ομιλείς του κάκου. Να κάμης όπως αγαπάς· 'τελείωσα μαζή σου.

(Απέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Θεέ μου! — Παραμάνα μου, ειπέ μου, πώς να γείνη; Είναι ο άνδρας μου ‘ς την γην, κ' οι όρκοι μου επάνω ‘ς τους ουρανούς. Πώς εις την γην οι όρκοι να γυρίσουν, εκτός εάν εξ ουρανών ο ίδιος δεν τους στείλη; Αχ! δος μου μίαν συμβουλήν παρηγορίαν δος μου. Αλλοίμονον! η Μοίρα μου σκληραίς παγίδαις στήνει εις μιαν αδύνατην ψυχήν, ωσάν την ιδικήν μου. Ειπέ· τι έχεις να μου ‘πής; Αχ! παρηγόρησέ με, ειπέ μιαν λέξιν να χαρώ, η μαύρη.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Να τι λέγω. Εξωρισμένον απ' εδώ τον έχουν τον Ρωμαίον και βάζω το κεφάλι μου, ποτέ δεν θα τολμήση εδώ να έλθη φανερά να σε ξαναζητήση· ή και αν έλθη, μυστικά θα έλθη, και κρυμμένος. Λοιπόν, αφού τα πράγματα ήλθαν καταπώς ήλθαν, νομίζω το καλλίτερον να 'πανδρευθής τον Πάρην. Ω! είναι αξιόλογος ο νέος και ωραίος· 'σαν πατζαβούρα φαίνεται κοντά του ο Ρωμαίος! Τι μάτι έχει! Αετός δεν έχει τέτοιο 'μάτι! Να μην ιδώ ποτέ καλόν εάν αυτός ο γάμος δεν έβγη καλορρίζικος. Τον ξεπερνά τον πρώτον! Πλην και να μη τον ξεπερνά, απέθανεν ο πρώτος· ή, και να μην απέθανε, δεν καταντά το ίδιον αν ζης χωρίς να χαίρεσαι τα στέφανα εκείνα; (47)

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Με την καρδιάν σου ομιλείς;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Και μ' όλην την ψυχήν μου. Ει δε καρδιάν μου και ψυχήν κατάρα να ταις εύρη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αμήν!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Τι είπες;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Μ' έδωσες πολλήν παρηγορίαν. Πήγαινε μέσα να ειπής, πως είμαι λυπημένη διότι τον πατέρα μου παρώργισα, και ότι πηγαίνω τώρα ‘ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου να 'πώ ταις αμαρτίαις μου και άφεσιν να λάβω.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Μετά χαράς θα το ειπώ. Τι φρόνιμα που κάμνεις.

(Εξέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κατηραμένε πειρασμέ! Παληόγρηα αχρεία! Τι είναι το χειρότερον; Να θέλης να πατήσω τον όρκον μου; ή το κακόν να λέγης του ανδρός μου, μ' αυτήν την ίδιαν την φωνήν που μου τον επαινούσες και ταίρι δεν του εύρισκες τόσαις φοραίς και τόσαις; Ω! φύγε, σύμβουλε κακέ! Από εδώ και πέρα θα κάμη διαζύγιον μ' εσένα η καρδιά μου. — Να ιδώ αν ο καλόγηρος μου εύρη θεραπείαν. Αν κι' απ' εκεί απελπισθώ, μου μένει ν' αποθάνω!

(Εξέρχεται).

ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ.

Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου. (Εισέρχονται ο πάτερ Λαυρέντιος και ο Πάρης).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Την πέμπτην; Μάλλον γρήγορα μου φαίνεται;

ΠΑΡΗΣ Το θέλει ο πενθερός· κ' η βία του μου έρχεται κ' εμένα.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Και ούτε την διάθεσιν της νέας δεν την 'ξεύρεις. Το πράγμα δεν μου φαίνεται σωστόν, και δεν μ' αρέσει.

ΠΑΡΗΣ Δεν παύει ακατάπαυστα να κλαίη τον Τυβάλτην, και δεν της είπα δι αυτό πολλά περί αγάπης. Η Αφροδίτη δεν γελά εις δακρυσμένον σπίτι· αλλ' ο πατέρας της φρονεί, ότι καλόν δεν είναι να κατακυριεύεται από την λύπην τόσον, κι' ως φρόνιμος, εσκέφθηκε τον γάμον να ταχύνη, και έτσι των δακρύων της να παύση την πλημμύραν· διότι τρέφεται μ' αυτά ενόσω ζη μονάχη, ενώ αν έχη συντροφιάν θα της περάσουν ίσως. Ιδού που τώρα έμαθες το αίτιον της βίας.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ (Ας αγνοούσα διατί ν' αργοπορήση θέλω.) Αλλά ιδού που έρχεται η νέα ‘ς το κελλί μου.

(Εισέρχεται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ).

ΠΑΡΗΣ Καλώς την την γυναίκα μου και την αρχόντισσάν μου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πρώτα να γείνω κ' έπειτα γυναίκα σου με λέγεις.

ΠΑΡΗΣ Αυτό το πρώτα γίνεται την ερχομένην πέμπτην.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Θα γίνη ό,τ’ είναι γραπτόν.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Αυτό είν' η αλήθεια.

ΠΑΡΗΣ Και ήλθες ‘ς τον πνευματικόν να σ' εξομολογήση;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ξεμολογούμαι εις εσέ, απόκρισιν αν δώσω.

ΠΑΡΗΣ Θα του ειπής πως μ' αγαπάς;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τον αγαπώ εκείνον· αυτό το λέγω κ' εις εσέ.

ΠΑΡΗΣ Πλην θα μου 'πής ελπίζω, ότι κ' εμένα μ' αγαπάς.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Καλλίτερα θ' αξίζη αν απ' οπίσω σου το ‘πώ, ή να το ‘πώ εμπρός σου.

ΠΑΡΗΣ Ψυχή μου, σου εχάλασαν τα δάκρυα την όψιν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Δεν εκατώρθωσαν πολύ μ' αυτό τα δάκρυά μου, διότι ήτον άσχημη και πριν μου την χαλάσουν.

ΠΑΡΗΣ Την αδικούν πλειότερον από τα δάκρυά σου, τα λόγια σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αδίκημα δεν είναι η αλήθεια· και λέγω κατά πρόσωπον 'ς εμένα την αλήθειαν.

ΠΑΡΗΣ Μου το εκατηγόρησες, και είναι ιδικόν μου το πρόσωπόν σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πιθανόν, αφού δεν με ανήκει. — Έχεις, ω πάτερ μου, καιρόν να σου 'μιλήσω τώρα, ή θέλεις του εσπερινού την ώραν να γυρίσω;

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Προκρίνω τώρα, κόρη μου πολυσυλλογισμένη. Αυθέντα, σε παρακαλώ να μας αφήσης μόνους.

ΠΑΡΗΣ Να με φυλάξη ο Θεός εμπόδιον να γείνω. θα σε ξυπνήσω την αυγήν την πέμπτην, Ιουλιέτα. Ως τότε, χαίρε· δέξου το το φίλημά μου τούτο.

(Απέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κλείσε την θύραν κ' έλα 'δώ. Κλαύσε και συ μαζή μου· ελπίς δεν μένει, πάτερ μου· δεν έχει θεραπείαν.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Αχ, Ιουλιέτα! έμαθα την λύπην που σου ήλθε, κ' η συλλογή μου είσαι συ, παιδί μου. Μου το είπαν πως πρέπει, και αναβολή δεν ημπορεί να γείνη, τον Πάρην να στεφανωθής την ερχομένην πέμπτην.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! μη μου λέγης, πάτερ μου, μη λέγης τι σου είπαν, εάν δεν έχης να μου 'πής και πώς να τ’ αποφύγω. Αν άλλον τρόπον να σωθώ η γνώσις σου δεν βλέπη, ειπέ μου ότι γνωστικήν απόφασιν επήρα, κ' ευθύς εδώ την εκτελώ με το μαχαίρι τούτο.

(Σύρει εκ του στήθους εγχειρίδιον).

Ταις δυο καρδιαίς μας ο Θεός, εμού και του Ρωμαίου, μας τας συνένωσε, και συ μας ένωσες τα χέρια. Παρά καινούριαν ένωσιν ποτέ να υπογράψη αυτό το χέρι πώβαλες ‘ς το χέρι του Ρωμαίου, ή η πιστή μου η καρδιά ς' εκείνον ν' απιστήση, μ' αυτό εδώ ας σπαραχθή και χέρι και καρδιά μου! Σκέψου λοιπόν, και συμβουλήν συ ο πραγμένος δος μου. Ει δε, με βλέπεις; μεταξύ εμού και του καϋμού μου θα έλθη το μαχαίρι μου κριτής να γείνη τώρα· απ' την απελπισίαν μου αυτό θα με γλυτώση, εάν δεν εύρ' η πείρα σου κ' η τέχνη σου τον τρόπον να μου γλυτώση την τιμήν. Ειπέ να σε ακούσω. Εάν δεν έχης ιατρικόν, ειπέ το, ν' αποθάνω.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Κόρη μου, στάσου. Μιαν μικρήν ελπίδα μισοβλέπω. Απελπισμένον τόλμημα θα ήναι, καθώς είναι απελπισμένη και φρικτή και η περίστασίς σου. Εάν, παρά να 'πανδρευθής μεθαύριον τον Πάρην, αποφασίζης και τολμάς να σκοτωθής αλήθεια, θα έχης τότε δύναμιν και ν' αψηφήσης πράγμα που ομοιάζει θάνατον, εσύ οπού γυρεύεις με θάνατον αληθινόν να σώσης την τιμήν σου. Εγώ σου δίδω ιατρικόν, αν θάρρος δεν σου λείπη.