Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο
Part 9
51. Κι' εκεί σαν είτανε στη Βηθανία, στου Σίμωνα του λωβιασμένου, ενώ καθόταν κάτου [κι’ έτρωγε], ήρθε γυναίκα κρατώντας αλαβάστρινο λαγήνι με μυρουδικό από ναρδόσταμο πολύτιμο, και ξεβούλωσε το λαγήνι και του περεχούσε το κεφάλι. Κι' είτανε μερικοί π' α- γαναχτούσανε μεταξύ τους «Γιατί έγινε αυτός ο χα- » μός του μυρουδικού; Γιατί μπορούσε αυτό το μυ- » ρουδικό να πουληθεί απάνου από τρακόσα δηνάρια » και να δοθεί στους φτωχούς». Και τη μάλωναν. Κι' ο Ιησούς είπε «Αφίστε την τι την πειράζετε; » Δούλεψη καλή μούκανε εμένα. Τι πάντα τους φτω- » χούς τους έχετε μαζί σας, κι’ ότα θέλετε, μπορείτε » πάντα ναν τους κάνετε καλό• μα εμένα πάντα δε » μ' έχετε. Ό,τι είχε έκανε• πρόλαβε να μυρώσει το » κορμί μου για το θάψιμο. Κι' αληθινά σας λέω, » όπου κι’ αν κηρυχτεί παντού στον κόσμο το καλό το μήνημα, θα διαλαληθεί κι’ αυτή το τι έκανε, ναν » τη μνημονεύουν».
52. Κι' ο Ιούδας ο Ισκαριώθ, ο ένας από τους δώδεκα, πήγε στους πρωτοπαπάδες για ναν τους τον παραδώσει. Κι' αυτοί σαν τ' άκουσαν, χάρηκαν και τούταξαν ναν [του] δώσουνε χρήματα• και γύρευε πώς ναν τον παραδώσει, με καλή ευκαιρία.
Και την πρώτη μέρα των άζυμων, ότα θυσίαζαν το πάσκα, του λένε οι μαθητάδες του «Πού θες να » πάμε και να ετοιμάσουμε να φας το πάσκα;» Και στέλνει διο του μαθητάδες και τους λέει «Πηγαίνετε » στη χώρα, και θ' απαντήστε άνθρωπο που θα κου- » βαλά μια στάμνα με νερό• ακολουθήστε τον, κι’ όπου » μπει, πέστε του νοικοκύρη πως ο δάσκαλος λέει » Πού 'ναι το κονάκι μου να φάω το πάσκα με τους » μαθητάδες μου; Κι' αυτός θα σας δείξει ένα μεγά- » λο ανώι στρωμένο έτοιμο, κι’ εκεί ετοιμάστε μας». Και βγήκανε οι μαθητάδες και πήγανε στη χώρα κι’ ηύραν όπως τους είπε, κι’ ετοίμασαν το πάσκα.
53. Και σα βράδιασε, έρχεται μαζί με τους δώ- δεκα. Κι' ενώ' ταν καθισμένοι κι’ έτρωγαν, είπε ο Ιη- σούς «Αληθινά σας λέω πως ένας από σας που τρώτε » μαζί μου θα με παραδώσει». Άρχισαν και λυπούν- ταν και τούλεγε ένας ένας «Μήπως εγώ;» Κι' εκεί- νος τους είπε «Ένας από τους δώδεκα που βουτά » μαζί μου στο ίδιο τρυβλί. Επειδή ναι μεν πηγαίνει » ο γιος τ' ανθρώπου όπως γράφτηκε γι' αυτόν• όμως » αλίμονο σ' εκείνον τον άνθρωπο που κάνει και παρα- » δίνεται ο γιος τ' ανθρώπου• καλύτερά του να μην » είχε γεννηθεί ο άνθρωπος εκείνος». Κι' ενώ τρώ- γανε, πήρε ψωμί, και βλόγησε και τόκοψε κομάτια, και δίνοντάς τους είπε «Λάβετε• αυτό' ναι το κορμί » μου». Και παίρνοντας ποτήρι, δοξολόγησε και τους έδωκε κι’ ήπιαν όλοι. Κι' είπε «Αυτό 'ναι το αίμα » μου, της διαθήκης, που χύνεται για το καλό πολ- » λών. Αληθινά σας λέω, πως πια δε θα πιω από » τ' αμπελόθρεμα ως στην ημέρα εκείνη που καινού- » ριο θαν το πίνω μέσα στη βασιλεία του Θεού». Κι' αφού ψάλανε, βγήκανε στο Ελιοβούνι.
54. Και τους λέει ο Ιησούς πως «Όλοι θα πέστε » σε πειρασμό, γιατί 'ναι γραμένο _ Θα χτυπήσω το βο- » σκό και θα σκορπήσουνε τα πρόβατα _ . Μα όταν ανα- » στηθώ, θα πάω μπροστά σας στη Γαλιλαία». Κι' ο Πέτρος τούπε «Κι' αν όλοι πέσουνε σε πειρασμό, » όμως όχι εγώ». Κι' ο Ιησούς του λέει «Αληθινά » σου λέω, πως απόψε εσύ αυτή τη νύχτα, πρι διο » φορές λαλήσει πετεινός, τρεις θα μ' αρνηθείς». Κι' εκείνος περισσότερο λαλούσε «Α μαζί σου ανάγκη να » πεθάνω, δε θα σ' αρνηθώ». Το ίδιο λέγανε κι’ όλοι.
Κι' έρχουνται σε μέρος που τ' όνομά του Γετσημα- νεί, και λέει στους μαθητάδες του «Καθήστε [εδώ] ως » που να προσευχηθώ». Και παίρνοντας μαζί του τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάνη, άρχισε να τρομάζει και να βαριοκαρδεί. Και τους λέει «Κατα- » λυπημένη 'ναι η ψυχή μου ως στο θάνατο• μείνατε » εδώ και ξαγρυπνάτε». Και προχωρώντας λίγο έπε- φτε κατά γης και περικαλιούντανε να διαβεί πέρα του, α γίνεται, η ώρα, κι’ έλεγε «Αββά (ο πατέρας), » όλα για σένα δυνατά. Πάρε από μένα το ποτήρι » αυτό• όχι όμως ό,τι θέλω εγώ, μόνε ό,τι εσύ». Κι' έρχεται και τους βρίσκει κοιμισμένους, και λέει του Πέτρου «Σίμωνα, κοιμάσαι; δεν κατόρθωσες μιαν » ώρα ν' αγρυπνήσεις; Αγρυπνάτε και προσεύκεστε » για να μην πέστε σε πειρασμό. Το πνέμα ναι πρό- » θυμο, μα η σάρκα αδύναμη». Και πάλι πήγε και προσευκήθηκε λέγοντας τα ίδια λόγια. Και πάλι πήγε και τους βρήκε κοιμισμένους• γιατί είτανε κατάβαρια τα μάτια τους, και δεν ήξεραν τι ναν τ' απαντήσουν. Κι' έρχεται τρίτη φορά και τους λέει «Κοιμάστε λοι- » πόν και ξεκουράζεστε. Σώνει, έφτασε η ώρα• να, » παραδίνεται ο γιος τ' ανθρώπου στα χέρια των » αμαρτωλών. Σηκωθείτε, ας πάμε• να, σίμωσε ο πα- » ραδότης μου».
55. Κι' αμέσως, ενώ μιλούσε ακόμα, φτάνει ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του πλήθος με σπαθιά και ξύλα από τους πρωτοπαπάδες και τους διαβασμένους και τους δημογερόντους. Και τους είχε δώκει ο παραδότης του σημάδι κι’ είπε «Όπιονε φι- » λήσω, αυτός είναι• πιάστε τον και πηγαίνετέ τον » προσεχτικά». Κι' αμέσως ήρθε, και πηγαίνοντας κοντά του λέει «Ραββεί», και τόνε φίλησε. Κι' ε- κείνοι βάλανε χέρι απάνου του και τον έπιασαν. Μα κάπιος από τους εκεί έσηρε το σπαθί και χτύπησε το σκλάβο του αρχιπαπά και τούκοψε τ' αυτί. Κι' ο Ιη- σούς αποκρίθη και τους είπε «Λες για κακούργο βγή- » κατε με σπαθιά και ξύλα να με πιάστε. Καθεμέρα » είμουνα μαζί σας μέσα στα ναό και δίδασκα, και δε » με πιάνατε• όμως για ν' αληθέψουν οι Γραφές». Και τον αφήκαν όλοι κι’ έφυγαν.
Κι' ένας νέος ακολουθούσε μαζί φορώντας σεντόνι απάνου σε γυμνό το κορμί του. Και τον πιάνουν, μα άφισε εκείνος το σεντόνι κι’ έφυγε γυμνός.
56. Και πήγαν τον Ιησού στου αρχιπαπά, κι’ εκεί μαζεύτηκαν όλοι οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δημογερόντοι κι’ οι διαβασμένοι. Κι' ο Πέτρος από μακριά τον ακο- λούθησε ως μέσα στην αυλή του αρχιπαπά, και κά- θουνταν μαζί με τους κλητήρες και ζεσταινότανε στη φωτιά. Κι' οι πρωτοπαπάδες κι’ όλη η σύνοδο ζητού- σανε μαρτυρία για να σκοτώσουν τον Ιησού, και δεν εύρισκαν γιατί πολλοί ψευτομαρτυρούσαν, όμως χωρίς να συφωνούν οι μαρτυρίες. Και μερικοί σηκώθηκαν και ψευτομαρτυρούσαν κι’ έλεγαν πως «Εμείς τον ακού- » σαμε κι’ έλεγε πως Εγώ θα χαλάσω ετούτον το ναό » το χεροκάμωτο, και σε τρεις μέρες άλλονε θα χτίσω » άφτιαστο από χέρια». Μα κι’ έτσι η μαρτυρία τους δε συφωνούσε. Και σηκώθηκε ο αρχιπαπάς στη μέση και ρώτησε τον Ιησού λέγοντας «Δεν απαντάς τί- » ποτα, τι σε κατηγορούν αυτοί;» Κι' αυτός σωπούσε και δεν αποκρίθη τίποτα. Πάλι ο αρχιπαπάς τόνε ρωτούσε και του λέει «Εσύ 'σαι ο Χριστός, ο γιος του » βλογημένου;» Κι' ο Ιησούς είπε «Εγώ 'μαι, και » θα δείτε το γιο τ' ανθρώπου που καθισμένος δεξιά » από τη Δύναμη θα φτάνει μαζί με τα σύννεφα » τ' ουρανού». Κι' ο αρχιπαπάς ξέσκισε τα φορέματά του και λέει «Τι θέλουμε πια μαρτύρους; Ακούσατε » την ασέβεια• τι λέτε;» Κι' εκείνοι όλοι τον καταδι- κάσανε πως του πρέπει θάνατος. Κι' αρχίσανε μερικοί ναν τόνε φτύνουν, και σκεπάζοντάς του το πρόσωπο ναν τόνε μπατσίζουν και να λεν «Προφήτευε». Κι' οι κλητήρες τον πήρανε με τις ξυλιές.
Κι' ο Πέτρος όντας κάτου στην αυλή, έρχεται μια δούλα του αρχιπαπά, και βλέποντας τον Πέτρο που ζεσταίνουνταν τον κοίταξε και λέει «Κι' εσύ 'σουνα με » το Ναζαρηνό τον Ιησού». Κι' αυτός αρνήθη κι’ είπε « Μήτε ξέρω μήτε κατέχω εσύ τι λες». Και βγήκε όξω στο μπροσταύλι. Και σαν τον είδε η δούλα, είπε στους παρόντες πως «Αυτός από κείνους είναι». Κι' εκείνος πάλι αρνιούνταν. Και σε λίγο πάλι οι παρόντες έλεγαν του Πέτρου «Αλήθια από κείνους είσαι• γιατί » είσαι και Γαλιλαίος». Κι' εκείνος άρχισε να κατα- ριέται και να ορκίζεται πως «Δεν τον ξέρω τον άν- » θρωπο, αυτόν που λέτε». Κι' αμέσως δεύτερη φορά λάλησε ο πετεινός, και θυμήθη ο Πέτρος το λόγο, καθώς τούπε ο Ιησούς, πως «Πρι λαλήσει διο φορές » ο πετεινός, τρεις θα μ' αρνηθείς». Και σκέπασε την κεφαλή του κι’ έκλαιγε.
[15] 57. Κι' αμέσως το πρωί συφώνησαν οι πρωτοπα- πάδες, μαζί με τους δημογερόντους και τους διαβα- σμένους, κι’ όλη η σύνοδο, κι’ έδεσαν τον Ιησού και τον πήγαν και τον παραδώκανε του Πειλάτου. Και τόνε ρώτησε ο Πειλάτος «Εσύ 'σαι ο βασιλέας των » Ιουδαίων;» Κι' εκείνος τ' αποκρίθηκε και λέει « Εσύ το λες». Και του κατηγορούσαν οι πρωτοπα- πάδες πολλά. Κι' ο Πειλάτος πάλι τόνε ρωτούσε κι’ έλεγε «Δεν απαντάς τίποτα; Κοίτα πόσα σε κατη- » γορούν». Κι' ο Ιησούς δεν αποκρίθη πια τίποτα, τόσο π' απορούσε ο Πειλάτος.
Και κάθε σκόλη τους λευτέρωνε ένα φυλακισμένο, όπιονε ζητούσαν. Κι' είταν ο Βαραββάς, που λέγανε, φυλακισμένος μαζί με τους επαναστάτες πούχαν κάνει φόνο την ώρα της ταραχής. Κι' ανέβηκε το πλήθος κι’ άρχισε να ζητά [το] όπως τους έκανε. Κι' ο Πειλά- τος τους αποκρίθη κι’ είπε «Θέλετε να σας λευτερώσω » το βασιλέα των Ιουδαίων;» Γιατί ήξερε πως από μίσος τον παράδωκαν. Κι' οι πρωτοπαπάδες ερέ- θισαν το πλήθος ναν τους λευτερώσει κάλια το Βα- ραββά. Κι' ο Πειλάτος αποκρίθη πάλι και τους έλεγε « Τι λοιπόν να κάνω λέτε το βασιλέα των Ιουδαίων;» Κι' εκείνοι πάλι φώναξαν «Σταύρωσέ τον». Κι' ο Πειλάτος τους έλεγε «Γιατί τι κακό έκανε;» Κι' ε- κείνοι πιότερο φωνάζανε «Σταύρωσέ τον». Κι' ο Πει- λάτος θέλοντας να καλοκαρδίσει το πλήθος τους λευ- τέρωσε το Βαραββά, και τον Ιησού τόνε βουρδούλισε και παράδωκε να σταυρωθεί.
58. Κι' οι στρατιώτες τον πήγανε μέσα στην Αυλή, δηλαδή τ' Αρχηγείο, και φωνάζουν όλο το λόχο, και του βάζουνε βυσσινιά στολή, κι’ έπλεξαν ένα στεφάνι απ' αγκάθια και του το φορούν. Κι' άρχισαν και τόνε χαιρετούσαν «Χαιρετούμε σε, βασιλέα των Ιουδαίων». Και με καλάμια του χτυπούσαν το κεφάλι και τον έφτυναν, και γονατίζοντας τόν προσκυνούσαν. Κι' ό- ταν τον περίπαιξαν, τούβγαλαν τη βυσσινιά στολή και τούβαλαν τα φορέματά του, και τον πηγαίνουν όξω ναν τόνε σταυρώσουν. Κι' αγγαρεύουν ένα διαβάτη, το Σίμωνα από την Κυρήνη, που γύριζε από το χω- ράφι, τον πατέρα τ' Αλεξάντρου και Ρούφου, να ση- κώσει το σταυρό του. Και τον πάνε στου Γολγοθά το μέρος, που σημαίνει ξηγημένο _ κάρας μέρος _ . Και τού- διναν κρασί με μύρρα μέσα• κι αυτός δεν το πήρε. 59. Και τόνε σταυρώνουν, και μοιράζουνται τα ρούχα του βάζοντας λαχνό πιος και τι θα πάρει. Κι' είταν τρεις η ώρα όταν τόνε σταύρωσαν. Κι' είταν η επι- γραφή του φταιξίματός του γραμένη από πάνου «Ο » βασιλέας των Ιουδαίων».
Και μαζί του σταύρωσαν διο κακούργους, τον ένα δεξιά και τον άλλο αριστερά του. Κι' οι διαβάτες τόνε βλαστημούσαν κουνώντας το κεφάλι κι’ έλεγαν «Άκου » εδώ! Εσύ που χαλνάς το ναό και χτίζεις σε τρεις » μέρες, κατέβα και γλύτωσε από το σταυρό». Το ίδιο κι’ οι πρωτοπαπάδες περγελώντας μεταξύ τους με τους διαβασμένους έλεγαν «Άλλους έσωσε, ο ίδιος να » σωθεί δε μπορεί. Ο Χριστός ο βασιλέας του Ισραήλ » ας κατεβεί τώρα απ' το σταυρό για να δούμε και » πιστέψουμε». Κι' οι σταυρωμένοι μαζί του τον έβριζαν.
Και σαν έφτασε έξη η ώρα, έγινε σ' όλη τη γη σκοτάδι ως στις εννιά η ώρα. Και στις εννιά η ώρα φώναξε ο Ιησούς φωνή μεγάλη «Ελωί ελωί, λαμά » ζαβαχθανεί», που θα πει ξηγημένο «Θε μου, γιατί » με παραίτησες;» Και τ' άκουσαν μερικοί παρόντες κι’ έλεγαν «Νά, τον Ηλία φωνάζει». Κι' έτρεξε ένας και γιομίζοντας με ξύδι ένα σφουγγάρι τόβαλε σε κα- λάμι απάνου και τον πότιζε, λέγοντας «Ας δούμε αν » έρχεται ο Ηλίας ναν τον κατεβάσει». Κι' ο Ιησούς έβγαλε φωνή μεγάλη και ξεψύχησε.
60. Και τ' άπλωμα, του ναού σκίστηκε σε διο από πάνου ως κάτου. Και σαν είδε ο εκατόνταρχος πού- στεκε αντικρύ του εκεί πως έτσι ξεψύχησε, είπε «Α- » ληθινά γιος Θεού είταν αυτός ο άνθρωπος».
Κι' είταν και γυναίκες που θωρούσαν από πέρα, και μεταξύ τους κι’ η Μαριάμ η Μαγδαληνή, κι’ η Μα- ρία η μητέρα του Ιακώβου του μικρού και του Ιω- σή, κι’ η Σαλώμη, που σαν είτανε στη Γαλιλαία τον ακολουθούσαν και τον υπερετούσαν, κι’ άλλες πολλές π' ανεβήκανε μαζί του στα Ιεροσόλυμα.
61. Και πια σα βράδιασε, επειδή 'ταν παρασκευή, δηλαδή η παραμονή του σαββάτου, ήρθε ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, συνοδικός σεβαστός, που κι’ αυ- τός καρτέραε τη βασιλεία του Θεού, και θάρρεψε και παρουσιάστη στον Πειλάτο και ζήτησε το λείψανο του Ιησού. Κι' ο Πειλάτος απόρησε αν τάχα πέθανε κι’ όλας, και κράζοντας τον εκατόνταρχο τόνε ρωτούσε αν πέθανε κι’ όλας. Και σαν τόμαθε από τον εκατόν- ταρχο, χάρισε το λείψανο στον Ιωσήφ. Κι' αγόρασε σάβανο, και τον κατέβασε και τύλιξε μέσα στο σά- βανο, και τον έβαλε σε τάφο πούχε κόψει μέσα σε βράχο, και κύλισε μια πέτρα κοντά στο στόμα του τάφου. Κι' η Μαρία η Μαγδαληνή κι’ η Μαρία η μητέρα του Ιωσή θωρούσαν το πού 'ναι βαλμένος.
62. Και σαν πέρασε το σαββάτο, η Μαρία η Μαγ- [16] δαληνή κι’ η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου κι’ η Σαλώμη αγοράσανε μυρουδικά για να πάνε και ναν τον αλείψουν. Και πρωί πρωί τα πρωτοβδόμαδα έρ- χουνται στον τάφο αφού βγήκε ο ήλιος. Και λέγανε μεταξύ τους «Πιος θα μας σπρώξει την πέτρα από » το στόμα του τάφου;» Και κοιτάζοντας θωρούν πως είτανε σπρωγμένη η πέτρα. Γιατί 'ταν υπερβο- λικά μεγάλη. Και μπήκανε στον τάφο κι’ είδαν ένα νέο καθισμένο δεξιά με στολή άσπρη, και τρόμαξαν. Κι' εκείνος τους λέει «Μην τρομάζετε. Τον Ιησού » ζητάτε το Ναζαρηνό το σταυρωμένο. Αναστήθη, » δεν είναι εδώ• να το μέρος που τον έβαλαν. Παρά » πηγαίνετε και πέστε των μαθητάδων του και του » Πέτρου πως Πάει ομπρός σας στη Γαλιλαία• εκεί » θαν τόνε δείτε, καθώς σας είπε». Και βγήκαν κι’ έφυγαν από τον τάφο, γιατί τις είχε τρόμος κι έξτα- ση• και κανενός δεν είπαν τίποτα, γιατί φοβούνταν. ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΑΡΚΟ
ΚΑΤΑ ΤΟ ΛΟΥΚΑ
Επειδής πολλοί προσπάθησαν το να καταστρώ- σουν ιστορία των περιστατικών που μάθαμε, καθώς μας τα παράδωκαν όσοι είδαν από την αρχή και δού- λεψαν το λόγο, αποφάσισα κι’ εγώ — που ξέτασα από την πηγή τους όλα σωστά — να σ' τα γράψω με τη σειρά, λαμπρότατε Θεόφιλε, για να καταλάβεις των λόγων που κατηχήθηκες την αλήθια.
2. Στον καιρό του Ηρώδη του βασιλέα της Ιου- δαίας ζούσε κάπιος παπάς με όνομα Ζαχαρίας από τη σειρά Αβιά, κι’ είχε γυναίκα από τις κόρες του Ααρώμ και τ' όνομα της Ελεισάβετ. Κι' είταν ενά- ρετοι κι’ οι διο στα μάτια του Θεού, πηγαίνοντας μ' όλες τις εντολές και τους κανόνες του Κυρίου δί- χως σφάλμα. Και παιδί δεν είχαν, επειδή 'τανε στεί- ρα η Ελεισάβετ και των διονών τους περασμένη η ηλικία. Και συνέβηκε, ενώ λειτουργούσε με την αρά- δα της σειράς του στο Θεό μπροστά, κατά τα συνει- θισμένα των παπάδων κληρώθηκε να μπει και να θυμιάσει στο ναό του Κυρίου• κι’ όλο το πλήθος του λαού προσκύναε όξω την ώρα του θυμιασμού. Και του φανερώθηκε άγγελος Κυρίου στέκοντας δεξά από το θυσιαστήρι του θυμιασμού. Και ταράχτηκε ο Ζα- χαρίας σαν τον είδε, και τον πλάκωσε φόβος. Κι' ο άγγελος του είπε «Μη φοβάσαι, Ζαχαρία, γιατί συν- » ακούστηκε η παράκλησή σου, κι’ η γυναίκα σου η » Ελεισάβετ θα σου γεννήσει γιο και να κράξεις τ' ό- » νομά του Ιωάνη, και χαρά θα σούναι κι’ αναγάλ- » λιαση και με τη γέννησή του θα χαρούν πολλοί• » γιατί μεγάλος θα γενεί στα μάτια του Κυρίου, και » κρασί και σίκερα δε θα πιεί, κι’ άγιο θα γιομίσει » πνέμα ακόμα από την κοιλιά της μάννας του, και » γιους πολλούς του Ισραήλ θαν τους ματαγυρίσει » στον Κύριο το Θεό τους. Και θα προβάλει πριν του » με Ηλία πνέμα και δύναμη να ξαναγυρίσει καρδιές » πατέρων σε παιδιά κι’ άπειθους σε γνώμη ενάρετων » ανθρώπων, ετοιμάζοντας του Κυρίου λαό καταρτι- » σμένο». Κι' είπε ο Ζαχαρίας στον άγγελο «Πώς θαν » το ξέρω αυτό; Γιατί εγώ 'μαι γέρος και περασμένα » της γυναίκας μου τα χρόνια». Κι' ο άγγελος απάν- τησε και τούπε «Εγώ 'μαι ο Γαβριήλ που παραστέ- » κω στο Θεό μπροστά, και στάλθηκα να σου μιλήσω » και να σου φέρω τούτο το καλό το μήνημα. Και » θα μένεις άλαλος και μη μπορώντας να μιλήσεις » στη μέρα ότα θα γενούν αυτά, γιατί δεν πίστεψες » τα λόγια μου που θ' αληθέψουνε στην ώρα τους. Και πρόσμενε ο λαός το Ζαχαρία κι απορούσαν πώς αργούσε μέσα στο ναό. Και σα βγήκε, δεν κατόρθωνε ναν τους μιλήσει, και κατάλαβαν πως ίδωμα είδε μέσα στο ναό. Κι' αυτός τους ένευε κι’ έμενε βουβός. Και συνέβηκε, σαν τέλιωσαν οι μέρες της δουλιάς του, έφυγε στο σπίτι του. Κι' ύστερα απ' αυτές τις μέρες σύλλαβε η Ελεισάβετ η γυναίκα του, και κρυβότανε μήνες πέντε λέγοντας πως «Έτσι μούκανε ο Κύριος » όταν έρρηξε ματιά για να μου σβύσει τη ντροπή μου » μέσα στους ανθρώπους».
3. Και το μήνα [της] τον έχτο στάλθηκε ο άγγε- λος Γαβριήλ από το Θεό σε χώρα της Γαλιλαίας που τη λένε Ναζαρέτ σε κόρη αρρεβωνιασμένη άντρα μ' ό- νομα Ιωσήφ από το γένος του Δαυείδ, και τ' όνομα της κόρης Μαριάμ. Και μπήκε και της είπε «Χαί- » ρου, χαριτωμένη• ο Κύριος μαζί σου». Κι' αυτή ταράχτη με το λόγο, και συλλογιζότανε τι τάχα σή- μαινε ο χαιρετισμός αυτός. Κι' ο άγγελος της είπε « Μη φοβάσαι, Μαριάμ• γιατί ο Θεός σ' ευνόησε. Και » νά θενά συλλάβεις και γεννήσεις γιο, και τ' όνομά » του ναν το πεις Ιησού. Αυτός μεγάλος θα γενεί κι’ » Ύψιστου γιος θα ονομαστεί, και θαν του δώκει ο » Κύριος ο Θεός το θρόνο του Δαυείδ του πατέρα του, » και στη φύτρα του Ιακώβ θα βασιλεύει στους αιώ- » νες, κι’ η βασιλεία του δε θάχει τέλος». Κι' είπε η Μαριάμ στον άγγελο «Πώς θα γίνει αυτό αφού άντρα » δε γνωρίζω;» Κι' ο άγγελος της αποκρίθη κι’ είπε « Πνέμα άγιο θενά κατεβεί σ' εσένα, και δύναμη του » Ύψιστου θα σε σκεπάσει. Γι' αυτό και τ' άγιο που » γεννιέται θαν το πούνε γιο Θεού. Και να η συγγενή- » δισσά σου η Ελεισάβετ σύλλαβε κι’ αυτή στα γερα- » τιά της γιο, κι’ αυτός της είναι ο έχτος της ο μή- » νας, αυτής της στείρας που την έλεγαν• τι λόγος » από το Θεό δε θα φανεί ακατόρθωτος». Κι' είπε η Μαριάμ «Νά τη η σκλάβα του Κυρίου• ας γίνει μου » κατά το λόγο σου». Κι' έφυγε ο άγγελος και την αφήκε.
4. Κι' η Μαριάμ σηκώθηκε μια μέρα τότες και πήγε στ' αψηλότοπα τα μέρη βιαστικά σε χώρα του Ιούδα, και μπήκε μέσ' στου Ζαχαρία το σπίτι και χαιρέτησε την Ελεισάβετ. Και συνέβηκε, όταν άκουσε η Ελεισάβετ της Μαρίας το χαιρετισμό, πήδησε μέσα στην κοιλιά της το παιδί, και γιόμισε άγιο πνέμα η Ελεισάβετ κι’ έκραξε με φωνή μεγάλη κι’ είπε «Βλο- » γημένη εσύ γυναίκα και βλογητός ο καρπός της κοι- » λιάς σου. Και πώς μου αυτό, το νάρθει η μάννα του » Κυρίου μου σ' εμένα; Τι νά στ' αυτιά μου μόλις » ήρθε του χαιρετισμού σου η φωνή, και το παιδί » αναγάλλιασε και πήδησε μέσ' στην κοιλιά μου. Και » μακαρισμένη αυτή που πίστεψε, τι θ' αληθέψουν » όσα της είπε ο Κύριος». 5. Κι' η Μαριάμ είπε « Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο, κι’ αναγάλλιασε » ο νους μου με το Θεό το σωτήρα μου, γιατί έρρηξε » ματιά στην ταπεινοσύνη της σκλάβας του. Τι να » από τώρα οι γενεές θενά με μακαρίζουν όλες που » μούκανε μεγάλα ο δυνατός. Και τ' όνομά του άγιο• » και σ' όσους τον φοβούνται η σπλαχνιά του ως σε » γενεές και γενεές. Νίκη νίκησε με το χέρι του σκορ- » πίζοντας περήφανους κατά το στοχασμό της καρδιάς » τους• σημαντικούς κατέβασε από θρόνους και τα- » πεινούς ανύψωσε• πεινασμένους χόρτασε αγαθά και » πλουτισμένους έδιωξε αδιανούς• το δούλο του αντι- » στήριξε τον Ισραήλ και τη σπλαχνιά του, καθώς » είπε των πατέρων μας, θυμήθη για τον Αβραάμ και » για το σπέρμα του ως στον αιώνα».
Κι' έμεινε η Μαριάμ μαζί της ως τρεις μήνες, και γύρισε σπίτι της.
6. Και της Ελεισάβετ έφτασε ο καιρός της να γεννήσει, και γέννησε γιο. Κι' ακούσανε οι γειτόνοι κι’ οι δικοί της πως της πλήθηνε τη σπλαχνιά του ο Κύριος και τήνε συνεχαίρουνταν. Και συνέβηκε, την όγδοη τη μέρα ήρθανε να κάνουν του παιδιού περιτο- μή, κι’ είτανε ναν το πουν με τ' όνομα το πατρικό του Ζαχαρία. Κι' η μητέρα του αποκρίθη κι’ είπε « Όχι, παρά θα ονομαστεί Ιωάνης». Και της είπαν πως «Κανείς από το γένος σου δε λέγεται μ' ετούτο » τ' όνομα». Κι' ένευαν του πατέρα του σαν τι να θέλει ναν το κράξουν. Και ζητώντας πλάκα έγραψε κι’ είπε «Ιωάνης είναι τ' όνομά του». Κι' απορούσαν όλοι. Και στη στιγμή ανοίχτηκε το στόμα του κι’ η γλώσσα, και μίλαε ευλογώντας το Θεό. Κι' έπιασε φόβος όλους τους γειτόνους, και σ' όλον το βουνότοπο της Ιουδαίας διαλαλούνταν όλα αυτά τα λόγια, και τάβαλαν όσοι τ' ακούσανε όλοι μέσα στην καρδιά τους λέγοντας «Τι θα γίνει τάχα ετούτο το παιδί;» Τι είταν μαζί του χέρι του Κυρίου.
7. Κι' ο Ζαχαρίας ο πατέρας του γιόμισε πνέμα άγιο, και προφήτεψε λέγοντας «Βλογητός ο Κύριος » ο Θεός του Ισραήλ τι ήρθε να δει και ξαγοράσει » το λαό του, και κέρατο φανέρωσε για μας σωτηρίας, » για μας το γένος του Δαυείδ του δούλου του (όπως » είπε με το στόμα των άγιων από τον αιώνα προφη- » τών του), σωτηρίας από 'τους οχτρούς μας κι’ απ' » το χέρι όλων όσοι μας μισούν, ελεώντας τους πα- » τέρες μας, και μην ξεχάνοντας τη διαθήκη του την » άγια, τον όρκο π' άμωσε του Αβραάμ του πατέρα » μας, το πώς θα μας χαρίσει να γλυτώσουμε από » χέρι οχτρών κι’ άφοβα ναν τον προσκυνούμε μ' αγιο- » σύνη ομπρός του κι’ αρετή κάθε μας ημέρα. Και, » παιδί [μου], κι’ εσένα θα σε πουν του Ύψιστου προ- » φήτη, τι πριν θα πας από τον Κύριο τους δρόμους » του να ετοιμάσεις, μηνώντας στο λαό του σωτηρία » με συχώριο των κριμάτων τους, χάρη στα πονετικά » τα σπλάχνα του Θεού μας, που χάρη τους θα μας » κοιτάξει από τα ύψη ανατολή, φωτίζοντας τους » καθισμένους μέσα σε σκοτάδι κι’ ήσκιο του θανάτου » κι’ ίσια τον πόδα μας κατά το δρόμο της ειρήνης » οδηγώντας».
Και το παιδί μεγάλωνε και του δυνάμωνε ο νους, κι’ έμενε στους λόγγους ως να φτάσει η μέρα να φα- νερωθεί στον Ισραήλ
[2] 8. Και συνέβηκε τις τότε μέρες, βγήκε προσταγή από τον Καίσαρα τον Αύγουστο το να καταγράψουν όλη την κατοικημένη γη. Αυτή 'ταν η πρώτη κατα- γραφή όταν κυβερνούσε τη Συρία ο Κυρίνος. Και πη- γαίνανε όλοι να καταγραφτούν, καθένας στη δική του την πατρίδα• κι’ ανέβηκε κι’ ο Ιωσήφ από τη Γα- λιλαία, ξεκινώντας από τη χώρα Ναζαρέτ, σε χώρα του Δαυείδ που λέγεται Βηθλεέμ (επειδή 'ταν από κλάδο και πατριά του Δαυείδ), για να καταγραφτεί με τη Μαριάμ την αρρεβωνιαστικιά του πούταν έγ- κυα.
9. Και συνέβηκε, ενώ βρίσκουνταν εκεί, έφτασε ο καιρός να γεννήσει, και γέννησε το γιο της τον πρω- τότοκο, και τόνε φάσκιωσε και πλάγιασε μέσα σε πα- χνί γιατί δεν είχαν τόπο μέσα στο σταθμό.
Κι' είτανε βοσκοί στο ίδιο μέρος λημεριάζοντας στο λόγγο και φυλάγοντας τη νύχτα το κοπάδι τους. Κι' άγγελος Κυρίου τους παρουσιάστη και Κυρίου δόξα έλαμψε τριγύρω τους, και φοβηθήκανε υπερβολικά. Κι' ο άγγελος τους είπε «Μη φοβάστε• γιατί να, σας φέρ- » νω μήνημα καλό χαράς μεγάλης που όλος ο λαός » θενά χαρεί, τι σας γεννήθη σήμερα σωτήρας (πούναι » ο Κύριος ο μυρωμένος) σε χώρα του Δαυείδ. Και να » σας σημάδι• θα βρείτε φασκιωμένο μωρό και πλα- » γιασμένο μέσα σε παχνί». Κι' άξαφνα έσμιξε τον άγ- γελο πλήθος στρατός τ' ουρανού, που δοξολογούσαν το Θεό και λέγανε «Δόξα του Θεού στα ύψιστα, και στη » γη απάνου ειρήνη με καλογνωμιάς ανθρώπους».
10. Και συνέβηκε, σα φύγανε στον ουρανό και τους αφίσανε οι άγγελοι, οι βοσκοί μιλούσαν ένας με τον άλλο «Πάμε λοιπόν ως στη Βηθλεέμ, κι’ ας δούμε » αυτόν το λόγο που ειπώθη, αυτόν που μας φανέρωσε ο » Κύριος». Κι' ήρθανε χέρι χέρι κι’ ηύρανε τη Μαριάμ και τον Ιωσήφ, και πλαγιασμένο το μωρό μέσα στο παχνί. Και σαν τους είδαν, κάνανε γνωστό το λόγο, αυτόν που τους ειπώθηκε για το παιδί• κι’ όλοι που τ' ακούσανε, απορήσανε μ' όσα τους είπαν οι βοσκοί. Και φύλαγε η Μαρία όλα αυτά τα λόγια, θησαυρί- ζοντάς τα μέσα στην καρδιά της. Και γυρίσανε οι βοσκοί δοξάζοντας κι’ υμνολογώντας το Θεό για όλα π' άκουσαν και πούδαν όπως τους ειπώθηκαν.
11. Και σαν έφτασε η όγδοη η μέρα ναν του γίνει η περιτομή, είπαν τ' όνομα του Ιησού, καθώς τόπε ο άγγελος πριν τόνε γκαστρωθεί [τον Ιησού] η μητέρα του.