Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο

Part 8

Chapter 8 18 words Public domain Markdown

Κι' όταν πήγανε στους μαθητάδες, είδαν πλήθος πολύ τριγύρω τους, και διαβασμένους που συζητούσανε μαζί τους. Κι' ευτύς όλο το πλήθος, όταν τον είδανε, σάστισαν, και τρέχανε σωρός και τόνε χαιρετούσαν. Και τους ρώτησε «Τι συζητάτε μαζί τους;» Κι' απο- κρίθηκε ένας από το πλήθος «Δάσκαλε, σούφερα το » γιο μου πούχει πνέμα άλαλο• κι’ όπου τον πιάσει » τόνε ρήχνει κάτου, κι’ αφρίζει και τρίζει τα δόντια » του και μένει ξερός• κι’ είπα στους μαθητάδες σου » ναν το βγάλουν και δεν κατόρθωσαν». Κι' εκείνος αποκρίθη και τους λέει «Ω γενεά άπιστη, ως πότε θα » μένω μαζί σας; ως πότε θα σας υποφέρω; Φέρτε » τον σ' εμένα». Και του τον έφεραν. Και σαν τον είδε το πνέμα, αμέσως τόνε σπάραξε, κι’ έπεσε κατά γης και κυλιούνταν αφρίζοντας. Και ρώτησε τον πα- τέρα του «Από πότε τόπαθε;» Κι' εκείνος είπε «Από » παιδί. Και πολλές φορές και σε φωτιά τον έρρηξε » και σε νερό για ναν τον αφανίσει. Μα αν ίσως μπο- » ρείς, σπλαχνίσου μας και βόηθησέ μας». Κι' ο Ιη- σούς τούπε το «Α μπορείς [να πιστέψεις], όλα δυνατά » στον πιστό». Αμέσως έκραξε ο πατέρας του παιδιού κι’ έλεγε «Πιστεύω, κύριε• βόηθα με να μην απιστώ». Και βλέποντας ο Ιησούς πως τρέχει σωρός ο κόσμος, πρόσταξε το πνέμα τ' ακάθαρτο λέγοντάς του «Εσύ » το πνέμα τ' άλαλο και κουφό, εγώ σε προστάζω• » έβγα από μέσα του και μην έμπεις πια». Κι' αφού φώναξε και τον κατασπάραξε, βγήκε, κι’ έγινε [το παιδί] σα νεκρός, τόσο πούλεγαν οι περισσότεροι πως πέθανε. Κι' ο Ιησούς έπιασε το χέρι του και τόνε σή- κωσε. Και στάθηκε όρθιος.

38. Και σαν ήρθε σπίτι, τόνε ρωτούσανε χώρια οι μαθητάδες του «Γιατί εμείς δεν κατορθώσαμε ναν το » βγάλουμε;» Και τους είπε «Τέτιο είδος με τίποτα » δε βγαίνει παρά με προσευκή».

39. Και βγαίνοντας από κει, προχωρούσανε μέσα από τη Γαλιλαία, και δεν ήθελε ναν το ξέρει κανείς• γιατί ξηγούσε των μαθητάδων του κι’ έλεγε, πως το γιο τ' ανθρώπου τον παραδίνουνε σε χέρια ανθρώπων και θαν τόνε θανατώσουν• κι’ αφού θανατωθεί, σε τρεις μέρες θ' αναστηθεί. Κι' αυτοί δεν ένιωθαν το λόγο, και φοβούντανε ναν τόνε ρωτήσουν.

40. Κι' ήρθανε στην Καφαρναούμ. Και σαν έφτασε στο σπίτι τους ρωτούσε «Τι λογαριάζατε στο δρό- » μο;» Κι' εκείνοι σώπαιναν, τι μεταξύ τους συζη- τήσανε στο δρόμο πιος ο μεγαλύτερος. Και κάθησε και φώναξε τους δώδεκα και τους λέει «Όπιος θέλει » να γίνει πρώτος, ας γίνει απ' όλους τελευταίος και » σ' όλους δούλος». Και παίρνοντας ένα παιδάκι τό- στησε στη μέση τους, κι’ αφού τ' αγκάλιασε τους είπε « Όπιος δεχτεί τέτιο παιδάκι στ' όνομά μου, εμένα « δέχεται• κι’ όπιος εμένα δέχεται, δε δέχεται εμένα » παρά το στάλτη μου». Τούπε ο Ιωάνης «Δάσκα- » λε, είδαμε έναν που με τ' όνομά σου έβγαζε δαιμό- » νια, και δεν τον αφίναμε, γιατί δεν πήγαινε μαζί » μας». Κι' ο Ιησούς είπε «Αφίστε τον, γιατί κα- » νείς που κάνει θάμα στ' όνομά μου. δε θα μπορεί » ταχιά να με κακολογήσει• γιατί όπιος δε μας είναι » αντίθετος, μας είναι μαζί μας. Γιατί όπιος σας πο- » τίσει ποτήρι νερό, τάχα γιατί 'στε του Χριστού, » αληθινά σας λέω πως δε θα χάσει την πλερωμή » του. Κι' όπιος πειράξει κανέναν από τους μικρούς » αυτούς που με πιστεύουν, πιο καλύτερά του α με » τρανή μυλόπετρα τριγύρω στο λαιμό τον έρρηξαν » στη θάλασσα. Κι' αν το χέρι σου σού φέρνει πειρα- » σμό, κόψ' το• καλύτερά σου νάμπεις στη ζωή κουλός, » παρά τα διο χέρια νάχεις και να πας στη γέεννα, » στη φωτιά την άσβυστη. Κι' αν το πόδι σου σού » φέρνει πειρασμό, κόψ' το• καλύτερά σου νάμπεις στη » ζωή κουτσός, παρά νάχεις τα διο πόδια και να » πεταχτείς στη γέεννα. Κι' αν το μάτι σου σού φέρ- » νει πειρασμό, βγάλ' το• καλύτερά σου μ' ένα μάτι » νάμπεις στου Θεού τη βασιλεία, παρά διο μάτια » νάχεις και να πεταχτείς στη γέεννα, όπου το σκου- » λήκι τους δεν παύει κι’ η φωτιά δε σβύνει. Γιατί ο » καθένας με φωτιά θ' αλατιστεί. Καλό τ' αλάτι• μα » αν τ' αλάτι γίνει ανάλατο, με τι θενάν τ' αρτύστε; » Έχετε μέσα σας αλάτι, κι’ ειρήνη μεταξύ σας».

41. Κι' από κει σηκώθηκε και πάει στα σύνορα της [10] Ιουδαίας πέρα από τον Ιορδάνη, και πηγαίνουνε σω- ρός πάλι πλήθη κοντά του, κι’ όπως συνείθιζε τους δίδασκε ξανά. Και πήγανε Φαρισαίοι και τόνε ρωτού- σαν «Α μπορεί άντρας να χωρίσει γυναίκα», δοκι- μάζοντάς τον. Κι' εκείνος αποκρίθη και τους είπε «Τι » σας πρόσταξε ο Μωυσής;» Κι' αυτοί είπαν «Αφί- » νει ο Μωυσής να γράψεις χωρισοχάρτι και ναν τη » χωρίσεις». Κι' ο Ιησούς τους είπε «Σύφωνα με τη » σκληροκαρδιά σας σάς έγραψε αυτή την εντολή• » όμως από την αρχή της πλάσης ασερνικό και θηλυ- » κό τους έκανε [ο Θεός]. _ Γι' αυτό θα παραιτήσει ο » άνθρωπος πατέρα και μητέρα και θα γίνουν οι διο » μια σάρκα. Έτσι δεν είναι πια διο παρά μια σάρκα. » Ό,τι λοιπόν ζευγάρωσε ο Θεός, ας μη χωρίζει ο » άνθρωπος». Και στο σπίτι πάλι τόνε ρωτούσαν οι μαθητάδες του. Και τους λέει «Όπιος χωρίσει τη » γυναίκα του κι’ άλλη παντρευτεί, τη μοιχεύει• κι’ αν » αυτή χωρίσει τον άντρα της κι’ άλλον παντρευτεί, » μοιχεύεται».

Και του φέρανε μερικά παιδάκια για ναν τους βά- λει τα χέρια του απάνου• κι’ οι μαθητάδες τούς μά- λωναν. Και σαν τόδε ο Ιησούς, αγανάχτησε και τους είπε «Αφίστε τα παιδάκια κι’ ας έρχουνται κοντά » μου, μην τ' αμποδίζετε• γιατί των τέτιων είναι η » βασιλεία του Θεού. Αλήθια σας λέω, όπιος δε δεχτεί » τη βασιλεία του Θεού σαν παιδάκι, δε θα μπει μέ- » σα». Κι' αφού τ' αγκάλιασε, τους έβαλε τα χέρια του απάνου και τα πολυβλογούσε

42. Κι' ό,τι έβγαινε ταξίδι, έτρεξε ένας κοντά του, και γονατίζοντας μπροστά του τόνε ρώταε «Κα- » λέ μου δάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω » ζωή παντοτινή;» Κι' ο Ιησούς του είπε «Γιατί με » λες καλόν; Κανείς καλός, εξόν ένας, ο Θεός. Τις » εντολές τις ξέρεις. _ Μη σκοτώνεις, μη μοιχεύεις, μην » κλέβεις, μην ψευτομαρτυράς, μην κατακρατείς, τίμα » τον πατέρα σου και τη μητέρα». Κι' εκείνος τούπε « Δάσκαλε, όλα αυτά τα φύλαξα από νέος». Κι' ο Ιησούς τον κοίταξε, και τόνε συμπάθησε και τούπε « Ένα σου λείπει. Πήγαινε, όσα έχεις πούλησ' τα και » δώσ' τα σε φτωχούς — και θα θησαυρίσεις στον ου- » ρανό — κι’ έλα ακολούθα με». Κι' εκείνος σκυθρώ- πασε με το λόγο κι’ έφυγε λυπημένος• γιατί είχε πλού- τη πολλά. Κι' ο Ιησούς κοίταξε γύρω και λέει στους μαθητάδες του πως «Δύσκολα θα μπουν οι πλούσιοι » στη βασιλεία του Θεού». Κι' οι μαθητάδες του απορούσανε με τα λόγια του. Κι' ο Ιησούς αποκρίθη πάλι και τους λέει «Παιδιά μου» πως «δύσκολο να » μπεις στη βασιλεία του Θεού. Ευκολώτερα περνά » γκαμήλα από βελόνας μάτι παρ' ό,τι μπαίνει πλού- » σιος στη βασιλεία του Θεού». Κι' εκείνοι πιο πολύ σαστίζανε και τούλεγαν «Και πιος μπορεί να σωθεί;» Τους κοίταξε ο Ιησούς και λέει «Με τους ανθρώπους » αδύνατο, όμως όχι με το Θεό• γιατί τα πάντα δυ- » νατά με το Θεό». Άρχισε ο Πέτρος και τούλεγε « Νά, εμείς αφήκαμε τα πάντα και σ' ακολουθήσαμε». Είπε ο Ιησούς «Αληθινά σας λέω, κανένας δεν » αφήκε σπίτι ή αδερφούς ή αδερφές ή μητέρα ή πα- » τέρα ή παιδιά ή χωράφια για μένα και για το καλό » το μήνημα, και να μη λάβει εκατοντάδιπλα τώρα » σ' ετούτον τον καιρό — σπίτια κι’ αδερφούς κι’ αδερ- » φές και μητέρες και παιδιά και χωράφια μαζί με » καταδρομές — , και στον αιώνα πούρχεται ζωή παν- » τοτινή. Και πολλοί θα γίνουν πρώτοι τελευταίοι, » κι’ οι τελευταίοι πρώτοι».

Κι' είχαν πάρει το δρόμο κι’ ανεβαίνανε στα Ιερο- σόλυμα — κι’ ο Ιησούς προχωρούσε ομπρός — και τους είχε ζάλη, και φοβισμένοι ακολουθούσαν οι λοιποί. Και παίρνοντας πάλι τους δώδεκα άρχισε και τους έλεγε τα όσα είτανε να πάθει• πως «Νά ανεβαίνουμε » στα Ιεροσόλυμα, κι’ ο γιος τ' ανθρώπου θα παρα- » δοθεί στους πρωτοπαπάδες και στους διαβασμένους, » και θαν τον καταδικάσουνε σε θάνατο, και θαν τον » παραδώκουνε στους εθνικούς, και θαν τον περιπαί- » ξουνε και φτύσουν και βουρδουλίσουν και σκοτώσουν, » και τρεις μέρες κατόπι θ' αναστηθεί».

Και πηγαίνουν ο Ιάκωβος κι’ ο Ιωάνης, οι διο οι γιοι του Ζεβεδαίου, και του λένε «Δάσκαλε, θέλουμε » ό,τι σου ζητήσουμε να μας κάνεις». Κι' εκείνος τους είπε «Τι θέτε να σας κάνω;» Κι' εκείνοι τούπανε « Δώσ' μας να καθήσουμε ένας δεξιά κι’ ένας αριστερά » σου μέσα στη δόξα σου». Κι' ο Ιησούς τους είπε » Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι » που πίνω εγώ, ή το βάφτισμα που εγώ βαφτίζουμαι » να βαφτιστήτε;» Κι' εκείνοι τούπανε «Μπορούμε». Κ' ο Ιησούς τους είπε «Το ποτήρι εγώ που πίνω θαν » το πιείτε, και το βάφτισμα που εγώ βαφτίζουμαι » θα βαφτιστήτε• μα το να καθήστε δεξιά ή αριστερά » μου δεν είναι στο χέρι μου να δώκω εξόνε σ' όσους » ορίστηκε». Και σαν τ' άκουσαν οι δέκα, άρχισαν κι’ αγανακτούσανε για τον Ιάκωβο και τον Ιωάνη. Κι' ο Ιησούς τους έκραξε και τους λέει «Ξέρετε πως όσοι » τάχα είναι αρχηγοί των εθνικών τους ορίζουν, κι’ οι » μεγάλοι τους τούς ξουσιάζουν. Όχι όμως έτσι μ' ε- » σάς• μόνε όπιος θέλει μεγάλος σας να γίνει, ας γίνει » δούλος σας• κι’ όπιος θέλει πρώτος σας να γίνει, ας » γίνει σ' όλους σκλάβος. Γιατί κι’ ο γιος τ' ανθρώπου » δεν ήρθε ναν τόνε δουλέψουν, μόνε να δουλέψει και » να δώκει τη ζωή του ξαγορά πολλών».

43. Κι' έρχουνται στην Ιερειχώ. Κι' ενώ έβγαινε από την Ιερειχώ, [καθώς] κι’ οι μαθητάδες του και πλήθος αρκετό, ο γιος του Τιμαίου (ο Βαρτίμαιος), τυφλός ζητιάνος, κάθουνταν κοντά στο δρόμο• και σαν άκουσε πως ο Ιησούς είναι ο Ναζαρηνός, άρχισε να φωνάζει και να λέει «Γιε του Δαυείδ Ιησού, σπλα- » χνίσου με». Και τόνε μάλωναν πολλοί να σωπάσει. Μα εκείνος πολύ περισσότερο φώναζε «Γιε του Δαυείδ, » σπλαχνίσου με». Κι' ο Ιησούς στάθηκε κι’ είπε « Κράξτε τον». Και κράζουν τον τυφλό και του λένε « Θάρρος, σήκω, σε κράζει». Κι' εκείνος πετώντας πέρα το ρούχο του, πήδησε απάνου και πήγε στον Ιησού. Κι' ο Ιησούς τ' απάντησε κι’ είπε «Τι θέλεις » να σου κάνω;» Κι' ο τυφλός του είπε «Ραββεί μου, » να βρω το φως μου». Κι' ο Ιησούς του είπε «Πή- » γαινε, η πίστη σου σε γλύτωσε». Κι' αμέσως βρήκε το φως του, και τον ακολούθησε στο ταξίδι.

44. Κι' ό,τι φτάνουνε στα Ιεροσόλυμα. στη Βηδ-[11] φαγή και Βηθανία, κοντά στο Ελιοβούνι, στέλνει διο του μαθητάδες και τους λέει «Πηγαίνετε στο χωριό » τ' αντίκρυ σας• κι’ αμέσως ό,τι μπαίνετε θα βρείτε » ονάρι δεμένο π' άνθρωπος κανείς ακόμα δεν κάθησε• » λύστε το και φέρτε το. Κι' αν κανείς σας πει Αυτό » γιατί το κάνετε, ναν του πείτε Ο αφέντης το » χρειάζεται, κι’ ευτύς το στέλνει πίσω εδώ». Και πήγαν και βρήκαν ονάρι δεμένο στη μπασιά κοντά- όξω, στο δρόμο απάνου — και το λύνουν. Και μερικοί από τους εκεί τους λέγανε «Τι κάνετε που λύνετε » τ' ονάρι;» Κι' αυτοί τους είπαν όπως είπε ο Ιη- σούς, και τους άφισαν. Και φέρνουνε τ' ονάρι στον Ιησού, και βάζουνε στ' ονάρι απάνου τα φορέματά τους κι’ έκατσε. Και πολλοί έστρωσαν τα δικά τους φορέματα στο δρόμο, κι’ άλλοι φυλλώματα πούκοψαν από τους κάμπους, κι’ όσοι πήγαιναν ομπρός του κι’ οι κατόπι φώναζαν «Ωσαννά. Βλογητός αυτός που » φτάνει στ' όνομα του Κυρίου. Βλογημένη η βασι- » λεία που φτάνει του πατέρα μας Δαυείδ. Ωσαννά » στα ύψιστα». Και μπήκε στα Ιεροσόλυμα στο ναό• κι’ αφού ξέτασε τα πάντα, όντας πια βράδυ, βγήκε στη Βηθανία μαζί με τους δώδεκα.

45. Και την κατοπινή τη μέρα, σα βγήκαν από τη Βηθανία, πείνασε, κι’ από πέρα βλέποντας συκιά με φύλλα, πήγε μήπως τάχα βρει τίποτα, και σαν έφτασε κοντά της δε βρήκε τίποτα παρά φύλλα• γιατί ο και- ρός δεν είτανε των σύκων. Κι' αποκρίθη και της είπε « Κανένας στον αιώνα πια από σένα να μη φάει καρ- » πό». Κι' οι μαθητάδες του ακούγανε.

Κι' έρχουνται στα Ιεροσόλυμα. Και σα μπήκε στο ναό, άρχισε να βγάζει όξω όσους αγοροπουλούσαν μέσα στο ναό, κι’ αναποδογύρισε τα τραπέζια των σαράφηδων και τους πάγκους των περιστεράδων, και δεν άφινε να κουβαλεί πράμα κανείς μέσ' από το ναό. Και δίδασκε κι’ έλεγε «Δεν είναι γραμένο πως _ Τον » οίκο μου οίκο προσευχής θαν τον κράξουνε για όλα » τα έθνη _ ; Μα εσείς τον κάνατε κλεφτοσπηλιά». Κι' άκουσαν οι πρωτοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι και γύ- ρευαν πώς ναν τον καταστρέψουνε• γιατί τόνε φοβούν- ταν, τι με τη διδαχή του σάστιζε όλος ο λαός. Και σα βράδιασε, βγαίνανε όξω από τη χώρα.

46. Και περνώντας το πρωί, είδαν τη συκιά ξερή σύρριζα. Κι' ο Πέτρος θυμήθηκε και του λέει «Ραβ- » βεί, κοίτα• η συκιά που καταράστηκες ξεράθηκε». Κι' αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους λέει «Έχετε πί- » στη στο Θεό. Αληθινά σας λέω, πως όπιος πει εκεί- » νου εκεί του βουνού Σήκω και πέσε στο γιαλό, και » δεν κοντοσταθεί μέσ' στην καρδιά του, μόνε ό,τι λέει » πιστέψει το πως γίνεται, θαν του γενεί. Για τούτο » σας λέω• όλα όσα γυρεύετε στην προσευκή σας πι- » στεύετε πως τα λάβατε, και θα σας γίνουν. Και σα » στέκετε και προσεύκεστε, συχωρνάτε αν έχετε με » κανέναν τίποτα, για να συχωρέσει τα φταιξίματά » σας κι’ ο πατέρας σας πούναι στα ουράνια».

Κι' έρχουνται πάλι στα Ιεροσόλυμα. Κι' ενώ περ- πάταε μέσα στο ναό, παν οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δια- βασμένοι κι οι δημογερόντοι και τούλεγαν «Με πια » εξουσία κάνεις αυτά; ή πιος σούδωκε αυτή την εξου- » σία, να κάνεις αυτά;» Κι' ο Ιησούς τους είπε «Θα » σας ρωτήσω ένα λόγο κι’ αποκριθείτε μου, και θα » σας πω αυτά με πια εξουσία τα κάνω. Το βάφτι- » σμα του Ιωάνη από τον ουρανό είταν ή από ανθρώ- » πους; Αποκριθείτε μου». Και μεταξύ τους συλλο- γιούνταν κι’ έλεγαν «Αν πούμε από τον ουρανό, θα » πει γιατί λοιπόν δεν τον πιστέψατε; Μα να πούμε » από ανθρώπους», φοβούνταν το λαό, γιατί είχαν όλοι τον Ιωάνη πως είταν αληθινά προφήτης. Κι' α- πάντησαν του Ιησού και λένε «Δεν το ξέρουμε». Κι' ο Ιησούς τους λέει «Μήτε κι’ εγώ δε σας λέω με » πια εξουσία κάνω αυτά».

Κι' άρχισε και τους μιλούσε με παραβολές. «Ένας[12] » άνθρωπος φύτεψε αμπέλι, και τούβαλε τριγύρω φρά- » χτη κι’ έσκαψε από κάτου ληνό κι’ έχτισε [από πά- » νου] πύργο, και το νοίκιασε σε γεωργούς και μίσεψε. » Κι' έστειλε στους γεωργούς σαν ήρθε η ώρα σκλάβο » για να πάρει από τους γεωργούς μέρος τ' αμπελό- » καρπου. Κι' εκείνοι πιάνοντάς τον τόνε δείρανε και » τόνε στείλανε εύκαιρο. Και ξανά τους έστειλε άλλο » σκλάβο, και τούσπασαν κι’ εκείνου το κεφάλι και » τόνε ντρόπιασαν. Κι' έστειλε άλλον, και τον έσφαξαν » κι’ εκείνον, και πολλούς άλλους, άλλους δαίρνοντας » κι’ άλλους σκοτώνοντας. Είχε ένα γιο του ακόμα » αγαπημένο• τον έστειλε τους τελευταίο λέγοντας » πως Θα σεβαστούν το γιο μου. Όμως εκείνοι οι γεωρ- » γοί μεταξύ τους είπαν πως Αυτός είναι ο κληρονό- » μος• ελάτε ας τον σκοτώσουμε, και δική μας θάναι » η κληρονομιά. Και πιάνοντάς τον τόνε σκότωσαν » και τον πετάξανε όξω από τ' αμπέλι. Τι θα κάνει ο » νοικοκύρης τ' αμπελιού; Θάρθει και θα ξολοθρέψει » τους γεωργούς, και τ' αμπέλι θα νοικιάσει σ' άλλους. » Μηδ' αυτή τη γραφή δεν τη διαβάσατε _ Πέτρα » π' απόρριψαν οι χτίστες έγινε αγκωνάρι• από τον » Κύριο έγινε κι’ είναι θαμαστή στα μάτια μας; _ » Και ζητούσανε ναν τον πιάσουν — και φοβήθηκαν το λαό — γιατί ένιωσαν πως γι' αυτούς την είπε την παρα- βολή. Και τον αφήκαν κι’ έφυγαν.

47. Και του στέλνουνε μερικούς Φαρισαίους κι’ Η- ρωδιανούς για ναν τον παγιδέψουνε με λόγια. Κι' ήρθαν και του λένε «Δάσκαλε, ξέρουμε πως είσαι » αληθινός, και δε σε μέλει τίποτα, τι δεν κοιτάς » ανθρώπους παρά με την αλήθια διδάσκεις το λόγο » του Θεού. Έχουμε άδια να δώσουμε του Καίσαρα » φόρο ή όχι; να δώσουμε ή να μη δώσουμε;» Κι' εκείνος ένιωσε την πονηριά τους και τους είπε «Τι με » δοκιμάζετε; Φέρτε μου δηνάρι να δω». Κι' εκείνοι φέρανε. Και τους λέει «Πιανού 'ναι ετούτη η ζου- » γραφιά κ' η επιγραφή;» Κι' εκείνοι τούπανε «Του » Καίσαρα». Κι ο Ιησούς είπε «Ό,τι είναι του Καί- » σαρα δώστε πίσω στον Καίσαρα και ό,τι είναι του » Θεού στο Θεό». Κι' απόμειναν εξτατικοί μαζί του.

Και πάνε στον Ιησού Σαδδουκαίοι, που λένε δεν υπάρχει ανάσταση, και τόνε ρωτούσαν κι’ είπαν «Δά- » σκαλε, ο Μωυσής μας έγραψε, πως _ Αν κανενός » πεθάνει ο αδερφός κι’ αφίσει γυναίκα και δεν αφί- » σει παιδί, να παίρνει ο αδερφός του τη γυναίκα και » ναν του βγάζει σπέρμα τ' αδερφού του _ . Είτανε εφτά » αδερφοί. Κι ο πρώτος πήρε γυναίκα, και στο θάνα- » τό του δεν αφήκε σπέρμα• και την πήρε ο δεύτερος » και πέθανε δίχως ν' αφήκει σπέρμα• κι’ ο τρίτος το » ίδιο. Και σπέρμα δεν αφήκαν κι’ οι εφτά. Ύστερα » απ' όλους πέθανε κι’ η γυναίκα. Στην ανάσταση » πιανού τους θα γενεί γυναίκα; Γιατί οι εφτά την » είχανε γυναίκα». Τους είπε ο Ιησούς «Δε σφάλ- » λετε για τούτο, γιατί δε νιώθετε τις Γραφές μήτε » τη δύναμη του Θεού; Γιατί όταν αναστηθούν από » τους νεκρούς, μήτε γυναίκες παίρνουνε μήτ' άντρες, » μόνε είναι καθώς των ουρανών οι άγγελοι. Και για » τους νεκρούς πως ανασταίνουνται, δε διαβάσατε μέ- » σα στη βίβλο του Μωυσή, στο μέρος του βάτου, » πως του είπε ο Θεός λέγοντας _ Εγώ ο Θεός του » Αβραάμ και Θεός του Ισαάκ και Θεός τον Ιακώβ _ . » Δεν είναι Θεός νεκρώνε, μόνε ζωντανών. Σφάλλετε » πολύ».

Και πήγε ένας διαβασμένος π' άκουσε σα συζη- τούσανε, γνωρίζοντας πως καλά τους απάντησε, και τόνε ρώτησε «Πια εντολή 'ναι πρώτη απ' όλες;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς πως «Πρώτη είναι _ Άκου, Ισ- » ραήλ. Κύριος ο Θεός μας ένας Κύριος είναι. Κι' » Αγάπα τον Κύριο το Θεό σου μ' όλη σου την καρ- » διά και μ' όλη σου την ψυχή και μ' όλο σου το νου » και μ' όλη σου τη δύναμη_. Και δεύτερη αυτή _Αγά- » πα το γείτονά σου ίσα με τον εαυτό σου_. Μεγαλύ- » τερή τους άλλη εντολή δεν έχει». Τούπε ο διαβα- σμένος «Καλά, δάσκαλε, αληθινά είπες πως ένας εί- » ναι κι’ άλλος δεν υπάρχει παρ' αυτός. Και το ναν » τον αγαπάς μ' όλη την καρδιά και μ' όλη τη γνώση » και μ' όλη τη δύναμη, και το ν' αγαπάς το γείτονα » ίσα με τον εαυτό σου, πιο πολύ 'ναι παρά κάθε όλο- » καύτωμα και θυσία». Κι' ο Ιησούς σαν τον είδε πως γνωστικά αποκρίθη, τούπε «Μακριά δεν είσαι από » τη βασιλεία του Θεού». Και κανείς πια δεν τολ- μούσε ναν τόνε ρωτήσει.

Κι' ο Ιησούς αποκρίθη κι’ έλεγε διδάσκοντας μέσα στο ναό «Πώς λένε οι διαβασμένοι πως ο Χριστός » είναι γιος του Δαυείδ; Ο ίδιος ο Δαυείδ είπε με » το πνέμα τ' άγιο _ Είπε ο αφέντης στον αφέντη μου » Κάθου δεξιά μου ως που να βάλω τους εχτρούς σου » κάτου από τα πόδια σου _ . Ο ίδιος ο Δαυείδ τον κρά- » ζει αφέντη, και πως είναι γιος του;» Κι' ο πολύς λαός τον άκουε με χαρά.

Κι' έλεγε στη διδαχή του «Προσέχετε από τους » διαβασμένους, που θέλουν το να περπατούνε με στο- » λές, και χαιρετισμούς στις αγορές, και πρωτοστά- » σιδα μέσα στα συναγώγια και πρωτοκαθίσματα στα » δείπνα. Αυτοί που τρων τα σπίτια των χηρών και « τάχα κάνουν προσευκές μεγάλες, αυτοί θα λάβουν » περισσότερη ποινή».

48. Και κάθησε αντίκρυ στο ταμείο του ναού, και θωρούσε πώς ο λαός ρήχνει τ' οβολό του στο ταμείο. Και πολλοί πλούσιοι ρήχνανε πολλά. Κι' ήρθε μια χήρα φτωχιά κι έρρηξε διο λιανά, πούναι ένας κο- δράντης. Και κράζοντας τους μαθητάδες του τους είπε «Αληθινά σας λέω, πως η χήρα αυτή η φτωχιά » παραπάνου απ' όλους έρρηξε που ρήχνουνε στο τα- » μείο. Γιατί όλοι από το περίσσεμά τους έρρηξαν » μα αυτή από το υστέρημά της όλα τάρρηξε όσα » είχε, όλο της το βιος».

49. Κι' ενώ έβγαινε από το ναό, του λέει ένας μα-[13] θητής του «Δάσκαλε, κοίτα τι μάρμαρα και τι χτί- » ρια». Κι' ο Ιησούς του είπε «Βλέπεις αυτά τα » μεγάλα χτίρια; Πέτρα σε πέτρα απάνου εδώ δε » θ' αφεθεί που να μην γκρεμιστεί».

Κι' ενώ καθότανε στο Ελιοβούνι, αντίκρυ στο ναό, τόνε ρωτούσε χώρια ο Πέτρος κι’ ο Ιάκωβος κι’ ο Ιωάνης κι’ ο Αντρέας «Πες μας, πότε αυτά θα γί- » νουν και πιο το σημάδι όταν είναι ν' αληθέψουν όλα » αυτά;» Κι' ο Ιησούς άρχισε και τους έλεγε «Κοι- » τάξτε μη σας πλανέσει κανείς. Πολλοί θαρθούνε στ' » όνομά μου λέγοντας πως Εγώ 'μαι, και πολλούς » θα πλανέσουν. Κι' όταν ακούτε πολέμους και φήμες » πολέμων, μην ταράττεστε• πρέπει να γίνουνε, μα το » τέλος όχι ακόμα. Τι θα σηκωθεί έθνος να χτυπήσει » έθνος και βασιλεία να χτυπήσει βασιλεία, θα γίνουνε » σεισμοί εδώ κι’ εκεί, θα γίνουν πείνες• αρχή πόνων » αυτά. Μονάχα εσείς φυλάγεστε• θα σας παραδώσουνε » σε συνόδους και συναγώγια, θα σας δείρουν, και » μπροστά σ' αρχηγούς και βασιλιάδες θα σταθείτε για » μένα, έτσι για να φωτιστούν. Και σ' όλους τους » εθνικούς πρέπει πρώτα να κηρυχτεί το καλό το μή- » νημα. Κι' όταν παραδίνοντάς σας σάς πηγαίνουν, » μη φροντίζετε πριν τι θα μιλήστε, μόνε ό,τι σας » δοθεί την ώρα εκείνη, αυτό να μιλήστε• τι δε μιλείτε » εσείς, μόνε το πνέμα τ' άγιο. Και θα παραδώσει » αδερφός αδερφό για θάνατο και πατέρας παιδί• και » θα σηκωθούν παιδιά να χτυπήσουνε γονέους και θαν » τους θανατώσουν. Κι' όλοι για τ' όνομά μου θα σας » μισούν• μα όπιος κάνει απομονή ως στο τέλος, αυτός » θα σωθεί.

» Και σα δείτε του ρημαγμού το σίχαμα και στέ- » κει όπου δεν πρέπει (όπιος διαβάζει ας εννοεί), τότες » οι μέσα στην Ιουδαία ας φεύγουνε στα όρη, ο στο » δώμα απάνου ας μην κατέβει μήτ' ας μπει τίποτα » να πάρει από το σπίτι του, κι’ εκείνος στο χωράφι » ας μη γυρίσει πίσω να πάρει το ρούχο του. Κι' αλί- » μονο στις έγκυες κι’ όσες βυζαίνουν τότες. Και προ- » σεύκεστε να μην τύχει το χειμώνα. Γιατί θα γίνει » τότες συφορά, τέτια που δεν έγινε όμια από την » αρχή της πλάσης πούπλασε ο Θεός ως τώρα, κι’ ού- » τε θα γενεί. Και να μη θε κολοβώσει ο Κύριος τις » μέρες, σάρκα δε θα γλύτωνε• μόνε για τους εκλε- » χτούς [του] πούκλεξε, κολόβωσε τις μέρες. Και τότες » αν κανείς σας πει Νά εδώ ο Χριστός και να εκεί, » μην πιστεύετε. Τι θα φανούν ψευτόχριστοι και ψευ- » τοπροφήτες και θα δείξουνε σημάδια και τέρατα με » σκοπό να πλανέσουν, α γίνεται, τους εκλεχτούς. Μα » εσείς προσέχετε• σας τάπα πριν όλα. Όμως εκείνες » τις μέρες, στερνά απ' αυτή τη συφορά, θα σκοτει- » νιάσει ο ήλιος, και το φως της δε θα δώσει η σελήνη, » και θα πέφτουν τ' άστρα από τον ουρανό, και στα » ουράνια η κάθε δύναμη θα κλονιστεί. Και τότες » θενά δουν το γιο τ' ανθρώπου που θα φτάνει μέσ' σε » σύννεφα με δύναμη πολλή και δόξα. Και θα στείλει » τότες τους αγγέλους, και τους εκλεχτούς του θα μα- » ζέψει από τους τέσσερεις ανέμους, απ' άκρη γης ως » άκρη ουρανού. Μόνε από τη συκιά μάθετε την παρα- » βολή. Όταν πια απαλύνει το κλαρί της και τα » φύλλα βγουν, ξέρουν πως κοντά το καλοκαίρι• έτσι » κι’ εσείς σα δείτε αυτά και γίνουνται, να ξέρετε πως » κοντά 'ναι, στη μπασιά μπροστά. Αληθινά σας » λέω, πως αυτή δε θα περάσει η γενεά πρι γίνουν » όλα αυτά. Ο ουρανός κι’ η γη θενά περάσουν, όμως » τα λόγια μου δε θα περάσουν.

50. » Κι' όσο για κείνη την ημέρα κι’ ώρα, δεν τήνε » ξέρει κανείς, μήτ' άγγελος στον ουρανό μήτ' ο γιος, » εξόν ο πατέρας. Προσέχετε, αγρυπνάτε• γιατί δεν » κατέχετε πότε είναι ο καιρός. Σαν άνθρωπος ξενιτε- » μένος, π' άφισε το σπίτι του κι’ έδωκε στους σκλά- » βους του την εξουσία, στον καθένα τη δουλιά του, » και πρόσταξε το θυρωρό το ν' αγρυπνά• αγρυπνάτε » λοιπόν, τι δεν κατέχετε πότε φτάνει ο νοικοκύρης, » ή αργά ή μεσάνυχτα ή με του πετεινού το λάλημα » ή πρωί, μήπως άξαφνα έρθει και σας βρει κοιμισμέ- » νους. Κι' ό,τι εσάς σας λέω, σ' όλους το λέω• αγρυ- » πνάτε».

Κι' είτανε σε διο μέρες το πάσκα και τ' άζυμα, και [14] ζητούσανε οι πρωτοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι πώς ναν τον πιάσουνε με πονηριά και ναν τόνε σκοτώσουν. Τι λέγανε «Όχι τη σκόλη, μήπως γίνει ταραχή του » λαού».