Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο

Part 4

Chapter 4 27 words Public domain Markdown

[18] 109. Εκείνη την ώρα πήγαν οι μαθητάδες στον Ιησού και λεν «Πιος τάχα να 'ναι μεγαλύτερος στη » βασιλεία των ουρανών;» Και κράζοντας ένα παι- δάκι τόστησε στη μέση τους κι’ είπε «Αληθινά σας » λέω, α δεν αλλάξτε και δε γίνετε σαν τα παιδάκια, » αδύνατο να μπείτε στη βασιλεία των ουρανών. Ό- » πιος λοιπόν χαμηλωθεί σαν το παιδάκι ετούτο, » εκείνος είναι ο μεγαλύτερος στη βασιλεία των ουρα- » νών. Κι' όπιος δεχτεί τέτιο παιδάκι στ' όνομά » μου, εμένα δέχεται- κι’ όπιος πειράξει κανέναν από » τους μικρούς αυτούς που με πιστεύουν, του συφέρ- » νει ναν του κρεμαστεί μυλόπετρα μεγάλη γύρω στο » λαιμό και να βουλιάξει μέσα στου γιαλού το πέ- » λαγο.

110.» Αλίμονο στον κόσμο από τους πειρασμούς. » Γιατί 'ναι ανάγκη οι πειρασμοί ναρθούν, όμως αλί- » μονο στον άνθρωπο που κάνει κι’ έρχεται ο πειρα- » σμός. Κι' αν το χέρι σου ή το πόδι σου σού φέρνει » πειρασμό, κόψ' το και ρήξε το μακριά σου• καλύ- » τερά σου νάμπεις στη ζωή, κουλός ή κουτσός παρά » διο χέρια νάχεις ή διο πόδια και να σε ρήξουνε στη » φωτιά την αιώνια. Κι' αν το μάτι σου σού φέρνει » πειρασμό, βγάλ' το και ρήξε το μακριά σου• καλύ- » τερά σου μ' ένα μάτι νάμπεις στη ζωή παρά διο » μάτια νάχεις και να σε ρήξουνε στη γέεννα της » φωτιάς.

» Κοιτάξτε μήπως αψηφήσετε κανέναν από τους » μικρούς αυτούς• γιατί σας λέω πως οι άγγελοι » τους στον ουρανό πάντα θωρούν την όψη του πατέρα » μου πούναι στα ουράνια. Τι θαρρείτε; Αν τυχόν » κανένας έχει εκατό πρόβατα κι’ ένα τους χαθεί, δεν » παραιτά τα ενενήντα εννιά τα πρόβατα στα όρη » και δεν πάει ζητώντας το χαμένο; Κι' αν τυχόν το » βρει, αληθινά σας λέω, πιο χαίρεται γι' αυτό παρ' » ό,τι για τα ενενήντα εννιά που δε χαθήκανε. » Έτσι δεν είναι ο ορισμός του πατέρα μου στα ου- » ράνια το να χαθεί κανένας από τους μικρούς αυ- » τούς.

» Κι' α σου φταίξει ο αδερφός σου, σήρε δείξε » του το φταίξιμό του σαν είστε εσύ κι’ εκείνος μονα- » χοί. Α σ' ακούσει, κέρδισες τον αδερφό σου κι’ α δε » σ' ακούσει, πάρε ακόμα ένα ή διο μαζί σου, που νά- » χει η κάθε λέξη στήριγμα το στόμα διο μαρτύρων » ή τριών. Κι' αν τους παρακούσει, ναν το πεις της » ενορίας• κι’ αν και την ενορία παρακούσει, έχε τον » καθώς τον εθνικό και τον τελώνη. Αληθινά σας » λέω, όσα δέστε στη γη, θα μείνουνε δεμένα στον » ουρανό• κι’ όσα λύστε στη γη, θα μείνουνε λυμένα » στον ουρανό. 111. Πάλι αληθινά σας λέω, πως α » διο σας συφωνήσουνε στη γη για ό,τι πράμα κι’ α » ζητήσουν, θαν το λάβουν από τον πατέρα μου πού- » ναι στα ουράνια. Τι όπου 'ναι διο ή τρεις συναγμέ- » νοι στ' όνομά μου, εκεί 'μαι μεταξύ τους».

Τότες πήγε ο Πέτρος και τούπε «Κύριε, πόσες φο- » ρές θα μου φταίξει ο αδερφός μου και ναν τονε συ- » χωρέσω; ως εφτά φορές;» Του λέει ο Ιησούς «Δε » σου λέω ως εφτά, μόνε ως εβδομήντα φορές εφτά. Για » τούτο έμιασε η βασιλεία των ουρανών με βασιλέα » που θέλησε να λογαριαστεί με τους σκλάβους του. » Και σαν άρχισε να λογαριάζεται, του φέρανε έναν » που χρωστούσε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Και σα δεν » είχε να πλερώσει, πρόσταξε ο αφέντης του να που- » ληθεί, κι’ ο ίδιος κι’ η γυναίκα του και τα παιδιά » του κι’ όλα όσα έχει, και να πλερωθεί. Έπεσε λοι- » πόν ο σκλάβος και τον προσκυνούσε κι’ έλεγε Κάνε » απομονή μαζί μου και θα σ' τα πλερώσω όλα. Και » τόνε σπλαχνίστηκε του σκλάβου ο αφέντης και τον » άφισε, και το χρέος του το χάρισε. Κι' άμα βγήκε ο » σκλάβος, βρήκε σύσκλαβό του που του χρώσταε » εκατό δηνάρια, και πιάνοντάς τον έσφιγγε τον κι’ » έλεγε Πλέρωσε το ό,τι χρωστάς. Έπεσε λοιπόν ο » σύσκλαβός του και τον παρακαλούσε κι’ έλεγε Κάνε » απομονή μαζί μου και θα σε πλερώσω. Όμως αυ- » τός δεν ήθελε, μον πήγε και τον έβαλε στη φυλα- » κή ως που να πλερώσει ό,τι χρωστούσε. Οι σύσκλα- » βοι λοιπόν σαν είδαν το τι έγινε, λυπήθηκαν παρα- » πολύ και πήγαν και μαρτύρησαν τ' αφεντικού τους » όλα όσα έγιναν. Τότες τον έκραξε ο αφεντικός του » και του λέει Σκλάβε κακέ, όλο σου εκείνο το χρέος » σ' το χάρισα αφού με παρακάλεσες• δεν έπρεπε κι’ » εσύ να λυπηθείς το σύσκλαβό σου όπως σε λυπή- » θηκα κι’ εγώ; Και θύμωσε και τον παράδωκε ο » αφέντης του στους βασανιστάδες ως που να πλε- » ρώσει ολόκληρο το χρέος. Το ίδιο θα σας κάνει κι’ » ο πατέρας μου ο ουράνιος α δε συχωρέστε ο καθείς » τον αδερφό του από την καρδιά σας».

112. Και συνέβηκε, όταν τέλιωσε ο Ιησούς αυτά τα λόγια, μίσεψε από τη Γαλιλαία κι’ ήρθε στα σύ- νορα της Ιουδαίας πέρα από τον Ιορδάνη. Και τον ακολούθησαν πλήθη πολλά, και τους γιάτρεψε εκεί.

113. Και πήγανε στον Ιησού Φαρισαίοι που δοκι- μάζοντάς τον έλεγαν «Α μπορεί κανείς να χωρίσει τη » γυναίκα του με κάθε αφορμή». Κι' εκείνος απο- κρίθη κι’ είπε «Δε διαβάσατε πως ο πλάστης από » την αρχή αρσενικό και θηλυκό τους έκανε κι ' είπε » _ Γι' αυτό θα παραιτήσει άνθρωπος πατέρα και μη- » τέρα και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του, και θα » γίνουν οι διο μια σάρκα. _ Έτσι δεν είναι πια διο » παρά μια σάρκα. Ό,τι λοιπόν έσμιξε ο Θεός, ας » μη χωρίζει άνθρωπος». Του λένε «Τι λοιπόν όρισε » ο Μωυσής να δώσεις χωρισοχάρτι και ναν τη χω- » ρίσεις;» Τους λέει πως «Ο Μωυσής σύφωνα με » τη σκληροκαρδιά σας σάς άφισε να χωρίστε τις » γυναίκες σας• όμως από την αρχή δεν έγινε έτσι. » Και σας λέω, όπιος χωρίσει τη γυναίκα του εξόν » από λόγο ατιμίας, την κάνει και μοιχεύεται• κι’ » όπιος χωρισμένη παντρευτεί, μοιχεύει». Του λένε οι μαθητάδες του «Αν έτσι 'ναι τ' ανθρώπου η » αφορμή με τη γυναίκα, δε συφέρνει ο γάμος». Κι' αυτός τους είπε «Όλοι δε νιώθουνε το λόγο, μόνε » σ' όσους δόθηκε. Γιατί έχει ευνούχους π' από την » κοιλιά της μάννας γεννηθήκανε έτσι• κι’ έχει ευ- » νούχους π' από τους ανθρώπους ευνουχήθηκαν κι » έχει ευνούχους που ενουχήθηκαν οι ίδιοι για τη βα- » σιλεία των ουρανών. Όπιος μπορεί να νιώσει ας » νιώσει».

114. Τότες του φέρανε μερικά παιδάκια για ναν τους βάλει τα χέρια του απάνου και να κάνει παρά- κληση. Κι' οι μαθητάδες τούς μάλωναν. Κι' ο Ιη- σούς είπε «Αφίστε τα παιδάκια και μην τ' αμπο- » δίζετε ναρθούν κοντά μου• γιατί για τέτιους είναι » η βασιλεία των ουρανών». Κι' αφού τους έβαλε τα χέρια του απάνου, μίσεψε από κει.

115. Και να ένας σίμωσε και τούπε «Δάσκαλε, » τι καλό να κάνω για να βρω ζωή παντοτινή;» Κι' εκείνος τούπε «Τι με ρωτάς το καλό; Ένας είναι » ο καλός. Όμως α θέλεις να μπεις στη ζωή, φύ- » λαξε τις εντολές». Του είπε «Πιες;» Κι' ο Ιη- σούς είπε «Το _ Μη σκοτώνεις, μη μοιχεύεις, μην κλέ- » βεις, μην ψευτομαρτυράς, τίμα τον πατέρα και τη » μητέρα, κι’ αγάπα το γείτονά σου όπως τον ίδιο » εσένα»_. Του λέει ο νέος «Όλα αυτά τα φύλαξα- » τι μου λείπει ακόμα;» Του λέει ο Ιησούς «Α θες »να γίνεις τέλειος, σήρε πούλα τα υπάρχοντά σου » και δώσ' τα στους φτωχούς — και θα λάβεις θησαυρό » στα ουράνια — κι’ έλα ακολούθα με». Κι' ο νέος όταν άκουσε το λόγο αυτό, έφυγε λυπημένος• γιατί είχε πλούτη πολλά. Κι' ο Ιησούς είπε στους μα- θητάδες του «Αληθινά σας λέω, πως πλούσιος δύ- » σκολα θα μπει στη βασίλεια των ουρανών. Και » πάλι σας λέω, ευκολώτερα περνά γκαμήλα από » βελόνας μάτι παρ' ό,τι μπαίνει πλούσιος στη βα- » σιλεία του Θεού». Κι' όταν τ' άκουσαν οι μαθη- τάδες, σάστισαν υπερβολικά και λέγανε «Πιος τάχα » μπορεί να σωθεί;» Κι' ο Ιησούς τους κοίταζε κι είπε «Με τους ανθρώπους τούτο αδύνατο, μα με το » Θεό τα πάντα δυνατά».

116. Τότ' αποκρίθηκε ο Πέτρος και τούπε «Να » εμείς αφήκαμε τα πάντα και σ' ακολουθήσαμε• » τι άραγε θα λάβουμε;» Κι' ο Ιησούς τους είπε » Αληθινά σας λέω, πως εσείς που μ' ακολουθή- » σατε, στον καιρό του ξαναγεννημού όταν καθήσει » ο γιος τ' ανθρώπου σε λαμπρό του θρόνο, θα καθή- » στε κι’ εσείς σε δώδεκα θρόνους δικάζοντας τις » δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Κι' όπιος αφήκε σπίτια » ή αδερφούς ή αδερφές ή πατέρα ή μητέρα ή παι- » διά ή χωράφια για τ' όνομά μου, πολλαπλά θα » λάβει και θα κληρονομήσει ζωή παντοτινή. 117. » Και πολλοί θα γίνουν πρώτοι τελευταίοι, και τελευ- » ταίοι πρώτοι».

[20] » Γιατί μιάζει η βασιλεία των ουρανών μ' άν- » θρωπο νοικοκύρη που βγήκε ευτύς πρωί να συ- » φωνήσει εργάτες για τ' αμπέλι του. Κι' αφού » συφώνησε με τους εργάτες από 'να δηνάρι την » ημέρα, τους έστειλε στ' αμπέλι του. Και βγαί- » νοντας κατά τις τρεις η ώρα, είδε άλλους κι’ έστε- » καν αργοί στην αγορά, κι’ είπε και σ' εκείνους » Πηγαίνετε κι’ εσείς στ' αμπέλι, κι’ ό,τι είναι » δίκιο θα σας δώσω. Κι' εκείνοι πήγαν. Πάλι » βγαίνοντας κατά τις έξη και κατά τις εννιά η » ώρα, έκανε το ίδιο. Και βγαίνοντας κατά τις έν- » τεκα, ηύρε άλλους κι’ έστεκαν, και τους λέει «Τι » στέκεστε όλη μέρα εδώ χωρίς δουλιά;» Του λεν » πως Κανείς δε μας συφώνησε. Τους λέει Πηγαίνετε » κι’ εσείς στ' αμπέλι. Κι' άμα βράδιασε λέει ο » νοικοκύρης τ' αμπελιού στον επιστάτη του. Φώ- » ναξε τους εργάτες και πλέρωσ' τους το μεροδούλι » αρχίζοντας από τους τελευταίους ως τους πρώτους » Και σαν ήρθαν οι κατά τις έντεκα η ώρα, έλαβαν » από 'να δηνάρι. Και σαν ήρθανε οι πρώτοι, νό- » μισαν πως θα λάβουν πιο πολύ, κι’ έλαβαν κι’ » αυτοί από 'να δηνάρι. Κι' όταν το λάβανε, μουρ- » μούριζαν του νοικοκύρη κι’ έλεγαν Αυτοί οι στερ- » νοί μια ώρα έκαναν, κι’ ίσους μας τους έκανες, μ' » εμάς που φορτωθήκαμε το βάρος της ημέρας και » την κάψα; Κι' εκείνος αποκρίθη ενός τους κι’ είπε » Αδέρφι, δε σ' αδικώ• δε συφωνήσαμε ένα δηνάρι; » Πάρε το δικό σου κι’ άμε. Θέλω εγώ σ' αυτόν τον » τελευταίο ναν του δώκω όσο κι’ εσένα• δε μπορώ » ό,τι θέλω να κάνω το δικό μου; ή είναι το μάτι » σου κακό γιατί 'μαι εγώ καλός; Έτσι θα γε- » νούν οι τελευταίοι πρώτοι κι οι πρώτοι τελευταίοι».

118. Κι' ενώ 'τανε ν' ανεβεί ο Ιησούς στην Ιε- ρουσαλήμ πήρε τους δώδεκα τους μαθητάδες χωρι- στά και στο δρόμο τους είπε «Νά αναβαίνουμε στην » Ιερουσαλήμ κι’ ο γιος τ' ανθρώπου θα παραδοθεί » στους πρωτοπαπάδες και στους διαβασμένους, και » θαν τον καταδικάσουν, και θαν τον παραδώσουνε » στους εθνικούς για ναν τόνε μασκαρέψουνε και » βουρδουλίσουν και σταυρώσουν, και την τρίτη μέρα » θ' αναστηθεί».

119. Τότες πήγε η μητέρα των γιων του Ζεβε- δαίου με τους γιους της που τον προσκυνούσε και του ζήταε κάτι. Κι' εκείνος της είπε «Τι θέλεις:» Κι' εκείνη είπε «Πες να καθήσουν αυτοί οι διο μου οι » γιοι ένας δεξιά κι’ ένας αριστερά σου μέσα στη βα- » σιλεία σου». Κι' ο Ιησούς αποκρίθη κι’ είπε «Δεν » ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι » πούμαι εγώ να πιω;» Του λένε «Μπορούμε». Τους λέει «Το ποτήρι μου ναι θαν το πιείτε, μα το να » καθήστε δεξιά ή αριστερά μου δεν είναι στο χέρι » μου να δώσω εξόνε σ' όσους τ' όρισε ο πατέρας » μου». Και σαν τ' άκουσαν οι δέκα, αγαναχτή- σανε με τους διο αδερφούς. Και κράζοντάς τους ο Ιησούς τους είπε «Ξέρετε πως οι αρχηγοί των εθνι- » κών τούς ορίζουν κι’ οι μεγάλοι τούς εξουσιάζουν. » Όμως όχι εσείς το ίδιο• μόνε όπιος θέλει μεγάλος » σας να γίνει, ας γίνει δούλος σας, κι’ όπιος θέλει » πρώτος σας να γίνει, ας γίνει σκλάβος σας, καθώς » κι’ ο γιος τ' ανθρώπου δεν ήρθε ναν τόνε δουλέψουν, » μόνε να δουλέψει και να δώκει τη ζωή του ξαγορά » πολλών».

120. Κι' όταν έβγαιναν από την Ιερειχώ, τον ακολούθησε πλήθος πολύ. Και να διο τυφλοί καθι- σμένοι κοντά στο δρόμο, σαν άκουσαν πως περνά ο Ιησούς, φώναξαν κι’ είπαν «Κύριε, σπλαχνίσου μας, » γιε του Δαυείδ». Κι' ο λαός τους μάλωσε να σω- πάσουν. Μα εκείνοι πιο πολύ φωνάζανε και λέγανε » Κύριε, σπλαχνίσου μας, γιε του Δαυείδ». Κι' ο Ιησούς στάθηκε, και τους έκραξε κι’ είπε «Τι θέ- » λετε να σας κάνω;» Του λένε «Κύριε, τα μάτια » μας ν' ανοίξουν». Κι ο Ιησούς τους σπλαχνίστη και τους άγγιξε τα μάτια, κι’ αμέσως είδαν πάλι και τον ακολούθησαν.

[21] 121. Κι' ότα φτάσανε στα Ιεροσόλυμα κι’ ήρθανε στη Βηθφαγή στο Ελιοβούνι, τότ' έστειλε ο Ιη- σούς διο μαθητάδες και τους είπε «Πηγαίνετε στο » χωριό τ' αντίκρυ σας, κι’ ευτύς θα βρείτε όνισσα » δεμένη και μαζί της οναράκι• λύστε τα και φέρτε » τα σ' εμένα. Κι' α σας πει κανένας τίποτα, πέστε » πως ο αφέντης τα χρειάζεται, κι’ αμέσως θαν τα » στείλει». Κι' όλο αυτό έγινε για ν' αληθέψει το ειπωμένο μέσο του Προφήτη, που λέει _ Πέστε στην κόρη της Σιών Νά έρχεταί σου ο βασιλιάς σου πρα- γύς και καθισμένος σ' όνισσα και σε πουλάρι γέννη- μα ζευτού. _ Κι' οι μαθητάδες πήγαν κι’ έκαναν καθώς τους πρόσταξε ο Ιησούς, κι’ έφεραν την όνισσα και τ' οναράκι, κι’ έβαλαν απάνου τα φορέματά [τους] κι’ έκατσε. Και το πιο πολύ το πλήθος έστρωσαν τα δικά τους φορέματα στο δρόμο, κι’ άλλοι έκοβαν κλαδιά απ' τα δέντρα και τα στρώνανε στο δρόμο, και τα πλήθη τα απ' ομπρός του και κατόπι φώ- ναζαν και λέγανε «Ωσαννά στο γιο του Δαυείδ. » Βλογητός αυτός που φτάνει στ' όνομα του Κυρίου. » Ωσαννά στα ύψιστα». Και σα μπήκε στα Ιερο- σόλυμα, τράνταξε όλη η πολιτεία κι’ έλεγε «Πιος » είναι αυτός;» Και τα πλήθη λέγανε «Αυτός είναι » ο προφήτης ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ της Γαλι- » λαίας».

Και μπήκε στο ναό ο Ιησούς, κι’ έβγαλε όλους που πουλούσαν κι αγοράζανε μέσα στο ναό, και τα τραπέζια των σαράφηδων τ' αναποδογύρισε και τους πάγκους των περιστεράδων. Και τους λέει «Είναι » γραμένο _ Τον οίκο μου οίκο προσευκής θαν τον » κράξουν, _ μα εσείς τον κάνετε κλεφτοσπηλιά».

Και πήγανε στον Ιησού τυφλοί και κουτσοί μέσα στο ναό, και τους γιάτρεψε. Και σαν είδαν οι πρω- τοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι τα θάματα που έκανε και τα παιδιά που φώναζαν μέσα στο ναό και λέγα- νε «Ωσαννά στο γιο του Δαυείδ», αγανάχτησαν και τούπαν «Ακούς αυτοί τι λένε;» Κι' ο Ιησούς τους λέει «Ναι. Δε διαβάσατε ποτές πως _ Από μωρώνε » στόμα κι’ από βυζανιάρικων τόνισες ύμνο; _ » Κι' αφίνοντάς τους βγήκε από τη χώρα όξω στη Βηθα- νία και κόνεψε εκεί.

122. Και το πρωί γυρίζοντας στη χώρα πείνασε. Και βλέποντας συκιά στο δρόμο απάνου, πήγε κοντά της και δε βρήκε απάνου τίποτα εξόνε φύλλα μο- ναχά. Και της λέει «Καρπό πια να μην κάνεις στον » αιώνα». Και στη στιγμή ξεράθηκε η συκιά. Και βλέποντάς το οι μαθητάδες, απόρησαν κι’ είπαν « Πώς στη στιγμή ξεράθηκε η συκιά!» Κι' ο Ιη- σούς αποκρίθη και τους είπε «Αληθινά σας λέω. » αν έχετε πίστη και δεν κλονιστήτε, όχι μοναχά » το [θάμα] της συκιάς θα κάνετε, παρά και του » βουνού εκεί αν του πείτε Σήκω και πέσε στο γιαλό, » θα γίνει, κι’ ό,τι με πίστη ζητήστε στην προσευκή σας, όλα θαν τα λάβετε».

123. Και σαν ήρθε στο ναό, πήγανε στον Ιησού ενώ δίδασκε οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δημογερόντοι κι έλεγαν «Με πια εξουσία κάνεις αυτά; και πιος » σ' την έδωκε αυτή την εξουσία;» Κι ο Ιησούς αποκρίθηκε και τους είπε «Θα σας ρωτήσω κι εγώ » 'να λόγο, που α μου τον πείτε, θα σας πω κι’ » εγώ με πια εξουσία κάνω αυτά. Το βάφτισμα του » Ιωάνη από πού είτανε, από τον ουρανό ή από τους » ανθρώπους;» Κι' εκείνοι μεταξύ τους συλλογιούν- ταν κι’ έλεγαν «Αν πούμε από τον ουρανό, θα μας » πει, γιατί λοιπόν δεν τον πιστέψατε; Κι' αν πούμε » από τους ανθρώπους, φοβούμαστε το λαό, γιατί » όλοι σαν προφήτη τον έχουνε τον Ιωάνη». Κι' απάν- τησαν του Ιησού κι’ είπαν «Δεν το ξέρουμε». Τους είπε κι’ εκείνος «Μήτε κι’ εγώ δε σας λέω με πια » εξουσία κάνω αυτά. Και τι σας φαίνεται; Ένας » άνθρωπος είχε διο παιδιά. Και πήγε στον πρώτο » κι’ είπε Παιδί μου, πήγαινε σήμερα δούλεψε στ' » αμπέλι μου. Κι' εκείνος αποκρίθη κι’ είπε Μάλι- » στα, αφέντη, και δεν πήγε. Και πήγε στο δεύτερο » κι είπε το ίδιο. Κι εκείνος αποκρίθη κι’ είπε Δε » θέλω. Ύστερα μετάνιωσε και πήγε. Πιος από τους » διο τους έκανε το θέλημα του πατέρα;» Λένε «Ο » δεύτερος». Τους λέει ο Ιησούς «Αληθινά σας λέω, » πως οι τελώνες κι οι πόρνες μπροστά σας παν στη » βασιλεία του Θεού. Γιατί σας ήρθε ο Ιωάνης μ' α- » γιοσύνης δρόμο και δεν τον πιστέψατε• μόνε οι τελώ- » νες τον πιστέψανε κι’ οι πόρνες. Εσείς ως τόσο που » τον είδατε, μήτε καν μετανιώσατε έπειτα ναν τον » πιστέψτε.

124.» Άλλη παραβολή ακούστε. Είταν ένας άν- » θρωπος νοικοκύρης, που φύτεψε αμπέλι, και τού- » βαλε τριγύρω φράχτη κι’ έσκαψε μέσα ληνό κι’ » έχτισε πύργο, και το νοίκιασε σε γεωργούς και » μίσεψε. Και σαν έφτασε ο καιρός του καρπού, » έστειλε τους σκλάβους του στους γεωργούς να » πάρουν τον καρπό του. Και πιάνοντας οι γεωργοί » τους σκλάβους του, άλλον έδειραν, άλλονε σκό- » τωσαν, κι’ άλλον πετροβόλησαν. Πάλι έστειλε άλ- » λους σκλάβους πιο πολλούς από τους πρώτους, και » τους έκαναν τα ίδια. Ύστερα τους έστειλε το γιο » του λέγοντας Θα σεβαστούν το γιο μου. Όμως » οι γεωργοί, σαν είδανε το γιο, είπανε μεταξύ τους » Αυτός είναι ο κληρονόμος• ελάτε, ας τον σκοτώ- » σουμε κι’ ας πάρουμε την κληρονομιά του. Και » τον έπιασαν και βγάλανε όξω από τ' αμπέλι και » τον σκότωσαν. Λοιπόν σαν έρθει ο νοικοκύρης » τ' αμπελιού, τι θαν τους κάνει αυτούς τους γεωρ- » γούς;» Του λεν «Κακήν κακώς θενάν τους ξολο- » θρέψει, και τ' αμπέλι θα νοικιάσει σ' άλλους γεωρ- » γούς που θαν του δώσουν πίσω τον καρπό στην » ώρα του». Τους λέει ο Ιησούς «Δε διαβάσατε » ποτές μέσα στις Γραφές _ Πέτρα π' απόρριψαν οι » χτίστες έγινε αγκωνάρι• από τον Κύριο έγινε κι’ » είναι θαμαστή στα μάτια μας. _ Γι αυτό σας λέω, » θα σας παρθεί από σας η βασιλεία του Θεού και » σ' έθνος θα δοθεί που κάνει τους καρπούς της. » Κι' όπιος πέσει σ' αυτή την πέτρα απάνου, θενά » τσακιστεί• και σ' όπιον πέσει, θαν τον κάνει θρύ- » ματα».

125. Και σαν άκουσαν τις παραβολές του οι πρω- τοπαπάδες κι’ οι Φαρισαίοι, ένιωσαν πως γι' αυτούς μιλεί, και ζητώντας να τον πιάσουν, φοβηθήκανε τα πλήθη, τι τον είχανε προφήτη.

[22] Κι' ο Ιησούς αποκρίθη πάλι και τους μίλησε με παραβολές λέγοντας «Έμιασε η βασιλεία των ουρα- » νών με βασιλέα πούκανε τις χάρες του γιου του, κι’ » έστειλε τους σκλάβους του να κράξουν τους προσ- » καλεσμένους στις χαρές, και δε θέλανε ναρθούν. » Πάλι έστειλε άλλους σκλάβους κι’ είπε Πέστε των » καλεσμένων, Νά το το δείπνο μου το ετοίμασα, τα » βόδια μου και τα θρεφτά σφαγμένα, και τα πάντα » έτοιμα• ελάτε στις χαρές. Κι' εκείνοι αδιαφορήσανε » και φύγανε, άλλος στο χωράφι του, άλλος στ' αρ- » γαστήρι του• κι’ οι άλλοι έπιασαν τους σκλάβους » του, και τους μασκάρεψαν και σκότωσαν. Κι' ο βα- » σιλέας θύμωσε, κι’ έστειλε τους στρατούς του και » τους ξολόθρεψε εκείνους τους φονιάδες κι’ έκαψε τη » χώρα τους. Τότες λέει στους σκλάβους του Το » τραπέζι 'ναι έτοιμο, μα δεν είταν άξιοι οι καλε- » σμένοι• πηγαίνετε λοιπόν στων δρόμων τα περά- » σματα κι’ όσους βρείτε κράξτε στις χαρές». Κι' οι σκλάβοι αυτοί σα βγήκανε στους δρόμους, μαζέ- » ψανε όλους όσους ηύραν, και κακούς και καλούς. » και γιόμισε η αίθουσα του γάμου καλεσμένους. Και » σα μπήκε ο βασιλέας για να δει τους καλεσμένους, » είδε εκεί άνθρωπο που δε φορούσε φόρεμα γάμου » και του λέει Φίλε, πώς μπήκες εδώ δίχως φόρεμα » γάμου; Κι' αυτός αποστομώθη. Τότ' είπε ο βα- » σιλιάς στους δούλους Δέστε τον χεροπόδαρα και » βγάλτε τον όξω στο σκοτάδι το πιο εξώτερο• εκεί » θα 'ναι το κλάψε και το τρίξε των δοντιών. Γιατί » πολλοί 'ναι οι καλεστοί, μα λίγοι οι εκλεχτοί».

126. Τότε οι Φαρισαίοι πήγαν και συφώνησαν πώς ναν τον παγιδέψουνε με λόγια. Και του στέλνουνε τους μαθητάδες τους με τους Ηρωδιανούς και λένε « Δάσκαλε, ξέρουμε πως είσαι αληθινός και πως με » την αλήθια διδάσκεις το δρόμο του Θεού, και δε » σε μέλει τίποτα τι δεν κοιτάς ανθρώπους. Πες μας » λοιπόν τη γνώμη σου. Έχουμε άδια να δώσουμε » του Καίσαρα φόρο ή όχι;» Κι' ο Ιησούς ένιωσε την πονηριά τους κι’ είπε «Τι με δοκιμάζετε, υπο- » κριτάδες; Δείξτε μου το νόμισμα του φόρου». Κι' αυτοί του φέρανε δηνάρι. Και τους λέει «Πιανού 'ναι » ετούτη η ζουγραφιά κι’ η επιγραφή;» Του λεν « Του Καίσαρα». Τότες τους λέει «Δώστε λοιπόν » πίσω ό,τι είναι του Καίσαρα στον Καίσαρα, και » ό,τι είναι του Θεού στο Θεό». Και σαν τ' άκου- σαν απόρησαν, και τον αφήκαν κι’ έφυγαν.

127. Εκείνη την ημέρα πήγανε στον Ιησού οι Σαδδουκαίοι, που λένε δεν υπάρχει ανάσταση, και τόνε ρώτησαν κι’ είπαν «Δάσκαλε, ο Μωυσής είπε » _ Αν πεθάνει άτεκνος κανείς, ας παντρεύεται κα- » τόπι ο αδερφός του τη γυναίκα του κι’ ας του » βγάζει σπέρμα τ' αδερφού του _ . Κι' είτανε στον » τόπο μας εφτά αδερφοί. Κι' ο πρώτος παντρεύτη » και πέθανε, κι’ όντας άκληρος αφήκε τη γυναίκα » του στον αδερφό του• το ίδιο κι’ ο δεύτερος κι’ ο » τρίτος ως στους εφτά. Κι' ύστερα απ' όλους πέθανε » η γυναίκα. Στην ανάσταση λοιπόν πιανού από τους » εφτά θα γενεί γυναίκα; Γιατί την είχαν όλοι». Κι' ο Ιησούς αποκρίθη και τους είπε «Σφάλλετε, μην » εννοώντας τις Γραφές μήτε τη δύναμη του Θεού. » Τι στην ανάσταση μήτ' άντρες παίρνουνε μήτε γυ- » ναίκες, παρά καθώς αγγέλοι 'ναι στον ουρανό. Και » για τη νεκρανάσταση δε διαβάσατε ό,τι σας είπε ο » Θεός, που λέει _ Εγώ 'μαι ο Θεός τον Αβραάμ κι’ ο » Θεός του Ισαάκ κι’ ο Θεός τον Ιακώβ; _ Δεν είναι » ο Θεός νεκρώνε, μόνε ζωντανών». Κι' όταν τ' άκου- » σαν τα πλήθη, σάστιζαν με τη διδαχή του.

128. Κι' οι Φαρισαίοι, όταν άκουσαν πως απο- στόμωσε τους Σαδδουκαίους, μαζευτήκανε, και ρώ- τησε ένας τους Νομοδιάβαστος δοκιμάζοντάς τον » Δάσκαλε, πια 'ναι εντολή μεγάλη μέσα στο Νό- » μο;» Κι' ο Ιησούς του είπε «Αγάπα τον Κύριο » το Θεό σου μ' όλη σου την καρδιά και μ' όλη σου την » ψυχή και μ' όλο σου το νου• _ αυτή 'ναι η μεγάλη » και πρώτη εντολή. Και δεύτερη το ίδιο _ Αγάπα το » γείτονά σου ίσα με τον εαυτό σου _ . Σ' αυτές τις διο » τις εντολές όλος ο Νόμος στέκει κι’ οι Προφήτες.»

129. Κι' ενώ 'τανε μαζεμένοι οι Φαρισαίοι τους ρώτησε ο Ιησούς κι’ είπε «Πια 'ναι η γνώμη σας » για το Χριστό; πιανού 'ναι γιος;» Του λένε «Του » Δαυείδ». Τους λέει «Πώς λοιπόν ο Δαυείδ με το » πνέμα τον κράζει αφέντη, λέγοντας _ Είπε ο αφέν- » της στον αφέντη μον Κάθου δεξιά μου ως που να » βάλω τους εχτρούς σου κάτου από τα πόδια σου _ ; » Α λοιπόν ο Δαυείδ τον κράζει αφέντη, πώς είναι » γιος του;» Και κανείς δε μπορούσε ναν τ' απαν- τήσει λέξη• μήτε από κείνη την ημέρα τόλμησε κα- νείς ναν τόνε ρωτήσει πια.

130. Τότες ο Ιησούς μίλησε στα πλήθη και στους [23] μαθητάδες του λέγοντας «Στην καθέδρα του Μωυσή » κάθησαν οι διαβασμένοι και Φαρισαίοι. Όλα λοι- » πόν όσα σας πουν κάνετέ τα και κρατείτε• κατά » τα έργα τους όμως μην κάνετε, γιατί λεν και δεν » κάνουν. Και δένουνε φορτώματα βαριά κι’ αβάσ- » ταχτα και τα φορτώνουνε στη ράχη των ανθρώπων, » μα οι ίδιοι με το δάχτυλό τους να τα κουνήσουνε » δε θέλουν. Και κάθε τους έργο κάνουνε για ναν » τους καμαρώνουν οι ανθρώποι. Γιατί πλαταίνουνε » τα φυλαχτάρια τους και μεγαλώνουνε [των φορε- » μάτων τους] τις άκρες, μα αγαπούν το πρωτοκά- » θισμα στα δείπνα και τα πρωτοστάσιδα μέσα στα » συναγώγια και τους χαιρετισμούς στις αγορές και » το ναν τους φωνάζει ο κόσμος Ραββεί. Μα εσάς να » μη σας κράζουνε Ραββεί, γιατί ένας είναι σας ο » δάσκαλος κι’ όλοι εσείς αδέρφια. Και πατέρα σας » μην κράξτε στη γη, γιατί ένας είναι σας ο πατέ- » ρας, ο ουράνιος. Μηδέ οδηγούς να μη σας κράζουνε, » γιατί ένας είναι σας οδηγός, ο Χριστός. Κι' ο με- » γαλύτερός σας ας γίνει δούλος σας. Κι' όπιος ανυ- » ψώνεται θα χαμηλωθεί, κι’ όπιος χαμηλώνεται θ' » ανυψωθεί.