Σαικσπείρου Τραγωδίαι : Μέρος Α'. Ρωμαίος και Ιουλιέτα

Part 2

Chapter 2 14 words Public domain Markdown

ΜΟΝΤΕΚΑΙΝΑ Πού είναι ο Ρωμαίος; 'πέ μου τον είδες σήμερον; Πώς χαίρετ' η καρδιά μου που εις το μάλωμα αυτό εκείνος δεν ευρέθη.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Μιαν ώραν πριν λαμπροφανή ο δοξασμένος ήλιος 'ς την θύραν της Ανατολής την καταχρυσωμένην, ανησυχία ψυχική μ' εσήκωσ' απ' την κλίνην, κ' εβγήκα έξω 'ς την δροσιάν κ' εκεί καταντικρύ μου 'ς το δάσος των συκαμινιών, 'ς της πόλεως την άκρην τον είδα να περιπατή, πρωί, πρωί, τον υιόν σου. Να του 'μιλήσω 'πήγαινα· αλλά ευθύς 'που μ' είδεν εκείνος ετραβήχθηκε 'ς το πύκνωμα του δάσους. Από εμένα και αυτόν τον έκρινα, (διότι οπόταν έχω συλλογαίς την μοναξιάν γυρεύω,) κ επήρα ‘γώ τον δρόμον μου κ' εκείνος τον 'δικόν του, κ' έκαμα χάριν εις εμέ και χάριν εις εκείνον.

ΜΟΝΤΕΚΗΣ Συχνοπηγαίνει μοναχός 'ς το δάσος πριν να φέξη, και την δροσιάν την πρωινήν με δάκρυα πληθαίνει, και με αναστενάγματα τα νέφη συννεφιάζει (8)· Και άμα 'ς την Ανατολήν ο Ήλιος αρχίση να πλησιάζη με χαράν εις της Αυγής την κλίνην και να τραβά τα σκιερά παραπετάσματά της, ο υιός μου ο βαρύκαρδος φεύγει το φως, γυρίζει, και κλειδομανταλόνεται, και τα παράθυρά του κλειστά τα έχει, και μισεί την λάμψιν της ημέρας, και μίαν νύκτα τεχνητήν ολόγυρα του κάμνει. Ω! τούτο μαύρα κι’ άσχημα φοβούμαι θα τελειώση, αν την αιτίαν του κακού κανείς δεν ξερριζώση.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Και η αιτία, Θείε μου, ποια είναι; Την γνωρίζεις;

ΜΟΝΤΕΚΗΣ Δεν την γνωρίζω· και αυτός να την ειπή δεν θέλει.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Και τον εστενοχώρησες να την ξεμυστερεύση;

ΜΟΝΤΕΚΗΣ Και μόνος επροσπάθησα, και διά μέσου φίλων. Πλην σύμβουλος του πόνου του εκείνος είναι μόνος· Δεν λέγω σύμβουλος καλός, — πλην τόσον πιστευμένος, τόσον κρυφός και μυστικός, τόσον βαθειά τον χώνει... 'σαν άνθος 'που το 'δάγκασε φαρμακερόν σκουλήκι, πριν τα ευώδη φύλλα του τ' απλώση 'ς τον αέρα, και δώση αφιέρωμα το κάλλος του 'ς τον ήλιον. Αν ήτο τρόπος την πηγήν της λύπης του να 'ξεύρω, θα ήτο μόνη μου χαρά το ιατρικόν να εύρω (9).

(Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ μακρόθεν).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Να, έρχεται. Παρακαλώ, αφήσατέ μας μόνους. Θα καταφέρω να μου ‘πή ποιος είναι ο καϋμός του.

ΜΟΝΤΕΚΗΣ Άλλο δεν ήθελα κ' εγώ παρά να κατορθώσης να σου ανοίξη την καρδιάν. — Πηγαίνωμεν, γυναίκα.

(Αναχωρεί ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ μετά της συζύγου του).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Εξάδελφε, καλόν πρωί!

ΡΩΜΑΙΟΣ Είναι πρωί ακόμη;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Μόλις εσήμαναν εννηά.

ΡΩΜΑΙΟΣ Όταν περνά με λύπαις αργά που φεύγει ο καιρός! — Από εδώ τρεχάτος δεν έφευγ' ο πατέρας μου, νομίζω;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ναι, εκείνος. — Τι λύπη κάμνει μακρυναίς ταις ώραις του Ρωμαίου;

ΡΩΜΑΙΟΣ Λείπει εκείνο που κονταίς 'μπορούσε να ταις κάμη.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Είσαι εις έρωτα;

ΡΩΜΑΙΟΣ Χωρίς...

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Χωρίς τον έρωτά σου,

ΡΩΜΑΙΟΣ Είμαι χωρίς απόκρισιν εκεί όπου λατρεύω.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Αλλοίμονον! Ο έρωτας, να έχη τόσην γλύκαν, και τέτοιος τύραννος σκληρός όπου χωθή να είναι!

ΡΩΜΑΙΟΣ Αλλοίμονον! Ο Έρωτας κι’ αν με δεμένα 'μάτια όπου θελήση να χωθή, ευρίσκει μονοπάτια! Πού θα γευθής; — Τι έπαθαν κ' επολεμούσαν πάλιν; Αλλ' όμως μη μου το ειπής, διότι το γνωρίζω. Ω! είν' εδώ μίσος πολύ και περισσή αγάπη! Αγάπη με μαλώματα! Ερωτευμένον μίσος! Ω! Κάτι, απ' το Τίποτε αρχή αρχή πλασμένον! Μια ελαφρότης σοβαρά, — σπουδαία ματαιότης, — και χάος ασχημόπλαστον μορφαίς καλαίς γεμάτον, — και ο καπνός ολόλαμπρος, — και το πτερόν μολύβι, — 'σαν πάγος κρύα η φωτιά, — κι’ αρρώστια η υγεία, — και ύπνος ολοάγρυπνος, που είναι και δεν είναι... Ιδού τι έχω 'ς την καρδιάν, κ' είν' η καρδιά μου άδεια! Δεν με γελάς; (10)

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Δεν σε γελώ, εξάδελφέ μου· κλαίω.

ΡΩΜΑΙΟΣ Καλή καρδιά! Και κλαίεις τι;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Το βάρος της καρδιάς σου,

ΡΩΜΑΙΟΣ Και όμως η αγάπη σου 'ς αυτό παραστρατίζει. Η λύπη πώχω, αρκετά το στήθος μου βαραίνει, και τώρα με την λύπην σου το βάρος του πληθαίνει. Το αίσθημα που μ' έδειξες, την πίκραν πλημμυρίζει που μου γεμίζει την καρδιάν την πολυπικραμένην. Είναι καπνός ο Έρωτας, και γίνετ' απ' τα νέφη των στεναγμών αν σηκωθή, εκείνος που λατρεύει βλέπει την λάμψιν της φωτιάς· αν ο καπνός καταίβη, δεν βλέπει παρά πέλαγος, οπού με δάκρυ τρέφει. Τι άλλο είν' ο Έρωτας; — Μια γνωστική μανία, — πόνος που πνίγει τον λαιμόν, και γλύκα ζωογόνος! Εξάδελφε, σε χαιρετώ.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Αγάλια! πού πηγαίνεις; Μαζή σου έρχομαι κ' εγώ. Με αδικείς, αν φύγης.

ΡΩΜΑΙΟΣ Τον εαυτόν μου έχασα· δεν είμ' εδώ· Ρωμαίος δεν είν' αυτός που σου λαλεί· είναι αλλού εκείνος,

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ειπέ μου τώρα σοβαρά ποιαν αγαπάς;

ΡΩΜΑΙΟΣ Τι θέλεις; Ν' αναστενάξω και να ‘πώ;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ν' αναστενάξης; όχι· πλην σοβαρά, ποια είν' αυτή 'που αγαπάς, ειπέ μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ ‘Πέ σοβαρά τον ασθενή να κάμη διαθήκην! 'Σ ένα που κείτεται βαρυά, βαρύς ο λόγος είναι. Εξάδελφέ μου, σοβαρά, λατρεύω μιαν γυναίκα.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Αφού δι’ έρωτα λαλείς, έως εκεί μαντεύω.

ΡΩΜΑΙΟΣ Περίφημα επέτυχες. Κ' είναι καλή κι’ ωραία!

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Και θα την ηύρες βέβαια ωραία 'ς το σημάδι.

ΡΩΜΑΙΟΣ Όχι· την έσφαλες εδώ. Του Έρωτος τα βέλη δεν την τρυπούν εις την ψυχήν είν' Άρτεμις εκείνη. Μ' ανίκητην σεμνότητα διπλοθωρακισμένη, δεν το ψηφά του Έρωτος το παιδιακίσιον τόξον, ούτε ματιαίς ερωτικαίς να την κτυπούν αφίνει, ούτε αγάπης στεναγμούς να την πολιορκήσουν. Ούτε ανοίγει την καρδιάν εις δόλωμα χρυσίου, που ως και άγιον πλανά. Πλούσια εις τα κάλλη είναι πτωχή μόνον 'ς αυτό: πως όταν ξεψυχήση, ο θησαυρός του κάλλους της κατόπιν δεν θα ζήση(11).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Την παρθενιάν ωρκίσθηκε να μη την παραιτήση;

ΡΩΜΑΙΟΣ Ναι· κ' η φιλαργυρία της είναι φρικτή σπατάλη. Διά να μένη αυστηρή 'ς τα τρυφερά της κάλλη, κανένας δεν θα γεννηθή να τα κληρονομήση· 'ς την ευμορφιάν της γνωστική, 'ς την γνώσιν της ωραία κερδίζει τον παράδεισον, διότι μ' απελπίζει. Ετάχθη να μην αγαπά· και δι’ αυτό το τάγμα, αποθαμμένος ζω εγώ, που ζω και σε τα λέγω.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Από τον νουν σου βγάλε την. Όπως σου λέγω κάμε.

ΡΩΜΑΙΟΣ Να με διδάξης και τον νουν λοιπόν να σταματήσω.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ελευθερίαν, αδελφέ, 'ς τα μάτια σου να δώσης. Ιδέ και άλλαις ευμορφιαίς.

ΡΩΜΑΙΟΣ Αυτός θα ήναι τρόπος ακόμη πλέον εύμορφη να μου φανή εκείνη. Όταν ιδής μιας γυναικός την μαύρην προσωπίδα (12) και της φιλεί το μέτωπον, μ' εκείνην την μαυρίλαν φαντάζεσαι πως κρύπτονται λευκά κι’ αφράτα κάλλη Εκείνος οπού τυφλωθή, δεν λησμονεί ποτέ του τι θησαυρόν πολύτιμον 'στερήθηκε το φως του! Απ' όσαις 'ξεύρεις δείξε μου και την ωραιοτέραν, και όλη της η ευμορφιά θα ήναι δι’ εμένα, ωσάν βιβλίον ανοικτόν, που θα με δασκαλεύη, πόσον μια άλλη ξεπερνά την ωραιότητά της. — Ώρα καλή! Να λησμονώ ποτέ δεν θα με μάθης.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Αν δεν μου ‘πής το κάθε τι, δεν εξοφλώ μαζή σου.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ.

Οδός έμπροσθεν της οικίας του Καπουλέτου.

(Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, ο ΠΑΡΗΣ και ΥΠΗΡΕΤΗΣ)

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Την ιδίαν υποχρέωσιν λαμβάνει κι' ο Μοντέκης, καθώς εγώ, και δύσκολον δεν έπρεπε να ήναι 'ς ανθρώπους γέρους 'σαν εμάς, να ειρηνεύσουν πλέον.

ΠΑΡΗΣ Του κόσμου την υπόληψιν την έχετε κ' οι δύο, και κρίμα είν' αιώνια να ζήτε 'ς τα μαχαίρια. Αλλ' όμως τι θ' αποκριθής 'ς την ζήτησίν μου τώρα;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Δεν έχω ή να ξαναπώ εκείνο που σου είπα. Είναι η κόρη μου μικρή, και εις τον κόσμον ξένη· ακόμη δεκατέσσαρα τα χρόνια της δεν είναι(13)· δυο καλοκαίρια πρόσμεινε να μαρανθούν ακόμη, και τότε είναι ώριμη, και νύμφην την μετρούμεν.

ΠΑΡΗΣ Μητέρες είναι ζηλευταί νεώτεραί της άλλαι.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Και πάρωρα 'μαράθηκαν απ' την πολλήν την βίαν..,. Η μαύρη γη μου έφαγε τας άλλας μου ελπίδας. Αυτή μου μένει μοναχή, παρηγοριά κ' ελπίς μου. Να της κερδίσης την καρδιάν προσπάθησε, ω Πάρη, και αν σε θέλη, σύμφωνη θα ήν' η θέλησίς μου· αν σ' αγαπήση, και δεχθή εκείνη να σε πάρη, ακολουθεί κ' η ψήφος μου, κ' η συγκατάθεσίς μου. Απόψε, κατά παλαιάν συνήθειαν, εορτάζω, και όλους, όσους αγαπώ, τους έχω καλεσμένους. Είσαι και συ από αυτούς, αν θέλης να ορίσης. Το πτωχικόν μου θα ιδής να το στολίζουν άστρα, που κι’ αν 'ς την γην περιπατούν, την νύκτα θα φωτίζουν. Όσην λαχτάραν και χαράν αισθάνετ' ένας νέος, οπόταν ο Απρίλιος ευμορφοστολισμένος βάλη το πόδι του γοργός 'ς τα ίχνη του χειμώνος, τόσην και συ θα αισθανθής 'ς το σπίτι μου απόψε, μέσ' ταις δροσάταις ευμορφιαίς, οπού εκεί θ' ανθίζουν. Ιδέ τας όσας είν' εκεί, και άκουσέ τας όλας, και δόσε την προτίμησιν 'ς εκείνην που τ' αξίζει· 'ς ταις άλλαις μέσα ταις πολλαίς κ' η κόρη μου θα ήναι, κι αν δεν αξίζη 'σαν αυταίς, ας μετρηθή μαζή των. Έλα μαζή μου. —

(Προς τον υπηρέτην)

Συ, μωρέ, τα πόδια σου 'ς τον ώμον, και την Βερώναν κύτταξε να πάρης δρόμον δρόμον. Εύρε αυτούς, που είν' εδώ εις το χαρτί γραμμένοι, κ' ειπέ τους πως το σπίτι μου απόψε τους προσμένει,

(Εγχειρίζει κατάλογον των προσκεκλημένων εις τον υπηρέτην και απέρχεται· μετ' αυτού και ο Πάρης)

ΥΠΗΡΕΤΗΣ, παρατηρών τον κατάλογον. Εύρε, λέγει, αυτούς που είν' εδώ γραμμένοι! — Είναι γραμμένον ο 'ποδηματάς να βλέπη την πήχυν του, και ο ράπτης το καλαπόδι του, και ο ψαράς το κονδύλι του, και ο ζωγράφος το δίχτυ του. — Με θέλει να εύρω εκεί- νους που είν' εδώ γραμμένοι! Και πού να 'ξεύρω εγώ τι ονόματα έγραψεν εδώ, εκείνος οπού τα έγραψε; — Ας εύρισκα κανένα γραμματισμένον! — Να, 'ς την φωνήν!

(Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ω άνθρωπε, την μιαν φωτιάν άλλη φωτιά την καίει· ο ένας πόνος που πονεί, μικραίνει άλλον πόνον· αν ζαλισθής, ανάποδα γυρνάς, — περνά η ζάλη· μια λύπη απελπιστική ιατρεύει άλλην λύπην· αν μόλυσμα το 'μάτι σου καινούριον φαρμακεύση, το παλαιόν φαρμάκι του αμέσως ξεθυμαίνει.

ΡΩΜΑΙΟΣ Αυτά ιατρεύονται καλά με το πεντάνευρόν σου (14).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ποια είν' αυτά, παρακαλώ;

ΡΩΜΑΙΟΣ Τα πόδια τα σπασμένα.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ρωμαίε, ετρελλάθηκες;

ΡΩΜΑΙΟΣ Όλως διόλου όχι· Πλην είμαι και από τρελλόν σφικτώτερα δεμένος, κλεισμένος εις τα σίδερα, καταβασανισμένος, και ραβδισμένος, νηστικός... Παιδί μου, καλή 'μέρα.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ Διπλοκαλημερίζω σε. — Ηξεύρεις να διαβάζης;

ΡΩΜΑΙΟΣ Ω ναι! διαβάζω το γραπτόν της μοίρας της κακής μου.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ Και θα το έμαθες αυτό χωρίς βιβλίον ίσως. Αλλ' όμως ό,τι κι' αν ιδής, μπορείς να το διαβάσης;

ΡΩΜΑΙΟΣ Εάν την γλώσσαν εννοώ, κ' ηξεύρω τα ψηφία.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α! μετρημένα ομιλείς. Θεός να σ' ευλογήση!

ΡΩΜΑΙΟΣ Σταμάτησε, καλό παιδί, κ' ηξεύρω να διαβάζω.

(Αναγινώσκει τον κατάλογον).

«Ο σιορ Μαρτίνος και η γυναίκα του και η κόρη του, ο κόντε Ανσέλμης και αι ωραίαι αδελφαί του, η αρχόντισσα η χήρα Βιτρουβίου, ο σιορ Πλακέντιος και αι νόστιμαι ανεψιαί του, ο Μερκούτιος και ο αδελφός του ο Βαλεντίνος, ο θειος μου Καπουλέτος, η γυναίκα του και αι θυγατέρες του, η ωραία ανεψιά μου Ροζαλίνα, η Λιβία, ο σιορ Βαλέντιος και ο εξά- δελφός του Τυβάλτης, ο Λούκιος και η ζωηρά Ελένη».

Να εύμορφη συνάθροισις! Και πού θα τους μαζεύσης;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ Επάνω.

ΡΩΜΑΙΟΣ Πού;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ 'Σ το δείπνον μας· 'ς το σπίτι.

ΡΩΜΑΙΟΣ Τίνος σπίτι;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ Τ' αυθέντου μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ Α! έπρεπε αυτό να σ' ερωτήσω.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ Να σου το ειπώ χωρίς να μ' ερωτήσης. Ο αυθέντης μου είναι ο μεγαλόπλουτος Καπουλέτος. Και αν δεν είσαι από τους Μοντέκιδες, κόπιασε και συ, αν αγαπάς, να κερασθής ένα ποτήρι κρασί. Ο Θεός να σ' ευλογήση!

(Αναχωρεί).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ 'Σ του Καπουλέτου σήμερα το σπίτι θα δειπνήση κ' η Ροζαλίνα σου αυτή, που τόσον την λατρεύεις, και όλ' αι πλέον θαυμασταί ωραίαι της Βερώνας. Πήγαιν' εκεί, και σύγκρινε το πρόσωπόν της μ' άλλα που θα ιδής, (πλην δίκαιον το 'μάτι σου να ήναι), και κόρακα τον κύκνον σου θα σου τον αποδείξω.

ΡΩΜΑΙΟΣ Εάν εις την λατρείαν των ποτέ των απιστήσουν τα 'μάτια μου, — εάν ποτέ κηρύξουν τέτοιον ψεύμα, ας χύνουν αντί δάκρυα, φωτιάν! Κι' αυτά τα 'μάτια, που αν κ' επνίγηκαν συχνά, δεν 'πέθαναν ακόμη, αυτοί εδώ οι υαλιστοί, οι κολασμένοι ψεύται, μέσα 'ς την φλόγα να καούν, 'σαν άπιστοι που θάναι! 'Σ τα κάλλη την αγάπην μου θα ξεπεράση άλλη! Ο ήλιος, που το 'μάτι του τα πάντα εξετάζει, δεν είδεν άλλην 'σαν αυτήν απ' την αρχήν του κόσμου!

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Καλήν την είδες, επειδή κοντά δεν ήτον άλλη, και μόνην την εζύγιζες και εις τα δυο σου 'μάτια. Αλλ' αν εις την κρυστάλλινην αυτήν την ζυγαριάν σου ζυγίσης την αγάπην σου και με καμμίαν άλλην, από αυτάς που 'ς τον χορόν να λάμπουν θα σου δείξω, εκείνη, που καλλίτερην την έχεις, θα ξεπέση.

ΡΩΜΑΙΟΣ Πηγαίνω· όχι να ιδώ το θέαμα που λέγεις, πλην μόνον διά να χαρώ την λάμψιν που μ' ευφραίνει.

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ.

Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου.

(Εισέρχονται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Τι έγεινεν η κόρη μου; Την κράζεις, παραμάνα;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Δεν είν' εδώ; Τι έγινε! — Αρνάκι μου, πουλί μου! Κύρι' ελέησον, καλέ!... πού είσαι; Ιουλιέτα!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ, εισερχομένη. Τί είναι; ποιος με κράζει;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Η μητέρα σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Εδώ είμαι, μητέρα μου· τι ορίζεις;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Να σου το ειπώ... Παραμάνα, άφησέ μας ολίγον· έχω κάτι κρυφόν να της ειπώ. — Παραμάνα, έλα οπίσω και ήλλαξα γνώμην. Σε θέλω ν' ακούσης την ομιλίαν μας. Η κόρη μου τώρα έχει τα χρονάκια της· εσύ τα 'ξεύρεις.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Μα την πίστιν μου, τα 'ξεύρω τα χρονάκια της ως το λεπτόν.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Δεν έχει τελειωμένα τα δεκατέσσαρα;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Να χάνω δεκατέσσαρα δόντια, (μολονότι, κακόν που μούλθε, δεν μου έμειναν παρά τέσσαρα,) αν τα έχη τε- λειωμένα τα δεκατέσσαρα. Πότε έχωμεν των Αγίων Αποστόλων; (15)

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Σήμερον δεκαπέντε, ή εκεί κοντά.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Κοντά ή μακρυά, από όλαις ταις ημέραις του χρό- νου, όταν έλθη των αγίων Αποστόλων θα κλείση τα δεκατέσσαρα. Αυτή και η Σουσάνα μου, (ο θεός ν' ανα- παύση κάθε χριστιανού ψυχήν!) εγεννήθηκαν μαζή. Η καϋμένη η Σουσάνα μου! Μου την επήρεν ο Θεός· δεν την ήξιζα να την έχω εγώ. — Λοιπόν, ως καθώς σου λέ- γω, ανήμερα των Αγίων Αποστόλων, την νύκτα, τε- λειόνει τα δεκατέσσαρα· σωστά δεκατέσσαρα. — Το εν- θυμούμαι ωσάν να ήτον σήμερα. Είναι τώρα ένδεκα χρόνια, οπού έγινε ο σεισμός. Και την απέκοψα, από όλαις ταις ημέραις του χρόνου, ίσα ίσα εκείνην την ημέ- ραν του σεισμού (16). Όσον ζω, δεν θα το λησμονήσω. Είχα βάλλει αψιθιάν 'ς το βυζί μου, και ήμουν καθισμέ- νη 'ς τον ήλιον, κάτω από τον περιστεριώνα. — Ο αυθέν- της μου και του λόγου σου ελείπατε εις την Μάντουαν. — Δουλεύει ακόμη το μυαλόν μου! Λοιπόν, ως καθώς σου λέγω, ευθύς οπού εγεύθηκε την αψιθιάν 'ς την ρό- γαν του βυζιού μου, και είδε την πίκραν, — ω! πώς εθύμωσε το ανοητάκι μου, και τα έβαλε με το βυζί μου. — Κ' εκεί, δος του ο περιστεριώνας κούνημα! Δεν είχα χρείαν να μου ειπή κανείς να το ξεκόψω από τον τοί- χον. Και από τότε επέρασαν ένδεκα χρόνια· διότι έστεκε 'ς τα πόδια της τότε. Ναι, μα τον Σταυρόν! Επεριπα- τούσε, κ' έτρεχεν επάνω κάτω· αφού, ίσα ίσα μίαν ημέ- ραν προ του σεισμού είχε πέσει καταγής κ' εκτύπησε 'ς το κούτελον και ο άνδρας μου, (Θεός συγχωρέσοι τον, αγαπούσε να χωρατεύη ο μακαρίτης,) εσήκωσε το παιδί από καταγής, και του λέγει: «τι είν' αυτά, λέγει, μου πέφτεις προύμητα τώρα; όταν βάλης γνώσιν, θα πέφ- της ανάσκελα, λέγει· αλήθεια, Ζουλή;» Και μα την Παναγίαν, το σιχαμένον αφίνει τα κλαύματα, και του λέγει, ναι. Κύτταξε τώρα, τι καλά οπού ήλθεν ο χω- ρατάς! Χίλια χρόνια να ζήσω, δεν θα το λησμονήσω. «Αλήθεια, Ζουλή,» λέγει· και το γλυκόν ανοητάκι αφίνει τα κλαύματα και του κάμνει, ναι.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Καλά, καλά! Άφησέ τα τώρα αυτά, παραμάνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ναι, Κυρία· αλλά δεν ημπορώ να μη γελώ, όταν μ' έρχεται εις τον νουν πώς άφησε τα κλαύματα, και του κάμνει, ναι. Και όμως είχε 'ς το κούτελον ένα πρήξι- μον ωσάν αυγόν — φοβερόν πρήξιμον! Και έκλαιε δυ- νατά! «Τι είν' αυτά, λέγει ο μακαρίτης· μου πέφτεις προύμυτα τώρα, λέγει· όταν βάλης γνώσιν, θα πέφτης ανάσκελα. Αλήθεια, Ζουλή;» κ' εκείνο αφίνει τα κλαύ- ματα και του λέγει, ναι.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τώρα σου λέγω σώπαινε, και παύσε, παραμάνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ιδού που ετελείωσα. — Θεός να σε χαρύνη! Αχ! ωραιότερον μωρόν δεν 'βύζαξα ποτέ μου. Να μ' αξιώση ο θεός να ιδώ τα στέφανά σου, και άλλο δεν επιθυμώ.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Αυτό είν' ίσα ίσα που ήθελα να της ειπώ. — Παιδί μου, Ιουλιέτα, ειπέ μου, η καρδούλα σου τι λέγει περί γάμου;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ούτ' ωνειρεύθηκα ποτέ τέτοιαν τιμήν ακόμη.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Τιμήν! Αν δεν ετύχαινα η μόνη σου βυζάστρα, θα έλεγα πως 'βύζαξες την γνώσιν με το γάλα.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Καιρός να το συλλογισθής. Εδώ εις την Βερώναν ονομασταί αρχόντισσαι πολύ νεώτεραί σου μητέρες κι’ όλα έγιναν κ' εγώ που σου τα λέγω, μητέρα σου, παιδάκι μου, ήμουν επάνω κάτω 'ς την ηλικίαν, οπού συ παρθένος είσ' ακόμη. Αλλά, να τα κοντολογώ, ο Πάρης ο γενναίος σ' εζήτησε γυναίκα του.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ω κόρη μου, τι άνδρας! Τι άνδρας, Ιουλιέτα μου! Αληθινά κηρένιος!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Του τόπου μας η άνοιξις δεν έχει τέτοιον άνθος.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Τω όντι άνθος είν' αυτός· 'ς την πίστιν μου είν' άνθος!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Λοιπόν τι λέγεις, κόρη μου; Ο νέος σου αρέσει; Απόψε θα τον έχωμεν ς' την συναναστροφήν μας· το πρόσωπόν του κύτταξε να το καλοδιαβάσης· ιδέ την ωραιότητα εκεί ζωγραφισμένην, εξέτασε τ' αρμονικά χαρακτηριστικά του, και πώς η χάρις του ενός το άλλο ευμορφαίνει. Κι αν κατά τύχην εις αυτό το εύμορφον βιβλίον εύρης και κάτι σκοτεινόν, θα το ιδής γραμμένον 'ς το περιθώρι των ματιών (17). Εκεί επάνω γράφει, ότι αυτό το ακριβόν βιβλίον της αγάπης, το άδετον, χρειάζεται το δέσιμον του γάμου, και τότε ωραιότερον θα φαίνεται ακόμη. Το ψάρι δεν επιάσθηκε. — Το εύμορφον το πράγμα κι απ' έξω σκέπασμα καλόν χρειάζεται να έχη· και εις τα 'μάτια των πολλών η δόξα του βιβλίου αυξάνει, αν τα φύλλα του χρυσοδεμένα ήναι. Ό,τι κι’ αν έχη τ' αποκτάς λοιπόν, εάν τον πάρης, και δεν μικραίνεις δι’ αυτό διόλου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Να μικραίνη! Την μεγαλόνει μάλιστα ο άνδρας την γυναίκα.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Λοιπόν, τι αποκρίνεσαι; ο Πάρης σου αρέσει;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Να τον αρέσω θα ιδώ, αφού εσύ το θέλεις, αν ήναι με το να ιδώ να έλθη το ν' αρέσω· αλλά δεν έχω τον σκοπόν ν' αφήσω την 'ματιάν μου να 'πάγη πλέον μακρυά από την άδειάν σου.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ, εισερχόμενος. Κυρία, ήλθαν οι καλεσμένοι, το δείπνον είναι έτοι- μον, εσένα σε προσμένουν, την θυγατέρα σου την ζη- τούν, την παραμάναν την βλασφημούν εις το μαγει- ρειόν, και κάθε τι είναι εις τον τόπον του. Πηγαίνω εις την δουλειάν μου. — Κοπιάσατε αμέσως, αν αγαπάτε.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Αμέσως. — Ιουλιέτα μου, ο Πάρης μας προσμένει.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Με την ευχήν μου, κόρη μου, και την καλήν την ώραν, κ' αι νύκταις 'σαν ταις 'μέραις σου να ήν' ευτυχισμέναις!

(Απέρχονται)

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ.

Οδός εις Βερώναν.

(Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ, ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ, ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΜΟΣ και πέντε ή έξ έτεροι προσωπιδοφόροι, μετά δαδούχων)

ΡΩΜΑΙΟΣ Και πώς; Με μήνυμα γραπτόν την άδειαν ζητούμεν; Ή να πηγαίνωμεν εμπρός χωρίς απολογίαν; (18)

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Δεν είναι πλέον του συρμού η τόση φλυαρία. Δεν έχομεν να στείλωμεν τον Έρωτα εμπρός μας, με τόξον εις τα χέρια του, και με δεμένα μάτια, εκεί σαν σκιάχτρον να φανή, τας νέας να τρομάξη. Ας λείψη κι’ όταν έμβωμεν ο πρόλογος ξεστίχου, που ένας τον καλαναρχά, κι’ άλλος σιγά τον λέγει. Πηγαίνομεν, ένα χορόν χοροπηδούμεν, κ’ έξω! Αν τους αρέσωμεν καλά· ει δε κακόν 'δικόν των.

ΡΩΜΑΙΟΣ Δος μου δαυλόν, και όρεξιν δεν έχω να πηδήξω. Εγώ, που είμαι σκοτεινός, το φως θα σας κρατήσω (19)

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Όχι, Ρωμαίε μου καλέ· σε θέλω να χορεύσης.

ΡΩΜΑΙΟΣ Αληθινά δεν ημπορώ. Σεις ελαφρά πατείτε με υποδήματα χορού κ' ευλύγιστην πατούνα, ενώ εμένα μου πατεί μολύβι την ψυχήν μου, κι ούτ' ημπορώ να κινηθώ απ' το πολύ το βάρος.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Ερωτευμένε, τα πτερά του Έρωτος δανείσου, κι ανασηκώσου με αυτά, να ιδής πώς θα πετάξης.

ΡΩΜΑΙΟΣ Τόσον μ' ετρύπησε βαθειά με τα σκληρά του βέλη, που να πετάξω δεν 'μπορώ 'ς τα ελαφρά πτερά του. το βάρος της αγάπης μου το στήθος μου πλακόνει.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Ρίξου επάνω της εσύ, να πλακωθή εκείνη. Τέτοιον παιδάκι τρυφερόν 'ς το βάρος σου θ' ανθέξη;

ΡΩΜΑΙΟΣ Εσύ τον έχεις τρυφερόν; Σκληρός ο Έρως είναι, είναι στρυφνός κι’ ανάποδος, κεντά σαν το αγκάθι.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Εάν σου φέρνεται σκληρά, φέρσου σκληρά μαζή του· αν σε κεντά, κέντα και συ, να τον εξημέρωσης. — Δώσατ' εδώ ένα κουτί, το μούτρον μου να χώσω.

(Φορεί προσωπίδα).

'Σ την προσωπίδα προσωπίς! Και τώρα τι με μέλει, εάν την ασχημάδα μου κανείς μου ψεγαδιάση; Τα φρύδια τούτα τα χονδρά την εντροπήν ας πάρουν.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Εμπρός! πηγαίνωμεν εμπρός! Εμβαίνωμεν, κι’ αμέσως το ρίχνομεν εις τον χορόν.

ΡΩΜΑΙΟΣ Ένα δαυλόν εμένα. Εσείς, που έχετ' ελαφρόν κι’ απλήγωτον το στήθος ταις ψάθαις γαργαλίσετε απόψε με τα πόδια (20). Εγώ το φως θα σας κρατώ, κ' οι άλλοι ας πηδήξουν.

ΜΕΡΚΟΊΊΙΟΣ Επήδησεν ο ποντικός από το παραθύρι.... (21|) Αλλ' εάν είσαι ποντικός, σε βγάζω απ' την τρύπαν, Ή μάλλον, με συμπάθειον, απ' την αγάπην, όπου έως τ' αυτιά ευρίσκεσαι, Ρωμαίε, βουτημένος. Έλα, μη χάνωμεν καιρόν, και φέγγομεν τον ήλιον.

ΡΩΜΑΙΟΣ Πώς τούτο;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Θέλω να ειπώ 'ξοδεύομεν του κάκου τα φώτα, 'σαν να καίωμεν το μεσημέρι λύχνον. Το νόημά μου κύτταξε, και άφηνε τα λόγια. Εάν λαλούμεν γνωστικά μίαν φοράν 'ς ταις πέντε, πλην ο σκοπός είναι καλός συχνά και εις ταις πέντε.

ΡΩΜΑΙΟΣ Κ' εκεί όπου πηγαίνομεν καλός είν' ο σκοπός μας, όμως δεν είναι γνωστικόν.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Και διατί;

ΡΩΜΑΙΟΣ Διότι, — διότι είδα όνειρον 'ς τον ύπνον μου απόψε.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Είδα 'ς τον ύπνον μου κ' εγώ.

ΡΩΜΑΙΟΣ Τι ήτον τ' όνειρόν σου;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Πως όποιος βλέπει όνειρα αέρα κοπανίζει.

ΡΩΜΑΙΟΣ Ναι, μέσα εις το στρώμα του, εκεί όπου κοιμάται κι αλήθειαις ονειρεύεται.