Σαικσπείρου Τραγωδίαι : Μέρος Α'. Ρωμαίος και Ιουλιέτα

Part 4

Chapter 4 14 words Public domain Markdown

ΡΩΜΑΙΟΣ Κ' εγώ εδώ θα καρτερώ, και να ξεχνάς θα θέλω, και κάθε τι θα λησμονώ εκτός ότι σε βλέπω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κοντεύει το ξημέρωμα. Το ήθελα να φύγης, αλλ' όχι πλέον μακρυά απ' το μικρόν πουλάκι, π' αφίνει απ' το χέρι της μια νέα να μακραίνη, με μιαν κλωστήν μεταξωτήν 'σαν αλυσοδεμένον, και 'πίσω πάλιν πηδηκτόν το σέρνει ‘ς την ποδιάν της· τόσον το θέλει ‘ς την σκλαβιάν απ’ την πολλήν αγάπην.

ΡΩΜΑΙΟΣ Ας ήμουν το πουλάκι σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Μακάρι, ω γλυκέ μου· αλλά θα σ' εθανάτονα απ' το πολύ το χάδι. Καλήν σου νύκτα- πήγαινε, Ρωμαίε. Καλήν νύκτα. Τόσον μου φαίνεται γλυκειά του χωρισμού η πίκρα, που έως αύριον 'μπορώ να λέγω καλήν νύκτα.

(Αποσύρεται).

ΡΩΜΑΙΟΣ Ο ύπνος 'ς τα ματάκια σου, ‘ς το στήθος σου γαλήνη! Ας ήμουν η γαλήνη σου, ο ύπνος σου ας ήμουν, τόσον γλυκά ν' αναπαυθώ. — Εις το κελλί πηγαίνω αμέσως, τον πνευματικόν πατέρα μου να εύρω, την ευτυχίαν μου να 'πώ κ' ευχήν να του ζητήσω.

(Αναχωρεί).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ.

Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου.

(Εισέρχεται ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ κρατών κάλαθον).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Με χαμογέλοια η Αυγή τα πλουμιστά της μάτια τα στρέφει προς την σκυθρωπήν την Νύκτα, και χαράζει τα νέφη της Ανατολής με φωτερά χαράκια. Και 'σαν να μεθοκόπησε, το Σκότος παραδέρνει, κι από τον δρόμον προσπαθεί να έβγη του Ηλίου, μη το πατήση ο Τιτάν κ' οι πύρινοι τροχοί του. Και τώρα, πριν ο Ήλιος το φλογερόν του μάτι τ' αναστηλώση, την χαράν να φέρη ‘ς την Ημέραν, και να στεγνώση την δροσιάν της νοτισμένης Νύκτας, πηγαίνω, το καλάθι μου να το παραγεμίσω με βότανα φαρμακερά και με γλυκόχυμ' άνθη. Είναι της φύσεως η Γη και τάφος και μητέρα· γίνονται μνήμα νεκρικόν οι μητρικοί της κόλποι· και τα παιδιά των σπλάγχνων της, τα ιδικά μας χέρια τα κόπτουν εις τα στήθη της, όπου ζωήν βυζάνουν. Χάραις εξαίρεταις πολλαίς έχουν πολλά παιδιά της, καθένα χάριν χωριστήν, κανένα χωρίς χάριν. Είναι η δύναμις πολλή κ' η αρετή μεγάλη που έχει κάθε βότανον, κάθε φυτόν ή πέτρα· κανένα πράγμα ποταπόν 'ς την γην ζωήν δεν έχει, που διά κάτι αγαθόν ‘ς την γην δεν χρησιμεύει· αλλά δεν έχει κι’ αγαθόν, που αν παραστρατίση, να μη χαλνά η φύσις του κ' εις βλάβην να γυρίζη. Ως και αυτή η αρετή γυρίζει 'ς αμαρτίαν εάν στραβά εφαρμοσθή· καθώς κ' η αμαρτία τυχαίνει κ' εξαγνίζεται 'ς τον δρόμον της κ' εκείνη. — Μέσ' τον δροσάτον κάλυκα αυτού εδώ του άνθους είναι κρυμμένον ιατρικόν και κατοικεί φαρμάκι· αν το μυρίσης, η οσμή την αίσθησιν ευφραίνει· αν το γευθής, εις την καρδιάν την αίσθησιν νεκρόνει. Κ' εις του ανθρώπου την καρδιάν, καθώς 'ς το άνθος τούτο, δυο βασιλείς αντίπαλοι στρατοπεδεύουν πάντα: η θεία χάρις εξ ενός, εξ άλλου κακή τάσις· και όταν το χειρότερον νικά και υπερέχει, τρώγει την ρίζαν του φυτού σκουλήκι του θανάτου...

(Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).

ΡΩΜΑΙΟΣ Καλή σου 'μέρα, πάτερ μου.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ευλογητός, υιέ μου. Ποιος ήλθε τόσον ενωρίς να με καλημερίση; Παιδί μου! πρέπει ταραχή της κεφαλής μεγάλη να σ' έκαμε την κλίνην σου τόσον πρωί ν' αφήσης. Μετρά τας ώρας η φροντίς ‘ς τα μάτια των γερόντων, κι όπου Φροντίδες κατοικούν ο Ύπνος δεν φωληάζει· αλλ' όμως, όπου τα γερά τα μέλη της 'ξαπλόνει Νεότης ξέννοιαστη, εκεί ο Ύπνος βασιλεύει. Ο πρωινός σου ερχομός λοιπόν με βεβαιόνει πως πρέπει να σ' εξύπνησε καμμία παραζάλη. ή, εάν σφάλλω εις αυτό, μαντεύω πως απόψε δεν 'πλάγιασε ‘ς το στρώμα του διόλου ο Ρωμαίος.

ΡΩΜΑΙΟΣ Ναι· η αλήθεια είν' αυτή· — αν μ' έλειψεν ο ύπνος, πλέον γλυκειάν ανάπαυσιν εχάρηκ' η καρδιά μου.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Την αμαρτίαν ο θεός να σου την συγχωρήση! στης Ροζαλίνας έμεινες;

ΡΩΜΑΙΟΣ 'Σ της Ροζαλίνας; Όχι· εξέχασα και τ' όνομα και τον καϋμόν της, πάτερ.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Έτσι σε θέλω· εύγε σου! ‘Πέ μου λοιπόν, πού ήσουν;

ΡΩΜΑΙΟΣ Θα σου ειπώ το κάθε τι, πριν ερωτήσης πάλιν. Την νύκτα εξεφάντωσα μαζή με τους εχθρούς μου, και επληγώθηκα εκεί, χωρίς να το προσμένω, αλλά επλήγωσα κ' εγώ. Κ' οι δύο θεραπείαν, απ' τ' άγιον το χέρι σου, και συνδρομήν ζητούμεν. Η έχθρα μου επέρασεν, αφού και τον εχθρόν μου η χάρις όπου σου ζητώ θα ωφελήση, πάτερ.

ΛΑΥΡΕΝΙΟΣ Ομίλησέ μου καθαρά, παιδί μου, κ' εξηγήσου. Αν ήλθες γρίφους να μου ‘πής, θα σ' ευχηθώ με γρίφους.

ΡΩΜΑΙΟΣ Λοιπόν σου λέγω καθαρά, πως μ' όλην την καρδιάν μου του Καπουλέτου αγαπώ την κόρην την ωραίαν, κι όπως εγώ την αγαπώ με αγαπά κ' εκείνη. Δεμένοι ευρισκόμεθα, και μόνον τώρα μένει με τ' άγιον μυστήριον του γάμου να μας δέσης. Το πού, και πότε, και το πώς την είδα και με είδε, και πώς ερωτευθήκαμεν κι’ αλλάξαμεν και λόγον, θα σου τα 'πώ καταλεπτώς· — πλην κάμε μου την χάριν, στεφάνωσέ μας σήμερον, αν μ' αγαπάς, ω πάτερ.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ελέησόν με ο θεός! Πώς ήλλαξε το πράγμα; Την Ροζαλίναν, που ως χθες την αγαπούσες τόσον, την ελησμόνησες ευθύς; Των νέων η αγάπη λοιπό δεν είναι 'ς την καρδιάν; 'ς τα μάτια μόνον είναι; Χριστέ και Παναγία μου! Διά την Ροζαλίνα τα μάγουλά σου τα χλωμά αυλακωμένα ήσαν! Τόσα πικρά σου δάκρυα επήγαν 'ς τα χαμένα, αφού ως και την πίκραν των την έχεις ξεχασμένην. Ακόμη απ' τον ουρανόν τους αναστεναγμούς σου ο ήλιος δεν τους 'σκόρπισεν και αντηχεί ακόμη 'ς τα αυτιά μου τα γεροντικά το αναφυλλητόν σου· Ιδού, ακόμη — κύτταξε, — 'ς το μάγουλόν σου μένει ενός δακρύου παλαιού τ' ασκούπιστον σημάδι. Αν είσαι συ που μου 'μιλείς, κι’ ο πόθος σου 'δικός σου, τότε κι’ ο πόθος σου και συ της Ροζαλίνας είσθε! Και τώρα τόσον ήλλαξες; Α! ομολόγησέ το: δεν είναι ασυγχώρητον γυναίκες ν' αμαρτάνουν, όταν 'ς τους άνδρας φαίνεται αδυναμία τόση.

ΡΩΜΑΙΟΣ Συχνά εκατηγόρησες εκείνην την αγάπην.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Παιδί μου, τον ξετρελλαμόν και όχι την αγάπην.

ΡΩΜΑΙΟΣ Και μ' έλεγες τον έρωτα να θάψω.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Δεν σου είπα να θάψης ένα έρωτα και άλλον να ξεθάψης.

ΡΩΜΑΙΟΣ Μη μ' επιπλήττης, πάτερ μου· αυτή οπού λατρεύω δίδει καρδιάν αντί καρδιάς, κι’ αγάπην δι’ αγάπην! Η άλλη δεν το έκαμνε.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Διότι ενοούσεν, ότι τα χείλη αγαπούν, πλην όχι κ' η καρδιά σου. Ας είναι πλέον, άστατε! Έλα μαζή μου τώρα, Εάν σου γίνω βοηθός, θα το αποφασίσω μόνον και μόνον επειδή ελπίζω εις αγάπην να στρέψω με τον γάμον σας την έχθραν των σπιτιών σας.

ΡΩΜΑΙΟΣ Πηγαίνομεν βιάζομαι να γίνη ο σκοπός μου.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Σιγά σιγά και γνωστικά. Σκοντάπτει όποιος τρέχει.

(Αποσύρονται).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ.

Οδός.

(Εισέρχεται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ).

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Πού 'ς τον διάβολον να είναι αυτός ο Ρωμαίος; — Δεν επήγεν να κοιμηθή την νύκτα;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Δεν επήγεν εις του πατρός του. Μου το είπεν ο άν- θρωπός του.

ΜΕΡΚΟΤΙΟΣ Αυτή η σκληρόκαρδη Ροζαλίνα με το χλωμόν της το πρόσωπον τον κατατυραννεί και 'πάγει να τον τρελ- λάνη.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ο Τυβάλτης, ο συγγενής του γέρο-Καπουλέτου, του έστειλεν εις του πατρός του γράμμα.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Να μην έχω ζωήν, αν δεν τον προσκαλή εις μονο- μαχίαν.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Θ' αποκριθή ο Ρωμαίος.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Όποιος ηξεύρει γράμματα ημπορεί ν' αποκριθή εις ένα γράμμα.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Θέλω να ειπώ, ότι θ' αποκριθή εις εκείνον οπού το έγραψε, καθώς του πρέπει. Στήθος εις στήθος!

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Αλλοίμονον! Ο κακόμοιρος ο Ρωμαίος είναι απο- θαμμένος πλέον! Τον εμαχαίρωσε το μαύρο 'μάτι μιας άσπρης κοπέλας· του ετρύπησε το αυτί ένα ερωτικόν τραγουδάκι· του επλήγωσε τα φυλλοκάρδια το βέλος του τυφλού παιδιού που ηξεύρεις· — και θέλεις τέτοιος άνθρωπος να δείξη στήθος εις τον Τυβάλτην;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Και τι τάχα είναι ο Τυβάλτης;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Δεν χωρατεύει ο Τυβάλτης. Ηξεύρει εις τα δάκτυ- λά του τους νόμους της τιμής και την τέχνην της μο- νομαχίας. Το σπαθί του το παίζει, καθώς παίζεις τον ταμπουράν· προσέχει εις το μέτρημα, εις το λάλημα και εις το κτύπημα· θα σου μετρήση έν, δύο, τρία, και άρπα την εις το στήθος! Σου ετρύπησε το κουμβί ως που να γυρίσης να ιδής. Φοβερός εις ταις σπαθιαίς! Μονομάχος του πρώτου νερού! Ηξεύρει διατί και πώς να ξεσπαθώση. Ω! περίφημη passata. Να punto re- verso μίαν φοράν. Να σου hai(34).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Να σου, τι;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Να τους πάρη η ζάλη αυτούς τους φαντασμένους, όλον μορφασμούς και τσακίσματα γεμάτους, και προσ- ποίησιν απ' επάνω έως κάτω, οπού σου τα λέγουν τορ- νευμένα: « Μα τον Δία! κάλλιστον ξίφος! Μέγιστος ανήρ! εξαισία εταίρα!» Ω παπουλή μου, δεν είναι αμαρτία να έχωμεν εις το κεφάλι μας αυταίς ταις σκνί- παις, αυτούς τους οδηγούς του συρμού, αυτούς τους pardonnez - mois, οπού γυρεύουν τους νεωτερισμούς και δεν ημπορούν να στρογγυλοκαθήσουν εις τα παλαιά μας σκαμνιά! που να τους καθήσουν εις τον λαιμόν τα bonjour των και τα bonsoir των!

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Να τος ο Ρωμαίος! Να τος!

(Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Πετσί και κόκκαλον! σωστός τσίρος. Ω σάρκα, σάρ- κα, πώς αποψαρόνεσαι! Τώρα δα σου πηγαίνουν οι στί- χοι, οπού εξεχείλιζεν ο Πετράρχης. Κοντά εις την ιδι- κήν σου η Λαύρα ήτο μία μαγείρισσα· με μόνην την διαφοράν, ότι ο ιδικός της αγαπητικός έψαλλε τον έρω- τά του καλλίτερά σου. Κοντά εις την ιδικήν σου η Διδώ ήτο μία χήνα, η Κλεοπάτρα μία γύφτισσα, η Ελένη και η Ηρώ πατσαβούραι, η Θίσβη μία ανάλατη γαλα- νομμάτα. Signor Ρωμαίε, bonjour. Ιδού γαλλικός χαιρετισμός διά τα γαλλικά σου βρακιά. — Καλά μας την έπαιξες χθες.

ΡΩΜΑΙΟΣ Καλή σας ημέρα και τους δύο. — Τι σας έπαιξα;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Μας εξέφυγες, Κύριε· μας εξέφυγες.

ΡΩΜΑΙΟΣ Συμπάθησέ με, καλέ μου Μερκούτιε· είχα μίαν υπό- θεσιν πολύ σπουδαίαν, και εις μίαν περίστασιν, ωσάν αυτήν οπού μου έτυχεν, η χωριατιά είναι συγχωρη- μένη μεταξύ φίλων.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Δηλαδή, με άλλα λόγια, εις μίαν περίστασιν ωσάν αυτήν οπού σου έτυχε, συγχωρείται να δείξη κανείς την ράχιν του....

ΡΩΜΑΙΟΣ Από το πολύ σκύψιμον διά να ζητήση συγχώρησιν.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Καλά τα διορθόνεις.

ΡΩΜΑΙΟΣ Καθώς η ευγένεια το απαιτεί.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Ως προς τούτο, μη λησμονής, ότι εγώ είμαι της ευγενείας το άνθος.

ΡΩΜΑΙΟΣ Τριαντάφυλλον;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Μάλιστα τριαντάφυλλον.

ΡΩΜΑΙΟΣ Εγώ τα έχω εις τα ποδάρια μου τα τριαντάφυλλα. Κύτταξε τα δεσίματα των υποδημάτων μου.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Τι νόστιμος οπού είσαι. Μη στέκης! Εμπρός, ως που να έβγουν οι πάτοι των υποδημάτων σου αυτών, και να μην έχη πού να πατήση η νοστιμάδα σου....

ΡΩΜΑΙΟΣ Διά να ξεπατώση το πνεύμα σου (35).

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Βοήθεια, Μπεμβόλιέ μου, κ' εχάθηκα! Αι; δεν είναι καλλίτερα έτσι παρά να μου βογκάς από έρωτα; Τώρα μου αρέσεις· τώρα είσαι ο Ρωμαίος οπού θέλω.

ΡΩΜΑΙΟΣ Κύτταξ' εκεί· τι είναι αυτό που έρχεται;

( Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ και ο ΠΕΤΡΟΣ).

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Ένα πανί! ένα πανί!

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Δύο πανιά! Μία φούστα και ένα βρακί.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Πέτρε!

ΠΕΤΡΟΣ Παρών.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Το φυσερόν μου, Πέτρε(36).

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Δος της το, Πέτρε, να κρύψη το πρόσωπόν της. Μου αρέσει καλλίτερα το φυσερόν.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλή σας ημέρα, άρχοντες.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Καλή εσπέρα, αρχόντισσά μου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλέ, από τώρα εβράδυασε;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Ήρχισε να βραδυάζη, κυρά μου· διότι το δάχτυλον της ώρας εγαργάλισε πλέον το μεσημέρι.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Δεν με ξεφορτόνεσαι; Τι λογής άνθρωπος είσαι του λόγου σου;

ΡΩΜΑΙΟΣ Είναι, κυρά μου, ένας άνθρωπος, οπού ό Θεός τον έπλασε κατ' εικόνα του, διά να κάμη άδικον του εαυ- τού του.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλά και το λέγεις τω όντι! Να κάμη άδικον του εαυτού του, λέγει. — Άρχοντες, ημπορεί κανείς σας να μου ειπή πού να εύρω τον νέον Ρωμαίου;

ΡΩΜΑΙΟΣ Εγώ να σου το ειπώ· αλλ' ο νέος Ρωμαίος, ως που να τον εύρης, θα ήναι γεροντότερος από τότε οπού ήρ- χισες να τον γυρεύης. Εγώ είμαι ο νεώτερος με αυτό το όνομα, κυρά μου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Αν ήσαι συ ο Ρωμαίος, έχω κάτι να σου ειπώ κρυφόν,

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Κάλεσμα έχει να του κάμη.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Μαυλίστρα! Μαυλίστρα! Χω, χω!

ΡΩΜΑΙΟΣ Τι ξεφωνίζεις εκεί:

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Εμυρίσθηκα κυνήγι. — Άκουσε, Ρωμαίε, θα έλθης έπειτα εις του πατρός σου; Θα γευματίσωμεν εκεί και οι δύο.

ΡΩΜΑΙΟΣ Καλά· τώρα έρχομαι.

(Εξέρχονται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλέ δεν μου λέγεις τι πράγμα είναι αυτός ο γλωσ- σάς, οπού μου έκοψε τόσαις αυθάδειαις:

ΡΩΜΑΙΟΣ Είναι ένα αρχοντόπουλον, οπού του αρέσει ν' ακούη την φωνήν του, και ημπορεί να ειπή εις ένα λεπτόν όσα δεν έχει την υπομονήν ν' ακούση εις ένα μήνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Αν έχη την όρεξιν να φλυαρή δι’ εμένα, του δείχνω εγώ πόσα απίδια βάζει ο σάκκος! Και αν εγώ δεν ημ- πορώ, 'ξεύρω πού να εύρω τον παιξομύτην του. Το ξό- ανον! Δεν είμαι εγώ απ' εκείναις οπού 'ξεύρει· (προς τον Πέτρον) — Και συ στέκεις εκεί ορθοκαταίβατος, και αφί- νεις όποιον τύχη να με κάμη ό,τι θέλει;

ΠΕΤΡΟΣ Δεν είδα κανένα να σε κάμη ό,τι θέλει. Ας τον έβλε- πα, και να ιδής πώς θα εξεσπάθονα! Ακούς! Φθάνει να ιδώ, ότι είναι ανάγκη και ότι είμαι εις το δίκαιόν μου, και ξεσπαθόνω 'σαν κάθε άλλον.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Με εσύγχυσε τόσον, οπού μου ήλθεν ανατριχίλα. Ο παληάνθρωπος! — Παρακαλώ, Κύριέ μου, να σου ειπώ δύο λόγια. Ως καθώς σου είπα, μ' έστειλεν η κυρία μου να σ' εύρω. Το τι μου είπε να σου ειπώ, εγώ το 'ξεύρω· αλλά, πρώτα και αρχή, έχω να σου ειπώ, ότι αν ο σκο- πός σου ήναι να την γελάσης, έτσι να 'πούμεν, θα ήναι το φέρσιμόν σου κακόν και ψυχρόν, έτσι να 'πούμεν· — η κυρία μου είναι νέα νέα, και αν έβαλες εις τον νουν σου να την παίξης, θα κάμης πράγμα οπού δεν είναι τιμημένον.

ΡΩΜΑΙΟΣ Παραμάνα, να μου χαιρετήσης την Κυρίαν σου, και να της ειπής ότι διαμαρτύρομαι...

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Να καλή καρδιά! Και βέβαια θα της το ειπώ. Πανα- γία μου, πώς θα το χαρή!

ΡΩΜΑΙΟΣ Και τι θα της ειπής, παραμάνα; δεν με ήκουσες ακόμη.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Θα της ειπώ ότι διαμαρτύρεσαι· και αυτό είναι εκείνο οπού έπρεπε να κάμης.

ΡΩΜΑΙΟΣ Είπε της το απόγευμα να εύρη ευκαιρίαν να έλθη 'ς του πνευματικού να την εξαγορεύση· κ' εκεί θα γείνη, 'ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου, και η εξομολόγησις και το στεφάνωμά μας. Ιδού διά τον κόπον σου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ούτε λεπτόν δεν παίρνω.

ΡΩΜΑΙΟΣ Ω! έλα δα· παρακαλώ. Σου λέγω θα τα πάρης.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Απόψε το απόγευμα; Καλά· εκεί θα ήναι.

ΡΩΜΑΙΟΣ 'Σ τον τοίχον του μοναστηρίου περίμενε ολίγον, κ' εκεί θα στείλω άνθρωπον τώρα ευθύς να σ' εύρη και να σου δώση τα σχοινιά, οπού θα έχω σκάλαν εις τα εξάρτια τα 'ψηλά ν' αναίβω της χαράς μου. Ώρα καλή! Φέρσου πιστά και θα σου το πληρώσω. Ώρα καλή· εκ μέρους μου χαιρέτα την κυράν σου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Να σ' ευλογήση ο Θεός, παιδί μου. — Άκουσέ με.

ΡΩΜΑΙΟΣ Τι είναι, παραμάνα μου;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ο άνθρωπος αυτός σου είναι πιστός; — Τα μυστικά ο ένας τα φυλάγει καλλίτερα παρά οι δυο· το 'ξεύρεις.

ΡΩΜΑΙΟΣ Μη φοβάσαι, είναι πιστός και μυστικός.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Πολύ καλά, αυθέντα μου. Δεν ξαναέγεινε τέτοια γλυκειά νέα·. Θεέ μου, Θεέ μου! όταν ήτον τοσουλάκι ... Ω! είναι 'ς την Βερώναν έν αρχόντοπουλον, τον λέγουν Πάρην, και νοστιμεύεται να την πάρη. Όμως εκείνη η καϋμένη καλλίτερα έχει να βλέπη... δεν ηξεύ- ρω τι, παρά εκείνον. Κάποτε διά να την χολιάσω, της λέγω, ότι ο Πάρης είναι ο γαμβρός οπού της πρέπει· αλλά όταν ακούη τέτοια λόγια· κιτρινίζει 'σαν το πανί, η καϋμένη. — Ειπέ μου δεν αρχίζουν με το ίδιον ψηφίον Ρωμαίος και ρόδον;

ΡΩΜΑΙΟΣ Ναι, παραμάνα· διατί ερωτάς; Και τα δυο με ρω.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Έλα, μη με περιπαίζης· το 'ξεύρω ότι δεν είναι με ρω· ας ήναι. — Λοιπόν σου λέγει εκείνη κάτι φαρσεο- λογίαις διά τ' όνομά σου και το ρόδον, οπού κάτι έδι- δες να ταις ακούσης.

ΡΩΜΑΙΟΣ Χαιρέτα μου την, παραμάνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλά, καλά· — Πέτρε!

ΠΕΤΡΟΣ Παρών.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Πήγαινε εμπρός. Σάλευε!

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΉ ΠΕΜΠΤΗ.

Ο κήπος του Καπουλέτου.

(Εισέρχεται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Όταν την έστειλα, εννηά εσήμαινεν η ώρα, και είπε το πολύ πολύ να λείψη μισήν ώραν. Μη να τον εύρη δεν 'μπορεί; — Όχι· δεν είναι τούτο· — είναι χωλή· κι’ ο Έρωτας, υπομονήν δεν έχει, και θέλει ταχυδρόμους του τους στοχασμούς, που τρέχουν δέκα φοραίς πλέον γοργοί από ακτίνα ήλιου, όταν τους ίσκιους 'ς τα βουνά τα βουρκωμένα διώχνη· και διά τούτο πτερωτόν τον Έρωτα τον έχουν, και περιστέρια τον τραβούν, και φεύγει 'σαν αέρας. — Έκαμ' ο Ήλιος το μισόν ημεροκάματόν του κ' ευρίσκεται 'ς του δρόμου του την κορυφήν φθασμένος. Επέρασαν απ' ταις εννηά έως το μεσημέρι τρεις ώραις, και δεν έφθασεν ακόμ' η παραμάνα! Αν είχε της νεότητος το αίμα και τα πάθη, θα ήτο γοργοκίνητη· τα λόγια μου 'σαν σφαίρα θα την ‘πέτούσαν να ιδή τον αγαπητικόν μου, κι οπίσω πάλιν και αυτός θα μου την επετούσε. Αλλά του γέρου το κορμί τον θάνατον 'θυμίζει· είν' αργοκίνητον, χλωμόν, βαρύ 'σαν το μολύβι.

(Εισέρχονται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ και ο ΠΕΤΡΟΣ).

Α! να την! — Ω μελίτικη, γλυκειά μου παραμάνα, τι νέα; τον αντάμωσες; — Τον άνθρωπόν σου διώξε.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Πέτρε, 'ς την θύραν πρόσμενε.

(Απέρχεται ο ΠΕΤΡΟΣ).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Γλυκεία μου παραμάνα, λέγε μου τώρα. — Ω Θεέ! σε βλέπω λυπημένην! Κακόν αν έχης να μου 'πής, καλόκαρδα ειπέ το, και αν καλόν θα μου ειπής, μ' αυτό το ξυνισμένο το πρόσωπόν σου μη χαλνάς τον εύμορφόν του ήχον.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ωχ! άφησέ με μιαν στιγμήν και είμαι κουρασμένη. Τι δρόμον που τον έκαμα! Πονούν τα κόκκαλά μου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ας είχα ‘γώ τα νέα σου και συ τα κόκκαλά μου! ‘Πέ μου να ζήσης, ω γλυκειά, γλυκειά μου παραμάνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Τι βία! Μέγας ο Θεός! υπομονήν δεν έχεις; Δεν βλέπεις; Ελαχάνιασα κι’ αναπνοήν δεν έχω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πώς ελαχάνιασες, και πώς αναπνοήν δεν έχεις, αν σ' έμεινε αναπνοή να ‘πής πως δεν την έχεις; Μ' αυτά που προφασίζεσαι πλειότερα μου λέγεις, παρά εάν μου έλεγες εκείνα που μου κρύπτεις. Καλόν μου φέρνεις ή κακόν; Εις τούτο αποκρίσου. Μιαν λέξιν ‘πέ μου· τα λοιπά κατόπιν μου τα λέγεις. Είναι καλόν; είναι κακόν; — Ειπέ να ησυχάσω.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Μα την αλήθειαν, περίφημα τον εδιάλεξες! Πού επή- γες να τον εύρης τέτοιον άνδρα; Χαράς το! Ρωμαίος, λέγει! Ίσως έχει πρόσωπον ευμορφότερον παρά κάθε άλλον νέον, αλλά το ποδάρι του.... ποιος έχει καλλί- τερον; Όσον διά το χέρι του και το ανάστημά του..... και τι να ειπή κανείς; και με τίνος να το συγκρίνη; Δεν είναι το άνθος της ευγενείας ο Ρωμαίος,... αλλά είναι ήμερος 'σαν αρνάκι. — Πήγαιν' απ' εδώ παληοκόριτσο· και ο Θεός μαζή σου! — Τι εγευματίσατε εδώ πέρα;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Α! όχι, όχι! Όλ' αυτά τα ήξευρ' από πρώτα. Αλλά διά τον γάμον μας ειπέ μου, τι σου είπε.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Η κεφαλή μου πώς πονεί! Φοβούμαι να μη σπάση. Ωχ! πώς πονεί κ' η ράχη μου! η ράχη μου — η ράχη! Μ' επρόκοψες που μ' έστειλες να τρέχω τόσον δρόμον, κ' επάνω κάτω να γυρνώ, του θανατά να γείνω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πολύ λυπούμαι να πονής, καλή μου παραμάνα· καλή, — καλή μου, λέγε μου, τι είπεν ο Ρωμαίος;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Παρήγγειλε να σου ειπώ, ως νέος τιμημένος, κ' ευγενικός, και αγαθός, και καλοκαμωμένος, κ' ενάρετος αληθινά... Η μάνα σου πού είναι;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Η μάνα μου; η μάνα μου πού είναι; — Είναι μέσα. Και πού θα ήναι; θαυμαστήν απόκρισιν μου δίδεις: «Παρήγγειλε να σου ειπώ ως νέος τιμημένος, «πού είν' η μάνα σου».

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλέ, Χριστέ και Παναγία, τι είναι τόσον άναμμα; Διά τα κόκκαλά μου τα πονεμένα, είν' αυτό κατάπλασμα; Ωραία! Άλλην φοράν μονάχη σου να τρέχης 'ς ταις δουλειαίς [σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τι βάσανον! — Παρακαλώ, τι λέγει ο Ρωμαίος;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Πήρες την άδειαν να 'πας εις τον πνευματικόν σου;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ναι, την επήρα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ 'Σ το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου αμέσως πήγαινε. — Εκεί προσμένει ένας άνδρας να γείνης η γυναίκα του. Επέστρεψε το αίμα 'ς τα μάγουλα σου; — δεν αργούν να κατακκοκινίσουν. 'Σ το μοναστήρι πήγαινε· κ' εγώ απ' άλλον δρόμον εκεί πηγαίνω, επειδή θα ενταμώσω κάποιον, που θα μου δώση μυστικά σχοινιά, διά ν' αναίβη εις την φωληάν ενός πουλιού ο αγαπητικός σου όταν νυκτώση. — Πήγαινε. — 'Πάγω κ' εγώ να φάγω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! με την ώραν την καλήν, χρυσή μου παραμάνα.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ.

Το κελλίον του Λαυρεντίου.

(Εισέρχονται ο πάτερ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ και ο ΡΩΜΑΙΟΣ).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Να ευλογήση ο Θεός τον γάμον σας, παιδί μου, διά να μη πληρώσετε με πίκραις την χαράν σας.

ΡΩΜΑΙΟΣ Αμήν, αμήν! Αλλ' η χαρά, ω πάτερ, που μου δίδεις κάθε στιγμή οπού περνώ κοντά της και την βλέπω, δεν ημπορεί να συγκριθή μ' όσαις κι’ αν έλθουν πίκραις. Τα χέρια μας συνένωσε με τ' άγιά σου λόγια, κι ας κάμη ό,τι του περνά ο Θάνατος κατόπιν. Φθάνει εγώ ν' αξιωθώ να την ειπώ 'δικήν μου.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Τέτοιαις χαραίς ορμητικαίς ολέθρια τελειόνουν και σβύνουν εις την δόξαν των, καθώς εκεί που σμίξουν μαζή πυρίτις και φωτιά, φιλιούνται και ‘πεθαίνουν. Το μέλι το γλυκύτερον απ' την πολλήν του γλύκαν κανένας το σιχαίνεται και το αηδιάζει· λοιπόν και η αγάπη σου ας ήναι μετρημένη· εκείνη μόνη διαρκεί· αργά εξ ίσου φθάνει κ' εκείνος που αργοπατεί, και όποιος πολυτρέχει.

(Εισέρχεται η Ιουλιέτα).

Κ’ η νύμφη έρχεται· ιδού· ποτέ, ποτέ σημάδι εις της αιωνιότητος την πλάκα δεν θ' αφήση τέτοιο ποδάρι ελαφρόν! — Ο εραστής δεν πέφτει, και αν ακόμη κρεμασθή εις ταις κλωσταίς της πάχνης, που 'ς τον αέρα τον ζεστόν πετούν το καλοκαίρι! Τόσον ζυγιάζει της ζωής η κούφια ματαιότης!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Καλή εσπέρα κι’ αγαθή, πνευματικέ μου πάτερ.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Εκ μέρους και των δύο μας, παιδί μου, ο Ρωμαίος ας σου ειπή ευχαριστώ.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ας τον καλησπερίσω, ώστε ν' αξίζω να μου ‘πή ε υ χ α ρ ι σ τ ώ κ' εκείνος.

ΡΩΜΑΙΟΣ Ω Ιουλιέτα μου, εάν κ' εσένα ξεχειλίζη από χαράν το στήθος σου, καθώς το ιδικόν μου, και αν με λόγια ημπορής εσύ να την εκφράσης, η γλύκα τότε ας χυθή αμέσως της πνοής σου 'ς την ατμοσφαίραν την γλυκειάν που μας περικυκλόνει κι ας αντηχήσ' η μουσική της θελκτικής φωνής σου την ευτυχίαν να ειπή της ενταμώσεώς μας.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Το αίσθημα που της καρδίας τα βάθη πλημμυρίζει, ούτε με λόγια λέγεται, ούτε στολίδια θέλει· πτωχός εκείνος που μετρά τον θησαυρόν που έχει· εμένα η αγάπη μου είναι πλουσία τόσον, ώστε δεν έχει μετρημόν ούτ' ο μισός της πλούτος.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Εμπρός, να τελειόνωμεν. Ελάτε. Δεν σκοπεύω να σας αφήσω μοναχούς, αν ήναι μ' άδειάν σας, πριν ευλογία ιερά κάμη τους δύο ένα.

( Αποσύρονται).

ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ.

ΣΚΗΝΉ ΠΡΩΤΗ.

Πλατεία.

(Εισέρχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ΥΠΗΡΕΤΗΣ)

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Καλλίτερα να φεύγωμεν, καλέ Μερκούτιέ μου· καίει ο ήλιος, κ’ εδώ γυρίζουν Καπουλέτοι· εάν τους απαντήσωμεν, θα μαλοκοπηθούμεν, διότ' η ζέστη η πολλή το αίμα το ανάπτει.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Μου φαίνεσαι και συ ωσάν εκείνον, οπού όταν εμ- βαίνη εις το καπηλειόν, πετά το σπαθί του επάνω εις το τραπέζι και λέγει: «ο Θεός να δώση να μην το χρει- ασθώ». Και άμα σου καταιβάση δύο ποτήρια, το αρ- πάζει και χύνεται επάνω εις τον κάπηλαν, χωρίς τω όντι να χρειάζεται.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Τέτοιος σου φαίνομαι;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Έλα, έλα. Δεν ηξεύρω να έχη όλη η Ιταλία άνθρω- πον πλέον θερμοαίματον από εσένα. Γυρεύεις αιώνια περίστασιν ν' απλώσης το ζωνάρι σου, και απλόνεις το ζωνάρι σου διά να εύρης περίστασιν.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Τι θέλεις να ειπής με αυτό;