Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο
Part 7
Κι' έλεγε «Με τι να πούμε μιάζει η βασιλεία » του Θεού; ή με πια παραβολή ναν τη παραβά- » λουμε; Σα με σπυρί σινάπι π' ότα σπαρθεί στη γη, » αν κι’ είναι ο πιο μικρός απ' όλους τους σπόρους » της γης, μα σα σπαρθεί βγαίνει και ξεπερνάει τα » χόρτα όλα και κάνει κλάδους μεγάλους, τόσο που » μπορούνε στον ήσκιο του και φωλιάζουν τα πετού- » μενα τ' ουρανού».
Και με τέτιες παραβολές πολλές τους μιλούσε το λόγο, καθώς μπορούσανε ν' ακούν• και χωρίς παρα- βολή δεν τους μιλούσε, μα χώρια στους δικούς του μαθητάδες τα ξηγούσε όλα.
19. Και τους λέει σα βράδιασε εκείνη τη μέρα « Ας διαβούμε αντίπερα». Και παραιτώντας το πλήθος, τον παίρνουνε μαζί έτσι όπως είτανε μέσα στο καράβι. Κι' είτανε μαζί του κι’ άλλα καράβια. Και γίνεται μεγάλη ανεμοζάλη, και τα κύματα πη- δούσανε στο καράβι, τόσο που πια γιόμιζε το κα- ράβι. Κι' είταν αυτός στην πρύμη, στο προσκεφάλι απάνου, κοιμισμένος. Και τόνε σηκώνουν και του λένε «Δάσκαλε, δε σε μέλει που χανόμαστε;» Και σηκώθηκε και μάλωσε τον άνεμο, κι’ είπε της λίμνης « Σώπα, βουβάσου». Και κόπηκε ο άνεμος κι’ έγινε καλοσύνη μεγάλη. Και τους είπε «Γιατί είστε δει- λοί; δεν έχετε ακόμα πίστη;» Και φοβηθήκανε φόβο μεγάλο, κι’ έλεγαν ένας με τον άλλο «Πιος άραγε » είναι αυτός που κι’ ο άνεμος κι’ η λίμνη τον » ακούν;»
Και πήγε αντίπερα της λίμνης στον τόπο των Γε- [5] ρασηνών. 20. Κι' άμα βγήκε από το καράβι, απάν- τησε από τα μνήματα άνθρωπο με πνέμα ακάθαρτο που κατοικούσε τα μνήματα. Κι' ούτε μ' αλυσίδα δε μπορούσε πια κανείς ναν τόνε δέσει, γιατί πολλές φο- ρές τον έδεσαν με πεδούκλες κι’ αλυσίδες, κι’ έσπασε τις αλυσίδες, και τις πεδούκλες τις κομάτιασε, και κανείς δεν κατόρθωνε ναν τόνε δαμάσει, και παντο- τινά — νύχτα και μέρα — περνούσε στα μνήματα και στα βουνά, φωνάζοντας και κατακόβοντας τον εαυτό του στα λιθάρια. Κι' όταν είδε τον Ιησού από πέρα, έτρεξε και τον προσκύνησε και κράζοντας με φωνή μεγάλη λέει «Τι θέλεις από μένα, Ιησού γιε του Θεού » του ύψιστου; Σε ξορκίζω στο θεό, μη με τυραν- » νήσεις». Γιατί τούλεγε «Έβγα, εσύ το πνέμα τ' α- » κάθαρτο, από τον άνθρωπο». Και τόνε ρωτούσε « Τι 'ναι τ' όνομά σου;» Και του λέει «Λεγιώνα, » είναι τ' όνομά μου, γιατί είμαστε πολλοί». Και τον παρακαλούσαν παρακάλια πολλά να μην τους στείλει όξω από τον τόπο. Κι' είταν εκεί κοντά στο βουνό κοπάδι χοίροι μεγάλο πούβοσκε, και τον πα- ρακάλεσαν κι’ είπανε «Στείλε μας στους χοίρους να » μπούμε μέσα τους». Και τους άφισε. Και βγαί- νοντας, τα πνέματα τ' ακάθαρτα μπήκανε στους χοί- ρους, κι’ όρμησε το κοπάδι κάτου από το γκρεμό στη λίμνη ως διο χιλιάδες και πνιγόντουσαν μέσα στη λίμνη. Κι' οι βοσκοί τους έφυγαν κι’ έδωκαν την εί- δηση στη χώρα και στις εξοχές. Και βγήκανε να δουν τι έτυχε. Κι' έρχουνται στον Ιησού, και θω- ρούνε το δαιμονισμένο που καθότανε ντυμένος και γνωστικός, αυτόνε πούχε πριν το λεγιώνα, και φοβήθηκαν. Και τους δηγήθηκαν, όσοι είδαν, το τι έτυχε του δαιμονισμένου και την ιστορία των χοί- ρων. Κι' άρχισαν και τον παρακαλούσανε να φύγει από τα σύνορά τους. Κι' όταν έμπαινε στο καράβι, τον παρακαλούσε ο [πρι] δαιμονισμένος για να μείνει μαζί του. Και δεν τον άφισε, παρά του λέει «Σήρε » σπίτι στους δικούς σου, και φανέρωσέ τους όσα έκανε » σου ο Κύριος και σε σπλαχνίστη». Κι' έφυγε, κι’ άρχισε να κηρύχνει στη Δεκάπολη όσα τούκανε ο Ιη- σούς, κι’ απορούσαν όλοι.
21. Και σα διάβηκε με καράβι πάλι αντίπερα ο Ιησούς, μαζεύτηκε πλήθος πολύ κοντά του, κι’ εί- τανε σιμά στη λίμνη. Κι' έρχεται ένας αρχισυνά- γωγος μ' όνομα Ιάειρος, και σαν τον είδε πέφτει ομ- πρός στα πόδια του και τον παρακαλούσε πολλά, λέγοντας πως «Το κοριτσάκι μου βρίσκεται στο τέ- » λος του• έλα και βάλε τα χέρια απάνου της για » να σωθεί και ζήσει». Και πήγε μαζί του• και τον ακολουθούσε πλήθος πολύ και τόνε στενοχωρούσαν.
Και μια γυναίκα μ' αιμορραγία δώδεκα χρόνια, που τράβηξε από πολλούς γιατρούς πολλά και ξό- διασε όλα τα δικά της και δεν ωφελήθη τίποτα πα- ρά και χειροτέρεψε, σαν άκουσε για τον Ιησού πήγε μέσα στο πλήθος από πίσω κι’ άγγιξε το φόρεμά του• γιατί έλεγε πως «Τα φορέματά του καν ν' αγγίξω, θα » γλυτώσω». Κι' αμέσως στέρεψε η πηγή του αίμα- τός της κι’ ένιωσε στο κορμί της πως γιατρεύτη από το πάθος. Κι' ένιωσε μέσα του ο Ιησούς ευτύς τη δύ- ναμη που τούβγε, και γύρισε μέσα στο πλήθος κι’ έλεγε «Πιος μ' άγγιξε τα φορέματά [μου];» Και τούλεγαν οι μαθητάδες του «Βλέπεις το πλήθος που » σε στενοχωρεί και λες, πιος μ' άγγιξε;» Και κοί- ταζε γύρω για να δει αυτή που τόκανε. Κι' η γυ- ναίκα με φόβο και τρεμούλα, ξέροντας το τι της έτυχε, ήρθε κι’ έπεσε μπροστά του, και τούπε όλη την αλήθια. Κι' εκείνος της είπε «Κόρη μου, η πίστη » σου σε γλύτωσε• σήρε στο καλό, και νάσαι γιατρε- » μένη από το πάθος σου».
Κι' ενώ λαλούσε ακόμα, έρχουνται από τ' αρχι- συναγώγου και λεν πως «Η κόρη σου πέθανε• τι βα- » σανίζεις πια το δάσκαλο;» Κι' άκουσε κάπως ο Ιησούς το λόγο που λαλούσαν, και λέει τ' αρχισυνα- γώγου «Μη φοβάσαι, παρά πίστευε». Και δεν άφι- σε κανέναν ναν τόνε συνοδέψει εξόν τον Πέτρο, και τον Ιάκωβο, και τον Ιωάνη τον αδερφό του Ιακώ- βου. Κι' έρχουνται στο σπίτι τ' αρχισυναγώγου, και βλέπει ταραχή και πούκλαιγαν και ξεφωνούσαν τρο- μερά. Και μπήκε μέσα και τους λέει «Τι φωνάζετε » και κλαίτε; Το παιδί δεν πέθανε, παρά κοιμάται». Και τον περγελούσαν. Κι' εκείνος έβγαλε όλους όξω, και παίρνει τον πατέρα του παιδιού και τη μητέρα κι’ όσους είτανε μαζί του, και μπαίνει μέσα εκεί πού- ταν το κορίτσι. Και πιάνοντας του κοριτσιού το χέρι της λέει « _ Ταλειθά κουμ _ », που ξηγημένο θα πει « Κόρη μου — εσένα μιλώ — σήκω». Κι' αμέσως ση- κώθη το κορίτσι και περπάταε• γιατί είτανε δώδεκα χρονών. Και σάστισαν αμέσως σάστισμα μεγάλο. Και τους πρόσταξε πολλά, να μην το μάθει αυτό κανείς. Κι' είπε ναν της δώσουνε να φάει.
[6] 22. Και μίσεψε από κει και πηγαίνει στην πα- τρίδα του, και τον ακολουθούν οι μαθητάδες του. Και σαν ήρθε το σαββάτο, άρχισε και δίδασκε μέσα στα συναγώγι. Και σάστιζαν οι πιο πολλοί ακούον- τας και λέγανε «Από που σ' αυτόν αυτά; και πια η » σοφία που του δόθηκε και τα θάματα που τέτια » γίνουνται από τα χέρια του; Δεν είναι αυτός ο τε- » χνίτης, ο γιος της Μαρίας, κι’ αδερφός του Ιακώ- » βου κι’ Ιωσή κι’ Ιούδα και Σίμωνα; και δεν εί- » ναι οι αδερφές του εδώ μαζί μας;» Κι' αγανα- χτούσανε μαζί του. Κι' ο Ιησούς τους έλεγε πως « Ατίμητος προφήτης δεν υπάρχει εξόνε στην πα- » τρίδα του και στους δικούς του και στο σπίτι του». Και δε μπορούσε να κάνει εκεί κανένα θάμα, παρά λίγους αρρώστους πούβαλε απάνου τους τα χέρια και τους γιάτρεψε. Κι' απόρησε με την απιστία τους. 23. Και γύριζε κύκλω τα χωριά διδάσκοντας.
Και προσκαλεί τους δώδεκα, κι’ άρχισε ναν τους προβοδάει διο διο, και τους έδινε εξουσία ακάθαρτων πνεμάτων. Και τους παράγγειλε τίποτα να μην πά- ρουνε για το δρόμο παρά ραβδί μονάχα• όχι ψωμί, όχι ταγάρι, όχι χαλκό για το ζουνάρι, μόνε σαντα- λωμένοι, και να μη φορέσουνε διο ρούχα. Και τους έλεγε «Όπου μπείτε σε κανένα σπίτι, εκεί μένετε » ως που να μισέψτε. Κι' όπιος τόπος δε σας δεχτεί » μήτ' ακούσει, σα βγαίνετε τινάξτε το το χώμα το » κάτου από τα πόδια σας, έτσι για να φωτιστούν». Και βγήκαν και κηρύξανε να μετανιώνουν, κι’ έβγα- ζαν πολλά δαιμόνια, και με λάδι αλείφανε πολλούς αρρώστους και τους γιάτρευαν.
24. Κι' άκουσε ο βασιλέας Ηρώδης. Γιατί έγινε γνωστό τ' όνομά του, κι’ έλεγαν πως ο Ιωάνης ο βαφτιστής αναστήθηκε από τους νεκρούς και για τούτο του δουλεύουν τα θάματα, κι’ άλλοι έλεγαν πως ο Ηλίας είναι, κι’ άλλοι έλεγαν πως προφή- της, σαν ένας από τους προφήτες. Και σαν τ' άκουσε ο Ηρώδης, έλεγε «Εκείνος πούκοψα εγώ, ο Ιω- » άνης, αυτός αναστήθηκε». Τι ο ίδιος ο Ηρώ- δης έστειλε και σύλλαβε τον Ιωάνη και τόνε φυλά- κισε, αφορμή η Ηρωδιάδα, η γυναίκα του Φιλίππου τ' αδερφού του, γιατί την παντρεύτηκε. Γιατί έλεγε ο Ιωάνης του Ηρώδη πως «Σου 'ναι αμποδισμένο » νάχεις τη γυναίκα τ' αδερφού σου». Κι' η Ηρω- διάδα του το κράταε μέσα της κι’ ήθελε ναν τόνε σκοτώσει, και δε μπορούσε. Γιατί ο Ηρώδης φο- βούνταν τον Ιωάνη• γνωρίζοντάς τον άνθρωπο ενά- ρετο κι’ άγιο τον προστάτευε, και σαν τον άκουσε, υπερβολικά απορούσε, και τ' άρεσκε ναν τον ακούει. Και σαν έτυχε μια μέρα σκόλη, όταν ο Ηρώδης στα γεννέθλια του έκανε τραπέζι των αρχόντων του και χιλιάρχων και των πρώτων της Γαλιλαίας, και μπήκε η κόρη του η Ηρωδιάδα και χόρεψε, άρεσε στον Ηρώδη και στους καθισμένους μαζί του. Κι' είπε ο βασιλέας στο κορίτσι «Ζήτησέ μου ό,τι θέλεις, » και θα σ' το δώσω», και της ορκίστη πως «Ό,τι » μου ζητήσεις, θα σ' το δώσω, ως στο μισό μου βασί- » λειο». Και βγήκε κι’ είπε της μητέρας της «Τι να » ζητήσω;» Κι' αυτή είπε «Το κεφάλι του Ιωάνη » του βαφτιστή». Και πήγε αμέσως μέσα βιαστικά στο βασιλέα, και το ζήτησε λέγοντας «Θέλω να μου » δώκεις τώρα ευτύς σε δίσκο απάνου το κεφάλι του » Ιωάνη του βαφτιστή». Κι' ο βασιλέας καταλυ- πήθη, [όμως] για τους όρκους και τους προσκαλεσμέ- νους δε θέλησε ναν της αρνηθεί. Κι' έστειλε ευτύς ο βασιλέας κονταριστή και πρόσταξε να φέρει το κεφάλι του. Και πήγε και τον έκοψε μέσα στη φυ- λακή, κι’ έφερε το κεφάλι του σε δίσκο απάνου και τόδωκε της κόρης, κι’ η κόρη τόδωκε της μητέρας της. Και σαν τ' άκουσαν οι μαθητάδες του, πήγαν και πήρανε το λείψανό του και το βάλανε σε τάφο.
25. Και μαζεύουνται στον Ιησού κοντά οι από- στόλοι, και τον πληροφορήσανε όλα όσα άκουσαν κι’ όσα δίδαξαν. Και τους λέει «Ελάτε εσείς μονάχοι » χωριστά σ' έρημο μέρος και ξεκουραστήτε λίγο». Γιατί είταν όσοι πηγαινόρχουνταν πολλοί, κι’ ούτε να φάνε δεν ευκαιρούσαν. Και φύγανε με το καράβι σ' έ- ρημο μέρος χωριστά. Και τους είδανε πού πήγαιναν, και τους παρατήρησαν πολλοί. Και με τα πόδια απ' όλες τις χώρες έτρεξαν εκεί σωρός, και τους πρόκαναν. Και βγαίνοντας είδε πλήθος πολύ, και τους σπλαχνί- στηκε γιατί είτανε σαν πρόβατα δίχως βοσκό, κι’ άρ- χισε ναν τους διδάσκει πολλά. Κι' η ώρα πια σαν πέρασε, πήγαν οι μαθητάδες του και τούλεγαν πως « Το μέρος έρημο κι’ η ώρα πια πέρασε• σκόλασέ τους, » για να πάνε στις τριγύρω εξοχές και στα χωριά και » να ψωνίσουν τι να φάνε». Κι' εκείνος αποκρίθη και τους είπε «Δώστε τους εσείς να φάνε». Και του λένε « Να πάμε και ν' αγοράσουμε διακόσω δηναρίων ψω- » μιά, και ναν τους δώσουμε να φάνε;» Κι' εκείνος τους λέει «Πόσα ψωμιά έχετε; Πηγαίνετε κοιτάξτε». Κι' αφού κοίταξαν του λένε «Πέντε, και διο ψάρια». Και τους πρόσταξε ναν τους καθίσουν όλους παρέες παρέες απάνου στα χλωρά χορτάρια. Και κάθησαν κατεβατά κατεβατά, από εκατό κι’ από πενήντα. Και πήρε τα πέντε τα ψωμιά και τα διο τα ψάρια, και κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό τα βλόγησε, κι’ έ- κοψε κομάτια τα ψωμιά και τάδινε στους μαθητάδες του ναν τους τα βάλουνε μπροστά τους• και μοίρασε τα διο τα ψάρια σ' όλους. Κι' έφαγαν όλοι και χορ- τάσανε. Και σε κομάτια πήρανε δώδεκα κοφινιών γιομίσματα, κι από τα ψάρια. Κι είταν όσοι φάγανε τα ψωμιά ψυχές πέντε χιλιάδες.
26. Κι' αμέσως έκανε τους μαθητάδες του να μπούνε στο καράβι και να προχωρήσουν πριν αντίπερα κατά τη Βηθσαϊδάν, ενόσω αυτός σκολνά το πλήθος. Κι' αφού τους χωρίστηκε, πήγε στο βουνό να κάνει προσευκή. Κι' άμα βράδιασε, είταν το καράβι στη μέση της λίμνης κι’ εκείνος μοναχός του στην ξηρά. Και σαν είδε τους πως τυραννιούνται λάμνοντας- γιατί τους είτανε μπροστά ο άνεμος — , κατά την τέ- ταρτη νυχτοφρουρά πάει κοντά τους περπατώντας απάνου στη λίμνη, κι’ ήθελε ναν τους προσπεράσει. Κι' εκείνοι όταν τον είδανε στη λίμνη απάνου που περπάταε, νόμισαν πως είναι φάντασμα και φώναξαν τι όλοι τον είδαν και ταράχτηκαν. Κι' εκείνος ευτύς τους μίλησε και τους λέει «Θάρρος• εγώ είμαι, μη » φοβάστε». Κι' ανέβηκε κοντά τους στο καράβι, και κόπηκε ο άνεμος. Κι' υπερβολικά σαστίζανε μέσα τους• γιατί δεν ένιωσαν τότες με τα ψωμιά, παρά η καρδιά τους είταν πετρωμένη.
27. Και περνώντας [τη λίμνη] πέρα ως στην ξηρά, ήρθανε στη Γεννησαρέθ κι’ αράξανε. Και σα βγήκαν από το καράβι, ευτύς τον αναγνώρισαν, κι’ έτρεξαν τριγύρω σ' όλον τον τόπο εκείνο, κι’ άρχισαν απά- νου στα κλινάρια να περιφέρουν τους αρρώστους όπου ακούγανε πως βρίσκεται. Κι' όπου κι’ αν έμπαινε- σε χωριά ή σε πολιτείες ή σ' εξοχές — απίθωναν μέσα στην αγορά τους αρρώστους και τον παρακαλούσανε ν' αγγίξουν καν την άκρη του ρούχου του, κι’ όσοι τον αγγίξανε γλυτώσανε.
[7] 28. Και συνάζουνται κοντά του οι Φαρισαίοι και μερικοί διαβασμένοι πούρθανε από τα Ιεροσόλυμα. Κι' όταν είδανε μερικούς μαθητάδες του πως με χέ- ρια ακάθαρτα, δηλαδή άνιφτα, τρων ψωμί (γιατί οι Φαρισαίοι κι’ όλοι οι Ιουδαίοι, α με τη χούφτα δε νίψουν τα χέρια, δεν τρώνε, φυλάγοντας τα πατρο- παράδοτα• κι’ από την αγορά, α δε ραντιστούν, δεν τρων κι’ έχει πολλά άλλα που παραλάβανε να φυ- λάνε, πλυσίματα ποτηριών και λεβετιών και χαλκω- μάτων), και τόνε ρωτούν οι Φαρισαίοι κι’ οι διαβασμέ- νοι «Γιατί δεν παν οι μαθητάδες σου με τα πατρο- » παράδοτα, παρά με χέρια ακάθαρτα τρων ψωμί;» Κι' εκείνος τους είπε «Καλά προφήτεψε για σας τους » υποκριτάδες ο Ησαΐας, όπως είναι γραμένο, πως » _ Ο λαός αυτός με τα χείλη με τιμά, μα η καρδιά » τους βρίσκεται μακριά από μένα. Και ψεύτικα με » προσκυνούν, που οι διδαχές τους που διδάσκουν » ανθρώπων είναι παραγγέλματα _ . Αφίνοντας την εν- » τολή του Θεού φυλάτε των ανθρώπων τα πατροπα- » ράδοτα». Και τους έλεγε «Ωραία παραβαίνετε την » εντολή του Θεού για να φυλάτε τα πατροπαράδοτά » σας. Τι ο Μωυσής είπε _ Τίμα τον πατέρα σου και » τη μητέρα σου κι’ Όπιος κακολογεί πατέρα ή μη- » τέρα να θανατώνεται _ . Εσείς όμως λέτε _ Αν άν- » θρωπος πει του πατέρα ή της μητέρας Κορβάν _ (δη- » λαδή _ χάρισμα) ό,τι σου χρωστώ _ , αφίνετε πια να » μην κάνει τίποτα για τον πατέρα ή τη μητέρα, » ακυρώνοντας το λόγο του Θεού με τα πατροπαρά- » δοτά σας που παραδώκατε. Και σαν τέτια κάνετε » πολλά». Και κράζοντας πάλι το πλήθος τους λέει « Ακούτε με όλοι και μάθετε. Τίποτα όξω από τον » άνθρωπο που μπαίνει μέσα του δεν τον ακαθαρτεί• » μόνε όσα βγαίνουν από τον άνθρωπο, εκείνα ακα- » θαρτούν τον άνθρωπο».
29. Κι' άμα από το πλήθος μπήκε σπίτι, τόνε ρωτούσαν οι μαθητάδες του την παραβολή. Και τους λέει «Έτσι κι’ εσείς είστε δίχως νου; Δε νιώθετε » πως απ' όξω ό,τι πηγαίνει μέσ' στον άνθρωπο δε » μπορεί ναν τον ακαθαρτήσει, τι δεν πηγαίνει στην » καρδιά του μέσα, παρά στην κοιλιά, κι’ όξω βγαί- » νει στον κοπρώνα και παστρεύει κάθε ακαθαρσία;» Κι' έλεγε πως «Ό,τι βγαίνει από τον άνθρωπο, εκείνο » ακαθαρτεί τον άνθρωπο. Γιατί από μέσα απ' των » ανθρώπων την καρδιά κινούν οι στοχασμοί οι κακοί, » πορνιές, κλεψιές, φόνοι, μοιχείες, αχορταγιές, πο- » νηριές, απάτη, παραλυσία, μάτι κακό, ασέβεια, περ- » φάνια, αμιαλοσύνη• όλα αυτά τα κακά από μέσα » βγαίνουνε κι’ ακαθαρτούν τον άνθρωπο».
30. Κι' από κει σηκώθηκε και μίσεψε στα σύνορα της Τύρος και Σιδώνας. Και μπήκε σ' ένα σπίτι, και δεν ήθελε κανέναν ναν το μάθει, μα δεν κατόρθωσε να κρυφτεί, μόνε άκουσε γι' αυτόν αμέσως μια γυναίκα που το κορίτσι της τής είχε πνέμα ακάθαρτο, κι’ ήρθε κι’ έπεσε στα πόδια του. Κι' είταν Ελληνίδα η γυ- ναίκα, καταγωγής Συροφοινίκισσα. Και τον παρακα- λούσε να βγάλει το δαιμόνιο από τη θυγατέρα της. Και της έλεγε «Ας χορτάσουν πρώτα τα παιδιά• τι » σωστό δεν είναι το να πάρεις το ψωμί των παιδιών » και ναν το ρήξεις στα σκυλιά». Κι' αυτή αποκρίθη και του λέει «Ναι, Κύριε, και τα σκυλιά κάτου από » το τραπέζι τρων από τα ψίχουλα των παιδιών». Και της είπε «Γι' αυτό το λόγο πήγαινε• βγήκε το » δαιμόνιο από τη θυγατέρα σου». Και πήγε σπίτι της, κι’ ηύρε το κορίτσι της πλαγιασμένο στο κλινάρι, και το δαιμόνιο βγαλμένο.
31. Και πάλι βγήκε από τα σύνορα της Τύρος, και περνώντας τη Σιδώνα ήρθε στη λίμνη της Γαλι- λαίας μέσα από τα σύνορα της Δεκάπολης. Και του φέρνουνε κουφάλαλο, και τον παρακαλούνε να βάλει απάνου του το χέρι. Και παίρνοντάς τον όξω από το πλήθος χωριστά, τούβαλε τα δάχτυλα στ' αυτιά του, κι’ έφτυσε κι’ άγγιξε τη γλώσσα του, και βλέποντας ψηλά στον ουρανό στέναξε και του λέει « _ Εφφαθά _ ». που θα πει «Άνοιξε». Κι' άνοιξαν οι ακουές του, και του λύθη ο γλωσσοδέτης του και μιλούσε σωστά. Και τους σύστησε να μην το πουν κανενός• όμως όσο τους σύστηνε, αυτοί πιο περισσότερο κήρυχναν. Κι' υπερ- βολικά σάστιζαν και λέγανε «Λαμπρά όλα τάκανε• » ως και τους κουφούς κάνει ν' ακούνε κι’ άλαλους να » λαλούν».
32. Εκείνες τις μέρες, όντας πάλι πολύ πλήθος [8] και μην έχοντας τι να φάνε, φώναξε τους μαθητάδες του και τους λέει «Σπλαχνίζουμαι το πλήθος, γιατί » τρεις μέρες δε σαλεύουν από δω και δεν έχουν τι » να φαν. Κι' αν τους στείλω νηστικούς σπίτι τους, » θα λιώσουνε στο δρόμο, και μερικοί τους είναι από » μακριά». Και τ' αποκρίθηκαν οι μαθητάδες του πως «Πού θα μπορέσει εδώ κανείς ναν τους χορ- » τάσει αυτούς ψωμί στην ερημιά;» Και τους ρω- τούσε «Πόσα ψωμιά έχετε;» Κι' εκείνοι είπαν « Εφτά». Και προστάζει το πλήθος να καθήσουν κατά γης, και πήρε τα εφτά ψωμιά, κι’ αφού δοξο- λόγησε έκοψε κομάτια κι’ έδινε στους μαθητάδες του ναν τα προσφέρουν, και τα πρόσφεραν στο πλήθος.
Κι' είχανε μερικά ψαράκια• κι’ αφού τα βλόγησε, εί- πε κι’ αυτά ναν τα προσφέρουν. Κι' έφαγαν και χορ- τάσανε, και πήραν περισσέματα, εφτά καλαθιών κο- μάτια. Κι' είταν ως τέσσερεις χιλιάδες. Και τους σκόλασε.
33. Κι' αμέσως μπήκε αυτός στο καράβι με τους μαθητάδες του κι’ ήρθε στα μέρη της Δαλμανουνθά. Και βγήκαν οι Φαρισαίοι κι’ αρχίσανε μαζί του να συζητούν, ζητώντας του σημάδι από τον ουρανό, δο- κιμάζοντάς τον. Κι' αναστέναξε μέσα στο πνέμα του και λέει «Τι γυρεύει η φύτρα αυτή σημάδι; Αλη- » θινά λέω, σημάδι αυτής της φύτρας δε θαν της » δοθεί». 34. Κι' αφίνοντάς τους μπήκε πάλι [στο καράβι] κι’ έφυγε αντικρύ.
Και ξέχασαν να πάρουνε ψωμιά• κι’ εξόν ένα, ψωμί δεν είχανε μαζί τους μέσα στο καράβι. Και τους σύ- στηνε κι’ έλεγε «Κοιτάτε, προσέχετε από το ζυμάρι » των Φαρισαίων κι’ από το ζυμάρι του Ηρώδη». Και συλλογίζουνταν ανάμεσό τους «Γιατί δεν έχουμε » ψωμί». Και κατάλαβε και τους λέει «Τι συλλο- » γιέστε πως δεν έχετε ψωμιά; Δε νογάτε ακόμα μή- » τε νιώθετε; Πετρωμένη σάς είναι η καρδιά; Μάτια » έχετε, και δε βλέπετε; κι’ αυτιά έχετε, και δεν » ακούτε; Και δε θυμάστε ότα μοίρασα τα πέντε ψω- » μιά στις πέντε χιλιάδες, πόσα κοφίνια πήρατε γιο- » μισμένα με κομάτια;» Του λένε «Δώδεκα». «Ό- » ταν τα εφτά στις τέσσερεις χιλιάδες, πόσων καλα- » θιών γιομίσματα πήρατε κομάτια»; Και του λεν » Εφτά». Και τους έλεγε «Πώς δε νογάτε;»
35. Κι' έρχουνται στη Βηθσαϊδάν, και του φέρ- νουν τυφλό και τον παρακαλούνε ναν τον αγγίξει. Κι' έπιασε από το χέρι τον τυφλό και τον έβγαλε όξω από το χωριό, κι’ αφού τούφτυσε στα μάτια, έβαλε απάνου του τα χέρια και τόνε ρωτούσε «Α βλέπεις » τίποτα». Και κοίταξε κι’ έλεγε «Βλέπω τους αν- » θρώπους, γιατί σα δέντρα βλέπω κάπιους που περ- » πατούν». Έπειτα έβαλε πάλι τα χέρια απάνου στα μάτια του. και [τότες] είδε κι’ έγινε καλά κι’ έβλεπε ξάστερα τα πάντα. Και τον έστειλε σπίτι του λέγον- τας «Μήτε στο χωριό να μη μπεις».
36. Και βγήκε ο Ιησούς κι’ οι μαθητάδες του στα χωριά της Καισαρείας του Φιλίππου. Και στο δρόμο ρωτούσε τους μαθητάδες του και τους έλεγε «Πιος » λεν οι ανθρώποι πως είμαι;» Κι' εκείνοι τούπανε λέγοντας πως ο Ιωάνης ο βαφτιστής, κι’ άλλοι ο Ηλίας, κι’ άλλοι πως ένας από τους προφήτες. Κι' αυτός τους ρωτούσε «Κι' εσείς πιος λέτε πως είμαι;» Αποκρίθη ο Πέτρος και του λέει «Εσύ 'σαι ο Χρι- » στός». Και τους πρόσταξε να μη μιλούνε γι' αυτόν κανενός. Κι' άρχισε ναν τους ξηγά πως πρέπει πολλά να πάθει ο γιος τ' ανθρώπου, και ν' αποκηρυχτεί από τους δημογερόντους και πρωτοπαπάδες και διαβα- σμένους, και να θανατωθεί και τρεις μέρες κατόπι ν' αναστηθεί. Κι' ανοιχτά μιλούσε το λόγο. Και τον πήρε ο Πέτρος κι’ άρχισε ναν τόνε μαλώνει• κι’ εκεί- νος γύρισε κι’ είδε τους μαθητάδες του, και μάλωσε τον Πέτρο και λέει «Πήγαινε πίσω μου, Σατανά, » γιατί δε συλλογιέσαι το Θεό, μόνε τους ανθρώπους». Και κράζοντας το πλήθος μαζί με τους μαθητάδες του τους είπε «Αν κανείς θέλει νάρθει πίσω μου, ας » απαρνηθεί τον εαυτό του, κι’ ας σηκώσει το σταυρό » του κι’ ας μ' ακολουθά. Γιατί όπιος θέλει να γλυ- » τώσει τη ζωή του, θαν τη χάσει• μα όπιος για μένα » χάσει τη ζωή του και για το καλό το μήνημα, θαν » τη σώσει. Γιατί τι τ' όφελος στον άνθρωπο αν κερ- » δίσει ολόκληρο τον κόσμο και τη ζωή του τη ζη- » μιωθεί; Γιατί τι θα δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα » της ζωής του; Γιατί όπιος με ντραπεί, [καθώς] και » τα λόγια μου, μέσα σ' αυτή τη φύτρα την παρά- » λυτη κι’ αμαρτωλή, κι’ ο γιος τ' ανθρώπου θαν τόνε » ντραπεί όταν έρθει μέσα στη δόξα του πατέρα του [9] » μαζί με τους άγιους τους αγγέλους». Και τους έλεγε «Αληθινά σας λέω, πως στέκουν εδώ μερικοί » που δε θα δοκιμάσουνε θάνατο ως που να δουν τη » βασιλεία του Θεού με δύναμη φτασμένη».
37. Κι' έξη μέρες κατόπι παίρνει ο Ιησούς τον Πέ- τρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάνη και τους ανεβάζει σε βουνό αψηλό ξεχωριστά μονάχους. Και μεταμορ- φώθηκε μπροστά τους, κι’ έγιναν τα φορέματά του αστραφτερά, άσπρα υπερβολικά σαν που λευκαντής στη γη δε μπορεί τόσο να λευκάνει. Και τους φανε- ρώθηκε ο Ηλίας με το Μωυσή, και μιλούσανε μαζί με τον Ιησού. Κι' αποκρίθη ο Πέτρος και λέει του Ιησού «Ραββεί, καλά 'ναι εδώ να μείνουμε• κι’ ας » στήσουμε τρεις καλύβες, μια για σένα, και του Μωυ- » σή μια, και μια για τον Ηλία». Γιατί δεν ήξερε τι ν' αποκριθεί, γιατί κατατρόμαξαν. Κι' ήρθε σύν- νεφο και τους σκέπασε, και βγήκε από το σύννεφο φωνή «Αυτός είναι ο γιος μου ο αγαπητός. Ακούτε » τον». Κι' άξαφνα κοιτάζοντας γύρω δεν είδαν πια μαζί τους κανέναν εξόν τον Ιησού μονάχο.
Κι' ενώ κατέβαιναν το βουνό, τους σύστησε να μη δηγηθούν κανενός όσα είδαν παρ' αφού αναστηθεί ο γιος τ' ανθρώπου από τους νεκρούς. Και φύλαξαν το λόγο, συζητώντας μεταξύ τους τι 'ναι το ν' αναστηθεί από τους νεκρούς. Και τόνε ρωτούσαν κι’ έλεγαν «Τι » λένε οι διαβασμένοι πως ο Ηλίας πρώτα ανάγκη » ναρθεί;» Κι' εκείνος τους είπε «Ναι, ο Ηλίας έρ- » χεται πρώτα και ξαναδιορθώνει τα πάντα• και τό- » τες πώς είναι γραμένο για το γιο τ' ανθρώπου να » πάθει πολλά και να ξευτελιστεί; Όμως σας λέω » πως κι’ ήρθε ο Ηλίας και του κάνανε όσα θέλησαν. » καθώς γι' αυτόν είναι γραμένο».